Τι προβλέπουν οι διατάξεις για την αναστολή λειτουργίας των καταστημάτων σε περιπτώσεις φοροδιαφυγής

Print Friendly, PDF & Email

Τι προβλέπουν οι διατάξεις για την αναστολή λειτουργίας των καταστημάτων σε περιπτώσεις φοροδιαφυγής
Επιστημονική ομάδα TAXHEAVEN

[19.07.2016]

 

 

Βάσει της ανακοίνωσης της Γ.Γ.Δ.Ε. (σ.σ. την Παρασκευή 8.7.2016) σχετικά με το θέμα της συμμόρφωσης κατά την περίοδο του καλοκαιριού, αντιλαμβανόμαστε ότι η Φορολογική Διοίκηση έχει σκοπό να αναβιώσει την διάταξη του άρθρου 13 του Ν.2523/1997 η οποία προβλέπει την αναστολή λειτουργίας των επαγγελματικών εγκαταστάσεων σε συγκεκριμένες περιπτώσεις φοροδιαφυγής και υπό ορισμένες προϋποθέσεις.
Ας θυμηθούμε λίγο τι προβλέπει η σχετική διάταξη έτσι όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει:

Άρθρο 13 ν. 2523/1997  Αναστολή λειτουργίας επαγγελματικών εγκαταστάσεων επιτηδευματιών και αφαίρεση πινακίδων και αδειών κυκλοφορίας μεταφορικών μέσων – Κείμενο νόμου
1.Σε περίπτωση που παρεμποδίζεται η διενέργεια του φορολογικού ελέγχου με χρησιμοποίηση βίας ή απειλών κατά των ελεγκτικών οργάνων, καθώς και κάθε φορά που διαπιστώνεται:
α) από διαφορετικούς φορολογικούς έλεγχους η επανάληψη, μέσα στην ίδια ή την επόμενη χρήση, της μη έκδοσης ή της ανακριβούς έκδοσης του προβλεπόμενου από το π.δ. 186/1992 (Κ.Β.Σ.) στοιχείου κατά την πώληση ή διακίνηση αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών, εφόσον αυτή έχει ως αποτέλεσμα την απόκρυψη της συναλλαγής ή μέρους αυτής ή
β) από τον ίδιο φορολογικό έλεγχο η μη έκδοση ή η ανακριβής έκδοση του προβλεπόμενου κατά τα ανωτέρω στοιχείου και με την ίδια ως άνω προϋπόθεση τουλάχιστον για τρεις (3) διαφορετικές συναλλαγές,
αναστέλλεται μέχρι ένα (1) μήνα η λειτουργία του καταστήματος, γραφείου, εργοστασίου, εργαστηρίου, αποθήκης και γενικά κάθε επαγγελματικής εγκατάστασης του υπόχρεου επιτηδευματία.

Η διακίνηση αγαθών χωρίς την ύπαρξη του προβλεπόμενου συνοδευτικού στοιχείου θεωρείται ως μη έκδοση του στοιχείου αυτού.

Τα οριζόμενα στο πρώτο εδάφιο εφαρμόζονται ανάλογα και επί μη καταχώρισης στα πρόσθετα βιβλία της παραγράφου 5 του άρθρου 10 του π.δ. 186/1992 των συναλλαγών για τις οποίες δεν έχουν εκδοθεί τα οικεία στοιχεία εσόδων.
Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, μετά από πρόταση της Διεύθυνσης Ελέγχου, καθορίζεται ο αριθμός των ημερών αναστολής λειτουργίας των κατά τα ανωτέρω εγκαταστάσεων του υπόχρεου επιτηδευματία.

Αν επαναληφθεί μία από τις παραβάσεις που αναφέρονται στα προηγούμενα εδάφια εντός τριών (3) ετών από την έκδοση της απόφασης αναστολής λειτουργίας, αναστέλλεται μέχρι έξι (6) μήνες η λειτουργία των εγκαταστάσεων του επιτηδευματία, εφαρμοζομένων και στην περίπτωση αυτή των οριζομένων στο προηγούμενο εδάφιο.

Τα ανωτέρω ισχύουν ανάλογα και για κάθε νέα παράβαση που διαπράττεται.

Η τυχόν αλλαγή στη νομική μορφή η στο πρόσωπο του φορέα της επιχείρησης, από το χρόνο διαπίστωσης της παράβασης μέχρι το χρόνο της εκτέλεσης της απόφασης, δεν αποτελεί λόγο μη επιβολής της κύρωσης, εφόσον κατά το χρόνο εκτέλεσης η επιχείρηση εξακολουθεί να λειτουργεί στον ίδιο χώρο με ίδιο ή παραπλήσιο αντικείμενο εργασιών και σε αυτήν συμμετέχουν ένα ή περισσότερα από τα αρχικά μέλη του φορέα.

Η εκτέλεση της ενοχικές σχέσεις του επιτηδευματία με τους μισθωτούς που συνδέονται με αυτόν με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας.

Αν κατά τον ίδιο έλεγχο διαπιστωθεί η μη έκδοση πλέον των δέκα (10) παραστατικών στοιχείων ή, ανεξαρτήτως του πλήθους, τα μη εκδοθέντα ή το μη εκδοθέν παραστατικό στοιχείο υπερβαίνει σε αξία τα πεντακόσια (500) ευρώ, η λειτουργία του καταστήματος, γραφείου, εργοστασίου, εργαστηρίου, αποθήκης και γενικά κάθε επαγγελματικής εγκατάστασης του υπόχρεου επαγγελματία, αναστέλλεται άμεσα για 48 ώρες, με πράξη των οργάνων που διενεργούν τον έλεγχο και η επαγγελματική εγκατάσταση σφραγίζεται με τη συνδρομή της αστυνομικής αρχής, εφόσον ζητηθεί από τα ελεγκτικά όργανα.

Η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου εφαρμόζεται από τα ελεγκτικά όργανα των υπηρεσιών που υπάγονται στη Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων και από τα όργανα του Σ.Δ.Ο.Ε. υπό την προϋπόθεση ότι έχει εκδοθεί ειδική εντολή ελέγχου κατά περίπτωση από τον Γενικό Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων ή από τον Ειδικό Γραμματέα του Σ.Δ.Ο.Ε. για την εφαρμογή του ως άνω μέτρου κατά την ημερομηνία έκδοσης της ειδικής εντολής.

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών μπορεί να ρυθμίζεται η ειδικότερη διαδικασία και κάθε αναγκαίο ζήτημα για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου.

Η, σύμφωνα με τα δύο προηγούμενα εδάφια, αναστολή της λειτουργίας της επαγγελματικής εγκατάστασης με πράξη των ελεγκτικών οργάνων, δεν εμποδίζει την περαιτέρω αναστολή λειτουργίας της επαγγελματικής εγκατάστασης του υπόχρεου επιτηδευματία με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών σύμφωνα με όσα ορίζονται στις διατάξεις των προηγούμενων εδαφίων.
Για την εφαρμογή της διάταξης της παραγράφου 1 του άρθρου 13 του ν.2523/1997 είχε εκδοθεί  ή απόφαση  “ΠΟΛ.1019/20.1.1998 Κοινοποίηση Κοινών Υπουργικών Αποφάσεων των Υπουργών Οικονομικών και Δημόσιας Τάξης και των Υπουργών Οικονομικών, Δημόσιας Τάξης και Μεταφορών και Επικοινωνιών για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του 2523/1997” Καθώς και η απόφαση  “ΠΟΛ.1317/2.12.1997 Οδηγίες για την ομοιόμορφη εφαρμογή των διατάξεων του N.2523/1997 (ΦΕΚ 179/Α/11.9.1997) “Διοικητικές και ποινικές κυρώσεις στη φορολογική νομοθεσία και άλλες διατάξεις”

 

Αναλυτικά λοιπόν οι παραβάσεις και οι κυρώσεις σύμφωνα με το άρθρο 13 του νόμου 2523/1997 έχουν ως εξής:

Κύρωση
Παραβάσεις
Αναστολή μέχρι ένα (1) μήνα της λειτουργίας των εγκαταστάσεων του επιτηδευματία.
α. παρεμποδίζεται η διενέργεια του φορολογικού ελέγχου με τη χρήση βίας ή απειλών κατά των ελεγκτικών οργάνων ή

β. διαπιστώνεται από διαφορετικούς κάθε φορά φορολογικούς ελέγχους για τουλάχιστον δύο φορές, μέσα στην ίδια ή την επόμενη χρήση, ότι :

– δεν εκδόθηκε ή εκδόθηκε ανακριβώς το προβλεπόμενο  στοιχείο κατά την πώληση ή διακίνηση αγαθών ή παροχή υπηρεσιών, εφόσον αυτό έχει ως αποτέλεσμα την απόκρυψη της συναλλαγής ή μέρους αυτής ή

γ. διαπιστώνεται από τον ίδιο φορολογικό έλεγχο για τουλάχιστον τρείς (3) διαφορετικές συναλλαγές (παραβάσεις) ότι :

– δεν εκδόθηκε ή εκδόθηκε ανακριβώς το προβλεπόμενο από το π.δ. 186/1992 (Κ.Β.Σ.) στοιχείο κατά την πώληση ή διακίνηση αγαθών ή παροχή υπηρεσιών, εφόσον αυτό έχει ως αποτέλεσμα την απόκρυψη της συναλλαγής ή μέρους αυτής ή

Αναστολή μέχρι έξι (6) μήνες της λειτουργίας των εγκαταστάσεων του επιτηδευματία
Σε περίπτωση επανάληψης, αλλά και κάθε νέας επανάληψης, οποιασδήποτε από τις προαναφερόμενες παραβάσεις εντός τριών (3) ετών από την έκδοση της απόφασης αναστολής λειτουργίας του Υπουργού Οικονομικών, επιβάλλεται η αναστολή λειτουργίας των επαγγελματικών εγκαταστάσεων του υπόχρεου επιτηδευματία για μεγαλύτερο πλέον χρονικό διάστημα και συγκεκριμένα για διάστημα μέχρι και έξι (6) μηνών. Ως αφετηρία για τον υπολογισμό της παραπάνω τριετίας λαμβάνεται η ημερομηνία έκδοσης της πρώτης ή της προηγούμενης, κατά περίπτωση, απόφασης για την αναστολή λειτουργίας των επαγγελματικών εγκαταστάσεων του υπόχρεου επιτηδευματία, ανεξάρτητα από το χρόνο εκτέλεσης αυτής.
Αναστολή για 48 ώρες της λειτουργίας των εγκαταστάσεων του επιτηδευματία
Αν κατά τον ίδιο έλεγχο διαπιστωθεί η μη έκδοση πλέον των δέκα (10) παραστατικών στοιχείων ή, ανεξαρτήτως του πλήθους, τα μη εκδοθέντα ή το μη εκδοθέν παραστατικό στοιχείο υπερβαίνει σε αξία τα πεντακόσια (500) ευρώ
[Η περίπτωση αυτή εφαρμόζεται από τα ελεγκτικά όργανα υπό την προϋπόθεση ότι έχει εκδοθεί ειδική εντολή ελέγχου από τον Ειδικό Γραμματέα του Σ.Δ.Ο.Ε. για την εφαρμογή του ως άνω μέτρου κατά την ημερομηνία έκδοσης της ειδικής εντολής.]

 

Παράρτημα:

Σχετικές διατάξεις

Στην ΠΟΛ.1317/2.12.1997 αναφέρονται τα εξής :
Αναστολή λειτουργίας επαγγελματικών εγκαταστάσεων επιτηδευματιών και αφαίρεση πινακίδων και αδειών κυκλοφορίας μεταφορικών μέσων
Αναστολή λειτουργίας επαγγελματικών εγκαταστάσεων Το μέτρο της αναστολής λειτουργίας καταστημάτων επιτηδευματιών για διάπραξη παραβάσεων φοροδιαφυγής, θεσπίστηκε αρχικά με τις διατάξεις του άρθρου 48, Ν.2065/1992, οι οποίες στη συνέχεια συμπληρώθηκαν με τις διατάξεις της παρ. 13, άρθρου 21, Ν.2166/1993, για τις περιπτώσεις παρεμπόδισης ενέργειας προληπτικού ελέγχου εφαρμογής των διατάξεων του Π.Δ.186/1992. Οι διατάξεις του άρθρου 48, Ν.2065/1992, όπως αρχικά θεσπίστηκαν, περιλήφθηκαν στο άρθρο 91, Ν.2238/1994.
Οι διατάξεις αυτές έπαυσαν να ισχύουν από 11.9.1997, που άρχισε η ισχύς των κοινοποιούμενων διατάξεων. Με τις κοινοποιούμενες διατάξεις (παρ. 1) ορίζονται οι παραβάσεις για τις οποίες επιβάλλεται το μέτρο της αναστολής λειτουργίας καταστήματος, γραφείου, εργοστασίου, εργαστηρίου, αποθήκης και γενικά κάθε επαγγελματικής εγκατάστασης επιτηδευματιών. Οι παραβάσεις που επισύρουν το μέτρο αυτό είναι οι εξής :

α) Η παρεμπόδιση διενέργειας κάθε μορφής φορολογικού ελέγχου (τακτικού, προσωρινού, προληπτικού ή άλλου είδους ελέγχου), με τη χρήση βίας ή απειλών κατά των ελεγκτικών οργάνων και

β) Η επανάληψη – μέσα στην ίδια ή την επόμενη ή τη μεθεπόμενη χρήση – της μη έκδοσης των προβλεπομένων από τον ΚΒΣ στοιχείων για την πώληση ή διακίνηση αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών. Δηλαδή, όταν διαπιστώνεται από διαφορετικούς ελέγχους μη έκδοση οποιωνδήποτε από τα παραπάνω στοιχεία του ΚΒΣ για περισσότερες από μια φορές μέσα στην ίδια χρήση ή μέσα στις δύο επόμενες χρήσεις.
Διευκρινίζεται ότι η διακίνηση αγαθών χωρίς την ύπαρξη ή την επίδειξη στο φορολογικό έλεγχο του προβλεπόμενου συνοδευτικού στοιχείου, κατά τα οριζόμενα από τις διατάξεις του ΚΒΣ, θεωρείται ως μη έκδοση του στοιχείου αυτού. Επισημαίνεται ότι, για την εφαρμογή των μέτρων της διάταξης αυτής θα ληφθούν υπόψη οι περιπτώσεις υποτροπής μέσα στη χρήση 1.1.-31.12.1997 ή 1.7.1997-30.6.1998, έστω και αν ο φορολογούμενος έχει διαπράξει κατά το, πριν την δημοσίευση του νόμου αυτού, χρονικό διάστημα της χρήσης, παράβαση μη έκδοσης, την οποία και επανέλαβε έστω και μια φορά μετά τη δημοσίευσή του. Τονίζεται ότι, ως προς την εκτέλεση της απόφασης αναστολής λειτουργίας, αυτή εκτελείται και στις περιπτώσεις εκείνες που, από το χρόνο διαπίστωσης της παράβασης μέχρι το χρόνο εκτέλεσης της υπουργικής απόφασης, η επιχείρηση έχει αλλάξει νομική μορφή ή εκπροσώπηση, με την προϋπόθεση ότι κατά το χρόνο εκτέλεσης της απόφασης η επιχείρηση εξακολουθεί να λειτουργεί στον ίδιο χώρο, με το ίδιο ή συναφές αντικείμενο εργασιών και συμμετέχουν σε αυτή ένα ή περισσότερα από τα αρχικά της μέλη, δηλαδή μέλη που συμμετείχαν στην επιχείρηση κατά το χρόνο διαπίστωσης της παράβασης.
Στην απόφαση ΠΟΛ.1019/20.1.1998  αναφέρονται τα εξής:
 

Τρόπος και διαδικασία εφαρμογής των διατάξεων του Ν.2523/1997 (ΦΕΚ 179/Α’) για την αναστολή λειτουργίας επαγγελματικών εγκαταστάσεων επιτηδευματιών.

1. Η απόφαση του Υπουργού Οικονομικών για την αναστολή λειτουργίας επαγγελματικών εγκαταστάσεων, που εκδίδεται σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 13 του Ν.2523/1997, κοινοποιείται με αποδεικτικό στην επιχείρηση από επιμελητή της αρμόδιας ΔΟΥ.2. Μετά την οριστικοποίηση της Υπουργικής απόφασης, κατά τα οριζόμενα στην παρ. 9 του άρθρου 13, ο Προϊστάμενος της αρμόδιας ΔΟΥ υποχρεούται να ενεργήσει άμεσα για την εκτέλεση εντός μηνός της Υπουργικής απόφασης, προσδιορίζοντας επακριβώς και τις ημερομηνίες εκτέλεσης της επιβληθείσας κύρωσης. Η ενέργεια
αυτή του Προϊσταμένου της αρμόδιας ΔΟΥ, κοινοποιείται με αποδεικτικό ταυτοχρόνως στο φορολογούμενο και στο αρμόδιο Αστυνομικό Τμήμα, τουλάχιστον 5 ημέρες πριν την προσδιορισθείσα ημερομηνία έναρξης της αναστολής λειτουργίας. Σε περίπτωση εποχιακής δραστηριότητας ή προσωρινής “αδράνειας” της επιχείρησης,
οι ακριβείς ημερομηνίες εκτέλεσης της Υπουργικής απόφασης, προσδιορίζονται μέσα στον πρώτο μήνα επαναδραστηριοποίησής της, εφόσον η οριστικοποίηση της απόφασης συντελεσθεί σε χρόνο που η επιχείρηση δεν λειτουργεί ή διανύει τον τελευταίο μήνα της εποχιακής δραστηριότητάς της.

3. Η αστυνομική αρχή υποχρεούται να προβεί στο κλείσιμο της επαγγελματικής εγκατάστασης, για το χρονικό διάστημα που ορίζεται κατά τα ανωτέρω από τον Προϊστάμενο της αρμόδιας ΔΟΥ. Η σφράγιση του καταστήματος ενεργείται από αστυνομικό υπάλληλο που ορίζεται από το Διοικητή της οικείας αστυνομικής αρχής και ο οποίος συμπράττει πάντοτε με υπάλληλο της αρμόδιας ΔΟΥ που ορίζεται από τον Προϊστάμενο αυτής. Η κατά τα ανωτέρω σφράγιση θα γίνεται με δύο κλειδαριές ασφαλείας στην κεντρική πόρτα εισόδου και σε κάθε άλλη είσοδο της επαγγελματικής εγκατάστασης και τα κλειδιά της μίας θα βρίσκονται στην κατοχή της αστυνομικής αρχής και της άλλης στην κατοχή του επιτηδευματία. Σε περίπτωση που ο επιτηδευματίας απουσιάζει ή αρνείται να τα παραλάβει, αυτά θα παραλαμβάνονται από το συμπράξαντα υπάλληλο της ΔΟΥ και θα παραδίδονται στον Προϊστάμενο αυτής, ο οποίος θα είναι και υπεύθυνος για τη φύλαξή τους.

4. Στην κεντρική είσοδο της επιχείρησης τοποθετείται ταινία με τον τίτλο της αρμόδιας υπηρεσίας του Υπουργείου Οικονομικών και την ένδειξη “σφραγίσθηκε μέχρι … (ημερομηνία), βάσει της αριθ. … απόφασης του Υπουργού Οικονομικών, για φοροδιαφυγή”.

5. Μετά το πέρας της διαδικασίας σφράγισης συντάσσεται πρακτικό, το οποίο υπογράφεται από τους συμπράξαντες υπαλλήλους και τον επιτηδευματία, εφόσον παρευρίσκεται. Σε περίπτωση που αυτός απουσιάζει ή αρνείται να υπογράψει, σημειώνεται τούτο στο πρακτικό και θυροκολλείται αντίγραφό του στην είσοδο της
επιχείρησης. Το πρακτικό φυλάσσεται στην οικεία αστυνομική αρχή και αντίγραφό του αποστέλλεται στην οικεία ΔΟΥ ή παραδίδεται στον εντεταλμένο για τη σφράγιση υπάλληλό της.

6. Η αποσφράγιση της επαγγελματικής εγκατάστασης γίνεται από υπαλλήλους των ανωτέρω υπηρεσιών, παρουσία του επιτηδευματία ή αντιπροσώπου του και συντάσσεται σχετικό πρακτικό, το οποίο τηρείται στην οικεία αστυνομική αρχή, αντίγραφο του οποίου αποστέλλεται στην οικεία ΔΟΥ ή παραδίδεται στον εντεταλμένο αυτής υπάλληλο που ορίσθηκε για την αποσφράγιση.

7. Όλα τα υλικά σφραγίσεως της επαγγελματικής εγκατάστασης (κλειδαριές ασφαλείας, κλειδιά-ταινίες κ.λπ.), διατίθενται από την αρμόδια για την εκτέλεση της απόφασης του Υπουργού Οικονομικών ΔΟΥ, η οποία φροντίζει για την έγκαιρη προμήθειά τους – με επιβάρυνση του λογαριασμού των λειτουργικών της εξόδων – παραλαμβάνει και διαφυλάσσει αυτά, μετά την ολοκλήρωσή της κατά τα ανωτέρω οριζόμενης διαδικασίας.

8. Μετά την ολοκλήρωση της εκτέλεσης της απόφασης για την αναστολή λειτουργίας της επαγγελματικής εγκατάστασης, η αρμόδια ΔΟΥ υποχρεούται να αποστείλει αμέσως (και μέσω fax) αντίγραφα των πρακτικών σφράγισης και αποσφράγισης της επιχείρησης στη Διεύθυνση Σχεδιασμού και Συντονισμού Φορολογικών Ελέγχων – Τμήμα Ποινών.

9. Όσον αφορά τις αποφάσεις του Διοικητικού Πρωτοδικείου, με τις οποίες επιβάλλεται ως παρεπόμενη ποινή η αναστολή λειτουργίας της επαγγελματικής εγκατάστασης – σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 19 του Ν.2523/1997 – αυτές εκτελούνται σύμφωνα με την ίδια ως άνω οριζόμενη διαδικασία των παρ. 2 έως και 8.

Το άρθρο 13 τροποποιήθηκε αρχικά με το άρθρο 76 του νόμου 3842/2010. Η αιτιολογική έκθεση του άρθρου 76 του ν.3842/2010:

Με τις προτεινόμενες διατάξεις του άρθρου αυτού επέρχονται μεταβολές στα άρθρα 13 και 19 του ν. 2523/ 1997 και ειδικότερα:
1. Με την παράγραφο 1 αντικαθίστανται οι διατάξεις των δύο πρώτων εδαφίων του άρθρου 13 του ανωτέρω νόμου, αναφορικά με την αναστολή λειτουργίας επαγγελματικών εγκαταστάσεων των επιτηδευματιών σε περιπτώσεις φορολογικών παραβάσεων. Με βάση τις νέες διατάξεις η ως άνω αναστολή λειτουργίας επιβάλλεται πλέον υποχρεωτικά εκ του νόμου, για διάστημα μέχρι ένα μήνα, σε κάθε περίπτωση διαπίστωσης των παραβάσεων που ορίζονται σε αυτές και ο Υπουργός Οικονομικών καθορίζει με σχετική απόφασή του, ύστερα από πρόταση της Δ/νσης Ελέγχου, τον αριθμό και μόνο των ημερών αναστολής. Περαιτέρω, πέραν των άλλων, επεκτείνεται το πεδίο εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων, ώστε αυτές να καταστούν περισσότερο αποτελεσματικές, καθώς προστίθενται και νέες περιπτώσεις παραβάσεων η διαπίστωση των οποίων επισύρει την υπόψη κύρωση, η οποία είναι αυστηρότερη στις περιπτώσεις που και μετά την υλοποίηση της αναστολής λαμβάνει χώρα ή διαπιστώνεται υποτροπή.

Η απόφαση  ΠΟΛ.1092/14.6.2010.με την οποία κοινοποιήθηκαν οι ανωτέρω αλλαγές αναφέρει τα εξής:

Άρθρο 76 Αναστολή λειτουργίας επαγγελματικών εγκαταστάσεων επιτηδευματιών – Αδικήματα φοροδιαφυγής

Παράγραφος 1

Αναστολή λειτουργίας επαγγελματικών εγκαταστάσεων επιτηδευματιών

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής επήλθαν μεταβολές στις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 13 του ν.2523/1997 σχετικά με την προβλεπόμενη ποινή της αναστολής λειτουργίας των επαγγελματικών εγκαταστάσεων των επιτηδευματιών σε ορισμένες περιπτώσεις φορολογικών παραβάσεων και φοροδιαφυγής.

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις νέες διατάξεις, επιβάλλεται πλέον υποχρεωτικά εκ του νόμου με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ύστερα από πρόταση της Διεύθυνσης Ελέγχου, για διάστημα μέχρι ένα (1) μήνα, η αναστολή λειτουργίας του καταστήματος, γραφείου, εργοστασίου, εργαστηρίου, αποθήκης και γενικά κάθε επαγγελματικής εγκατάστασης του υπόχρεου επιτηδευματία, κάθε φορά που :

α. παρεμποδίζεται η διενέργεια του φορολογικού ελέγχου με τη χρήση βίας ή απειλών κατά των ελεγκτικών οργάνων ή

β. διαπιστώνεται από διαφορετικούς κάθε φορά φορολογικούς ελέγχους για τουλάχιστον δύο φορές, μέσα στην ίδια ή την επόμενη χρήση, ότι :

– δεν εκδόθηκε ή εκδόθηκε ανακριβώς το προβλεπόμενο από το π.δ.186/1992 (Κ.Β.Σ.) στοιχείο κατά την πώληση ή διακίνηση αγαθών ή παροχή υπηρεσιών, εφόσον αυτό έχει ως αποτέλεσμα την απόκρυψη της συναλλαγής ή μέρους αυτής ή

– δεν έχουν καταχωρηθεί στα πρόσθετα βιβλία της παραγράφου 5 του άρθρου 10 του π.δ. 186/1992 συναλλαγές για τις οποίες δεν έχουν εκδοθεί τα οικεία στοιχεία εσόδων, εφόσον αυτό έχει ως αποτέλεσμα την απόκρυψη της συναλλαγής ή μέρους αυτής ή

γ. διαπιστώνεται από τον ίδιο φορολογικό έλεγχο για τουλάχιστον τρείς (3) διαφορετικές συναλλαγές (παραβάσεις) ότι :

– δεν εκδόθηκε ή εκδόθηκε ανακριβώς το προβλεπόμενο από το π.δ. 186/1992 (Κ.Β.Σ.) στοιχείο κατά την πώληση ή διακίνηση αγαθών ή παροχή υπηρεσιών, εφόσον αυτό έχει ως αποτέλεσμα την απόκρυψη της συναλλαγής ή μέρους αυτής ή

– δεν έχουν καταχωρηθεί στα πρόσθετα βιβλία της παραγράφου 5 του άρθρου 10 του π.δ. 186/1992 συναλλαγές για τις οποίες δεν έχουν εκδοθεί τα οικεία στοιχεία εσόδων, εφόσον αυτό έχει ως αποτέλεσμα την απόκρυψη της συναλλαγής ή μέρους αυτής.

Στις παραπάνω περιπτώσεις η διακίνηση αγαθών χωρίς την ύπαρξη του προβλεπόμενου συνοδευτικού στοιχείου θεωρείται ως μη έκδοση του στοιχείου αυτού.

Τα ανωτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 92 του ν.3842/2010, ισχύουν για παραβάσεις των ως άνω περιπτώσεων α΄, β΄ και γ΄, που διαπιστώνονται από την ημερομηνία δημοσίευσης του νόμου αυτού, δηλαδή από 23/4/2010 και μετά. Σημειώνεται δε ότι ειδικά για τις παραβάσεις της περίπτωσης β΄ οι ως άνω διατάξεις ενεργοποιούνται με μόνη την προϋπόθεση ότι υφίσταται υποτροπή η οποία διαπιστώνεται από 23/4/2010 και μετά , ανεξάρτητα αν η προηγούμενη ή οι προηγούμενες της υποτροπής παραβάσεις διαπιστώθηκαν ενδεχομένως πριν την ημερομηνία αυτή. Δηλαδή, ειδικά στις εν λόγω περιπτώσεις (παραβάσεις περίπτωσης β΄) η διαδικασία αναστολής των επαγγελματικών εγκαταστάσεων ενεργοποιείται για παραβάσεις που είτε έχουν ήδη διαπιστωθεί έστω και για μία φορά πριν τις 23/4/2010 και διαπιστώνεται εκ νέου παράβαση από την ημερομηνία αυτή και μετά είτε βεβαίως διαπιστώνονται για τουλάχιστον δύο φορές από την εν λόγω ημερομηνία και μετά, με την προϋπόθεση όμως, σε κάθε περίπτωση, ότι οι ως άνω παραβάσεις διαπιστώθηκαν μέσα στην ίδια ή την αμέσως επόμενη κάθε φορά χρήση.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τις νέες διατάξεις, σε περίπτωση επανάληψης, αλλά και κάθε νέας επανάληψης, οποιασδήποτε από τις προαναφερόμενες παραβάσεις εντός τριών (3) ετών από την έκδοση της απόφασης αναστολής λειτουργίας του Υπουργού Οικονομικών, επιβάλλεται η αναστολή λειτουργίας των επαγγελματικών εγκαταστάσεων του υπόχρεου επιτηδευματία για μεγαλύτερο πλέον χρονικό διάστημα και συγκεκριμένα για διάστημα μέχρι και έξι (6) μηνών. Ως αφετηρία για τον υπολογισμό της παραπάνω τριετίας λαμβάνεται η ημερομηνία έκδοσης της πρώτης ή της προηγούμενης, κατά περίπτωση, απόφασης για την αναστολή λειτουργίας των επαγγελματικών εγκαταστάσεων του υπόχρεου επιτηδευματία, ανεξάρτητα από το χρόνο εκτέλεσης αυτής.

Επισημαίνεται ότι σε περίπτωση ύπαρξης περισσότερων της μίας επαγγελματικών εγκαταστάσεων, αναστέλλεται η λειτουργία όλων των εγκαταστάσεων του υπόχρεου επιτηδευματία, ανεξάρτητα από την εγκατάσταση στην οποία διαπιστώθηκε η κάθε παράβαση και ότι οι παραπάνω διατάξεις έχουν εφαρμογή ανεξάρτητα από τυχόν επιτευχθείσα διοικητική επίλυση των επιβαλλόμενων οικείων προστίμων του π.δ.186/1992 (Κ.Β.Σ.) ή από την άσκηση προσφυγής από τον υπόχρεο κατά των σχετικών αποφάσεων επιβολής προστίμου.

Εξάλλου, σε σχέση με την εκτέλεση της υπουργικής απόφασης αναστολής λειτουργίας, τονίζεται ότι αυτή εκτελείται και στις περιπτώσεις εκείνες που από το χρόνο διαπίστωσης της παράβασης μέχρι το χρόνο εκτέλεσης της απόφασης έχει επέλθει αλλαγή στη νομική μορφή ή στο πρόσωπο του φορέα της επιχείρησης, με την προϋπόθεση ότι κατά το χρόνο εκτέλεσης της απόφασης η επιχείρηση εξακολουθεί να λειτουργεί στον ίδιο χώρο με ίδιο ή συναφές αντικείμενο εργασιών και συμμετέχουν σε αυτή ένα ή περισσότερα από τα αρχικά της μέλη, δηλαδή μέλη που συμμετείχαν στην επιχείρηση κατά το χρόνο διαπίστωσης της παράβασης.

Τονίζεται επίσης ότι η εκτέλεση της παραπάνω απόφασης ουδεμία ασκεί επιρροή στις ενοχικές σχέσεις του επιτηδευματία με τους μισθωτούς που συνδέονται με αυτόν με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας.

Ως προς τη διαδικασία εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων εξακολουθούν να ισχύουν τα οριζόμενα στην Κοινή Υπουργική Απόφαση (Κ.Υ.Α.) 1135781/4484/17.12.97 (ΦΕΚ Β’ 6/1998), η οποία κοινοποιήθηκε με την εγκύκλιο ΠΟΛ.1019/20.1.1998, όπως αυτή τροποποιήθηκε και ισχύει με την 1106210/3960/ΔΕ-Γ’/7.11.2000 (ΦΕΚ Β’ 1442/2000) Κ.Υ.Α. των Υπουργών Οικονομικών και Δημόσιας Τάξης.

Σημειώνεται ότι για τις διαπιστούμενες κατά τα ανωτέρω παραβάσεις από 23/4/2010 και μετά οι Δ.Ο.Υ. και τα Ελεγκτικά Κέντρα δεν θα αποστέλλουν σχετικά δεδομένα στη Δ/νση Ελέγχου για την εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων, καθότι αυτά θα αντλούνται από σχετικές βάσεις δεδομένων μέσω και με τη συνδρομή της Γ.Γ.Π.Σ.

Συνεπώς, εφεξής δεν θα αποστέλλονται πλέον οι μέχρι τώρα προβλεπόμενες από τις εγκυκλίους ΠΟΛ.1317/2.12.1997 και 1019/20.1.1998 μηνιαίες καταστάσεις με τα στοιχεία παραβάσεων του άρθρου 13, παρ. 1 του ν.2523/1997.

Για την καλύτερη κατανόηση των ανωτέρω, παρατίθενται τα ακόλουθα παραδείγματα:

Παράδειγμα 1ο

Έστω ότι για επιχείρηση πώλησης αγαθών διαπιστώθηκε κατά το 2009 (χρήση 2009) παράβαση μη έκδοσης μιας απόδειξης λιανικής πώλησης και ότι για την ίδια επιχείρηση διαπιστώνεται εκ νέου όμοια παράβαση τον Ιούνιο του 2010 (χρήση 2010).

Στην περίπτωση αυτή έχουν εφαρμογή οι ανωτέρω διατάξεις και με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών θα ανασταλεί η λειτουργία των επαγγελματικών εγκαταστάσεων της επιχείρησης μέχρι ένα (1) μήνα.

Παράδειγμα 2ο

Έστω ότι για επιτηδευματία με υποχρέωση τήρησης πρόσθετων βιβλίων της παρ.5 του άρθρου 10 του Κ.Β.Σ. διαπιστώθηκε από ελέγχους που έγιναν το Μάιο και τον Ιούνιο του 2010 η μη καταχώρηση συναλλαγών στα πρόσθετα βιβλία (π.χ. μη καταχώρηση πελατών, ασθενών, μαθητών, οχημάτων κ.λπ., ανάλογα με την περίπτωση) για τις οποίες δεν είχαν εκδοθεί στοιχεία εσόδων (π.χ. αποδείξεις παροχής υπηρεσιών).

Στην περίπτωση αυτή έχουν επίσης εφαρμογή οι ανωτέρω διατάξεις όπως και στο προηγούμενο παράδειγμα.

Παράδειγμα 3ο

Έστω ότι για επιχείρηση πώλησης αγαθών διαπιστώνεται από έλεγχο που γίνεται τον Ιούνιο του 2010 η μη έκδοση τριών αποδείξεων λιανικής πώλησης σε τρείς διαφορετικούς πελάτες.

Ομοίως, και στην περίπτωση αυτή έχουν επίσης εφαρμογή οι ανωτέρω διατάξεις όπως και στα προηγούμενα παραδείγματα.

Στην συνέχεια το εν λόγω άρθρο τροποποιήθηκε με την παράγραφο 6 του άρθρου 16 του νόμου 3888/2010.

Η σχετική αιτιολογική έκθεση αναφέρει:

 

“Με την παράγραφο 6 προβλέπεται τροποποίηση στο άρθρο 13 του νόμου για τις κυρώσεις, προκειμένου να παρέχεται η δυνατότητα στη φορολογική διοίκηση, αν διαπιστώσει κατά τον έλεγχο ότι δεν έχουν εκδοθεί παραπάνω από 10 παραστατικά ή εάν η αξία του παραστατικού που δεν έχει παρανόμως εκδοθεί είναι πάνω από 500 ευρώ, ακόμα και εάν πρόκειται για ένα μη εκδοθέν παραστατικό, τότε με τη συνδρομή των αστυνομικών αρχών σφραγίζεται για 48 ώρες ο χώρος επαγγελματικής εγκατάστασης του επιτηδευματία (κατάστημα, γραφείο, εργοστάσιο, αποθήκη κόκ). Με την εξουσιοδότηση που παρέχεται στον Υπουργό Οικονομικών μπορεί να ρυθμίζονται τα θέματα σχετικά με τη διαδικασία αυτή.”

 

Η διάταξη που πρόσθεσε ορισμένα πιο αυστηρά εδάφια :

6. Στο τέλος της παραγράφου 1 του άρθρου 13 του ν.2523/1997 προστίθενται εδάφια ως εξής:
«Αν κατά τον ίδιο έλεγχο διαπιστωθεί η μη έκδοση πλέον των δέκα (10) παραστατικών στοιχείων ή, ανεξαρτήτως του πλήθους, τα μη εκδοθέντα ή το μη εκδοθέν παραστατικό στοιχείο υπερβαίνει σε αξία τα πεντακόσια (500) ευρώ, η λειτουργία του καταστήματος, γραφείου, εργοστασίου, εργαστηρίου, αποθήκης και γενικά κάθε επαγγελματικής εγκατάστασης του υπόχρεου επαγγελματία, αναστέλλεται άμεσα για 48 ώρες, με πράξη των οργάνων που διενεργούν τον έλεγχο και η επαγγελματική εγκατάσταση σφραγίζεται με τη συνδρομή της αστυνομικής αρχής, εφόσον ζητηθεί από τα ελεγκτικά όργανα.
Η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου εφαρμόζεται από τα ελεγκτικά όργανα υπό την προϋπόθεση ότι έχει εκδοθεί ειδική εντολή ελέγχου από τον Ειδικό Γραμματέα του Σ.Δ.Ο.Ε. για την εφαρμογή του ως άνω μέτρου κατά την ημερομηνία έκδοσης της ειδικής εντολής.
Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών μπορεί να ρυθμίζεται η ειδικότερη διαδικασία και κάθε αναγκαίο ζήτημα για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου. Η, σύμφωνα με τα δύο προηγούμενα εδάφια, αναστολή της λειτουργίας της επαγγελματικής εγκατάστασης με πράξη των ελεγκτικών οργάνων, δεν εμποδίζει την περαιτέρω αναστολή λειτουργίας της επαγγελματικής εγκατάστασης του υπόχρεου επιτηδευματία με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών σύμφωνα με όσα ορίζονται στις διατάξεις των προηγούμενων εδαφίων.»

 

 

 

Πηγή: Taxheaven © Δείτε περισσότερα https://www.taxheaven.gr/news/news/view/id/30101

(Visited 35 times, 1 visits today)
Please follow and like us: