Επειδή, ο γενικός κανόνας του άρθρου 904 του ΑΚ, κατά τον οποί

Print Friendly, PDF & Email

 

Άρειος Πάγος 82/2013 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Επειδή, ο γενικός κανόνας του άρθρου 904 του ΑΚ, κατά τον οποίο όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, που απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιεικείας, έχει εφαρμογή και επί του Δημοσίου, καθώς και επί των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου. Αυτό ισχύει και επί αξιώσεων από τη σχέση εργασίας, …

Επειδή, ο γενικός κανόνας του άρθρου 904 του ΑΚ, κατά τον οποίο όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, που απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιεικείας, έχει εφαρμογή και επί του Δημοσίου, καθώς και επί των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου. Αυτό ισχύει και επί αξιώσεων από τη σχέση εργασίας, …

… διότι δεν εισάγεται υπέρ του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ εξαίρεση με το άρθρο 103 παρ. 2 του Συντάγματος, που απαγορεύει την πρόσληψη υπαλλήλου σε μη νομοθετημένη θέση. Η παρά την απαγόρευση αυτή ενέργεια, επαγόμενη την ακυρότητα της προσλήψεως, συνιστά απλώς τη βασική προϋπόθεση της ελλείψεως νόμιμης αιτίας, ένεκα της οποίας, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 904 ΑΚ, το Δημόσιο ή το ΝΠΔΔ ενέχεται σε απόδοση της ωφελείας που προήλθε από την παρασχεθείσα σ’ αυτό εργασία εκ της οποίας κατέστη πλουσιότερο. Στην περίπτωση απλής σχέσης εργασίας, για την οποία δεν οφείλεται μισθός, αλλά αποζημίωση κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού των άρθρων 904 επ. ΑΚ, η αποζημίωση είναι ίση με την ωφέλεια του εργοδότη, που αποκόμισε από την παρασχεθείσα εργασία, η οποία υπολογίζεται με βάση τα όσα θα πλήρωνε με έγκυρη σύμβαση εργασίας, σε άλλον εργαζόμενο με τα ίδια προσόντα και ικανότητα και υπό τις ίδιες συνθήκες για την παροχή της ίδιας εργασίας.

Απόφαση 82 / 2013 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1′ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία “Μουσείο Νεοελληνικής Τέχνης – Δήμος Ροδίων” (πρώην Δημοτική Πινακοθήκη), που εδρεύει στη Ρόδο και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Σαλαμαστράκη, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 3-12-2012 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Π. του Ι., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Αντωνίου και 2) Νομικού Προσώπου με την επωνυμία “Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Δωδεκανήσου”, που εδρεύει στη Ρόδο και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-2-2005 αγωγή του ήδη 1ου των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 50/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 284/2009 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 10-3-2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 21-2-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του 1ου των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την 10384Ε/30-9-2010 έκθεση επιδόσεως, του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ρόδου …, την οποία επικαλείται και προσκομίζει το αναιρεσείον που επισπεύδει τη συζήτηση της υπό κρίση από 10-3-2010 αιτήσεως αναιρέσεως, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αίτησης αυτής, στο τέλος της οποίας είναι συνημμένη η πράξη, με την οποία δικάσιμος για τη συζήτησή της ορίστηκε η 1-3-2011, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στο δεύτερο αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο με την επωνυμία “Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Δωδεκανήσου”, με κλήση προς αυτό για να παραστεί κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, κατά την ορισθείσα πιο πάνω αρχική δικάσιμο. Κατ’ αυτήν, η συζήτηση της αναίρεσης, με σχετική σημείωση στο οικείο πινάκιο, αναβλήθηκε για την δικάσιμο της 15-11-2011, οπότε όμως, κατά τον ίδιο τρόπο, αναβλήθηκε και πάλι η συζήτησή της για τη δικάσιμο της 6-3-2012, οπότε κατά τον αυτό τρόπο αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης. Κατά τη νέα αυτή μετ’ αναβολή δικάσιμο και κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, το δεύτερο αναιρεσίβλητο δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου του κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ. Όμως, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β’ και γ’ του ΚΠολΔ που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία (άρθρο 575 ίδιου Κώδικα), αφού το απολειπόμενο αναιρεσίβλητο είχε νομίμως κλητευθεί για να παραστεί κατά τη πιο πάνω αρχική δικάσιμο, δεν χρειάζονταν νέα κλήση του, δοθέντος ότι η καθιερούμενη από το πιο πάνω άρθρο 226 παρ. 4 εδ. β’ και γ’ ΚΠολΔ πλασματική κλήτευση του διαδίκου ισχύει, όχι μόνο για την πρώτη χορηγούμενη αναβολή, αλλά και για τις τυχόν, έστω παρά την απαγόρευση του νόμου, διαδοχικές αναβολές και επομένως πρέπει, παρά την απουσία των αναιρεσιβλήτων να προχωρήσει η συζήτηση της αναίρεσης (άρθρο 576 παρ. 2 εδ. α’ και γ’ ΚΠολΔ).

Επειδή, ο γενικός κανόνας του άρθρου 904 του ΑΚ, κατά τον οποίο όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, που απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιεικείας, έχει εφαρμογή και επί του Δημοσίου, καθώς και επί των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου. Αυτό ισχύει και επί αξιώσεων από τη σχέση εργασίας, διότι δεν εισάγεται υπέρ του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ εξαίρεση με το άρθρο 103 παρ. 2 του Συντάγματος, που απαγορεύει την πρόσληψη υπαλλήλου σε μη νομοθετημένη θέση. Η παρά την απαγόρευση αυτή ενέργεια, επαγόμενη την ακυρότητα της προσλήψεως, συνιστά απλώς τη βασική προϋπόθεση της ελλείψεως νόμιμης αιτίας, ένεκα της οποίας, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 904 ΑΚ, το Δημόσιο ή το ΝΠΔΔ ενέχεται σε απόδοση της ωφελείας που προήλθε από την παρασχεθείσα σ’ αυτό εργασία εκ της οποίας κατέστη πλουσιότερο. Στην περίπτωση απλής σχέσης εργασίας, για την οποία δεν οφείλεται μισθός, αλλά αποζημίωση κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού των άρθρων 904 επ. ΑΚ, η αποζημίωση είναι ίση με την ωφέλεια του εργοδότη, που αποκόμισε από την παρασχεθείσα εργασία, η οποία υπολογίζεται με βάση τα όσα θα πλήρωνε με έγκυρη σύμβαση εργασίας, σε άλλον εργαζόμενο με τα ίδια προσόντα και ικανότητα και υπό τις ίδιες συνθήκες για την παροχή της ίδιας εργασίας. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ. 4 του ν. 2527/1997, από 1ης Ιανουαρίου 1998 οι αποδοχές της οργανικής θέσης των αποσπώμενων σε δημόσιες υπηρεσίες ή Ν.Π.Δ.Δ. υπαλλήλων βαρύνουν τους φορείς στους οποίους αποσπώνται. Εξαιρούνται από τη ρύθμιση αυτή οι αποσπώμενοι στην Προεδρία της Δημοκρατίας “και την Βουλή των Ελλήνων”, σε γραφεία μελών της Κυβέρνησης και γενικών ή ειδικών γραμματέων, στο Υπουργείο Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης για διάθεσή τους σε γραφεία κομμάτων που εκπροσωπούνται στη Βουλή, βουλευτών ή Ελλήνων βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, στο Α.Σ.Ε.Π., “στη Γενική Γραμματεία του Υπουργικού Συμβουλίου” στο Συνήγορο του Πολίτη “στο Σώμα Ελεγκτών – Επιθεωρητών του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών” και στο Σώμα Επιθεωρητών -Ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης, καθώς και οι περιπτώσεις για τις οποίες ρυθμίζεται ειδικώς το θέμα των αποδοχών των αποσπωμένων από ισχύουσες κατά τη δημοσίευση του παρόντος διατάξεις. Στις διατάξεις της παραγράφου αυτής υπάγονται και οι ήδη αποσπασμένοι κατά την ανωτέρω ημερομηνία υπάλληλοι. Βραχυχρόνιες αποσπάσεις έως τριών (3) μηνών κατ’ έτος, καθώς και αποσπάσεις σε υπηρεσίες παραμεθόριων περιοχών δεν υπάγονται στις διατάξεις της παρούσας παραγράφου. Επίσης η παρ. 20 του άρθρου 25 του Ν. 2539/1997 (Α 244) ορίζει ότι: “Εξαιρούνται από τη ρύθμιση του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 4 του άρθρου 17 του ν. 2527/1997 (ΦΕΚ 206 Α’) οι αποσπώμενοι στις νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις.”. Τέλος, κατά το άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ. “Αν το αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνον ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της”. Εσφαλμένο αιτιολογικό με την έννοια της παραπάνω διατάξεως υπάρχει όταν κριθεί ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση υπάγονται σε άλλο κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα όμοιο προς το διατακτικό της αποφάσεως. Ως αιτιολογικό, δηλαδή, νοείται στη συγκεκριμένη περίπτωση η νομική αιτία, ήτοι οι διατάξεις του νόμου που αποτελούν την μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και δεν ταυτίζεται με τις αιτιολογίες της αποφάσεως, οι οποίες ανάγονται στην ελάσσονα πρόταση του συλλογισμού αυτού (Ολ.ΑΠ 30/1998). Επομένως η ευδοκίμηση του λόγου αναιρέσεως που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της παραβιάσεως κανόνα ουσιαστικού δικαίου κατά τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ εξαρτάται από την ορθότητα όχι των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου (Ολ.ΑΠ 27/1998).

Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχτηκε ανελέγκτως μεταξύ άλλων που δεν ενδιαφέρουν και τα εξής: Ο πρώτος αναιρεσίβλητος – ενάγων ο οποίος φερόταν ότι συνδεόταν με το αναιρεσείον ΝΠΔΔ με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, στην πραγματικότητα όμως υπήρχε μεταξύ τους σχέση απλής εργασίας, παρουσιάστηκε στο αναιρεσείον για να αναλάβει υπηρεσία την 14-9-2002, αλλά αυθημερόν ο πρόεδρός του, υπέδειξε σ’ αυτόν να εργαστεί στο γραφείο του Δημάρχου Ροδίων. Η υπόδειξη ήταν προσωπική και κατόπιν συνεννόησης με το δήμαρχο και δεν πρόκειται για δανεισμό εργαζόμενου υπό τη στενή νομική έννοια του όρου, ούτε για μεταβολή στο πρόσωπο του εργοδότη με άλλον τρόπο, αλλά για καθορισμό των όρων και ιδίως του τόπου εργασίας από τον εργοδότη στο πλαίσιο του διευθυντικού δικαιώματός του. Επομένως, το αναιρεσείον διατήρησε την ιδιότητα του εργοδότη. Το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται και από το περιεχόμενο του υπ’ αριθμ. 2624/13-2-2003 εγγράφου του δημάρχου προς την περιφέρεια Νοτίου Αιγαίου, στο οποίο ο πρώτος αναιρεσίβλητος (ενάγων) χαρακτηρίζεται ως υπάλληλος του νομικού προσώπου με την επωνυμία “Δημοτική Πινακοθήκη Ρόδου”. Στο γραφείο του Δημάρχου ο πρώτος αναιρεσίβλητος εργάστηκε από 14-9-2002 έως το τέλος του 2002 και από 1-1-2003 αποσπάστηκε στο δεύτερο αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο και τοποθετήθηκε στο Γραφείο του Νομάρχη Δωδεκανήσου, όπου εργάστηκε έως 28-2-2005. Η παρεμβολή της απόσπασης και η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη δεν θεράπευσε την ακυρότητα της εργασιακής σύμβασης του πρώτου αναιρεσιβλήτου. Επίσης αποδείχτηκε ότι το αναιρεσείον και το δεύτερο αναιρεσίβλητο δεν κατέβαλαν στον πρώτο αναιρεσίβλητο τις νόμιμες αποδοχές του για τα χρονικά διαστήματα της απασχόλησής του γι’ αυτά. Ενόψει όμως της ακυρότητας της εργασιακής σύμβασης ο πρώτος αναιρεσίβλητος δεν δικαιούται να λάβει τις αντιστοιχούσες στην εργασία που προσέφερε αποδοχές, αλλά έχει αξίωση από τις διατάξεις των άρθρων 904 επ. ΑΚ για απόδοση της ωφέλειας που αποκόμισε ο εργοδότης του από την παροχή της εργασίας του σε εκτέλεση της άκυρης αυτής σύμβασης. Η ωφέλεια αυτή είναι ίση με τις αποδοχές που θα κατέβαλε ο εργοδότης σε άλλο μισθωτό με έγκυρη σύμβαση εργασίας και με τις ίδιες συνθήκες. Μετά ταύτα αφού έκρινε ότι οι αξιώσεις του πρώτου αναιρεσιβλήτου – ενάγοντος για το χρονικό διάστημα από 14-9-2002 μέχρι 3-4-2003 έχουν υποκύψει στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995, έκρινε ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος δικαιούται να λάβει το ποσό των 34.004,04 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στην ωφέλεια που αποκόμισε το δεύτερο αναιρεσίβλητο από την εργασία του, το οποίο όμως υποχρεούται να καταβάλει σ’ αυτόν το αναιρεσείον, αφού σύμφωνα με το νόμο οι αποσπώμενοι στις Νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις υπάλληλοι αμείβονται από τον φορέα από τον οποίο αποσπάστηκαν. Με βάση δε τις παραδοχές αυτές, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία είχε υποχρεωθεί το δεύτερο αναιρεσίβλητο να καταβάλει το ποσό των 37.729,03 ευρώ, απέρριψε την αγωγή ως προς αυτό και υποχρέωσε το αναιρεσείον να καταβάλει το παραπάνω ποσό στον πρώτο αναιρεσίβλητο – ενάγοντα. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι εσφαλμένα έκρινε ότι στην κρινόμενη περίπτωση έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 17 παρ. 4 του ν. 25/1977 όπως αυτή συμπληρώθηκε με το άρθρο 25 παρ. 20 του ν. 2539/1997, η οποία όμως δεν είχε εδώ εφαρμογή, αφού η διάταξη αυτή αναφέρεται σε νόμιμη απόσπαση υπαλλήλων των δημοσίων υπηρεσιών και των ΝΠΔΔ, οι αποδοχές της οργανικής θέσης των οποίων βαρύνουν τους φορείς στους οποίους αποσπώνται, με εξαίρεση τους νομίμους αποσπώμενους στις Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις οι αποδοχές των οποίων βαρύνουν τους φορείς από τους οποίους αποσπώνται, προϋποθέσεις που δεν συνέτρεχαν στην προκείμενη περίπτωση δεδομένου ότι κατά τις παραπάνω παραδοχές ο παρανόμως απασχολούμενος μέχρι 1-1-2003 στο γραφείο του Δημάρχου “αποσπάστηκε” μετά από προφορική συνεννόηση στο γραφείο του Νομάρχη Δωδεκανήσου και υπηρέτησε σ’ αυτό μέχρι 28-2-2005, σε ορθό τελικά αποτέλεσμα κατέληξε, αφού με βάση τα ως άνω πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχτηκε ως αποδειχθέντα, το αναιρεσείον ΝΠΔΔ το οποίο προσέλαβε τον πρώτο αναιρεσίβλητο με άκυρη σύμβαση εργασίας, ως εργοδότης αυτού, όρισε αρχικά ως τόπο εργασίας του το γραφείο του Δημάρχου και στη συνέχεια από 1-1-2003 αποσπάστηκε από το ίδιο (αναιρεσείον) στο δεύτερο αναιρεσίβλητο και τοποθετήθηκε στο γραφείο του Νομάρχη όπου προσέφερε τις υπηρεσίες του μέχρι 28-2-2005, εξακολούθησε όμως να είναι εργοδότης του και να έχει υποχρέωση για την καταβολή του μισθού του σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 361, 648 και 651 ΑΚ που ρυθμίζουν το συμβατικό δανεισμό εργασίας, σύμφωνα με τις οποίες ο αρχικός εργοδότης με τον οποίο εξακολουθεί να υπάρχει η σύμβαση εργασίας είναι ο μόνος υπόχρεος για την καταβολή του μισθού. Επομένως, όλοι οι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, αληθώς από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-3-2010 αίτηση του ΝΠΔΔ “Δήμος Ροδίων, Μουσείο Νεοελληνικής Τέχνης” για αναίρεση της 284/2009 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη του πρώτου αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Δεκεμβρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Ιανουαρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

(Visited 9 times, 1 visits today)
Please follow and like us: