Monthly Archives: Απρίλιος 2013

Ωράριο Κέντρου Εξυπηρέτησης Συναλλασσομένων της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων.

 

Ωράριο Κέντρου Εξυπηρέτησης Συναλλασσομένων της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων.

TAXISnet

29/04/2013

Α Ν Α Κ Ο Ι Ν Ω Σ Η

Αγαπητοί χρήστες των ηλεκτρονικών υπηρεσιών

Σας ενημερώνουμε ότι το Κέντρο Εξυπηρέτησης Συναλλασσομένων της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων, θα λειτουργεί από 07:30 έως 16:30, κατά τις ακόλουθες ημερομηνίες:

Τρίτη 30 Απριλίου 2013

Πέμπτη 02 Μαϊου 2013

Τρίτη 07 Μαϊου 2013

Τετάρτη 08 Μαϊου 2013

Ευχαριστούμε

Please follow and like us:

ΠΟΛ 1092/29.04.2013 Συμπληρωματικές οδηγίες και διευκρινήσεις σχετικά με την δήλωση απόδοσης ει

 

ΠΟΛ 1092/29.04.2013

Συμπληρωματικές οδηγίες και διευκρινήσεις σχετικά με την δήλωση απόδοσης εισφοράς σε εταιρίες του άρθρου 25 του Ν.27/1975 (Φ.Ε.Κ. Α΄77), συνυποβαλλόμενα με αυτή δικαιολογητικά έγγραφα και εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 43 του Ν.4111/2013 (Φ.Ε.Κ. Α΄18) όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το άρθρο 45 του Ν.4141/2013 (Φ.Ε.Κ. Α΄81).

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΕΞΑΙΡ. ΕΠΕΙΓΟΝ

ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ Αθήνα, 29 Απριλίου 2013

ΓΕΝ. ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΔΗΜ. ΕΣΟΔΩΝ ΠΟΛ. 1092

ΓΕΝ. ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ΠΡΟΣ: ΩΣ Π.Δ.

Δ/ΝΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ

ΤΜΗΜΑ Γ΄

Ταχ. Δ/νση : Καρ. Σερβίας 10

Τ.Κ. : 10184

Πληροφορίες : Δόσης Ελ.

Τηλέφωνο : 210- 3375149

FAX : 210- 3375001

Θέμα: «Συμπληρωματικές οδηγίες και διευκρινήσεις σχετικά με την δήλωση απόδοσης εισφοράς σε εταιρίες του άρθρου 25 του Ν.27/1975 (Φ.Ε.Κ. Α΄77), συνυποβαλλόμενα με αυτή δικαιολογητικά έγγραφα και εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 43 του Ν.4111/2013 (Φ.Ε.Κ. Α΄18) όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το άρθρο 45 του Ν.4141/2013 (Φ.Ε.Κ. Α΄81)».

Μετά την έκδοση της ΠΟΛ. 1078/17-4-2013 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών με την οποία κοινοποιήθηκαν οι παραπάνω διατάξεις και μετά τα προβλήματα που προέκυψαν κατά την εφαρμογή της στην πράξη τόσο από τις Δ.Ο.Υ. όσο και από τις υπόχρεες επιχειρήσεις , κρίνεται απολύτως αναγκαία η έκδοση συμπληρωματικών διευκρινήσεων μαζί με σχετικά παραδείγματα και υποδείγματα της δήλωσης και των συνυποβαλλόμενων δικαιολογητικών εγγράφων, ως ακολούθως:

1. Αναφορικά με τους υπόχρεους σε υποβολή της δήλωσης εισφοράς, θέτουμε υπόψη σας τα εξής:

Όπως διευκρινίστηκε με την παραπάνω Α.Υ.Ο., η εν λόγω εισφορά δεν επιβάλλεται σε ημεδαπές και αλλοδαπές εταιρίες που έχουν εγκαταστήσει γραφείο ή υποκατάστημα δυνάμει του άρθρ. 25 του Ν. 27/1975 και ασχολούνται επιπλέον των λοιπών εργασιών που προβλέπονται από την εγκριτική πράξη εγκατάστασής τους και με την εκμετάλλευση ή τη διαχείριση πλοίων με ελληνική ή ξένη σημαία. Αντιθέτως τονίζεται ότι, είναι αυτονόητο πως η εισφορά αυτή θα επιβάλλεται και στις επιχειρήσεις της παραγράφου 7 του άρθρου 25 του Ν.27/1975 (Φ.Ε.Κ. 77 Α’), δεδομένου ότι οι εν λόγω επιχειρήσεις φορολογούνται ομοίως και απολαμβάνουν των προνομίων των επιχειρήσεων της παραγράφου 1 του ίδιου άρθρου και με την προϋπόθεση ότι έχουν το ίδιο αντικείμενο εργασιών με τους υπόλοιπους υπόχρεους σε δήλωση εισφοράς.

2. Αναφορικά με τα συνυποβαλλόμενα με τη δήλωση δικαιολογητικά, διευκρινίζουμε τα εξής:

Δεδομένου ότι οι τράπεζες εκδίδουν μία και μοναδική βεβαίωση συνολικού ετήσιου εισαγόμενου συναλλάγματος σε δολάρια Η.Π.Α. μετατρεπόμενα σε ευρώ, με βάση τις ετήσιες επιμέρους και πιθανόν πολυάριθμες για κάθε εταιρία Β.Α.Σ., οι οποίες φυλάσσονται από τις τράπεζες που εκδίδουν τις βεβαιώσεις αυτές, για την διευκόλυνση των επιχειρήσεων και για την απρόσκοπτη εφαρμογή της διάταξης, κρίνεται σκόπιμο με την υποβολή της δήλωσης εισφοράς για το διαχειριστικό έτος 2012 (όπως το συνημμένο σχετικό υπόδειγμα δήλωσης 4), η προσκόμιση επικυρωμένου από την τράπεζα αντιγράφου της σχετικής βεβαίωσης συναλλάγματος (υπόδειγμα 2 και 3 αναλόγως του νομίσματος εισαγωγής), μαζί με την υπεύθυνη δήλωση των νομίμων εκπροσώπων των εταιριών για τα ποσά του ετήσιου εισαγόμενου συναλλάγματος (υπόδειγμα 1). Για τα τρία επόμενα διαχειριστικά έτη (2013,2014,2015) αντί να προσκομιστεί επικυρωμένο αντίγραφο της βεβαίωσης εισαγόμενου συναλλάγματος, θα μπορεί εναλλακτικά από τις τράπεζες να χορηγηθεί μια επιπλέον πρωτότυπη ετήσια βεβαίωση εισαγόμενου συναλλάγματος.

3. Αναφορικά με τον τρόπο υπολογισμού της εισφοράς , τις ισοτιμίες των νομισμάτων, τη συμπλήρωση της σχετικής δήλωσης που πρέπει να υποβληθεί και τον τρόπο καταβολής της εισφοράς, διευκρινίζουμε τα εξής:

Η εισφορά η οποία υπολογίζεται σε δολάρια Η.Π.Α. μετατρεπόμενα σε ευρώ καταβάλλεται μαζί με την ειδική ετήσια δήλωση (όπως το συνημμένο στην παρούσα υπόδειγμα δήλωσης εισφοράς) κατά το ένα τέταρτο (1/4) της οφειλόμενης εισφοράς σε ευρώ και υπολογίζεται με βάση την ισοτιμία που προκύπτει από τον μέσο όρο της ισοτιμίας μεταξύ δολαρίου Η.Π.Α. και ευρώ του εισαχθέντος από την επιχείρηση συναλλάγματος κατά την διάρκεια του διαχειριστικού έτους, όπως προκύπτει από τη σχετική επικυρωμένη βεβαίωση της τράπεζας ή των τραπεζών και όχι με βάση την ισοτιμία των παραπάνω νομισμάτων κατά τον χρόνο υποβολής της δήλωσης της κάθε επιχείρησης, όπως λανθασμένα ή εκ παραδρομής καθορίστηκε με την ΠΟΛ. 1078/17-4-2013 Α.Υ.Ο.. Τα άλλα τρία τέταρτα (3/4) της εισφοράς καταβάλλονται σε τρεις (3) ισόποσες δόσεις στους μήνες Ιούνιο, Σεπτέμβριο και Δεκέμβριο του έτους υποβολής της δήλωσης. Συνημμένα ακολουθεί παράδειγμα δήλωσης υπολογισμού εισφοράς προς διευκόλυνση των υπόχρεων επιχειρήσεων και των Δ.Ο.Υ. παραλαβής των δηλώσεων και για την αποφυγή τυχόν λαθών.

Στην περίπτωση που το συνολικό ετήσιο συνάλλαγμα που έχει εισαχθεί από μία επιχείρηση είναι μικρότερο από το προβλεπόμενο ελάχιστο όριο των 50.000 δολαρίων Η.Π.Α., η εισφορά θα πρέπει να υπολογιστεί για τα 50.000 δολάρια Η.Π.Α. (50.000 × 5% = 2.500 $). Το ποσό της διαφοράς συναλλάγματος μέχρι τις 50.000 δολάρια που τυχόν δεν έχει εισαχθεί, θα υπολογιστεί σε ευρώ με βάση την ισοτιμία δολαρίου Η.Π.Α. και ευρώ της τελευταίας εργάσιμης ημέρας του διαχειριστικού έτους που αφορά τη δήλωση. Τέλος, με την παρούσα δεν αλλάζουν οι προθεσμίες υποβολής της δήλωσης, δηλαδή παραμένουν αυτές που καθορίστηκαν από τις ισχύουσες διατάξεις και από την ΠΟΛ. 1078/17-4-2013 Α.Υ.Ο..

ΣΥΝΗΜΜΕΝΑ:

Παράδειγμα δήλωσης 5 σελίδες

Υποδείγματα εγγράφων 4 σελίδες

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΣΥΜΠΛΗΡΩΣΗΣ ΔΗΛΩΣΗΣ ΕΙΣΦΟΡΑΣ (.pdf)

Ακριβές αντίγραφο Ο ΓΕΝ. ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Ο Προϊστ. της Γραμματείας ΔΗΜ. ΕΣΟΔΩΝ

ΘΕΟΧ.ΘΕΟΧΑΡΗΣ

Please follow and like us:

ΣτΕ 753/2012 Πότε δαπάνες επιχείρησης θεωρούνται παραγωγικές και εκπίπτουν από τη φορολόγηση του ει

 

ΣτΕ 753/2012
Πότε δαπάνες επιχείρησης θεωρούνται παραγωγικές και εκπίπτουν από τη φορολόγηση του εισοδήματός της και πότε τιμολόγια παροχής υπηρεσιών είναι έγκυρα και πληρούν τις προϋποθέσεις επαρκούς προσδιορισμού των υπηρεσιών που παρασχέθηκαν στην εταιρία ώστε να γίνουν αποδεκτά για έκπτωση των σχετικών δαπανών από το εισόδημα της εταιρίας.

Πότε δαπάνες επιχείρησης θεωρούνται παραγωγικές και εκπίπτουν από τη φορολόγηση του εισοδήματός της και πότε τιμολόγια παροχής υπηρεσιών είναι έγκυρα και πληρούν τις προϋποθέσεις επαρκούς προσδιορισμού των υπηρεσιών που παρασχέθηκαν στην εταιρία ώστε να γίνουν αποδεκτά για έκπτωση των σχετικών δαπανών από το εισόδημα της εταιρίας.

Αριθμός 753/2012

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Β΄

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 7 Δεκεμβρίου 2011 με την εξής σύνθεση: Ε. Γαλανού, Σύμβουλος της Επικρατείας, Προεδρεύουσα, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Τμήματος και του αρχαιοτέρου της Συμβούλου, που είχαν κώλυμα, Α.-Γ. Βώρος, Γ. Τσιμέκας, Σύμβουλοι, Σ. Βιτάλη, Ι. Δημητρακόπουλος, Πάρεδροι. Γραμματέας η Α. Ζυγουρίτσα.

Για να δικάσει την από 10 Σεπτεμβρίου 2001 αίτηση:

της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία “………..”, που εδρεύει στην Καλλιθέα Αττικής (………………), η οποία παρέστη με το δικηγόρο Σπυρίδωνα Μαράτο (Α.Μ. 6564), που τον διόρισε με ειδικό πληρεξούσιο,

κατά του Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με την Κωνσταντίνα Νασοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Με την αίτηση αυτή η αναιρεσείουσα εταιρεία επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 312/2001 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πειραιά.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του Εισηγητή, Παρέδρου Ι. Δημητρακόπουλου.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο της αναιρεσείουσας εταιρείας, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και την αντιπρόσωπο του Υπουργού, η οποία ζήτησε την απόρριψή της.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου

κ α ι

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α

Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο

1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (υπ’ αριθμ. 2779181-82/2001 ειδικά γραμμάτια παραβόλου, σειράς Α΄).

2. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση ζητείται παραδεκτώς η αναίρεση της υπ’ αριθμ. 312/2001 απόφασης του Πενταμελούς Διοικητικού Εφετείου Πειραιά, με την οποία (α) απορρίφθηκε έφεση της ήδη αναιρεσείουσας, ενώ έγινε εν μέρει δεκτή έφεση του Ελληνικού Δημοσίου, κατά της υπ’ αριθμ. 790/1996 απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή προσφυγή της αναιρεσείουσας κατά του 5α/21.6.1994 συμπληρωματικού προσωρινού φύλλου ελέγχου φόρου εισοδήματος οικονομικού έτους 1992 του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Πειραιά, (β) μεταρρυθμίστηκε η εν λόγω πρωτόδικη απόφαση και (γ) προσδιορίστηκαν τα καθαρά κέρδη της αναιρεσείουσας για το οικονομικό έτος 1992 σε 1.023.955.132 δρχ., έναντι 6.312.580 δρχ. που είχε δηλώσει η εταιρεία, 2.165.157.225 δρχ. που προσδιορίστηκαν με το ως άνω φύλλο ελέγχου, κατόπιν προσθήκης λογιστικών διαφορών, και 872.758.359 δρχ. που προσδιορίστηκαν με την παραπάνω πρωτόδικη απόφαση, με την οποία επίσης περιορίστηκε ο πρόσθετος φόρος και το πρόστιμο λόγω ανακρίβειας της δήλωσης σε ποσοστό 100% και 30%, αντίστοιχα, επί της διαφοράς του φόρου μεταξύ της δήλωσης και της απόφασης αυτής.

3. Επειδή, στο άρθρο 33α του Ν.Δ. 3323/1955 «περί φορολογίας του εισοδήματος» (ΦΕΚ Α΄ 214), το οποίο εφαρμόζεται και στις ημεδαπές ανώνυμες εταιρείες (άρθρο 8 Ν.Δ. 3843/1958, «περί φορολογίας εισοδήματος νομικών προσώπων», ΦΕΚ Α΄ 148), όπως ίσχυε κατά την κρινόμενη διαχειριστική περίοδο μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 3 του Ν.Δ. 587/1970 (Α΄ 143) και την τροποποίησή του με το άρθρο 9 του Ν. 814/1978 (ΦΕΚ Α΄ 144), ορίζονται τα εξής : «1. Ο προσδιορισμός του καθαρού κέρδους των εμπορικών επιχειρήσεων ενεργείται κατά τας επομένας διακρίσεις : α) Επί τηρουσών επαρκή και ακριβή βιλία και στοιχεία τρίτης ή τετάρτης κατηγορίας του Κώδικος Φορολογικών Στοιχείων το καθαρόν κέρδος εξευρίσκεται λογιστικώς επί τη βάσει των δεδομένων των βιβλίων και στοιχείων τούτων δι’ εκπτώσεως εκ των ακαθαρίστων εσόδων των εν άρθρω 35 αναφερομένων εξόδων. […]». Κατά τη διάταξη του άρθρου 35 παρ. 1 περ. α΄ του Ν.Δ. 3323/1955, όπως η περίπτωση αυτή ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 8 παρ. 7 του Ν. 1828/1989 (ΦΕΚ Α΄ 2), από τα ακαθάριστα έσοδα της εμπορικής επιχείρησης εκπίπτουν, για την εξεύρεση του καθαρού εισοδήματος αυτής, τα γενικά έξοδα διαχείρισης. Ως τέτοια νοούνται οι παραγωγικές γενικά δαπάνες της επιχείρησης, δηλαδή οι δαπάνες οι οποίες, ενόψει του σκοπού για τον οποίο διατίθενται και των εκάστοτε ειδικών συνθηκών, συμβάλλουν, κατά βάση, στη διεύρυνση των εργασιών της επιχείρησης και στην αύξηση του εισοδήματός της (βλ. ΣτΕ 1602/2011, 3690/1997 επταμ. κ.ά.). Σύμφωνα με τη διάταξη της περ. αα΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 35 του Ν.Δ. 3323/1955, στα γενικά έξοδα διαχείρισης περιλαμβάνονται τα έξοδα μισθοδοσίας και αμοιβής του προσωπικού. Ωστόσο, τέτοιες δαπάνες δεν είναι παραγωγικές και δεν εκπίπτουν αν καταβάλλονται για τη μισθοδοσία υπαλλήλων της επιχείρησης που δεν απασχολήθηκαν σε αυτήν αλλά σε άλλη επιχείρηση (βλ. ΣτΕ 2329/1981), το ίδιο δε ισχύει και ως προς σχετικές δαπάνες που καταβλήθηκαν για έξοδα διαμονής των υπαλλήλων αυτών.

4. Επειδή, όπως αναφέρεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η φορολογική αρχή δεν αναγνώρισε προς έκπτωση και πρόσθεσε ως λογιστική διαφορά το σύνολο του λογαριασμού ΚΑ 043 «Μισθοί αποσπασμένου προσωπικού», ποσού 17.156.544 δρχ., που αφορά δαπάνες (μισθούς και έξοδα παραμονής) αποσπασμένου προσωπικού (…………….) στην …………….. Αγγλίας, με την αιτιολογία ότι δεν αποτελούν παραγωγική δαπάνη της επιχείρησης. Το δικάσαν Εφετείο έκρινε ότι η αιτιολογία απόρριψης της δαπάνης αυτής είναι νόμιμη, δεδομένου ότι τα εν λόγω πρόσωπα, μη προσφέροντας της υπηρεσίες τους στην εταιρεία, δεν ενήργησαν προς το συμφέρον της και δεν συνέβαλαν στην ανάπτυξη των εργασιών της, όπως ορθώς είχε κριθεί και με την πρωτόδικη απόφαση, και απέρριψε ως αβάσιμο τον περί του αντιθέτου λόγο έφεσης της εταιρείας. Σύμφωνα με τα γενόμενα δεκτά στην προηγούμενη σκέψη, η ως άνω κρίση του Εφετείου είναι νόμιμη και, επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η εταιρεία προβάλλει ειδικότερα ότι το Εφετείο παρανόμως παρέλειψε να απαντήσει στον ισχυρισμό της ότι, στο πλαίσιο του δανεισμού εργαζομένων, εξακολουθούσε να βαρύνεται με τις υποχρεώσεις της από τις σχετικές συμβάσεις εργασίας, ισχυρισμός, όμως, ο οποίος δεν ήταν ουσιώδης, κατά τα προαναφερόμενα.

5. Επειδή, σύμφωνα με τη διάταξη της περ. αα΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 35 του Ν.Δ. 3323/1955, τα έξοδα μισθοδοσίας και αμοιβής του προσωπικού εκπίπτουν ως παραγωγικές δαπάνες «[…] εφ’ όσον έχουν καταβληθεί ή βεβαιωθεί οι ασφαλιστικές εισφορές υπέρ του ΙΚΑ ή άλλου ασφαλιστικού οργανισμού εκτός αν από την κείμενη νομοθεσία προβλέπεται μερική ή ολική απαλλαγή από την υποχρέωση για την καταβολή εισφορών.» Εξάλλου, στο άρθρο 25 του Α.Ν. 1846/1951 (Α΄ 179), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 4 του Ν. 4476/1965 (Α΄ 103) και ίσχυε κατά την ένδικη διαχειριστική περίοδο, ορίζεται ότι οι εισφορές προς το ΙΚΑ για κάθε ημέρα εργασίας υπολογίζονται επί του ημερήσιου τεκμαρτού μισθού του ασφαλισμένου και ότι «ως ημερήσιος μισθός διά την κατάταξιν των ησφαλισμένων εις ασφαλιστικάς κλάσεις νοούνται αι πάσης φύσεως αποδοχαί τούτων εις χρήμα και εις είδος, των τελευταίων τούτων αποτιμωμένων εις χρήμα δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. του ΙΚΑ. Ως αποδοχαί νοούνται αι πάσης φύσεως παροχαί του εργοδότου προς τον ησφαλισμένον, πλην ωρισμένων εκτάκτων παροχών κοινωνικού χαρακτήρος, ορισθησομένων διά Κανονισμού». Περαιτέρω, στο άρθρο 17 παρ. 1 του Κανονισμού Ασφάλισης του ΙΚΑ (Α.Υ.Ε. 55575/1965, Β΄ 816, όπως τροποποιήθηκε με την Α.Υ.Ε. 38173/1967, Β΄ 399) ορίζεται ότι : «Ως μισθός, επί του οποίου υπολογίζεται η εισφορά, λογίζεται ο εις χρήμα συμπεφωνημένος τοιούτος, προσαυξανόμενος : α) Κατά τα τυχόν παρά του εργοδότου χορηγούμενα εις τον μισθωτόν ποσοστά ή άλλας προσθέτους χρηματικάς αμοιβάς, πλην των κάτωθι εκτάκτων παροχών κοινωνικού χαρακτήρος : 1) Διά δώρα λόγω : α) γάμου του ησφαλισμένου ή των τέκνων του, β) γεννήσεως τέκνων του ησφαλισμένου και 2) Διά βοήθημα εις οικογένειαν θανόντος ησφαλισμένου. β) Κατά τα τυχόν παρά τρίτων καταβαλλόμενα κατά συνήθειαν χρηματικά ποσά (φιλοδωρήματα ή άλλης φύσεως αμοιβάς), […] γ) Κατά τας τυχόν εις είδος παροχάς (κατοικία, τροφή, θέρμανσις κ.λπ.), αποτιμωμένας ωσαύτως βάσει των ισχυόντων πινάκων. Εφ’ όσον πρόκειται περί βιομηχανικών επιχειρήσεων, αι παροχαί αύται εκτιμώνται κατά κρίσιν αγαθού ανδρός ως στοιχεία του μισθού.». Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, ως αποδοχές επί των οποίων υπολογίζονται οι εισφορές, που πρέπει να έχουν καταβληθεί ή βεβαιωθεί προκειμένου να εκπέσουν οι σχετικές δαπάνες, θεωρούνται οι κάθε είδους χρηματικές ή σε είδος παροχές του εργοδότη, έστω και αν δεν δίδονται αμέσως ως αντάλλαγμα για την προσφερόμενη εργασία, αλλά χορηγούνται στον μισθωτό από τον εργοδότη οικειοθελώς και από ελευθεριότητα, πάντως, όμως, με αφορμή την σχέση εργασίας που τους συνδέει και με την επιφύλαξη του δικαιώματος του εργοδότη να τις διακόψει μονομερώς (βλ. ΣτΕ 2552/2004, 3866/2001 επταμ., 1229/1994 κ.ά.).

6. Επειδή, όπως αναφέρεται στην αναιρεσιβαλλομένη, η φορολογική αρχή δεν αναγνώρισε προς έκπτωση (α) το σύνολο του λογαριασμού με ΚΑ 192 «κατασκηνώσεις», ποσού 3.640.719 δρχ., που αφορά δαπάνη για κατασκηνώσεις παιδιών υπαλλήλων της εταιρείας, με την αιτιολογία ότι αποτελεί δαπάνη ελευθεριότητας και (β) το σύνολο του λογαριασμού με ΚΑ 214 «βρεφονηπιακοί σταθμοί, ποσού 5.295.140 δρχ., που αφορά δαπάνες συμμετοχής της εταιρείας στα έξοδα υπαλλήλων της για βρεφονηπιακούς σταθμούς των τέκνων τους, με την αιτιολογία ότι ποσό αυτό αποτελεί προσαύξηση μισθού των υπαλλήλων της εταιρείας και δεν έχουν καταβληθεί οι αναλογούσες υπέρ του ΙΚΑ εισφορές. Το δικάσαν Εφετείο έκρινε ότι οι ανωτέρω δαπάνες νόμιμα δεν αναγνωρίστηκαν προς έκπτωση, διότι αφορούν σε παροχές μη περιλαμβανόμενες στις περιοριστικά απαριθμούμενες στην προεκτεθείσα ρύθμιση του Κανονισμού Ασφάλισης του ΙΚΑ ως εξαιρούμενες από τις υπέρ του ΙΚΑ εισφορές, όπως βάσιμα προβλήθηκε με την έφεση του Ελληνικού Δημοσίου, και, για το λόγο αυτό, μεταρρύθμισε την πρωτόδικη απόφαση ως προς τα οικεία κεφάλαιά της, με τα οποία είχε κριθεί ότι οι παραπάνω δαπάνες ήταν εκπεστέες ως παραγωγικές. Η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι η ανωτέρω κρίση του Εφετείου δεν είναι νόμιμη, διότι αυτό παρανόμως παρέλειψε (α) να απαντήσει στους πρωτόδικους ισχυρισμούς της ότι οι επίμαχες, οικειοθελώς καταβληθείσες, δαπάνες ήταν παραγωγικές, ως συμβάλλουσες στην εμπέδωση καλών εργασιακών σχέσεων στην επιχείρηση και στην ανάπτυξη των εργασιών της και (β) να αναφερθεί στον πρωτόδικο ισχυρισμό της ότι η δαπάνη για τους βρεφονηπιακούς σταθμούς καταβλήθηκε σύμφωνα με ισχύουσα κατά την επίδικη χρήση συλλογική σύμβαση και ότι είχαν εκδοθεί σχετικά τιμολόγια παροχής υπηρεσιών (ισχυρισμό που η αναιρεσείουσα αναφέρει στο αναιρετήριο ότι προέβαλε προς επίρρωση του ισχυρισμού της ότι δεν επρόκειτο περί ελευθεριότητας αλλά περί γενικού εξόδου διαχείρισης). Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αλυσιτελής, διότι, ως αναφερόμενος σε ισχυρισμούς περί της παραγωγικότητας των δαπανών και όχι περί του εάν αυτές υπέκειντο σε εισφορές υπέρ του ΙΚΑ, δεν πλήττει την προεκτεθείσα αιτιολογία της επίδικης κρίσης του Εφετείου.

7. Επειδή, όπως αναφέρεται στην αναιρεσιβαλλομένη, «[…] η φορολογική αρχή δεν αναγνώρισε προς έκπτωση από τον λογαριασμό με ΚΑ 509 “Λοιπές υπηρεσίες επιστημόνων” ποσό 67.435.502 δρχ., το οποίο αφορά μισθούς αλλοδαπού προσωπικού και συγκεκριμένα του …….. , διευθυντή οικονομικών υπηρεσιών (44.452.408 δρχ.), και του ……… , Διευθυντή Μηχ/σης (22.983.094 δρχ.), με την αιτιολογία ότι, εφόσον οι εν λόγω αμοιβές δεν δηλώθηκαν στο ΙΚΑ για να καταβληθούν οι αναλογούσες ασφαλιστικές εισφορές, δεν αναγνωρίζονται προς έκπτωση […]. Επιπροσθέτως, στην έκθεση ελέγχου αναφέρεται ότι τα προαναφερόμενα πρόσωπα απασχολήθηκαν στην Ελλάδα πέραν του έτους και επομένως η απασχόλησή τους δεν ήταν πρόσκαιρη ώστε να εξαιρούνται οι αμοιβές τους από την υποχρέωση ασφαλίσεως στο ΙΚΑ.

Επιπλέον δεν επιδείχθηκαν στον έλεγχο σχετικές αποφάσεις του οικείου Υποκ/τος ΙΚΑ περί απαλλαγής των παραπάνω αμοιβών από τις ασφαλιστικές εισφορές, καθώς και σχετικές εγκρίσεις με τις οποίες να παρατείνεται η απασχόλησή τους πέραν του έτους. Η εταιρεία ισχυρίσθηκε ότι οι ως άνω αλλοδαποί δεν ήταν δικοί της υπάλληλοι αλλά είχαν αποσπασθεί σ’αυτήν από τους εργοδότες τους (συγγενείς εταιρείες της αλλοδαπής) με σύμβαση δανεισμού μισθωτού, και ότι είχε συμφωνηθεί, κατά το άρθρο 17 του ως άνω Κανονισμού [ΕΟΚ 1408/1971] να διατηρούν οι υπάλληλοι αυτοί το υφιστάμενο καθεστώς ασφάλισής τους (υπαγωγή στον οικείο ασφαλιστικό φορέα στη Γερμανία ή Μ. Βρετανία) με συνέπεια την εξαίρεση από την ασφάλιση του ΙΚΑ. […] ως προς τον αλλοδαπό ………. το πρωτόδικο δικαστήριο, αφού δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε από την εταιρεία ότι η διάρκεια της εργασίας του στην Ελλάδα ήταν μικρότερη από δώδεκα μήνες ή ότι δόθηκε συναίνεση από την αρμόδια αρχή της Ελλάδος για παράταση του χρόνου εργασίας του πέραν των δώδεκα μηνών, έκρινε ότι δεν είναι νόμιμη η έκπτωση των αμοιβών του από τα ακαθάριστα έσοδα της εταιρείας και απέρριψε τον σχετικό με τη δαπάνη αυτή λόγο της προσφυγής του.». Με την έφεσή της, η εταιρεία προέβαλε ότι «κατ’ εσφαλμένη του νόμου ερμηνεία, κακή των πραγμάτων εκτίμηση και αναιτιολόγητα δεν δέχθηκε την έκπτωση από τα ακαθάριστα έσοδα των αποδοχών του ……. , ενώ συνέτρεχαν στο πρόσωπό του οι προϋποθέσεις της έκπτωσης της σχετικής δαπάνης από τα ακαθάριστα έσοδα της επιχείρησης». Ο λόγος αυτός απορρίφθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ως αόριστος και ανεπίδεκτος δικαστικής εκτίμησης. Η κρίση αυτή του δικάσαντος Εφετείου είναι νόμιμη και ο περί του αντιθέτου λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

8. Επειδή, στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται ότι «[…] η φορολογική αρχή δεν αναγνώρισε ως εκπεστέα […] από τους λογαριασμούς με ΚΑ 510, 511, 512 “Ελεγκτικές εργασίες χρήσεως ARTHUR YOUNG” δαπάνη 17.198.559 δραχμών, με την αιτιολογία ότι αυτή αφορά αμοιβές για ελέγχους που πραγματοποίησε η αλλοδαπή επιχείρηση “……….. …….”, για λογαριασμό της μητρικής ……… και για διασφάλιση των συμφερόντων της και η οποία μητρική εταιρεία ελέγχει πλήρως την εφεσίβλητη-εκκαλούσα και εκ του λόγου αυτού η εν λόγω δαπάνη δεν είναι παραγωγική, και ότι ο έλεγχος της αλλοδαπής εταιρείας είναι εκτός του προβλεπόμενου από τα άρθρα 34 και 36 του Ν. 2190/1920, ως ισχύει». Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, το δικάσαν Εφετείο, αφού σημείωσε ότι «[…] η εταιρεία χωρίς να αμφισβητεί ότι ο έλεγχος έγινε κατ’ εντολή του εδρεύοντος στην αλλοδαπή κεντρικού καταστήματος προβάλλει ότι αυτός έγινε προς το συμφέρον της και ότι η εν λόγω δαπάνη, ως παραγωγική, ήταν εκπεστέα από τα ακαθάριστα έσοδά της» και αφού δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι «[…] από κανένα στοιχείο δεν αποδεικνύεται ο παραγωγικός χαρακτήρας της ένδικης δαπάνης, μη αρκούντος του μόνου προσαχθέντος 792/21.10.1991 τιμολογίου παροχής υπηρεσιών της ομορρύθμου εταιρείας “……….” ποσού 4.384.800 δρχ. για να αποδείξει τον ως άνω προβληθέντα ισχυρισμό της, γιατί από την αιτιολογία του παραστατικού αυτού (αμοιβής μας για την εκτέλεση λογιστικού και οικονομικού ελέγχου καθώς και εργασιών εμπειρογνώμονος περί τα λογιστικά βιβλία της εταιρείας για τη χρήση που λήγει την 31 Δεκεμβρίου 1991) δεν προκύπτει ότι ο έλεγχος έγινε κατ’ εντολήν της και για λογαριασμό της, ούτε ότι εξυπηρετούσε τα συμφέροντά της, ούτε προκύπτει από αυτό σε τι ακριβώς συνίστατο ο έλεγχος ώστε να δύναται το Δικαστήριο να διακριβώσει την παραγωγικότητα της δαπάνης», έκρινε ότι ο έλεγχος που έγινε στην εταιρεία δεν διενεργήθηκε προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων της, αλλά εκείνων της μητρικής εταιρείας και, επομένως, η σχετική δαπάνη, ως μη παραγωγική, ορθά δεν έγινε δεκτή προς έκπτωση από τη φορολογική αρχή, όπως ορθώς είχε κριθεί και με την πρωτόδικη απόφαση, και απέρριψε του περί του αντιθέτου λόγο έφεσης της εταιρείας. Η αιτούσα προβάλλει ότι το Εφετείο παρέλειψε παρανόμως να απαντήσει στον ουσιώδη ισχυρισμό της ότι η φέρουσα το βάρος απόδειξης φορολογική αρχή ουδόλως απέδειξε ότι ο έλεγχος έγινε προς το συμφέρον της μητρικής εταιρείας. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί, σύμφωνα με το άρθρο 56 παρ. 2 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), προεχόντως ως απαραδέκτως προβαλλόμενος, διότι διατυπώνεται χωρίς να γίνεται συγκεκριμένη παραπομπή στο δικόγραφο με το οποίο είχε προβληθεί τέτοιος ισχυρισμός ενώπιον του δικάσαντος Εφετείου. Η αναιρεσείουσα προβάλλει επίσης ότι το Εφετείο παράνομα, αναιτιολόγητα και αυθαίρετα δεν δέχθηκε ότι η παρατιθέμενη στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του αναλυτική αιτιολογία του 792/21.10.1991 τιμολογίου παροχής υπηρεσιών της εταιρείας “………… ……………..”, το οποίο είχε εκδοθεί προς αυτήν, δεν αρκούσε για να αποδειχθεί ότι η εντολή διενέργειας του λογιστικού ελέγχου και εργασιών εμπειρογνώμονα δόθηκε από την ίδια και ότι οι υπηρεσίες παρασχέθηκαν στην ίδια (έστω κι αν έμμεσα θα μπορούσε να ωφεληθεί και η μητρική της). Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί, αφενός, ως αλυσιτελής, διότι δεν πλήσσει την επάλληλη αιτιολογική κρίση του Εφετείου ότι από το επίμαχο τιμολόγιο δεν προκύπτει σε τι ακριβώς συνίστατο ο έλεγχος, ώστε να μπορέσει να διακριβωθεί η παραγωγικότητα της δαπάνης και, αφετέρου, ως απαράδεκτος, διότι, όπως διατυπώνεται, πλήσσει ευθέως την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας περί τα πράγματα. Για τον ίδιο λόγο αλλά και εξαιτίας της αοριστίας του, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο και το γενικό παράπονο της αναιρεσείουσας ότι η ως άνω κρίση του Εφετείου περί μη παραγωγικής δαπάνης στηρίζεται σε αυθαίρετες εκτιμήσεις και ανυπόστατα συμπεράσματα.

9. Επειδή, όπως αναφέρεται στην αναιρεσιβαλλομένη, «[…] δεν αναγνωρίστηκε από τον έλεγχο και προστέθηκε ως λογιστική διαφορά το σύνολο του λογαριασμού με ΚΑ 170 “Aποσβέσεις αυτοκινήτων” ποσού 13.438.060 δραχμών. Σχετικά με το ποσό αυτό διαπιστώθηκαν από τον έλεγχο τα εξής: Η εταιρεία χορηγεί δάνειο στα στελέχη της που κυμαίνεται ανάλογα με τη θέση που κατέχουν από 2.800.000 μέχρι 3.570.000 δραχμές, για την αγορά Ε.Ι.Χ. αυτοκινήτου. Η εξόφληση του χορηγηθέντος δανείου συμφωνείται ότι θα γίνεται σε εξήντα (60) μηνιαίες δόσεις. Στη συνέχεια, όμως, η εταιρεία απαλλάσσει τους λήπτες των δανείων από το 70% του δανεισθέντος ποσού μέσα στην πενταετία, με την αιτιολογία ότι τα αυτοκίνητα αυτά χρησιμοποιούνται για τις ανάγκες της επιχείρησης. Με το ποσό αυτό (70%) χρεώνει τον ένδικο λογαριασμό “Αποσβέσεις αυτοκινήτων” και πιστώνει το λογαριασμό “Δάνεια προσωπικού” […]. H μη αναγνώριση του πιο πάνω ποσού, που αποτελεί το συνολικό ποσό των αποσβέσεων των εν λόγω ΕΙΧ αυτοκινήτων της ένδικης χρήσης, έγινε με την αιτιολογία ότι η ενέργεια αυτή αποτελεί άφεση χρέους που έγινε από ελευθεριότητα και συνεπώς δεν συνιστά παραγωγική δαπάνη.». Το δικάσαν Εφετείο έκρινε ότι «[…] η παραπάνω γενόμενη από την εταιρεία τμηματική απόσβεση των δανείων αγοράς ΕΙΧ αυτοκινήτων, που στην ουσία αποτελεί δαπάνη για την αγορά από τα στελέχη της ΕΙΧ αυτοκινήτου, δεν είναι εκπεστέα δεδομένου ότι δεν συντρέχει στις περιπτώσεις αυτές αποσβέσεων η απαραίτητη προϋπόθεση της διατάξεως με βάση την οποία τις διενήργησε η εταιρεία, εφ’ όσον δεν ήταν αυτή κυρία των εν λόγω αυτοκινήτων αλλά οι υπάλληλοί της. Εξάλλου από τα στοιχεία που προσκόμισε η εταιρεία δεν προκύπτει εάν τα αυτοκίνητα αυτά χρησιμοποιήθηκαν για τις ανάγκες της και σε ποια έκταση ώστε να δύναται να εξακριβωθεί ο παραγωγικός χαρακτήρας της εν λόγω δαπάνης. Κατά συνέπεια η προσθήκη της λογιστικής αυτής διαφοράς στα αποτελέσματα της εταιρείας είναι νόμιμη και πρέπει να μεταρρυθμιστεί η εκκαλουμένη που έκρινε αντιθέτως, ως προς το κεφάλαιο αυτό, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου εφέσεως του Ελληνικού Δημοσίου.».

Η αιτούσα προβάλλει ότι η ως άνω κρίση του Εφετείου είναι αναιρετέα, διότι παρανόμως το Εφετείο θεώρησε ότι επρόκειτο περί απόσβεσης δαπάνης αγοράς αυτοκινήτου, ενώ, όπως είχε εξηγήσει πρωτόδικα αλλά και με το κατ’ έφεση υπόμνημά της, έγινε απόσβεση μέρους δανείου χορηγηθέντος προς στελέχη της εταιρείας της. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής, διότι δεν πλήττει, και δη κατά τρόπο ορισμένο, ούτε την αιτιολογική κρίση του Εφετείου ότι, εφόσον η εταιρεία δεν ήταν κυρία των αυτοκινήτων, δεν συνέτρεχε απαραίτητη προϋπόθεση της διάταξης βάσει της οποίας αυτή διενήργησε την απόσβεση, αλλά και ούτε την επάλληλη αιτιολογία της επίδικης κρίσης της αναιρεσιβαλλομένης, σύμφωνα με την οποία από τα στοιχεία που προσκόμισε η εταιρεία δεν προέκυπτε εάν τα αυτοκίνητα αυτά χρησιμοποιήθηκαν για τις ανάγκες της και σε ποια έκταση ώστε να μπορεί να εξακριβωθεί ο παραγωγικός χαρακτήρας της σχετικής δαπάνης.

10. Επειδή, κατά το άρθρο 35 παρ. 1 περ. δ΄ του Ν.Δ. 3323/1955, όπως η περίπτωση αυτή αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 6 του Ν.Δ. 4242/1962 (ΦΕΚ Α΄ 135) και, στη συνέχεια, με το άρθρο 8 παρ. 7 του Ν. 1828/1989, από τα ακαθάριστα έσοδα των εμπορικών επιχειρήσεων εκπίπτουν οι δεδουλευμένοι κάθε είδους τόκοι δανείων ή πιστώσεων γενικά της επιχείρησης, με εξαίρεση των τόκων υπερημερίας λόγω οφειλής φόρων, εισφορών και προστίμων προς το Δημόσιο ή άλλα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η έκπτωση των τόκων δανείων επιτρέπεται μόνον εφόσον τα δάνεια διατίθενται για τις ανάγκες της επιχείρησης και όχι για τη θεραπεία προσωπικών αναγκών του επιχειρηματία ή των προσώπων που μετέχουν στην επιχείρηση ή για την εξυπηρέτηση αναγκών τρίτων (πρβλ. ΣτΕ 3304/1995, 3538/1991 κ.ά.). Δεν θεωρείται δε ότι το δάνειο που έλαβε η επιχείρηση διατέθηκε για τις ανάγκες της και συνεπώς δεν είναι εκπεστέοι οι τόκοι του δανείου αυτού, κατά το μέρος που αντιστοιχούν σε χρηματικά ποσά τα οποία η επιχείρηση δάνεισε στα παραπάνω πρόσωπα μετά τη λήψη δανείου από αυτήν (πρβλ. ΣτΕ 3538/1991, 3944/1986 κ.ά.).

11. Επειδή, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη, η φορολογική αρχή δεν αναγνώρισε προς έκπτωση από το λογαριασμό με ΚΑ 33-02 «Δάνεια προσωπικού» ποσό 25.360.240 δρχ., που αφορά (κατά τους υπολογισμούς του ελέγχου) τους τόκους που κατέβαλε η εταιρεία κατά την ένδικη χρήση σε διάφορες τράπεζες, για δάνεια που είχε λάβει από αυτές και τα οποία χορήγησε στη συνέχεια, κατά ένα μέρος, στο προσωπικό της και συγκεκριμένα σε διάφορα στελέχη της προκειμένου να αγοράσουν επιβατικά αυτοκίνητα, τα οποία (κατά την άποψη του ελέγχου) χρησιμοποιούν για τις ανάγκες τους. Η μη αναγνώριση του ποσού αυτού έγινε με την αιτιολογία ότι, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, η έκπτωση τόκων δανείων επιτρέπεται μόνον οσάκις τα δάνεια συνήφθησαν προς το συμφέρον της επιχείρησης, ενώ αντίθετα, όταν γίνει διάθεση των δανείων για δανεισμό άλλου φυσικού ή νομικού προσώπου, τότε, εφόσον τα δάνεια δεν χρησιμοποιούνται για τις ανάγκες της επιχείρησης, οι τόκοι δεν εκπίπτουν. Το δικάσαν Εφετείο, αφού ερμήνευσε το άρθρο 35 παρ. 1 περ. δ΄ του Ν.Δ. 3323/1955 όπως ερμηνεύθηκε στην προηγούμενη σκέψη, έκρινε ότι, «[…] με τα ως άνω πραγματικά δεδομένα, τα οποία δεν αμφισβητεί η εφεσίβλητη εταιρεία και σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 35 παρ. 1 εδ. δ΄ του Ν.Δ. 3323/1955, εφόσον μέρος του παρ’ αυτής ληφθέντος δανείου εχορήγησε στη συνέχεια σε διάφορα στελέχη του προσωπικού της προκειμένου να αγοράσουν επιβατηγό αυτοκίνητο, επ’ ονόματί τους, δεν είναι νόμιμη η έκπτωση των τόκων των δανείων αυτών, αλυσιτελώς δε η εταιρεία προβάλλει ότι τα αγορασθέντα από τους υπαλλήλους της αυτοκίνητα εχρησιμοποιούντο και για τις ανάγκες της, διότι, όπως έγινε ερμηνευτικώς δεκτό, αποκλείεται σε κάθε περίπτωση η έκπτωση τόκων που αντιστοιχούν σε ποσά τα οποία η επιχείρηση εδάνεισε σε τρίτους μετά τη λήψη δανείου από αυτήν, όπως στην προκειμένη περίπτωση. Η εκκαλουμένη που έκρινε αντιθέτως έσφαλε και πρέπει να μεταρρυθμισθεί κατά το μέρος αυτό κατ’ αποδοχή ως βασίμου του σχετικού λόγου της εφέσεως του Ελληνικού Δημοσίου. [……]». Σύμφωνα με τα γενόμενα δεκτά στην προηγούμενη σκέψη, η ως άνω κρίση της αναιρεσιβαλλομένης είναι νόμιμη και ο περί του αντιθέτου λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

12. Επειδή, ο Κώδικας Φορολογικών Στοιχείων (Κ.Φ.Σ., Π.Δ. 99/1977, Α΄ 34) ορίζει στο άρθρο 15 παρ. 2 ότι «[π]άσα εγγραφή εις τα βιβλία αφορώσα συναλλαγήν ή ετέραν πράξιν του υποχρέου δέον να δικαιολογήται διά στοιχείων αποδεικνυόντων ταύτην» και στο άρθρο 43 παρ. 3 (όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του π.δ. 356/1986, Α΄ 157) ότι «Δεν αναγνωρίζεται οποιοδήποτε έξοδο αν δεν έχει εκδοθεί το αποδεικτικό στοιχείο που προβλέπεται από τον παρόντα Κώδικα». Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι για να εκπέσει μια δαπάνη από τα ακαθάριστα έσοδα της επιχειρήσεως πρέπει η δαπάνη αυτή να καλύπτεται με αποδεικτικό στοιχείο προβλεπόμενο από τον Κ.Φ.Σ., στην περίπτωση που επιβάλλεται από τον Κώδικα αυτό η έκδοση τέτοιου στοιχείου για τη συγκεκριμένη δαπάνη (βλ. ΣτΕ 327/2000, 3988/1998 κ.ά.).

13. Εξ άλλου, στο άρθρο 21 του Κ.Φ.Σ. ορίζεται ότι «1. Επί παροχής υπηρεσιών εν γένει (επισκευή, συντήρησις κλπ.) υπό επιτηδευματίου : α) προς έτερον επιτηδευματίαν δια την άσκησιν του επαγγέλματός του, β) […] εκδίδεται υπό του παρέχοντος την υπηρεσίαν θεωρημένον διπλότυπον τιμολόγιον παροχής υπηρεσιών. 2. Εις το τιμολόγιον αναγράφεται το ονοματεπώνυμον, το επάγγελμα και η διεύθυνσις του προς ον παρέχονται αι υπηρεσίαι, το είδος τούτων και το ποσόν της αμοιβής αριθμητικώς και ολογράφως […]». Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με τις αναφερόμενες στη σκέψη 12, συνάγεται ότι το τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών, για να αποτελεί νόμιμο δικαιολογητικό στοιχείο για την έκπτωση της σχετικής δαπάνης, πρέπει να περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, και επαρκή προσδιορισμό των παρασχεθεισών υπηρεσιών (βλ. ΣτΕ 3705/1999, 1018/1996 επταμ. κ.ά.), η δε έλλειψη τέτοιου προσδιορισμού δεν μπορεί να καλυφθεί με στοιχεία εκτός του σώματος αυτού τα οποία δεν μνημονεύονται στο τιμολόγιο (πρβλ. ΣτΕ 1018/1996 επταμ.). Η ως άνω απαίτηση του νόμου μπορεί, πάντως, να ικανοποιηθεί με αναφορά στο τιμολόγιο της σχετικής σύμβασης παροχής των συγκεκριμένων υπηρεσιών (βλ. ΣτΕ 46/2006 επταμ., 683/2006 επταμ.).

14. Επειδή, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη, η φορολογική αρχή πρόσθεσε στα καθαρά κέρδη της εταιρείας από το λογαριασμό με ΚΑ 250 «Έξοδα αποθηκεύσεως και εξυπηρετήσεως από τρίτους» ποσό 3.187.813 δρχ. το οποίο αφορά στα εξής τιμολόγια παροχής υπηρεσιών της εταιρείας «………. …..»: 1) 796/18.2.1991 δραχμών 1.729.538 στο οποίο ως αιτιολογία αναγράφεται «αποθήκευση, διακίνηση μηνών Ιανουαρίου-Φεβρουαρίου 1991», 2) 818/8.5.1991 δραχμών 663.403, στο οποίο ως αιτιολογία αναγράφεται «διακίνηση κατά το μήνα Απρίλιο 1991» και 3) 807/29.3.1991, δραχμών 794.872. Η μη έκπτωση των παραπάνω κονδυλίων έγινε με την αιτιολογία ότι τα δύο πρώτα τιμολόγια φέρουν αόριστη αιτιολογία, το δε τρίτο δεν επιδείχθηκε στον έλεγχο. Το δικάσαν Εφετείο, αφού ανέφερε ότι το προσαχθέν από την εταιρεία τιμολόγιο 807/29.3.1991 φέρει ως αιτιολογία «αποθήκευση πέρα των δύο μηνών», έκρινε τα εξής: «[τα ως άνω τρία τιμολόγια] δεν αποτελούν νόμιμα δικαιολογητικά στοιχεία για την έκπτωση των σχετικών δαπανών, γιατί δεν προσδιορίζονται επαρκώς οι παρασχεθείσες υπηρεσίες, εφ’ όσον δεν αναγράφεται σε αυτά το είδος του προϊόντος, που η εκκαλούσα-εφεσίβλητη εταιρεία είχεν αποθηκεύσει, η ποσότητα αυτού καθώς και το είδος του προϊόντος που διακινήθηκε και η ποσότητα αυτού, οι ελλείψεις δε αυτές δεν μπορούν να καλυφθούν από άλλα στοιχεία εκτός του σώματος των τιμολογίων (ΣτΕ 1018/1996), όπως είναι οι προσαγόμενες από την εταιρεία σελίδες του βιβλίου αποθήκης της ΧΥΜΑ ΑΕ μηνών Ιανουαρίου έως Δεκεμβρίου 1991 και σχετική αλληλογραφία μεταξύ τους περί αποθηκεύσεως του προϊόντος της ……. ….. στις δεξαμενές της παραπάνω εταιρείας. Κατά συνέπεια νομίμως δεν αναγνωρίσθηκε προς έκπτωση το παραπάνω κονδύλιο και πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός λόγος της εφέσεως του Ελληνικού Δημοσίου και να μεταρρυθμισθεί η εκκαλουμένη που έκρινε ότι τα ως άνω τιμολόγια ήσαν νόμιμα δικαιολογητικά για την έκπτωση των παραπάνω δαπανών.». Με την κρινόμενη αίτηση, η εταιρεία προβάλλει ότι η ως άνω κρίση του Εφετείου δεν είναι νόμιμη, διότι (α) η προεκτεθείσα συνοπτική περιγραφή των παρασχεθεισών υπηρεσιών στα επίμαχα τιμολόγια πληροί τις απαιτήσεις του νόμου, δεδομένου ότι συμπληρώνεται από τις σχετικές συμβάσεις και λοιπά έγγραφα που προσκόμισε στο Πρωτοδικείο, και (β) το Εφετείο παρέλειψε να αναφερθεί στις συμβάσεις αυτές. Ο ανωτέρω λόγος πρέπει να απορριφθεί, αφενός, διότι διατυπώνεται χωρίς να γίνεται συγκεκριμένη παραπομπή σε δικόγραφο ενώπιον του Πρωτοδικείου με το οποίο η εταιρεία προέβαλε ισχυρισμό περί συμπλήρωσης των τιμολογίων από τις σχετικές συμβάσεις και με το οποίο επικαλέσθηκε και προσκόμισε τις συμβάσεις αυτές, κι, αφετέρου, σύμφωνα με τα γενόμενα δεκτά στην προηγούμενη σκέψη, διότι τα επίμαχα τιμολόγια, όπως περιγράφονται στην αναιρεσιβαλλομένη, δεν πληρούσαν τη νομοθετική απαίτηση περί επαρκούς προσδιορισμού των παρασχεθεισών υπηρεσιών και η έλλειψη αυτή δεν μπορούσε να καλυφθεί με στοιχεία τα οποία η εταιρεία προσκόμισε ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας.

15. Επειδή, στο άρθρο 21 παρ. 3 του Κ.Φ.Σ ορίζεται ότι «Ο εκτελωνιστής εις το παρ’ αυτού εκδιδόμενον τιμολόγιον αναγράφει διακεκριμένως, πλέον των ως άνω δεδομένων, και το ποσόν έκαστης δαπάνης, την οποίαν ενήργησε κατ’ εντολήν και λογαριασμόν του πελάτου του και η οποία βασίζεται επί νομίμου δικαιολογητικού, το οποίον επισυνάπτεται εις το παραδιδόμενον εις τον πελάτην αντίτυπον του τιμολογίου.» Κατά την έννοια της ρύθμισης αυτής, σε συνδυασμό με τις διατάξεις που αναφέρονται στη σκέψη 12, για την έκπτωση από την επιχείρηση δαπανών που ενήργησε εκτελωνιστής κατ’ εντολήν και για λογαριασμό της, δεν αρκεί η έκδοση τιμολογίου παροχής υπηρεσιών από τον εκτελωνιστή, στο οποίο αναγράφονται οι σχετικές δαπάνες, αλλά απαιτείται και η ύπαρξη νομίμων δικαιολογητικών για τις δαπάνες αυτές, τα οποία επισυνάπτονται στο τιμολόγιο που παραδίδεται στην επιχείρηση (πρβλ. ΣτΕ 2431/2002). Επιπλέον στο άρθρο 24 παρ. 1 του Κ.Φ.Σ. ότι «Ο επιτηδευματίας, ο υπόχρεως εις τήρησιν βιβλίων οιασδήποτε κατηγορίας […] δι’ εκάστην εν γένει δαπάνην, αφορώσαν την άσκησιν του επαγγέλματός των […], δια την οποίαν δεν ορίζεται υπό του Κώδικος τούτου η έκδοσις ιδίου στοιχείου, εκδίδουν διπλότυπον απόδειξιν δαπάνης, εις την οποίαν αναγράφουν το ονοματεπώνυμον, το επάγγελμα και την διεύθυνσιν του δικαιούχου, την αιτίαν της δαπάνης και το ποσόν ταύτης. Η απόδειξις αύτη υπογράφεται και υπό του λαμβάνοντος εις αμφότερα τα αντίτυπα. […]».

16. Επειδή, από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτουν τα εξής: Η φορολογική αρχή δεν αναγνώρισε προς έκπτωση από τους λογαριασμούς με ….. …. .. «Τελωνειακές διατυπώσεις- αποταμιεύσεις», 257 «Τελωνειακές διατυπώσεις-αναλώσεις», 258 «Τελωνειακές διατυπώσεις μεταφορτώσεις» και 259 « Τελωνειακές διατυπώσεις-εσωτερικές αποστολές» συνολικού ποσού 7.883.570, 23.542.268, 10.683.184 και 1.074.090 δραχμών αντιστοίχως, ποσοστό 50% αυτών, δηλαδή ποσά 3.941.785, 11.771.134, 5.341.592 και 537.045 δραχμών αντιστοίχως, ως μη καλυπτόμενα από νόμιμα φορολογικά στοιχεία, αφού έλαβε υπόψη του και τη φύση των δαπανών αυτών. Ειδικότερα, κατά τα αναφερόμενα στην έκθεση ελέγχου, τα παραπάνω ποσά αφορούν χρεώσεις των αντίστοιχων λογαριασμών για υπερωριακές απασχολήσεις τελωνειακών υπαλλήλων που καταβλήθηκαν βάσει ενταλμάτων πληρωμής της επιχείρησης, χωρίς άλλα στοιχεία (αποδεικτικά είσπραξης ΔΕΤΕ κ.λπ.), καθώς και για διάφορα χαρτόσημα εκτελωνισμών, διάφορα έξοδα εκτελωνιστών βάσει αποδείξεων επαγγελματικών δαπανών και διάφορα έξοδα βάσει καταστάσεων μικροπληρωμών, χωρίς άλλα νόμιμα παραστατικά. Το δικάσαν Εφετείο, αφού αναφέρθηκε στην προεκτεθείσα έννοια της διάταξης του άρθρου 21 παρ. 3 του Κ.Φ.Σ., την ερμήνευσε σε συνδυασμό με την προπαρατεθείσα ρύθμιση του άρθρου 24 παρ. 1 του Κ.Φ.Σ. υπό την έννοια ότι ο εκτελωνιστής, για τις πραγματοποιούμενες απ’ αυτόν για λογαριασμό του πελάτη του δαπάνες, υποχρεούται να ζητεί από το πρόσωπο που λαμβάνει τα ποσά αυτά το προσήκον κατά περίπτωση αποδεικτικό στοιχείο, εφόσον βεβαίως το πρόσωπο αυτό υποχρεούται από τις διατάξεις του Κ.Φ.Σ. στην έκδοση τέτοιου στοιχείου, άλλως ο εκτελωνιστής υποχρεούται να εκδίδει διπλότυπη απόδειξη δαπάνης, στα δύο αντίτυπα της οποίας συνυπογράφει υποχρεωτικώς και ο λαμβάνων. Στη συνέχεια έκρινε τα ακόλουθα σε σχέση με τις επίμαχες λογιστικές διαφορές: «[…] η εφεσίβλητη-εκκαλούσα εταιρεία για να αποδείξει τον ισχυρισμό της ότι οι παραπάνω δαπάνες στηρίζονται σε νόμιμα παραστατικά στοιχεία και ότι ο έλεγχος προσδιόρισε αυθαίρετα κατά προσέγγιση τις μη εκπιπτόμενες σε ποσοστό 50%, προσκόμισε πρωτοδίκως τα παραστατικά στοιχεία των σχετικών εγγράφων, από τον έλεγχο των οποίων προκύπτει ότι από το συνολικό ποσό των δαπανών των κωδικών 256, 257, 258 και 259 ύψους 43.183.112, ποσό 19.495.435 αφορά αγορά χαρτοσήμων και ενσήμων και ποσό 23.687.677 αφορά χαρτόσημα, ένσημα, αμοιβή εκτελωνιστών, ΦΠΑ επί της αμοιβής και έξοδα εκτελωνιστών, από το οποίο όμως μόνον 10.037.529 δρχ. στηρίζεται σε νόμιμα παραστατικά στοιχεία (τιμολόγια παροχής υπηρεσιών,, αποδείξεις ΔΕΤΕ κ.λπ.), ενώ το υπόλοιπο ποσό 13.650.148 δραχμών δεν στηρίζεται σε νόμιμα παραστατικά στοιχεία. Κατά συνέπεια το ποσό αυτό πρέπει να προστεθεί στα ακαθάριστα έσοδα της εταιρείας, αντί του ποσού των 21.591.556 δρχ. που προσέθεσε ο έλεγχος και του ποσού του 1.478.027 δρχ. που δέχθηκε η εκκαλουμένη, κατά μερική παραδοχή του σχετικού λόγου της εφέσεως του Ελληνικού Δημοσίου.». Με την κρινόμενη αίτηση, η εταιρεία προβάλλει ότι η ανωτέρω κρίση του Εφετείου δεν είναι νόμιμη, διότι (α) προσκόμισε πρωτοδίκως σειρά νομότυπων παραστατικών, τα οποία ανέφερε λεπτομερώς στη σελ. 70 κ.επ. του υπομνήματος που κατέθεσε στο Πρωτοδικείο, από τα οποία προκύπτει ότι συνολική δαπάνη 43.183.112 ορθώς εξέπεσε από τα ακαθάριστα έσοδά της, πλην ενός κονδυλίου 1.478.027 δρχ. για το οποίο πράγματι δεν υπήρχαν παραστατικά, (β) το Εφετείο δεν διευκρινίζει ποιος και πότε διενήργησε τον έλεγχο των παραστατικών που είχε προσκομίσει, και (γ) το Εφετείο δεν διευκρίνισε ποια από τις υπ’ αριθμ. 20, 21, 22 και 23 λογιστικές διαφορές ή ποιο μέρος των διαφορών αυτών αφορούσε στο ποσό των 13.650.148 που έκρινε ως μη εκπεστέο. Ο λόγος πρέπει να απορριφθεί, κατά το σκέλος του (α), διότι δεν αναφέρεται σε συγκεκριμένα δικαιολογητικά και, δη, κατά το νόμο απαιτούμενα για την έκπτωση, ενόψει του είδους των σχετικών δαπανών, αλλά γενικά και αόριστα σε νομότυπα παραστατικά που η εταιρεία είχε προσκομίσει πρωτόδικα και τα οποία δεν εξειδικεύονται επαρκώς ούτε στο σημείο του πρωτοδίκως υποβληθέντος υπομνήματός της στο οποίο παραπέμπει (σελ. 70 κ.επ.). Ως προς το σκέλος του (β), ο λόγος πρέπει να απορριφθεί, διότι, κατά την προφανή έννοια της αναιρεσιβαλλομένης, ο έλεγχος των προσκομισθέντων παραστατικών διενεργήθηκε από το δικάσαν Εφετείο, δεν χρειαζόταν δε, για την επάρκεια της αιτιολογίας της, να προσδιοριστεί και ο χρόνος πραγματοποίησης του ελέγχου αυτού. Τέλος, ο λόγος είναι απορριπτέος και κατά το σκέλος του (γ), γιατί το δικάσαν Εφετείο νομίμως διέλαβε ενιαία κρίση για τις σχετικές λογιστικές διαφορές, ενόψει της φύσης τους, χωρίς να υποχρεούται, στο πλαίσιο αυτό, να αναλύσει, κατά λογιστική διαφορά, το ποσό που θεώρησε ως μη εκπεστέο, δεδομένου, άλλωστε, ότι η αιτούσα δεν προβάλλει ότι διατύπωσε, ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας, ειδικότερους ισχυρισμούς, χρήζοντες απάντησης, με τους οποίους να αναλύει, κατά ποσό και σχετικό δικαιολογητικό, εκάστη δαπάνη που είχε συμπεριλάβει σε καθέναν από τους λογαριασμούς με ΚΑ 256, 257, 258 και 259.

17. Επειδή, στην περίπτωση β΄ της παρ. 1 του άρθρου 35 του ν.δ. 3323/1955 όπως η περίπτωση αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 7 του Ν. 1828/1989, προβλέπεται η έκπτωση από τα ακαθάριστα έσοδα της επιχείρησης των δαπανών για τη συντήρηση και επισκευή μηχανημάτων και επαγγελματικών γενικά εγκαταστάσεών της. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως δαπάνες συντήρησης μεν θεωρούνται εκείνες, οι οποίες γίνονται για να διατηρηθούν τα περιουσιακά στοιχεία της επιχείρησης σε καλή κατάσταση και να παρεμποδισθούν ή να προληφθούν τυχόν βλάβες ή αλλοιώσεις τους από τη χρήση ή τη λειτουργία ή την πάροδο του χρόνου, ως δαπάνες δε επισκευής εκείνες, οι οποίες γίνονται για να επανέλθουν τα περιουσιακά στοιχεία που τυχόν υπέστησαν βλάβη ή αλλοίωση στην αρχική καλή τους κατάσταση. Κατ’ αντιδιαστολή προς τις δαπάνες αυτές, οι οποίες αποβλέπουν στη διατήρηση της υφιστάμενης αξίας των περιουσιακών στοιχείων, οι δαπάνες βελτίωσης, οι οποίες δεν αφαιρούνται εξ ολοκλήρου κατά τη διαχειριστική περίοδο κατά την οποία πραγματοποιήθηκαν, αλλά είναι δεκτικές απόσβεσης σε περισσότερες χρήσεις, αποβλέπουν στην επαύξηση ή επέκταση ή συμπλήρωση των εγκαταστάσεων της επιχείρησης, δηλαδή στην επαύξηση εν γένει των περιουσιακών της στοιχείων (βλ. ΣτΕ 4119/1997 επταμ., 2580/1994 κ.ά.). Εξάλλου, η φορολογούμενη επιχείρηση που επιδιώκει την έκπτωση ορισμένης δαπάνης από τα ακαθάριστα έσοδά της, βάσει της ως άνω διάταξης, έχει το βάρος επίκλησης και απόδειξης της συνδρομής των προϋποθέσεων που τάσσει ο νόμος (πρβλ. ΣτΕ 1602/2011, 2526/2006, 4472/1998, 5770/1995, 1830/1994, 1749/1992 κ.ά.).

18. Επειδή, όπως αναφέρεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η φορολογική αρχή δεν αναγνώρισε προς έκπτωση και προσέθεσε ως λογιστικές διαφορές τα εξής κονδύλια κατά κωδικό αριθμό λογαριασμού: α) ΚΑ 320 «οικοδομικά υλικά», ποσό 14.373.056 δρχ., β) ΚΑ 321 «Ηλεκτρολογικά υλικά», ποσό 2.072.242, γ) ΚΑ 322 «Μηχανολογικό υλικό», ποσό 29.678.829 δρχ., (δ) ΚΑ 323 «Υλικά αντλιών δεξαμενών», ποσό 18.685.985 δρχ., (ε) ΚΑ 400 «Υλικά διάφορα», ποσό 17.334.946 δρχ.. Η μη αναγνώριση των δαπανών εχώρησε με την αιτιολογία ότι αυτές αφορούν στην αγορά υλικών που χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή και διαμόρφωση χώρων πρατηρίων όλης της χώρας, δηλαδή πρόκειται για δαπάνες βελτίωσης των εγκαταστάσεων των πρατηρίων, και τα κονδύλια αυτά, ως αφορώντα σε πάγια στοιχεία της επιχείρησης, δεν εκπίπτουν εφάπαξ αλλά τμηματικά, με τους προβλεπόμενους συντελεστές αποσβέσεων του Π.Δ. 88/1973. Η εταιρεία προέβαλε πρωτόδικα ότι οι δαπάνες αυτές εξέπεσαν νομίμως από τα ακαθάριστα έσοδά της, βάσει του άρθρου 35 παρ. 1 περ. β΄ του Ν.Δ. 3323/1955, διότι αφορούν σε συντήρηση και επισκευή των επαγγελματικών γενικά εγκαταστάσεων και μηχανημάτων της, μέρος δε αυτών αφορά δαπάνες για επισκευές πρατηρίων ανηκόντων κατά κυριότητα σε τρίτους, με τους οποίους είχε συνάψει σύμβαση αποκλειστικής και μακροετούς συνεργασίας. Το δικάσαν Εφετείο, αφού ερμήνευσε τη διάταξη της περίπτωσης β΄ της παρ. 1 του άρθρου 35 του ν.δ. 3323/1955 κατά τον τρόπο που έγινε δεκτός στην προηγούμενα σκέψη. έκρινε τα ακόλουθα σε σχέση με τη λογιστική διαφορά από το λογαριασμό με ΚΑ 320: «[…..] από την έκθεση ελέγχου και τα σχετικά με τις δαπάνες αυτές παραστατικά στοιχεία προκύπτει σαφώς ότι οι μη εκπεσθείσες δαπάνες αφορούν αγορά υλικών και αμοιβές εργολάβων για την κατασκευή πρατηρίων σε όλη τη χώρα και τη διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου τους, αφορούν δηλαδή δαπάνες επαύξησης εν γένει των περιουσιακών στοιχείων της επιχείρησης, ο ισχυρισμός δε της εταιρείας ότι οι δαπάνες αυτές αφορούν τη συντήρηση και την επισκευή των επαγγελματικών της εγκαταστάσεων πρέπει να απορριφθεί, διότι δεν προσδιορίζει σε τι συνίσταντο οι βλάβες και οι φθορές των εγκαταστάσεών της ή των μηχανημάτων της και ποιες εργασίες εκτελέσθηκαν για την αποκατάστασή τους, ούτε προσδιορίζει τα περιουσιακά της στοιχεία, στα οποία ήταν απαραίτητο να διενεργηθούν δαπάνες συντηρήσεως και ποιες εργασίες έγιναν για την διατήρησή τους σε καλή κατάσταση και την πρόληψη τυχόν βλαβών ή αλλοιώσεων από την πάροδο του χρόνου. Απορριπτέος επίσης κρίνεται ο ισχυρισμός της ότι μέρος των δαπανών αυτών αφορά επισκευές πρατηρίων τρίτων, διότι δεν προσάγονται στοιχεία από τα οποία να αποδεικνύεται ποια είναι τα πρατήρια αυτά, και ποιες δαπάνες αφορούν σε αυτά, ούτε οι συμβάσεις συνεργασίας με τους ιδιοκτήτες τους. […] Κατά συνέπεια νομίμως το ως άνω ποσό δεν έγινε δεκτό προς έκπτωση από τη φορολογική αρχή και πρέπει να μεταρρυθμισθεί κατά το μέρος αυτό η εκκαλούμενη απόφαση που έκρινε αντιθέτως, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου της εφέσεως του Ελληνικού Δημοσίου.». Παρόμοια κρίση εξέφερε το Εφετείο και σε σχέση με τις λοιπές λογιστικές διαφορές (από τους λογαριασμούς με ΚΑ 321, 322, 323 και 400). Με την κρινόμενη αίτηση, η εταιρεία προβάλλει ότι η κρίση του Εφετείου για τα επίμαχα κονδύλια δεν είναι νόμιμη, διότι (α) δεν έφερε αυτή το βάρος απόδειξης της συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 35 παρ. 1 περ. β΄ του Ν.Δ. 3323/1955 (αλλά η φορολογική αρχή όφειλε να αποδείξει ότι επρόκειτο περί αποσβεστέων δαπανών), (β) όπως αναλυτικά ισχυρίσθηκε και απέδειξε με την προσφυγή της, το πρωτοδίκως υποβληθέν υπόμνημά της και τα σχετικά που κατέθεσε, οι δαπάνες έγιναν για τη συντήρηση και επισκευή επαγγελματικών εγκαταστάσεων και μηχανημάτων, σε πρατήρια πώλησης πετρελαιοειδών τα περισσότερα εκ των οποίων ανήκουν σε τρίτους, και (γ) ανεξαρτήτως του θέματος της ιδιοκτησίας, πάντως, σύμφωνα με το Ν. 1571/1985, η ίδια, ως εταιρεία εμπορίας πετρελαιοειδών, δεν δικαιούται να λειτουργεί και να διαχειρίζεται πρατήρια πώλησης προϊόντων. Ο λόγος αυτός, ως προς το σκέλος του (α) πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, σύμφωνα με τα γενόμενα δεκτά στην προηγούμενη σκέψη. Ο ίδιος λόγος, κατά το σκέλος του (β), πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι, όπως διατυπώνεται, πλήττει ευθέως την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση του δικάσαντος Εφετείου περί τα πράγματα. Τέλος, και κατά το σκέλος του (γ), ο λόγος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι διατυπώνεται χωρίς να αποδίδεται συγκεκριμένη πλημμέλεια στην αιτιολογία της επίδικης κρίσης και χωρίς να γίνεται συγκεκριμένη παραπομπή σε δικόγραφο με το οποίο είχε προβληθεί τέτοιος ισχυρισμός ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας.

19. Επειδή, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη, δεν αναγνώρισε προς έκπτωση και προσέθεσε ως λογιστικές διαφορές από τους λογαριασμούς με ΚΑ 530-532 «Οικοδομικές και τεχνικές εργασίες», ΚΑ 533 «Μηχανολογικός εξοπλισμός εκτός αντλιών δεξαμενών» και ΚΑ 534 «χρησιδανειζόμενων αντλιών δεξαμενών» διάφορα ποσά, με την αιτιολογία ότι αφορούν πάγια στοιχεία και δεν αποσβέννυνται εφάπαξ αλλά τμηματικώς. Η εταιρεία προέβαλε πρωτόδικα ισχυρισμούς περί εφαρμογής του άρθρου 35 παρ. 1 περ. β΄ του Ν.Δ. 3323/1955, ανάλογους με εκείνους που εκτίθενται στην προηγούμενη σκέψη, και το Πρωτοδικείο δέχθηκε κατά τούτο την προσφυγή. Το δικάσαν Εφετείο δέχθηκε εν μέρει τους σχετικούς λόγους έφεσης του Δημοσίου και θεώρησε ότι η φορολογική αρχή είχε νομίμως αρνηθεί να αναγνωρίσει προς έκπτωση (α) δαπάνη 2.124.000 δρχ. που αφορά στην κατασκευή σκάλας ασφάλειας του κτιρίου των γραφείων της εταιρείας, (β) δαπάνη ύψους 826.000 δρχ., που αφορά στην εκσκαφή, τοποθέτηση σωληνώσεων και πέρασμα καλωδίων στο ιδιόκτητο πρατήριο της εταιρείας στο Καλοχώρι Δενδροποτάμου Θεσσαλονίκης, (γ) δαπάνη 855.181 δρχ., που αφορά εξωσυμβατικές εργασίες του έργου «επέκταση δεξαμενών εγκαταστάσεις Δενδροποτάμου και (δ) δαπάνη 6.955.684 δρχ., που αφορά στον έλεγχο υπεδάφους εγκαταστάσεων Ασπροπύργου, αμοιβή εργολάβου κ.λπ., με το σκεπτικό ότι οι δαπάνες αυτές αφορούν στην επέκταση ή στην επαύξηση των εγκαταστάσεων της εταιρείας και συνεπώς, κατά τα προεκτεθέντα, δεν εκπίπτουν εφάπαξ, βάσει της περίπτωσης β΄ της παρ. 1 του άρθρου 35 του ν.δ. 3323/1955, αλλά αποσβέννυνται τμηματικώς. Με την κρινόμενη αίτηση, η εταιρεία προβάλλει κατά των ανωτέρω σκέψεων της αναιρεσιβαλλομένης τα ίδια παράπονα με εκείνα που διατυπώνει, κατά τα προεκτεθέντα, κατά της παρόμοιας κρίσης του Εφετείου ως προς τις λογιστικές διαφορές από τους λογαριασμούς με ΚΑ 320-323 και 400. Οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν με το αιτιολογικό που παρατίθεται στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας απόφασης.

20. Επειδή, βάσει των παραπάνω και του ότι δεν προβάλλεται άλλος λόγος αναίρεσης, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.

Δια ταύτα

Απορρίπτει την υπό κρίση αίτηση.

Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου.

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τη δικαστική δαπάνη του Ελληνικού Δημοσίου, η οποία ανέρχεται σε τετρακόσια εξήντα (460) ευρώ.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 23 και 25 Ιανουαρίου 2011 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 29ης Φεβρουαρίου 2012.

Η Προεδρεύουσα Σύμβουλος Η Γραμματέας

Ε. Γαλανού Α. Ζυγουρίτσα

Please follow and like us:

ΝΟΜΟΣ 4147/2013 (ΦΕΚ Α΄ 98/26.04.2013) Kύρωση της από 31.12.2012 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου «Ρ

ΝΟΜΟΣ 4147/2013 (ΦΕΚ Α΄ 98/26.04.2013)
Kύρωση της από 31.12.2012 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου «Ρυθμίσεις κατεπειγόντων θεμάτων αρμοδιότητας των Υπουργείων Εσωτερικών, Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη, της Γενικής Γραμματείας της Κυβέρνησης και του Υπουργού Επικρατείας» και άλλες διατάξεις.

ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ

ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ Αρ. Φύλλου 98 26 Απριλίου 2013

____________________________________________________

ΝΟΜΟΣ ΥΠ’ ΑΡΙΘ. 4147

Kύρωση της από 31.12.2012 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου «Ρυθμίσεις κατεπειγόντων θεμάτων αρμοδιότητας των Υπουργείων Εσωτερικών, Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη, της Γενικής Γραμματείας της Κυβέρνησης και του Υπουργού Επικρατείας» και άλλες διατάξεις.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ

ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:

Άρθρο 1

Κύρωση της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου «Ρυθμίσεις κατεπειγόντων θεμάτων αρμοδιότητας των Υπουργείων Εσωτερικών, Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη, της Γενικής Γραμματείας της Κυβέρνησης και του Υπουργού Επικρατείας»

Κυρώνεται και έχει ισχύ νόμου από τη δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως η από 31.12.2012 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου: «Ρυθμίσεις κατεπειγόντων θεμάτων αρμοδιότητας των Υπουργείων Εσωτερικών, Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη, της Γενικής Γραμματείας της Κυβέρνησης και του Υπουργού Επικρατείας», η οποία δημοσιεύτηκε στο υπ’ αριθ. 256 Φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως (τεύχος Α΄/ 31.12.2012) και έχει ως εξής:

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ

ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Έχοντας υπόψη:

1. Το άρθρο 44 παρ. 1 του Συντάγματος.

2. Την έκτακτη περίπτωση εξαιρετικά επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης για την αντιμετώπιση κατεπειγόντων θεμάτων των Υπουργείων Εσωτερικών, Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη, της Γενικής Γραμματείας της Κυβέρνησης και του Υπουργού Επικρατείας, που είναι σκόπιμο να ρυθμιστούν μέχρι την παρέλευση του τρέχοντος ημερολογιακού έτους προκειμένου να μην δημιουργηθούν προβλήματα στην εύρυθμη λειτουργία του κράτους.

3. Την πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου,

αποφασίζουμε:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄

ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ

Άρθρο 1

Ζητήματα αρμοδιοτήτων των άρθρων 94, 95 και 204 του ν. 3852/2010

1. Ο χρόνος έναρξης άσκησης από τους δήμους των αρμοδιοτήτων των άρθρων 94 και 204 του ν. 3852/2010 (ΦΕΚ Α΄ 87), που τους μεταβιβάζονται στο πλαίσιο των οριζομένων στην περ. β΄ της παρ. 1 του άρθρου 95 και στο πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 206 του ιδίου νόμου, κατά τη διάρκεια εφαρμογής του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013 − 2016, ως ισχύει, καθορίζεται αναλόγως με σχετικές αποφάσεις του Υπουργού Εσωτερικών και του Υπουργού Οικονομικών σε ζητήματα αρμοδιότητάς του, καθώς και κάθε άλλου καθ’ ύλην αρμόδιου Υπουργού, όπου συντρέχει περίπτωση, έπειτα από γνώμη της Κεντρικής Ένωσης Δήμων Ελλάδος (ΚΕΔΕ).

Με τις αποφάσεις αυτές, ρυθμίζονται και ζητήματα μεταφοράς προσωπικού και απόδοσης των ανάλογων οικονομικών πόρων, που απαιτούνται για την άσκηση των αρμοδιοτήτων που μεταβιβάζονται στους δήμους, καθώς και κάθε άλλο αναγκαίο ειδικό, τεχνικό, λεπτομερειακό ζήτημα.

2. Με όμοιες αποφάσεις του Υπουργού Εσωτερικών, καθορίζεται αναλόγως ο χρόνος έναρξης άσκησης από τους δήμους των αρμοδιοτήτων που μεταβιβάστηκαν σε αυτούς στο πλαίσιο των οριζομένων στην περίπτωση α΄ της παρ. 1, του άρθρου 95 του ν. 3852/2010, για τις οποίες παρέχεται διοικητική υποστήριξη.

Μέχρι την έκδοση των σχετικών αποφάσεων, συνεχίζουν να έχουν εφαρμογή οι ρυθμίσεις των παρ. 2, 3 και 4 και της περ. α΄ της παρ. 6 του άρθρου 95 και του δεύτερου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 206 του ανωτέρω νόμου, κατά παρέκκλιση της προβλεπόμενης σε αυτά σχετικής προθεσμίας.

3. Κάθε γενική ή ειδική διάταξη που ρυθμίζει αντίθετα με τα ανωτέρω καταργείται από της δημοσιεύσεως του παρόντος.

Άρθρο 2

Ζητήματα συμβάσεων ορισμένου χρόνου και μίσθωσης έργου στους Ο.Τ.Α.

1. Αναστέλλεται η ισχύς της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 6 του ν. 2527/1997, που προστέθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 10 του ν. 3812/2009, για όσο χρόνο ισχύει ο περιορισμός των ετήσιων προσλήψεων και διορισμών του μονίμου προσωπικού και του προσωπικού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στους φορείς της παρ.1 του άρθρου 14 του ν. 2190/1994, όπως τροποποιήθηκε με την παρ.1 του άρθρου 1 του ν. 3812/2009.

Σε κάθε περίπτωση κατά την εφαρμογή των ανωτέρω δεν αυξάνεται ο μέγιστος επιτρεπόμενος αριθμός ατόμων που θα προσληφθούν με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου ή με σύμβαση έργου όπως καθορίζεται με τη διαδικασία της 6/5.5.2009 Πράξης Υπουργικού Συμβουλίου (ΦΕΚ Α΄ 70) και ισχύει κατ’ έτος.

2. Μετά το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 5 του άρθρου 6 του ν. 2527/1997, όπως αντικαταστάθηκε από την παράγραφο 2 του άρθρου 10 του ν. 3812/2009, προστίθεται εδάφιο ως εξής:

«Η βεβαίωση εκδίδεται κατόπιν αιτήματος του φορέα στο οποίο καθορίζεται απαραιτήτως το έργο που θα εκτελεστεί, ο αριθμός των προσώπων που θα το εκτελέσουν και οι ειδικότητες αυτών, η χρονική διάρκεια που απαιτείται για την ολική ή τμηματική παράδοση του έργου και ο τόπος εκτέλεσης αυτού. Στο αίτημα περιλαμβάνεται και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ότι το έργο δεν ανάγεται στον κύκλο των συνήθων καθηκόντων των υπαλλήλων του οικείου φορέα και τους λόγους για τους οποίους δεν μπορεί να εκτελεστεί τούτο από αυτούς».

3. Συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και μίσθωσης έργου, βάσει αιτημάτων των ΟΤΑ α΄ και β΄ βαθμού και των νομικών προσώπων αυτών, για τα οποία έχει δοθεί έγκριση από την Επιτροπή της 33/2006 Πράξης Υπουργικού Συμβουλίου, όπως ισχύει, έως 31.12.2012, μπορούν να συναφθούν έως 31.12.2013 και εν συνεχεία να υλοποιηθούν.

Άρθρο 3

Ζητήματα αποζημίωσης αιρετών της παραγράφου 1 του άρθρου 93 του ν. 3852/2010

Η παρ. 5 του άρθρου 92 του ν. 3852/2010 (ΦΕΚ Α΄ 87), ως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής:

«5. Τα αιρετά όργανα της παρ.1 του άρθρου 93, στα οποία χορηγείται η ειδική άδεια του άρθρου 93 για όλο το διάστημα της θητείας τους, έχουν το δικαίωμα να επιλέξουν είτε τις πλήρεις αποδοχές της οργανικής τους θέσης είτε την αντιμισθία του παρόντος άρθρου.

Τα αιρετά όργανα της ίδιας παραγράφου που δεν δικαιούνται αντιμισθίας λαμβάνουν τις πλήρεις αποδοχές της οργανικής τους θέσης.

Σε κάθε περίπτωση οι κατά τα ανωτέρω δαπάνες, καθώς και οι ασφαλιστικές εισφορές εργοδότη όπου αυτές προβλέπονται, βαρύνουν τον προϋπολογισμού του οικείου ΟΤΑ.

Τα προαναφερθέντα αιρετά όργανα, εφόσον πρόκειται περί συνταξιούχων, έχουν το δικαίωμα να επιλέξουν είτε την αντιμισθία του παρόντος άρθρου είτε, παραιτούμενοι αυτής, να λαμβάνουν τη σύνταξή τους.

Η ενάσκηση του δικαιώματος επιλογής λαμβάνει χώρα εντός αποκλειστικής προθεσμίας δέκα ημερών από την ανάληψη των καθηκόντων τους ως αιρετών, με δήλωσή τους στο Δήμο και στον φορέα της οργανικής τους θέσης. Για την τρέχουσα δημοτική περίοδο, η ενάσκηση του δικαιώματος επιλογής λαμβάνει χώρα εντός αποκλειστικής προθεσμίας είκοσι ημερών από της δημοσιεύσεως του παρόντος νόμου. Παρελθούσης άπρακτης της προθεσμίας, διακόπτεται η καταβολή των αποδοχών της οργανικής τους θέσης».

Άρθρο 4

Διαδικασία συγχώνευσης ΔΕΥΑ

Η παράγραφος 6 του άρθρου 109 του ν. 3852/2010 (ΦΕΚ Α΄ 87), όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 10 του ν. 4071/2012 (ΦΕΚ Α΄ 85), αντικαθίσταται ως εξής:

«6. Οι διατάξεις των ανωτέρω παραγράφων εφαρμόζονται αναλόγως και στη συγχώνευση των Δημοτικών Επιχειρήσεων Ύδρευσης και Αποχέτευσης (Δ.Ε.Υ.Α.). Η αρμοδιότητα της νέας, μετά τη συγχώνευση, Δημοτικής Επιχείρησης Ύδρευσης και Αποχέτευσης ή της προϋπάρχουσας εκτείνεται υποχρεωτικά στο σύνολο της εδαφικής περιοχής του δήμου.

Σε περίπτωση που για την εφαρμογή του προηγουμένου εδαφίου η ανάληψη της διαχείρισης των υπηρεσιών ύδρευσης − αποχέτευσης για το σύνολο της εδαφικής περιφέρειας του δήμου αναλαμβάνεται από υφιστάμενη Δ.Ε.Υ.Α., η χωρική αρμοδιότητα αυτής επεκτείνεται αναλόγως με απόφαση του δημοτικού συμβουλίου, η οποία εγκρίνεται με πράξη του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης. Η απόφαση αυτή μπορεί να ληφθεί μέχρι 31.12.2014 εάν δε έχει ήδη ληφθεί, μπορεί να ανασταλεί η εφαρμογή της, εν όλω ή εν μέρει, με νεότερη απόφαση του δημοτικού συμβουλίου, κατά την αυτή διαδικασία, μέχρι 31.12.2014. Μέχρι την ίδια ημερομηνία επιτρέπεται, κατ’ εξαίρεση και κατά την αυτή διαδικασία, η εν μέρει επέκταση της κατά τα ανωτέρω χωρικής αρμοδιότητας της τυχόν υφιστάμενης Δ.Ε.Υ.Α..

Έργα ύδρευσης ή αποχέτευσης που έχουν ήδη ενταχθεί σε Επιχειρησιακά Προγράμματα του Ε.Σ.Π.Α. με δικαιούχους Δήμους δύνανται να υλοποιηθούν είτε από τους Δήμους είτε από τις Δ.Ε.Υ.Α., ανεξαρτήτως της επέκτασης της χωρικής αρμοδιότητας αυτών».

Άρθρο 5

Ζητήματα εφαρμογής του προγράμματος «ΘΗΣΕΑΣ»

1. Η διάρκεια του προγράμματος Θησέας, η οποία είχε παραταθεί ως 31.12.2012 με την παράγραφο 4 του άρθρου 2 της από 31.12.2011 Πράξεως Νομοθετικού Περιεχομένου με τίτλο «Ρυθμίσεις κατεπειγόντων θεμάτων εφαρμογής του ν. 4024/2011 “Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο − βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012−2015″», όπως αυτή κυρώθηκε με το άρθρο δεύτερο του ν. 4047/2012 (ΦΕΚ Α΄ 31), παρατείνεται έως 31.12.2014.

2. Στην παρ. 2 του άρθρου 10 του ν. 3274/2004 προστίθεται εδάφιο, ως εξής:

«Στην περίπτωση οριστικά ενταγμένων έργων ή μελετών του Προγράμματος Θησέας, που πρόκειται να ενταχθούν σε αναπτυξιακά προγράμματα συγχρηματοδοτούμενα από την Ε.Ε, η τροποποίηση και η ανάκληση της απόφασης ένταξης εκδίδεται από τον Υπουργό Εσωτερικών, κατά παρέκκλιση των διατάξεων των προηγούμενων παραγράφων, καθώς και εκείνων του άρθρου 9 του παρόντος νόμου.»

Άρθρο 6

Παράταση προθεσμίας συγχωνεύσεως Φ.Ο.Δ.Σ.Α.

Το προβλεπόμενο στο εδάφιο α΄ της παρ. 1 του άρθρου 16 του ν. 4071/2012 διάστημα έξι (6) μηνών υποχρεωτικής συγχώνευσης στους Περιφερειακούς Συνδέσμους Φορέων Διαχείρισης Στερεών Αποβλήτων (ΦΟΔΣΑ) του άρθρου 13 του ανωτέρω νόμου, για συνδέσμους που έχουν συσταθεί ως ΦΟΔΣΑ ή ανώνυμες εταιρίες ή άλλες επιχειρήσεις και νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου των ΟΤΑ κατά κλάδο ή τομέα που ασκούν αρμοδιότητες ΦΟΔΣΑ παρατείνεται έως 31.12.2013.

Η ισχύς της παρούσας διάταξης αρχίζει από 1.12.2012.

Άρθρο 7

Συγκρότηση παρατηρητηρίου οικονομικής αυτοτέλειας ΟΤΑ

Στην παρ. 3 του άρθρου 3 της από 18.11.2012 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (ΦΕΚ Α΄ 228) προστίθεται τελικό εδάφιο ως εξής:

«Το Παρατηρητήριο συγκροτείται και συνεδριάζει νομίμως με τη συμμετοχή τουλάχιστον του Προέδρου και των υπηρεσιακών στελεχών του Υπουργείου Εσωτερικών και του Υπουργείου Οικονομικών».

Άρθρο 8

Αναδιάρθρωση Οργανικών Μονάδων Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Εσωτερικών

1. Η Διεύθυνση «Οικονομικών Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης» της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Εσωτερικών μετονομάζεται σε Διεύθυνση «Οικονομικών Τοπικής Αυτοδιοίκησης» και αναδιαρθρώνεται ως εξής:

Η Διεύθυνση Οικονομικών Τοπικής Αυτοδιοίκησης είναι αρμόδια για την επεξεργασία, εφαρμογή και ερμηνεία του θεσμικού πλαισίου που διέπει την οικονομική διοίκηση και διαχείριση, την περιουσία, τα έσοδα, καθώς και την παρακολούθηση και επεξεργασία οικονομικών στοιχείων των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης πρώτου και δεύτερου βαθμού και των πάσης φύσεως νομικών τους προσώπων.

Οι αρμοδιότητες της Διεύθυνσης Οικονομικών Τοπικής Αυτοδιοίκησης κατανέμονται στα υπαγόμενα σε αυτή Τμήματα, ως ακολούθως:

Α. Στο Τμήμα Περιουσίας, το οποίο είναι αρμόδιο για θέματα όπως:

α. Τα ζητήματα που άπτονται των εμπραγμάτων και ενοχικών δικαιωμάτων επί της δημόσιας και ιδιωτικής περιουσίας αυτών, καθώς και της προστασίας, της διαχείρισης και της εν γένει αξιοποίησης αυτής.

β. Τα ζητήματα που προκύπτουν κατά την εφαρμογή των διατάξεων για την κήρυξη και τη συντέλεση αναγκαστικής απαλλοτρίωσης υπέρ Ο.Τ.Α.

γ. Τα ζητήματα που προκύπτουν κατά την εφαρμογή των διατάξεων για τον καθορισμό των ορίων των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτου βαθμού και την τήρηση αρχείου αποφάσεων καθορισμού ορίων.

δ. Η εισήγηση και επεξεργασία σχεδίων για τον εκσυγχρονισμό του θεσμικού πλαισίου που διέπει τη διαχείριση και αξιοποίηση της περιουσίας αυτών, συμπεριλαμβανομένων της κατάρτισης και τήρησης από τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης κτηματολογίων των ακινήτων τους.

ε. Η ανάπτυξη, υποστήριξη και ενημέρωση της βάσης δεδομένων ακίνητης περιουσίας της τοπικής αυτοδιοίκησης.

στ. Η συνεργασία με το Παρατηρητήριο Οικονομικής Αυτοτέλειας των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, τις οργανικές μονάδες του Υπουργείου Εσωτερικών, την οικεία Υπηρεσία Εποπτείας του Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης και κάθε συναρμόδιο Υπουργείο και φορέα για ζητήματα αρμοδιότητας του Τμήματος.

ζ. Η υποστήριξη εφαρμογής προγραμμάτων για την εξυγίανση των οικονομικών της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.

η. Η παρακολούθηση της τήρησης των διατάξεων που διέπουν τις δωρεές, τα κληροδοτήματα και τις κληρονομίες υπέρ αυτών.

θ. Η συνεργασία και η παροχή οδηγιών στις υπηρεσίες των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων και των Αυτοτελών Υπηρεσιών Εποπτείας ΟΤΑ για θέματα του Τμήματος.

Β. Στο Τμήμα Εσόδων, το οποίο είναι αρμόδιο για θέματα όπως:

α. Η κωδικοποίηση, επεξεργασία και εισήγηση του θεσμικού πλαισίου που ρυθμίζει τα έσοδα των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης.

β. Η ανάπτυξη μηχανισμού βεβαίωσης και είσπραξης των εσόδων των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης που προέρχονται από θεσμοθετημένους φόρους, τέλη, εισφορές και δικαιώματα.

γ. Η εισήγηση και επεξεργασία του θεσμικού πλαισίου που διέπει το φορολογικό σύστημα αυτών και η μέριμνα για τον εκσυγχρονισμό του.

δ. Η εισήγηση και επεξεργασία του θεσμικού πλαισίου που διέπει τη φορολογική αποκέντρωση.

ε. Η εισήγηση και επεξεργασία του θεσμικού πλαισίου που διέπει τα έσοδα των νομικών προσώπων των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης.

στ. Η συνεργασία με το Παρατηρητήριο Οικονομικής Αυτοτέλειας των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, τις οργανικές μονάδες του Υπουργείου Εσωτερικών, την οικεία Υπηρεσία Εποπτείας του Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης και κάθε συναρμόδιο Υπουργείο και φορέα για ζητήματα αρμοδιότητας του Τμήματος.

ζ. Η υποστήριξη εφαρμογής προγραμμάτων για την εξυγίανση των οικονομικών της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.

η. Η συγκρότηση και η συνδρομή στη λειτουργία των επιτροπών συμβιβαστικής επίλυσης φορολογικών διαφορών και αμφισβητήσεων.

θ. Η συνεργασία και η παροχή οδηγιών στις υπηρεσίες των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων και των Αυτοτελών Υπηρεσιών Εποπτείας ΟΤΑ για θέματα του Τμήματος.

Γ. Στο Τμήμα Οικονομικής Διοίκησης και Προϋπολογισμού, το οποίο είναι αρμόδιο για θέματα όπως:

α. Η κατάρτιση των προϋπολογισμών, απολογισμών και η εν γένει οικονομική διοίκηση και διαχείριση των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, συμπεριλαμβανομένων και των πάσης φύσεως νομικών τους προσώπων.

β. Η σύσταση και λειτουργία της ταμειακής τους υπηρεσίας, η συνομολόγηση των δανείων τους, η είσπραξη των εσόδων και η πληρωμή των δαπανών τους.

γ. Η εφαρμογή από αυτούς του διπλογραφικού λογιστικού συστήματος και της αναλυτικής λογιστικής.

δ. Ο καθορισμός και σχεδιασμός των βιβλίων και στοιχείων που οφείλουν να τηρούν.

ε. Ο καθορισμός των δικαιολογητικών που συνοδεύουν τα χρηματικά εντάλματα πληρωμής που εκδίδουν.

στ. Τα ζητήματα που άπτονται κάθε είδους οικονομικού και διαχειριστικού ελέγχου, καθώς και όσα άπτονται του προληπτικού και κατασταλτικού ελέγχου των δαπανών τους.

ζ. Η μέριμνα για τον εκσυγχρονισμό του θεσμικού πλαισίου για την οικονομική διοίκηση και το λογιστικό αυτών.

η. Η συνεργασία με το Παρατηρητήριο Οικονομικής Αυτοτέλειας των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, τις οργανικές μονάδες του Υπουργείου Εσωτερικών, την οικεία Υπηρεσία Εποπτείας του οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης και κάθε συναρμόδιο Υπουργείο και φορέα για ζητήματα αρμοδιότητας του Τμήματος.

θ. Η υποστήριξη της εφαρμογής προγραμμάτων για την εξυγίανση των οικονομικών της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.

ι. Η εισήγηση και επεξεργασία σχεδίων για το θεσμικό πλαίσιο που διέπει τις προγραμματικές συμβάσεις και η εφαρμογή τούτου.

ια. Ο έλεγχος και η έγκριση του προϋπολογισμού, του απολογισμού και των οικονομικών καταστάσεων της Κεντρικής Ένωσης Δήμων Ελλάδας και της Ένωσης Περιφερειών.

ιβ. Η εισήγηση και η επεξεργασία ρυθμίσεων και πράξεων για ζητήματα που αφορούν τον καθορισμό του ύψους κάθε είδους αποδοχών, της αντιμισθίας, των εξόδων κίνησης και παράστασης, καθώς και λοιπών αποζημιώσεων των αιρετών οργάνων τους.

ιγ. Η συνεργασία και η παροχή οδηγιών στις υπηρεσίες των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων και των Αυτοτελών Υπηρεσιών Εποπτείας Ο.Τ.Α. για θέματα του Τμήματος.

Δ. Στο Τμήμα Παρακολούθησης και Επεξεργασίας Οικονομικών Στοιχείων Τοπικής Αυτοδιοίκησης, το οποίο είναι αρμόδιο για θέματα όπως:

α. Η συγκέντρωση και η επεξεργασία βάσεων δεδομένων επιχορηγήσεων και λοιπών οικονομικών και στατιστικών στοιχείων, καθώς και η εξαγωγή και επεξεργασία από τις βάσεις αυτές αριθμοδεικτών αξιολόγησης όλων των υπόχρεων για την παροχή στοιχείων φορέων.

β. Η υποστήριξη εφαρμογής προγραμμάτων για την εξυγίανση των οικονομικών των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης.

γ. Η κατάρτιση και διαχείριση οικονομικών και στατιστικών δεδομένων και αναφορών, καθώς και η παροχή σχετικών στοιχείων στο πλαίσιο της συνεργασίας του Υπουργείου με υπηρεσίες άλλων Υπουργείων ή φορέων, ιδίως με το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, το Ελεγκτικό Συνέδριο, την Οικονομική Επιθεώρηση του Υπουργείου Οικονομικών, την Ελληνική Στατιστική Αρχή, την EUROSTAT, το Σώμα Επιθεωρητών − Ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης, τις Αυτοτελείς Υπηρεσίες Εποπτείας Ο.Τ.Α., την Κεντρική Ένωση Δήμων Ελλάδος και την Ένωση Περιφερειών.

δ. Η παρακολούθηση της είσπραξης των εσόδων και πραγματοποίησης των δαπανών, καθώς και των ελέγχων που διενεργούνται σε αυτούς.

ε. Τα ζητήματα που άπτονται των ενοποιημένων ετήσιων προϋπολογισμών της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.

στ. Η συγκέντρωση οικονομικών δεδομένων από τα μητρώα δεσμεύσεων που σχετίζονται με τον τακτικό προϋπολογισμό και τον Προϋπολογισμό Δημοσίων Επενδύσεων και η καταγραφή τους στη Διαδικτυακή Πύλη του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους σε τακτική βάση.

ζ. Η κατάρτιση και υποβολή των προβλεπόμενων αναφορών σχετικά με τη λειτουργία των μητρώων δεσμεύσεων και σχετικά με καθυστερημένες πληρωμές.

η. Η πραγματοποίηση εκτιμήσεων για την πορεία εκτέλεσης των ενοποιημένων προϋπολογισμών, η παραγωγή, ο έλεγχος και η επεξεργασία των σχετικών οικονομικών λογιστικών δεδομένων.

θ. Η εξακρίβωση της εγκυρότητας και της αξιοπιστίας των οικονομικών δεδομένων που υποβάλλονται από τους εποπτευόμενους φορείς.

ι. Η ενημέρωση του Παρατηρητηρίου Οικονομικής Αυτοτέλειας των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης για την απόκλιση της εκτέλεσης του προϋπολογισμού οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης από τους στόχους που έχουν τεθεί, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις.

ια. Η συνεργασία με το Παρατηρητήριο Οικονομικής Αυτοτέλειας των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, τις οργανικές μονάδες του Υπουργείου Εσωτερικών, την οικεία Υπηρεσία Εποπτείας του οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης και κάθε συναρμόδιο Υπουργείο και φορέα για ζητήματα αρμοδιότητας του Τμήματος.

ιβ. Η γραμματειακή υποστήριξη του Παρατηρητηρίου Οικονομικής Αυτοτέλειας των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης.

ιγ. Η συνεργασία και η παροχή οδηγιών στις υπηρεσίες των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων και των Αυτοτελών Υπηρεσιών Εποπτείας Ο.Τ.Α. για θέματα του Τμήματος.

Ε. Στη Διεύθυνση Οικονομικών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, καθώς και στα υπαγόμενα σε αυτή Τμήματα, προΐστανται υπάλληλοι του κλάδου ΠΕ Διοικητικού ή ΠΕ Διοικητικού−Οικονομικού.

2. Η Διεύθυνση «Αναπτυξιακών Προγραμμάτων και Διεθνών Οργανισμών» της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Εσωτερικών, μετονομάζεται σε Διεύθυνση «Οικονομικής και Αναπτυξιακής Πολιτικής Τοπικής Αυτοδιοίκησης» και σε αυτήν προστίθεται Τμήμα Επιχορηγήσεων Τοπικής Αυτοδιοίκησης.

Α. Το Τμήμα Επιχορηγήσεων Τοπικής Αυτοδιοίκησης είναι αρμόδιο για θέματα που αφορούν τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης όπως:

α. Η υποβολή προτάσεων για την κατάρτιση του Κρατικού Προϋπολογισμού κάθε οικονομικού έτους κατά το μέρος που αφορά τα έσοδα των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης.

β. Ο καθορισμός των κριτηρίων και της διαδικασίας κατανομής των Κεντρικών Αυτοτελών Πόρων, καθώς και η κατανομή αυτών για την κάλυψη των δαπανών τους και την υλοποίηση εξειδικευμένων δράσεων.

γ. Η καταβολή της μισθοδοσίας στο προσωπικό αυτών.

δ. Η διαχείριση των Κ.Α.Ε. των Κεντρικών Αυτοτελών Πόρων της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.

ε. Η διαχείριση των αναγκαίων πιστώσεων για τις μετακινήσεις προσωπικού από και προς τις Περιφέρειες.

στ. Η επιχορήγησή τους από πιστώσεις του Κρατικού Προϋπολογισμού που εγγράφονται ως μεταβιβαστικές πληρωμές στον Προϋπολογισμό του Υπουργείου Εσωτερικών.

ζ. Η επιχορήγηση Δημοτικών Επιχειρήσεων Ύδρευσης Αποχέτευσης (ΔΕΥΑ) προς αντικατάσταση των καταργηθέντων τελών ύδρευσης και αποχέτευσης.

η. Η κατανομή σε αυτούς εσόδων από το τέλος ακίνητης περιουσίας, το τέλος διαφήμισης, το φόρο ζύθου, από τα παράβολα για τη χορήγηση και ανανέωση των αδειών παραμονής των αλλοδαπών, καθώς και από κάθε άλλη πηγή που προβλέπεται στην κείμενη νομοθεσία.

θ. Η έκδοση αποφάσεων παρακράτησης οφειλών oργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης που είναι μέλη συνδέσμων.

ι. Η σύμπραξη στην επεξεργασία ρυθμίσεων και η έκδοση πράξεων του Υπουργείου, κατά το μέρος που αυτές έχουν επίπτωση στον προϋπολογισμό αυτών.

ια. Η συνεργασία και η παροχή οδηγιών στις υπηρεσίες των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων και των Αυτοτελών Υπηρεσιών Εποπτείας Ο.Τ.Α. για θέματα του Τμήματος.

ιβ. Η κατανομή των Κεντρικών Αυτοτελών Πόρων στην Κεντρική Ένωση Δήμων Ελλάδας, τις Περιφερειακές Ενώσεις Δήμων και την Ένωση Περιφερειών για την κάλυψη λειτουργικών και λοιπών γενικών δαπανών τους.

Β. Στο Τμήμα αυτό προΐσταται υπάλληλος του κλάδου ΠΕ Διοικητικού ή ΠΕ Διοικητικού−Οικονομικού.

3. Για την υποστήριξη του αντικειμένου της Διεύθυνσης Οικονομικών Τοπικής Αυτοδιοίκησης του Υπουργείου Εσωτερικών αυξάνονται οι οργανικές θέσεις του Υπουργείου Εσωτερικών κατά είκοσι. Οι κλάδοι των θέσεων αυτών ανά κατηγορία είναι: ΠΕ Διοικητικού 9 θέσεις, ΠΕ Διοικητικού−Οικονομικού 4, ΤΕ ΔιοικητικούΛογιστικού 2, ΠΕ Πληροφορικής 1, ΤΕ Πληροφορικής 1, ΔΕ Διοικητικού−Λογιστικού 2, ΔΕ Διοικητικών Γραμματέων 1. Για την κάλυψη των θέσεων αυτών τυγχάνει εφαρμογής το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 3 της από 18.9.2012 Πράξεως Νομοθετικού Περιεχομένου «Δημοσιονομικοί κανόνες και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α΄ 228).

4. Καταργείται κάθε γενική και ειδική διάταξη που αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου αυτού.

Άρθρο 9

Αντιμισθία Αντιδημάρχων νησιωτικών δημοτικών κοινοτήτων

Μετά το τρίτο εδάφιο, της παρ. 1 του άρθρου 92 του ν. 3852/2010, ως ισχύει, προστίθεται εδάφιο τέταρτο ως εξής:

«Στον αριθμό των αντιδημάρχων που δικαιούνται αντιμισθίας, κατά το προηγούμενο εδάφιο, προστίθενται οι αντιδήμαρχοι που ορίζονται κατά το άρθρο 207».

Άρθρο 10

Παράταση της προθεσμίας συμψηφισμού κυρίων οφειλών Δήμων

Η περίπτωση 8 της υποπαραγράφου ΣΤ3 «ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΡΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΑΥΤΟΤΕΛΕΙΑΣ ΤΩΝ ΟΡΓΑΝΙΣΜΩΝ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ» της παρ. ΣΤ’ του πρώτου άρθρου του ν. 4093/2012 (Α΄ 22) τροποποιείται ως εξής:

« Η προθεσμία της παρ. 5 του πρώτου άρθρου της από 30.4.2012 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου «Ρυθμίσεις θεμάτων εφαρμογής των νόμων 3864/2010, 4021/2011, 4046/2012, 4051/2012 και 4071/2012, που κυρώθηκε με το άρθρο δεύτερο του ν. 4079/2012, παρατείνεται έως την 31.6.2013».

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄

ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΡΟΝΟΙΑΣ

Άρθρο 11

Διάρκεια λειτουργίας της προσωρινής ενιαίας διοικούσας επιτροπής

1. Η μεταβατική περίοδος λειτουργίας για την περαίωση του έργου της Προσωρινής Ενιαίας Διοικούσας Επιτροπής, που προβλέπεται στο Παράρτημα V 2 του ν. 4046/2012 (ΦΕΚ Α΄ 28) και στο άρθρο 1 της ΠΥΣ 7/ 28.2.2012 (Α΄ 39) λήγει την 28.2.2013.

2. Έως τη νέα λήξη της μεταβατικής περιόδου λειτουργίας, ισχύει ο διορισμός των μελών της Προσωρινής Ενιαίας Διοικούσας Επιτροπής όπως προβλέπεται στο άρθρο μόνο της ΠΥΣ 37/4.10.2012 (Υ.Ο.Δ.Δ. 466).

Άρθρο 12

Λειτουργία ΕΤΕΑ

1. Από 1.1.2013 εντάσσονται υποχρεωτικά στο Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης (ΕΤΕΑ) τα ταμεία και οι τομείς επικουρικής ασφάλισης για τα οποία υποβλήθηκε αίτημα εξαίρεσης από την ένταξή τους στο ΕΤΕΑ σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 36 του ν. 4052/2012 (Α΄ 41), εφόσον μέχρι 31.12.2012: α) δεν έχουν υποβληθεί στο Υπουργείο Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας αναλογιστικές μελέτες και καταστατικά κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 7 και 8 του ν. 3029/2002 (ΦΕΚ Α΄160) ή β) έχουν υποβληθεί και απορριφθεί. Για όσες περιπτώσεις έχουν υποβληθεί μέχρι 31.12.2012 αναλογιστικές μελέτες και καταστατικά και εκκρεμεί η επεξεργασία τους στην Εθνική Αναλογιστική Αρχή και στην αρμόδια Διεύθυνση του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας αντίστοιχα, η προθεσμία υποχρεωτικής ένταξής τους στο ΕΤΕΑ παρατείνεται έως την 28.2.2013.

2. Η παρ. 4 του άρθρου 42 του ν. 4052/2012 (Α΄ 41) καταργείται.

3. Οι παροχές που χορηγούνται στους μέχρι 31.12.1992 ασφαλισμένους, καθώς και στους συνταξιούχους του Λογαριασμού Διαχείρισης Κεφαλαίων Πρόσθετης Ασφάλισης Συμπληρωματικών Συνταξιοδοτικών Παροχών του Λογαριασμού Ασφαλιστικών Καλύψεων Προσωπικού Τράπεζας Αττικής (ΛΑΚ), σύμφωνα με το άρθρο 9 του ν. 3554/ 2007 (Α΄80) εξακολουθούν να καταβάλλονται από το ΕΤΑΤ, από ειδικό λογαριασμό που τηρείται από τα ποσά που καταβάλλει η εργοδότρια Τράπεζα.

4. Με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται μετά από πρόταση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, αναλογιστική μελέτη, γνώμη του ΔΣ του ΕΤΑΤ και γνώμη του Συμβουλίου Κοινωνικής Ασφάλισης αναπροσαρμόζονται οι καταβαλλόμενες από το ΕΤΑΤ προσυνταξιοδοτικές παροχές και παροχές ΛΑΚ.

Η αναλογιστική μελέτη εκπονείται εντός δύο (2) μηνών από την ανάθεση από το ΔΣ του ΕΤΑΤ. Η αναλογιστική μελέτη ανατίθεται εντός μηνός από την έναρξη ισχύος της διάταξης αυτής.

Άρθρο 13

Ρύθμιση θεμάτων αποσπασμένου προσωπικού της ΔΕΗ ΑΕ σε Ασφαλιστικά Ταμεία

1. Το τελευταίο εδάφιο της παρ. 5 του άρθρου 46 του ν. 4075/2012 (Α΄ 89) αντικαθίσταται ως εξής:

«Η δαπάνη της εν γένει μισθοδοσίας, καθώς και οι αντίστοιχες εισφορές εργοδότη για τους αποσπασμένους υπαλλήλους της ΔΕΗ ΑΕ βαρύνουν τη ΔΕΗ ΑΕ και ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. αποδίδει στην εταιρεία το ύψος της δαπάνης μισθοδοσίας τους που προκύπτει από την ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων του Κεφαλαίου Δεύτερου του ν. 4024/2011 που αφορούν στο μισθολογικό καθεστώς των υπαλλήλων του άρθρου 4 του ίδιου νόμου, για δε τους με διάθεση υπαλλήλους, συνεχίζουν να βαρύνουν τους φορείς από τους οποίους οι εν λόγω υπάλληλοι προέρχονται».

2. Στο τέλος της παρ. 2 του άρθρου 6 του ν. 3655/2008 (Α΄58) προστίθεται εδάφιο ως εξής:

«Η δαπάνη της εν γένει μισθοδοσίας, καθώς και οι αντίστοιχες εισφορές εργοδότη για τους αποσπασμένους υπαλλήλους της ΔΕΗ ΑΕ βαρύνουν τη ΔΕΗ ΑΕ, και το ΙΚΑ−ΕΤΑΜ αποδίδει στην εταιρεία το ύψος της δαπάνης μισθοδοσίας τους που προκύπτει από την ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων του Κεφαλαίου Δεύτερου του ν. 4024/2011 που αφορούν στο μισθολογικό καθεστώς των υπαλλήλων του άρθρου 4 του ίδιου νόμου».

3. Το τελευταίο εδάφιο της παρ.3 του άρθρου 81 του ν. 3655/2008 (Α΄58) αντικαθίσταται ως εξής:

«Η δαπάνη της εν γένει μισθοδοσίας, καθώς και οι αντίστοιχες εισφορές εργοδότη για τους αποσπασμένους υπαλλήλους της ΔΕΗ ΑΕ βαρύνουν τη ΔΕΗ ΑΕ, και το ΤΑΥΤΕΚΩ αποδίδει στην εταιρεία το ύψος της δαπάνης μισθοδοσίας τους που προκύπτει από την ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων του Κεφαλαίου Δεύτερου του ν. 4024/2011 που αφορούν στο μισθολογικό καθεστώς των υπαλλήλων του άρθρου 4 του ίδιου νόμου».

4. Το τελευταίο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 46 του ν. 4052/2012 (ΦΕΚ Α΄ 41) αντικαθίσταται ως εξής:

«Η δαπάνη της εν γένει μισθοδοσίας, καθώς και οι αντίστοιχες εισφορές εργοδότη: α) όσον αφορά στους αποσπασμένους από τη ΔΕΗ ΑΕ, βαρύνουν τη ΔΕΗ ΑΕ, και το ΕΤΕΑ αποδίδει στην εταιρεία το ύψος της δαπάνης μισθοδοσίας τους που προκύπτει από την ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων του Κεφαλαίου Δεύτερου του ν. 4024/2011 που αφορούν στο μισθολογικό καθεστώς των υπαλλήλων του άρθρου 4 του ίδιου νόμου, β) όσον αφορά στους λοιπούς, βάσει της παραγράφου αυτής, αποσπασμένους ή με διάθεση στο ΕΤΕΑ υπαλλήλους, βαρύνουν τους φορείς από τους οποίους προέρχονται».

5. Στο τέλος της παρ. 11 του άρθρου 46 του ν. 4075/ 2012 προστίθεται, από τότε που ίσχυσε, φράση ως εξής:

«καθώς και στο αποσπασμένο στο ΤΑΥΤΕΚΩ προσωπικό, το οποίο συνεχίζει να υπηρετεί με απόσπαση στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ.».

Άρθρο 14

Στελέχωση ΑΕΔΑΚ

Για τη στελέχωση των υπηρεσιών της εταιρείας ΑΕΔΑΚ Ασφαλιστικών Οργανισμών, κατά παρέκκλιση από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη, επιτρέπεται να αποσπώνται προσωρινά στην Εταιρεία μέχρι τρεις (3) υπάλληλοι με ειδικά προσόντα ή εμπειρία από οποιαδήποτε επιχείρηση, οργανισμό ή φορέα γενικά του ευρύτερου δημόσιου τομέα ή Ν.Π.Δ.Δ., με κοινή απόφαση των οικείων Υπουργών, μετά από σύμφωνη γνώμη του Διοικητικού συμβουλίου των φορέων. Ο χρόνος διάρκειας της απόσπασης λογίζεται για κάθε συνέπεια, ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας του αποσπώμενου στη θέση που οργανικά κατέχει. Η μισθοδοσία των αποσπώμενων, τα πάσης φύσεως επιδόματα και οι εργοδοτικές εισφορές προς τα αντίστοιχα ταμεία κύριας και επικουρικής ασφάλισης βαρύνουν την Εταιρεία.

Άρθρο 15

Επίδομα Κοινωνικής Αλληλεγγύης Συνταξιούχων

Η περίπτωση 6 της υποπαραγράφου ΙΑ.4. της παρ. ΙΑ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 (Α΄ 222), όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με τις διατάξεις της παραγράφου 3, του άρθρου 10, της με ημερομηνία 19.11.2012 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (ΦΕΚ Α΄ 29), αντικαθίσταται ως ακολούθως:

«Από 1.1.2014, το προβλεπόμενο από τις διατάξεις του άρθρου 34 του ν. 3996/2011 (Α΄ 170), Επίδομα Κοινωνικής Αλληλεγγύης Συνταξιούχων (Ε.Κ.Α.Σ.), καταβάλλεται στους συνταξιούχους γήρατος, αναπηρίας και θανάτου, με τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας. Ειδικά για τα παιδιά που λαμβάνουν σύνταξη λόγω θανάτου του γονέα τους, το Ε.Κ.Α.Σ. καταβάλλεται χωρίς να απαιτείται η συμπλήρωση του παραπάνω ορίου ηλικίας. Κατά τα λοιπά ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 34 του ν. 3996/2011».

Άρθρο 16

Συμβάσεις Η.ΔΙ.Κ.Α. ΜΕ ΦΚΑ − ΕΟΠΥΥ

1. Η διάταξη της υποπαραγράφου 2 της παρ. IB του άρθρου 138 του ν. 4052/2012 (Α΄ 41/ 1.3.2012) ισχύει και για όλες τις συμβάσεις παροχής υπηρεσιών που έχουν συναφθεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου μεταξύ της Η.ΔΙ.Κ.Α. Α.Ε. και των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης, του ΕΟΠΥΥ και του Μετοχικού Ταμείου Πολιτικών Υπαλλήλων (Μ.Τ.Π.Υ.), οι τυχόν παρατάσεις αυτών, καθώς και όλες οι κατά το χρονικό αυτό διάστημα διενεργηθείσες πράξεις και δαπάνες θεωρούνται νόμιμες και παράγουν όλες τις έννομες συνέπειες.

2. Οι συμβάσεις της παραγράφου 1 δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 19 παρ. 7 του π.δ. 774/1980.

3. Όλες οι οφειλές της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων, των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης, του ΕΟΠΥΥ, καθώς και των κάθε είδους φορέων παροχής υπηρεσιών υγείας που υπάγονται στο Υπουργείο Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (Νοσοκομεία, Κέντρα Υγείας) προς την Η.ΔΙ.Κ.Α. Α.Ε., καθώς και προς τον δικαιοπάροχο της Κ.Η.Υ.Κ.Υ. που αφορούν κάθε είδους υπηρεσίες που έχουν ήδη παρασχεθεί ή θα παρασχεθούν μέχρι 31.12.2012, όπως οι οφειλές αυτές προκύπτουν από τους ετήσιους Προϋπολογισμούς, Απολογισμούς και Ισολογισμούς της Η.ΔΙ.Κ.Α. Α.Ε. και του Κ.Η.Υ.Κ.Υ., οι οποίοι έχουν εγκριθεί ή θα εγκριθούν αρμοδίως από τον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, θεωρούνται νόμιμες και ληξιπρόθεσμες ακόμα και αν δεν έχει συναφθεί σχετική σύμβαση και εξοφλούνται άμεσα μετά τη δημοσίευση του παρόντος.

Άρθρο 17

Ρύθμιση θεμάτων απασχόλησης συνταξιούχων

Η διάταξη του δευτέρου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 16 του ν. 3863/2010 (Α΄115) αντικαθίσταται ως ακολούθως:

«2. Όσοι συνταξιούχοι έχουν ήδη αναλάβει εργασία ή αυτοαπασχολούνται ή έχουν διοριστεί σε θέσεις της παρ. 2 του άρθρου 2 του ν. 3833/2010 (Α΄ 40), και έως την ισχύ του παρόντος νόμου δεν καταλαμβάνονταν από τις διατάξεις του άρθρου 63 του ν. 2676/1999 (Α΄1), όπως ίσχυαν έως την αντικατάστασή του με το παρόν άρθρο, οι ανωτέρω διατάξεις εφαρμόζονται από 1.1.2014.

Οι διατάξεις του άρθρου 63 του ν. 2676/1999 (Α΄1), όπως αυτό ίσχυε έως την αντικατάστασή του με το παρόν, εξακολουθούν να ισχύουν έως 31.12.2013 για όσους συνταξιούχους είχαν ήδη υπαχθεί σε αυτές έως την έναρξη ισχύος του παρόντος. Από 1.1.2014 εφαρμόζονται και στην περίπτωση αυτή οι διατάξεις του παρόντος άρθρου, καταργούμενης κάθε αντίθετης διάταξης».

Άρθρο 18

Οργανωτικά Θέματα του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλειας και Πρόνοιας

Η Διεύθυνση Κοινωνικής Προστασίας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης που συστάθηκε με το ν. 3144/2003 (Α΄111), όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το ν. 4019/2011, μετονομάζεται σε «Διεύθυνση Κοινωνικής Προστασίας και Κοινωνικής Συνοχής». Η Διεύθυνση αυτή αναλαμβάνει, πλέον των ήδη υφιστάμενων αρμοδιοτήτων της, τις αρμοδιότητες του μηχανισμού για την αποτελεσματική παρακολούθηση και εφαρμογή των πολιτικών κοινωνικής ένταξης, προστασίας και κοινωνικής συνοχής, ως επιτελικός φορέας.

Ειδικότερα, στη Διεύθυνση αυτή ανατίθεται επιπλέον ο επιτελικός ρόλος του σχεδιασμού, του συντονισμού, της παρακολούθησης και της αξιολόγησης όλων των πολιτικών που συνιστούν την εθνική πολιτική για την κοινωνική ένταξη και προστασία και την κοινωνική συνοχή και των αναγκαίων ενεργειών για την αποτελεσματική εφαρμογή τους. Η ως άνω Διεύθυνση, πλέον των ανωτέρω, μεριμνά για την κατάρτιση του Εθνικού Σχεδίου Δράσης για την Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη, ως μέσο ένταξης στην απασχόληση και εισηγείται στην Εθνική Επιτροπή Κοινωνικής Προστασίας την Εθνική Στρατηγική για την πρόληψη και καταπολέμηση των συνθηκών αποκλεισμού, με στόχο την προώθηση της εργασιακής και κοινωνικής ένταξης.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄

ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΗΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ

Άρθρο 19

Σύνθεση τριμελούς επιτροπής άρθρου 2 παρ. 1 του ν. 2518/1997

Το εδάφιο α΄ της παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 2518/ 1997 (Α΄ 164), όπως το άρθρο αυτό έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 2 του ν. 3707/2008 (ΦΕΚ Α΄ 209), αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Επιχειρήσεις που ασκούν δραστηριότητες της παρ. 1 του άρθρου 1 απαιτείται να κατέχουν ειδική προς τούτο άδεια λειτουργίας, η οποία εκδίδεται από τον Προϊστάμενο του Επιτελείου του Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας, ύστερα από γνώμη τριμελούς επιτροπής, που αποτελείται από έναν Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, οριζόμενο με τον, επίσης Πάρεδρο, αναπληρωτή του από τον Πρόεδρο του ΝΣΚ, τον Τμηματάρχη του Τμήματος Αντιμετώπισης του Εγκλήματος της Διεύθυνσης Δημόσιας Ασφάλειας και τον Τμηματάρχη του Τμήματος Όπλων και Εκρηκτικών της Διεύθυνσης Κρατικής Ασφάλειας του Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας ή τον νόμιμο αναπληρωτή τους, εφόσον συντρέχουν στο πρόσωπο του αιτούντος οι ακόλουθες προϋποθέσεις:».

Άρθρο 20

Επάνοδος στην υπηρεσία

α) Οι υπηρετούντες στην Ελληνική Αστυνομία ή το Πυροσβεστικό Σώμα που παραιτούνται για να ανακηρυχθούν ως υποψήφιοι βουλευτές δικαιούνται να επανέλθουν στην Υπηρεσία, εφόσον καταθέσουν αίτηση προς το Αρχηγείο της Ελληνικής Αστυνομίας ή του Πυροσβεστικού Σώματος αντιστοίχως, εντός δύο μηνών από τη λήξη της εκλογικής περιόδου.

β) Ο χρόνος που απέχουν από την υπηρεσία τους οι παραιτηθέντες δεν λογίζεται ως χρόνος πραγματικής και συντάξιμης υπηρεσίας, ως προς όλα τα δικαιώματα και την εξέλιξή τους. Δεν θεμελιώνεται δικαίωμα λήψης αναδρομικών αποδοχών ούτε δικαίωμα αναδρομικών κρίσεων και προαγωγών, σε καμία περίπτωση.

γ) Όσοι από τους αναφερομένους στην παρ. 1 είχαν ήδη παραιτηθεί πριν από τη δημοσίευση του παρόντος και δεν εξελέγησαν βουλευτές, δικαιούνται να καταθέσουν την παραπάνω αίτηση εντός δύο μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄

ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΕΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ

Άρθρο 21

Συμπλήρωση αρμοδιοτήτων

Στην παρ. 5 του άρθρου 74 του π.δ. 63/2005 (Α΄ 98) προστίθενται εδάφια στ΄, ζ΄, η΄ και θ΄, ως ακολούθως:

«στ) Αποδέχεται μετά από σχετική εισήγηση του Νομικού Γραφείου και προσυπογράφει τα νομοσχέδια, με σκοπό την προώθησή τους στη Βουλή προς ψήφιση, λαμβάνοντας ιδιαίτερα υπόψη του τις σχετικές παρατηρήσεις της Κεντρικής Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής.

Οι υπηρεσίες της Βουλής δεν δικαιούνται να παραλάβουν νομοσχέδιο, αν αυτό δεν φέρει την υπογραφή του Γενικού Γραμματέα της Κυβέρνησης.

ζ) Αποδέχεται και προσυπογράφει υπουργικές τροπολογίες, νομοτεχνικές βελτιώσεις, προσθήκες, διορθώσεις ή οποιαδήποτε άλλη παρέμβαση στα κατατεθειμένα νομοσχέδια, άλλως οι ως άνω παρεμβάσεις δεν παραλαμβάνονται από τις υπηρεσίες της Βουλής, θεωρούνται ως μη γενόμενες και δεν εισάγονται προς ψήφιση στην Ολομέλεια.

η) Αποδέχεται και προσυπογράφει όλα τα προεδρικά διατάγματα, πριν αυτά αποσταλούν στο Συμβούλιο της Επικρατείας για νομική επεξεργασία. Μετά την επεξεργασία τους από το Συμβούλιο της Επικρατείας τα αποστέλλει για υπογραφή στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, εφόσον κρίνει ότι η Διοίκηση έχει συμμορφωθεί προς τις υποδείξεις του Συμβουλίου της Επικρατείας ή ευλόγως απείχε της συμμόρφωσης αυτής.

θ) Θεωρεί τα δοκίμια των Φύλλων της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως, με σκοπό τη δημοσίευσή τους από το Εθνικό Τυπογραφείο. Αν κρίνει, μετά από σχετική εισήγηση της νομικής υπηρεσίας, ότι υπάρχει τυπικό ή ουσιαστικό νομικό κώλυμα για τη δημοσίευση συγκεκριμένης απόφασης, διαγράφει την απόφαση αυτή και την επιστρέφει στην αρμόδια υπηρεσία, με υποδείξεις για τη διόρθωση και ορθή επανυποβολή της. Αν η υπηρεσία επιμένει ότι η απόφαση είναι νόμιμη και συντρέχει κατεπείγων λόγος για τη δημοσίευσή της, ο Γενικός Γραμματέας της Κυβέρνησης δίνει εντολή για τη δημοσίευση αυτής, με ευθύνη της επισπεύδουσας υπηρεσίας, και μεριμνά για τη νομοθετική επίλυση του προκύψαντος προβλήματος».

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε΄

ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

Άρθρο 22

Μετάθεση έναρξης ισχύος διάταξης του ν. 3845/2010 (Α΄ 65)

Στο τελευταίο εδάφιο της παρ. 12 του άρθρου πέμπτου του ν. 3845/2010 (Α΄65), όπως αυτό προστέθηκε με την παρ. 6 του άρθρου 4 του ν. 3899/2010 (ΦΕΚ Α΄ 212) και τροποποιήθηκε με την παρ. 9 του άρθρου 3 της από 31.12.2011 Π.Ν.Π. (Α΄ 268), όπως αυτή κυρώθηκε με το άρθρο δεύτερο του ν. 4047/2012 (Α΄31), αντί της ημερομηνίας «1.1.2013» τίθεται η ημερομηνία «1.1.2014».

Άρθρο 23

Έναρξη Ισχύος

Η ισχύς της παρούσας, η οποία θα κυρωθεί νομοθετικά κατά το άρθρο 44 παρ. 1 του Συντάγματος, αρχίζει από τη δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός αν άλλως ορίζεται στις επί μέρους διατάξεις.

Αθήνα, 31 Δεκεμβρίου 2012

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

ΚΑΡΟΛΟΣ ΓΡ. ΠΑΠΟΥΛΙΑΣ

Ο ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ

ΑΝΤΩΝΗΣ Κ. ΣΑΜΑΡΑΣ

ΤΑ ΜΕΛΗ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΑΒΡΑΜΟΠΟΥΛΟΣ, ΠΑΝΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ, ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΗΣ, ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ, ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΑΡΒΑΝΙΤΟΠΟΥΛΟΣ, ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΛΙΒΙΕΡΑΤΟΣ, ΙΩΑΝΝΗΣ ΒΡΟΥΤΣΗΣ, ΑΝΔΡΕΑΣ ΛΥΚΟΥΡΕΝΤΖΟΣ, ΝΙΚΟΛΑΟΣ − ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΕΝΔΙΑΣ, ΟΛΓΑ ΚΕΦΑΛΟΓΙΑΝΝΗ, ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΟΥΣΟΥΡΟΥΛΗΣ, ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΣΤΑΜΑΤΗΣ, ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, ΣΤΑΥΡΟΣ ΚΑΛΟΓΙΑΝΝΗΣ, ΣΤΑΥΡΟΣ ΚΑΛΑΦΑΤΗΣ, ΜΑΡΙΟΣ ΣΑΛΜΑΣ, ΜΑΞΙΜΟΣ ΧΑΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

Άρθρο 2

Συμπληρώσεις και τροποποιήσεις της από 31.12.2012 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου «Ρυθμίσεις κατεπειγόντων θεμάτων αρμοδιότητας των Υπουργείων Εσωτερικών, Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη, της Γενικής Γραμματείας της Κυβέρνησης και του Υπουργού Επικρατείας»

1. Το τέταρτο εδάφιο της παρ. 5 του άρθρου 92 του ν. 3852/2010, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 της ως άνω Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου, τροποποιείται ως εξής:

«Τα προαναφερθέντα αιρετά όργανα, εφόσον πρόκειται περί συνταξιούχων, έχουν το δικαίωμα να επιλέξουν είτε την αντιμισθία του παρόντος άρθρου είτε να παραιτηθούν αυτής».

2. Το πρώτο εδάφιο του άρθρου 7 της ως άνω Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου τροποποιείται ως εξής:

«Στην παρ. 3 του άρθρου 4 του ν. 4111/2013 (ΦΕΚ Α΄18) προστίθεται τελικό εδάφιο ως εξής:».

3. Το τελευταίο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 8 της ως άνω Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου τροποποιείται ως εξής:

«Η κάλυψη των θέσεων αυτών γίνεται με μετατάξεις και αποσπάσεις από φορείς της Γενικής Κυβέρνησης».

4. Στο δεύτερο εδάφιο του άρθρου 10 της ως άνω Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου η ημερομηνία «31.6.2013» αντικαθίσταται με την ημερομηνία «30.6.2013».

5. Το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 14 της ως άνω Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου καταργείται.

6. Η παράγραφος 3 του άρθρου 16 της ως άνω Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου καταργείται.

7. Το άρθρο 17 της ως άνω Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου καταργείται.

8. Στα στοιχεία στ΄, ζ΄ και η΄ της παρ. 5 του άρθρου 74 του π.δ. 63/2005 (Α΄ 98), τα οποία προστέθηκαν με το άρθρο 21 της ως άνω Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου, η λέξη «Αποδέχεται» αντικαθίσταται με τη λέξη «Παραλαμβάνει» και η λέξη «προσυπογράφει» αντικαθίσταται με τη λέξη «υπογράφει».

Άρθρο 3

Επιλογή προϊσταμένων οργανικών μονάδων Ο.Τ.Α.

Για την επιλογή προϊσταμένων οργανικών μονάδων στους Ο.Τ.Α. α΄ βαθμού από τα υπηρεσιακά συμβούλια των άρθρων 4 και 5 του ν. 3584/2007 (Α΄ 143) όπως ισχύουν, έως την εφαρμογή των πάγιων διατάξεων του άρθρου πρώτου του ν. 3839/2010 (Α΄ 51) για τη διαδικασία και τα κριτήρια επιλογής, εφαρμόζονται αναλογικά οι μεταβατικές διατάξεις του άρθρου πέμπτου του ίδιου νόμου.

Άρθρο 4

Συμβάσεις ορισμένου χρόνου και μίσθωσης έργου δυνάμει της προβλεπόμενης στην παρ. 14 του άρθρου 12 του ν. 4071/2012 κοινής υπουργικής απόφασης

Συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και μίσθωσης έργου βάσει αιτημάτων των Ο.Τ.Α. α΄ βαθμού, για τα οποία έχει δοθεί έγκριση με την κοινή υπουργική απόφαση της παρ. 14 του άρθρου 12 του ν. 4071/2012 (ΦΕΚ Α΄ 85) έως 31.12.2012, μπορούν να συναφθούν έως 31.12.2013 και εν συνεχεία να υλοποιηθούν συμψηφιζόμενες με τις νέες εγκρίσεις του έτους 2013.

Άρθρο 5

Διάρκεια άδειας χωρίς αποδοχές υπαλλήλων Ο.Τ.Α.

Στην παρ. 2 του άρθρου 58 του ν. 3584/2007 (Α΄ 143), αντί των λέξεων «δύο (2) ετών» τίθενται οι λέξεις «πέντε (5) ετών».

Άρθρο 6

Αναπληρωτές μελών Παρατηρητηρίου Οικονομικής Αυτοτέλειας Ο.Τ.Α.

Στην παρ. 2 του άρθρου 4 του ν. 4111/2013 (Α΄ 18) προστίθεται τελικό εδάφιο ως εξής: «Οι ανωτέρω ορίζονται με τους αναπληρωτές τους».

Άρθρο 7

Στεγαστικές ανάγκες των Γραφείων Εξυπηρέτησης Φορολογουμένων στους δήμους

Επιτρέπεται η παραχώρηση χρήσης ιδιόκτητων ή μισθωμένων από τους δήμους ακινήτων ή τμήματος αυτών προς κάλυψη στεγαστικών αναγκών των Γραφείων Εξυπηρέτησης Φορολογουμένων (Γ.Ε.Φ.).

Η κάλυψη των λοιπών λειτουργικών δαπανών των ανωτέρω χώρων γίνεται από τους δήμους.

Άρθρο 8

Ποσοστό ΣΑΤΑ για το Πρόγραμμα «ΘΗΣΕΑΣ»

Τροποποιείται η περίπτωση β΄ της παρ. 1 του άρθρου 8 του ν. 3274/2004 (ΦΕΚ Α΄ 195) «Πόροι του προγράμματος ΘΗΣΕΑΣ» ως εξής:

«β) Ποσοστό από πέντε (5) έως είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) των Κεντρικών Αυτοτελών Πόρων του άρθρου 259 του ν. 3852/2010 (A΄ 87) παρ. 1.α, που διατίθενται για την κάλυψη επενδυτικών δαπανών των δήμων (ΣΑΤΑ). Το ακριβές ποσοστό θα καθορίζεται από την κοινή υπουργική απόφαση που προβλέπεται από την παρ. 4 του άρθρου 259 του ν. 3852/2010 (Α΄ 87), όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 12 του άρθρου 9 του ν. 4071/2012 (Α΄ 85). Το ύψος του ποσοστού θα καθορίζεται κάθε φορά με κριτήριο τις ανάγκες του προγράμματος “ΘΗΣΕΑΣ”».

Άρθρο 9

Κλάδοι προϊσταμένων Γενικών Διευθύνσεων Υπουργείου Εσωτερικών

Στις Γενικές Διευθύνσεις του Υπουργείου Εσωτερικών προΐστανται υπάλληλοι όλων των κλάδων της κατηγορίας ΠΕ.

Άρθρο 10

Συμπλήρωση της παρ. 17 του άρθρου 282 του ν. 3852/2010

Στο τελευταίο εδάφιο της παρ. 17 του άρθρου 282 του ν. 3852/2010 ( Α΄ 87) μετά τη λέξη «περιφερειών» προστίθεται η φράση «και των νομικών τους προσώπων δημοσίου δικαίου, συμπεριλαμβανομένων των ιδρυμάτων».

Άρθρο 11

Τροποποιητικές διατάξεις της μεταναστευτικής νομοθεσίας

1. Η παρ. 10 του άρθρου 1 του ν. 4018/2011 (Α΄ 215) αντικαθίσταται, ως εξής:

«10. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Εσωτερικών και του, κατά περίπτωση, αρμοδίου Υπουργού, δύναται να ανατεθεί και σε δημόσιο φορέα η εκτύπωση των αδειών διαμονής ενιαίου τύπου πολιτών τρίτων χωρών, υπό τη μορφή αυτοτελούς εγγράφου, της παρ. 1, που εκδίδονται από την αρμόδια Διεύθυνση του Υπουργείου Εσωτερικών και τις Υπηρεσίες Αλλοδαπών και Μετανάστευσης των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων της Χώρας. Με την ανωτέρω απόφαση καθορίζονται επίσης οι προδιαγραφές ασφάλειας των ως άνω αδειών, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του Κανονισμού (ΕΚ) 1030/2002, όπως τροποποιήθηκε από τον Κανονισμό (ΕΚ) 380/2008, καθώς και θέματα σχετικά με την προμήθεια των εντύπων και του λοιπού αναγκαίου υλικού, τη διαδικασία εκτύπωσης, τη διαβίβασή τους από και προς τις αρμόδιες υπηρεσίες, καθώς και κάθε άλλο σχετικό ζήτημα. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εσωτερικών καθορίζεται τέλος, το οποίο αποτελεί έσοδο του Δημοσίου και καταβάλλεται από τον υπήκοο τρίτης χώρας κατά την παραλαβή της άδειας διαμονής, ανεξάρτητα από την ειδικότερη κατηγορία αυτής, αντιστοιχεί δε στο κόστος προμήθειας, εκτύπωσης, ασφαλούς διακίνησης και διαχείρισης της κάρτας, καθώς και κάθε άλλης σχετικής δαπάνης. Το τέλος είναι ανεξάρτητο από τα παράβολα του άρθρου 92 του ν. 3386/2005 (Α΄ 212), το δε ύψος αυτού, καθώς και οι λεπτομέρειες είσπραξης και εμφάνισής του στα έσοδα του Κρατικού Προϋπολογισμού καθορίζονται με την ίδια απόφαση».

2. Η παρ. 12 του άρθρου 1 του ν. 4018/2011 (Α΄ 215) καταργείται.

3. Το πρώτο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 7 του ν. 4018/2011 (ΦΕΚ Α΄ 215), αντικαθίσταται ως εξής:

«Οι προβλεπόμενες στην παρ. 1 του άρθρου 2 του παρόντος κοινές υπουργικές αποφάσεις, με τις οποίες διενεργείται η μεταφορά της αρμοδιότητας παραλαβής αιτήσεων για την έκδοση ή την ανανέωση άδειας διαμονής και επίδοσης των σχετικώς εκδιδόμενων αποφάσεων από τους δήμους της Χώρας στις Υπηρεσίες Αλλοδαπών και Μετανάστευσης των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων, εκδίδονται εντός δύο ετών από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου. Με την παρέλευση της ανωτέρω προθεσμίας, επέρχεται αυτοδικαίως η μεταφορά των σχετικών αρμοδιοτήτων».

4. Το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 44 του ν. 3386/2005 (Α΄ 212), όπως αντικαταστάθηκε με τις διατάξεις του άρθρου 42 του ν. 3907/2011 (Α΄ 7), αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, επιτρέπεται να χορηγείται άδεια διαμονής για λόγους ανθρωπιστικής φύσεως σε υπηκόους τρίτων χωρών που εμπίπτουν σε κάποια από τις παρακάτω κατηγορίες, εφόσον αυτοί δεν αποτελούν κίνδυνο για τη δημόσια τάξη και ασφάλεια:».

5. Η παρ. 1 του άρθρου 23 του ν. 3386/2005 (Α΄ 212), αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, επιτρέπεται να χορηγείται σε υπήκοο τρίτης χώρας, μέλος ξένης αρχαιολογικής σχολής, η επιστημονική δραστηριότητα της οποίας υπάγεται στην εποπτεία του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού, άδεια διαμονής για εργασία στο πλαίσιο της δραστηριότητας της σχολής, εφόσον προηγουμένως έχει λάβει ειδική θεώρηση εισόδου από την αρμόδια ελληνική προξενική αρχή του τόπου κατοικίας του».

6. H παρ. 1 του άρθρου 89 του ν. 3386/2005 (Α΄ 212), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 παρ. 3 του ν. 3907/2011 (Α΄ 7), αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Στο Υπουργείο Εσωτερικών συνιστώνται πέντε Επιτροπές Μετανάστευσης, οι οποίες γνωμοδοτούν σχετικά με τη συνδρομή σε πολίτες τρίτων χωρών ιδιαίτερων δεσμών με την κοινωνική ζωή της χώρας, προκειμένου να χορηγηθεί άδεια διαμονής, καθώς και σε κάθε περίπτωση που παραπέμπεται σε αυτές στο πλαίσιο χορήγησης ή ανανέωσης άδειας διαμονής με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών. Με απόφαση του ιδίου συγκροτούνται οι Επιτροπές και ορίζονται ο πρόεδρος, τα τακτικά και αναπληρωματικά μέλη τους και οι γραμματείς με τους αναπληρωτές τους. Κάθε μία από αυτές αποτελείται από:

α. Τρεις υπαλλήλους του Υπουργείου Εσωτερικών κατηγορίας ΠΕ.

β. Έναν εκπρόσωπο της Κοινωνίας των Πολιτών, που προτείνει η Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου.

γ. Έναν εκπρόσωπο της Κεντρικής Ένωσης Δήμων Ελλάδος.

Καθήκοντα εισηγητών στις Επιτροπές Μετανάστευσης ασκούν οι υπάλληλοι της αρμόδιας Διεύθυνσης του Υπουργείου Εσωτερικών που χειρίζονται τους σχετικούς φακέλους. Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών μπορούν να συνιστώνται περισσότερες των προβλεπομένων, ανωτέρω, Επιτροπών, εφόσον τούτο επιβάλλεται για την ταχύτερη διεκπεραίωση των σχετικών υποθέσεων».

Άρθρο 12

Επιτάχυνση διαδικασίας έκδοσης αδειών διαμονής

1. Με απόφασή του ο Υπουργός Εσωτερικών μπορεί να μεταβιβάζει το δικαίωμα υπογραφής «Με εντολή» στους μόνιμους και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου υπαλλήλους, που ανήκουν στις κατηγορίες ΠΕ ή ΤΕ, της αρμόδιας Διεύθυνσης του Υπουργείου Εσωτερικών για την έκδοση αποφάσεων χορήγησης ή ανανέωσης αδειών διαμονής, καθώς και για την έκδοση αντίστοιχων απορριπτικών ή ανακλητικών αποφάσεων ως προς όλες τις κατηγορίες αδειών διαμονής. Εξαιρούνται οι άδειες διαμονής για τη χορήγηση των οποίων απαιτείται η έκδοση κοινής υπουργικής απόφασης. Στις πράξεις του πρώτου εδαφίου συμπεριλαμβάνονται και όλα τα προπαρασκευαστικά έγγραφα για την έκδοση των αποφάσεων αυτών, όπως η αναζήτηση συμπληρωματικών δικαιολογητικών και στοιχείων από άλλες υπηρεσίες.

2. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου μπορούν να εφαρμόζονται αναλογικά και για τους υπαλλήλους των Τμημάτων Αλλοδαπών και Μετανάστευσης των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων με αποφάσεις των οικείων Γενικών Γραμματέων.

Άρθρο 13

Ρυθμίσεις για τους δημοτικούς παιδικούς βρεφονηπιακούς σταθμούς

1. H περίπτωση α΄της παρ. 2 του άρθρου 9 του ν. 4018/2011 (ΦΕΚ Α΄215) αντικαθίσταται ως ακολούθως:

«6α. Έως την έκδοση της άδειας ίδρυσης και λειτουργίας των παιδικών και των βρεφονηπιακών σταθμών που λειτουργούν ως νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου των δήμων ή μεταφέρθηκαν στους δήμους, ή συστήνονται εντός νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου του δήμου ή ως υπηρεσία του δήμου και πάντως όχι πέραν της 31ης Δεκεμβρίου 2014, θέση άδειας ίδρυσης και λειτουργίας επέχει η συστατική τους πράξη ή ο οργανισμός εσωτερικής υπηρεσίας του δήμου, εφόσον πρόκειται για υπηρεσία. Εντός της ίδιας περιόδου είναι δυνατή η συνέχιση της λειτουργίας παιδικού ή βρεφονηπιακού σταθμού από δήμο μετά την κατάργηση του οικείου Ν.Π.Δ.Δ.».

2. Στο τέλος της παρ.14 του άρθρου 19 του ν. 4071/2012 (Α΄ 16) προστίθενται νέα εδάφια ως εξής:

«Με απόφαση των δημοτικών συμβουλίων, καθορίζεται ο κανονισμός λειτουργίας των δημοτικών παιδικών και βρεφονηπιακών σταθμών, με βάση πρότυπο κανονισμό λειτουργίας, ο οποίος εκδίδεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, ύστερα από γνώμη της ΚΕΔΕ, της ΠΟΕ−ΟΤΑ και της ΠΟΠ ΟΤΑ και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Μέχρι τη σύνταξη νέων κανονισμών λειτουργίας, οι δημοτικοί παιδικοί και βρεφονηπιακοί σταθμοί εξακολουθούν να λειτουργούν με τους υφιστάμενους κανονισμούς.

Οι διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 12 του ν. 2880/2001 (Α΄ 9), καθώς και της παρ. 4 του άρθρου 41 του ν. 3801/2009 (ΦΕΚ Α΄ 163), καταργούνται».

Άρθρο 14

Μετάταξη προσωπικού Δημοτικής Αστυνομίας σε αντίστοιχη υπηρεσία Δήμου

Η παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 3731/2008 (Α΄ 26) τροποποιείται ως εξής:

«Το προσωπικό της Δημοτικής Αστυνομίας δεν μπορεί να μεταταγεί σε αντίστοιχη υπηρεσία Δήμου, αν δεν συμπληρώσει τουλάχιστον πενταετή υπηρεσία στην υπηρεσία της Δημοτικής Αστυνομίας».

Άρθρο 15

Τροποποιήσεις του ν. 4024/2011

1. Το ενδέκατο εδάφιο της παρ.1 του άρθρου 20 του ν. 4024/2011 (Α΄ 226) αντικαθίσταται ως εξής:

«Για τους ΟΤΑ α΄ βαθμού η απόφαση καθιέρωσης υπερωριακής εργασίας εκδίδεται από το αρμόδιο για διορισμό όργανο σύμφωνα με τα άρθρα 48 και 176 του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων (ν. 3584/2007, Α΄ 143), για τους ΟΤΑ β΄ βαθμού η απόφαση εκδίδεται από τον Περιφερειάρχη».

2. Στην παράγραφο 2 του άρθρου 20 του ν. 4024/2011 (ΦΕΚ Α΄ 226), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 45 παρ. 1 του ν. 4071/2012 (Α΄ 85), προστίθεται εδάφιο β΄ ως εξής:

«β. Οι αποφάσεις καθιέρωσης υπερωριακής εργασίας των ΟΤΑ α΄ βαθμού δημοσιεύονται σύμφωνα με το άρθρο 79 παρ. 4 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (ν. 3463/2006)».

3. Το πρώτο εδάφιο της παρ. 7 του άρθρου 20 του ν. 4024/2011 (Α΄ 226) καταργείται και το δεύτερο εδάφιο αναδιατυπώνεται ως εξής:

«Εξακολουθούν να ισχύουν οι διατάξεις της παρ. 17 του άρθρου 32 του ν. 3232/2004 (Α΄ 48) και της παρ. 2 του άρθρου 16 του ν. 3205/2003 (Α΄ 297) με την επιφύλαξη των παραγράφων 3 και 4 του παρόντος άρθρου».

Άρθρο 16

Δημοσίευση αποφάσεων που αφορούν Ν.Π.Δ.Δ. των ΟΤΑ α΄βαθμού

1. Οι παράγραφοι 3 και 4 του άρθρου 10 του ν. 4071/2012 (Α΄ 85) καταργούνται.

2. Αποφάσεις που αφορούν στη σύσταση, τροποποίηση, συγχώνευση, λύση ή κατάργηση δημοτικών κοινωφελών επιχειρήσεων και δημοτικών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου λαμβάνονται σύμφωνα με τα άρθρα 226−270 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (ν. 3463/ 2006). Οι αποφάσεις του Δημοτικού Συμβουλίου εγκρίνονται με πράξη του Γενικού Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Άρθρο 17

Μεταβίβαση αρμοδιοτήτων του Γενικού Γραμματέα Πρωθυπουργού

Ο Γενικός Γραμματέας Πρωθυπουργού με απόφασή του, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορεί να μεταβιβάζει αρμοδιότητες και το δικαίωμα υπογραφής σε διοικητικής και οικονομικής φύσης θέματα, στον Προϊστάμενο του Γραφείου Διοίκησης και Οργάνωσης της Γενικής Γραμματείας Πρωθυπουργού ή σε υπάλληλο αυτής.

Άρθρο 18

Αποζημίωση μελών της Επιτροπής του άρθρου 21 του ν. 3023/2002

Στο τέλος της παρ. 11 του άρθρου 1 του ν. 4065/2012 (Α΄ 77) προστίθενται εδάφια ως εξής:

«Με όμοια απόφαση που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως καθορίζεται η αποζημίωση των δικαστικών λειτουργών, των καθηγητών του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών και του Τμήματος Νομικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, καθώς και του Γραμματέα της Επιτροπής, η οποία δεν δύναται να υπερβαίνει το όριο που προβλέπεται από την παρ. 2 του άρθρου 21 του ν. 4024/2011 (Α΄ 226). Ο Πρόεδρος της Βουλής μπορεί να αποδίδει στην απόφαση αυτή αναδρομική ισχύ μέχρι και ένα έτος πριν από τη δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως».

Άρθρο 19

Διατάκτης της Γενικής Γραμματείας Συντονισμού

Η παρ. 1 του άρθρου 22 του ν. 4109/2013 (Α΄16) «Κατάργηση και συγχώνευση νομικών προσώπων του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα − Σύσταση Γενικής Γραμματείας για το συντονισμό του Κυβερνητικού έργου και άλλες διατάξεις» αντικαθίσταται ως εξής:

«Οι δαπάνες λειτουργίας της Γενικής Γραμματείας Συντονισμού βαρύνουν τον Κρατικό Προϋπολογισμό. Οι αναγκαίες πιστώσεις εγγράφονται κάθε έτος σε ειδικό φορέα του προϋπολογισμού του Υπουργείου Οικονομικών. Κύριος Διατάκτης των πιστώσεων της ανωτέρω Γενικής Γραμματείας ορίζεται ο Γενικός Γραμματέας Συντονισμού, ο οποίος αναλαμβάνει με αποφάσεις του τις σχετικές υποχρεώσεις».

Άρθρο 20

1. To άρθρο 281A του ν. 3852/2010 (ΦΕΚ A΄ 87) αντικαθίσταται ως εξής:

«Άρθρο 281Α

Πρόγραμμα «Αυτοδιοίκηση − Κοινωνική Συνοχή − Ισόρροπη Ανάπτυξη (ΑΚΣΙΑ)»

1. Για την υποστήριξη των Δήμων που συνιστώνται με το ν. 3852/2010, την ενίσχυση της τοπικής και περιφερειακής ανάπτυξης και την άμβλυνση των περιφερειακών και ενδοπεριφερειακών ανισοτήτων, καθώς και την προώθηση της διαδημοτικής συνεργασίας, καταρτίζεται το Πρόγραμμα «Αυτοδιοίκηση − Κοινωνική Συνοχή − Ισόρροπη Ανάπτυξη (ΑΚΣΙΑ)».

2. Το Πρόγραμμα «Αυτοδιοίκηση − Κοινωνική Συνοχή − Ισόρροπη Ανάπτυξη (ΑΚΣΙΑ)» έχει ως στόχους τη βελτίωση σε τοπικό επίπεδο των όρων για βιώσιμη ανάπτυξη, τη βελτίωση των όρων για την τοπική οικονομία, την απασχόληση, την οικονομική αυτοτέλεια, τη χρηστή διοίκηση και την κοινωνική συνοχή και διαρθρώνεται στους παρακάτω θεματικούς άξονες:

α) Άξονας 1: Οικονομική εξυγίανση δήμων:

i) Χρηματοδότηση της ιδίας συμμετοχής για έργα που εντάσσονται στο ΕΣΠΑ ή σε άλλα συγχρηματοδοτούμενα από την E.E. ή διεθνείς οργανισμούς προγράμματα που αφορούν στην εξοικονόμηση πόρων και τη δημοσιονομική εξυγίανση,

ii) χρηματοδότηση μέτρων οικονομικής εξυγίανσης των δήμων, με ειδικότερο αντικείμενο την παροχή χρηματοοικονομικών διευκολύνσεων που αποδεδειγμένα θα συνδέονται με εξοικονομήσεις δαπανών ή αύξηση των ιδίων εσόδων. Ομοίως χρηματοδοτούνται και συναφείς δράσεις δήμων οι οποίοι θα ενταχθούν στο Πρόγραμμα Εξυγίανσης, όπως αυτό προβλέπεται στην παράγραφο 6 του άρθρου 4 του ν. 4111/2013.

β) Άξονας 2: Χρηματοδότηση των δήμων για την εκτέλεση έργων τοπικής σημασίας μέσω των διαδικασιών αυτεπιστασίας.

γ) Άξονας 3: Επιβράβευση της χρηστής οικονομικής διαχείρισης των δήμων.

Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, ύστερα από εισήγηση της επιτροπής της επόμενης παραγράφου, είναι δυνατή η επιχορήγηση δήμων προς επιβράβευση της αποδεδειγμένα χρηστής οικονομικής διαχείρισης που επέδειξαν κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος.

Με απόφαση του Υπουργού, που εκδίδεται στο πρώτο τρίμηνο κάθε οικονομικού έτους, ορίζονται τα κριτήρια αξιολόγησης των δήμων για τις επιχορηγήσεις του προηγούμενου εδαφίου, κάθε αναγκαία λεπτομέρειας, καθώς και το ποσοστό επί των πόρων της παραγράφου 4 που ετησίως αποδίδεται στις δράσεις του άξονα 3.

Το ποσοστό αυτό δεν μπορεί να είναι μικρότερο από το 10% του συνόλου των ως άνω πόρων.

3. Το Πρόγραμμα «Αυτοδιοίκηση − Κοινωνική Συνοχή − Ισόρροπη Ανάπτυξη (ΑΚΣΙΑ)» χωρίς να θίγονται τυχόν ειδικότερες ρυθμίσεις που διέπουν τις επιμέρους δράσεις του, παρακολουθείται από Επιτροπή, η οποία συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών και αποτελείται από τον Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Εσωτερικών, ως Πρόεδρο, τον Πρόεδρο του Παρατηρητηρίου Οικονομικής Αυτοτέλειας, τον Προϊστάμενο της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών, καθώς και τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Οικονομικής και Αναπτυξιακής Πολιτικής Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Στην Επιτροπή συμμετέχει και εκπρόσωπος της ΚΕΔΕ, αλλά η Επιτροπή συγκροτείται και συνεδριάζει νομίμως και με τη συμμετοχή των υπολοίπων μελών. Όλα τα μέλη ορίζονται με τους αναπληρωτές τους και είναι άμισθα.

Με την ίδια απόφαση προσδιορίζεται το ειδικότερο έργο της Επιτροπής, ρυθμίζονται θέματα λειτουργίας και υποστήριξής της, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια.

4. Πόροι του προγράμματος «ΑΚΣΙΑ»: Τα ποσά που παρακρατούνται από τις κατωτέρω πηγές κατατίθενται στο λογαριασμό του Προγράμματος «Αυτοδιοίκηση − Κοινωνική Συνοχή − Ισόρροπη Ανάπτυξη (ΑΚΣΙΑ)» που τηρείται στο Ταμείο Παρακαταθηκών και δανείων:

α) Τα ποσά με τα οποία επιχορηγούνται δήμοι για την αποπληρωμή ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων σε βάρος ειδικών πιστώσεων του Κρατικού Προϋπολογισμού που είχαν προβλεφθεί για το σκοπό αυτόν, παρακρατούνται τμηματικά εντός τεσσάρων (4) ετών, αρχής γενομένης από το έτος 2013, από τα προβλεπόμενα στο άρθρο 27 του ν. 3756/2009 (Α΄53) έσοδα εκάστου.

Με την ίδια ως άνω διαδικασία παρακρατούνται και τα ποσά που αναλογούν στους συνδέσμους Ο.Τ.Α. με παρακράτηση από τα μέλη αυτών κατ’ αντιστοιχία του ποσοστού της ετήσιας εισφοράς τους.

β) Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, που εκδίδεται ύστερα από σύμφωνη γνώμη της ΚΕΔΕ, δύναται μέρος των εσόδων των δήμων που κατατίθενται στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και προέρχονται από την επιβολή του φόρου ζύθου (άρθρο 9 του ν.δ. 703/1970 (Α΄ 219) και άρθρο 12 του ν. 1080/1980 (Α΄ 246), του τέλους διαφήμισης της κατηγορίας Δ΄ (άρθρο 9 παρ. 6α του ν. 2880/2001, (Α΄ 9)) και του 15% του Τέλους Ακίνητης Περιουσίας (άρθρο 24 παρ. 19 του ν. 2130/1993, Α΄ 62), να αποδίδονται υπέρ της χρηματοδότησης του προγράμματος «ΑΚΣΙΑ». Με την απόφαση αυτή καθορίζεται το ύψος του συνολικά αποδιδόμενου ποσού, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια».

2. Τα άρθρα 1 και 2 της από 14.6.2012 Πράξεως Νομοθετικού Περιεχομένου «Παράταση διάρκειας του Προγράμματος Βοήθεια στο Σπίτι» (Α΄ 135), όπως αυτή κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 4087/2012 (Α΄ 196), τροποποιούνται ως εξής:

«Άρθρο 1

1. Η διάρκεια του Προγράμματος «Βοήθεια στο Σπίτι» και των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου των απασχολουμένων για την παροχή των σχετικών υπηρεσιών, όπως ορίζεται στις περιπτώσεις α΄ και β΄της παραγράφου 6 του άρθρου 2 της από 31 Δεκεμβρίου 2011 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α΄ 268), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο δεύτερο του ν. 4047/2012 (Α΄ 31) και είχε παραταθεί μέχρι τις 30.9.2012 με την Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου που κυρώθηκε με το ν. 4087/2012 (Α΄ 196), παρατείνεται από τη λήξη της μέχρι τις 30.9.2013. Οι συμβάσεις των απασχολουμένων στο Πρόγραμμα σε καμία περίπτωση δεν μετατρέπονται σε αορίστου χρόνου, κατά την έννοια της διάταξης της παρ. 3 του άρθρου 21 του ν. 2190/1994.

Άρθρο 2

Για την απρόσκοπτη χρηματοδότηση της υλοποίησης του Προγράμματος «Βοήθεια στο Σπίτι» και των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου των απασχολουμένων για το χρονικό διάστημα από 1.4.2013 έως 30.9.2013, μεταφέρονται πόροι από το λογαριασμό της Εισφοράς Αλληλεγγύης Συνταξιούχων που τηρείται στο Ασφαλιστικό Κεφάλαιο Αλληλεγγύης Γενεών (ΑΚΑΓΕ) και εφόσον υπάρχει διαθέσιμο υπόλοιπο από τη μηνιαία εξόφληση των δομών του ν. 4019/2011, όπως αυτός ισχύει, σε εφαρμογή του προγράμματος «Κατ’ οίκον φροντίδα Συνταξιούχων» ( ν. 4052/2012, όπως αυτός ισχύει). Οι πόροι αυτοί θα χρησιμοποιηθούν υπέρ των συνταξιούχων όλων των ταμείων κύριας ασφάλισης αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας και των συνταξιούχων του Δημοσίου, που ωφελούνται από το ανωτέρω Πρόγραμμα.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας και Εσωτερικών προσδιορίζονται το ύψος των μεταβιβαζόμενων πόρων, η διαδικασία μεταφοράς τους και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια. Η διαχείριση των πόρων αυτών και οι διαδικασίες αποτελεσματικής υλοποίησης του Προγράμματος καθορίζονται σε προγραμματική σύμβαση που υπογράφεται μεταξύ των Υπουργών Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, Εσωτερικών και της Ελληνικής Εταιρίας Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης Α.Ε., περιλαμβάνοντας εκ των άλλων ρήτρες αξιολόγησης της εφαρμογής του Προγράμματος».

3. Στην παράγραφο 2 του άρθρου 4 του ν. 4111/2013 (Α΄ 18) προστίθεται εδάφιο β΄ που έχει ως εξής:

«β. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζεται αποζημίωση για τον Πρόεδρο και τα μέλη του Παρατηρητηρίου Οικονομικής Αυτοτέλειας των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης».

4. Η αποκλειστική προθεσμία της υποπαραγράφου Γ5 «ΡΥΘΜΙΣΗ ΘΕΜΑΤΩΝ ΑΠΟΠΛΗΡΩΜΗΣ ΔΑΝΕΙΩΝ ΟΤΑ Α΄και Β΄ ΒΑΘΜΟΥ ΚΑΙ ΛΟΙΠΩΝ ΦΟΡΕΩΝ ΤΟΥΣ ΣΤΟ ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ» περίπτωση 1 εδάφιο α΄ του ν. 4093/2012 (Α΄ 222), εντός της οποίας θα πρέπει να έχει λάβει χώρα η υποβολή σχετικής αίτησης για την επιμήκυνση της διάρκειας αποπληρωμής των χορηγηθέντων δανείων από το Τ.Π.Δ. προς τους Ο.Τ.Α. Α΄και Β΄ Βαθμού, τα Ν.Π.Δ.Δ. και τα Ν.Π.Ι.Δ. αυτών, τους Συνδέσμους αυτών και τις Δημοτικές Επιχειρήσεις αυτών, παρατείνεται έως 30.6.2013. Τα παρακρατηθέντα ποσά από το Τ.Π.Δ. εντός του 2013 για την εξυπηρέτηση συναφθέντων δανείων των Ο.Τ.Α. Α΄ και Β΄ Βαθμού, των Ν.Π.Δ.Δ. και των Ν.Π.Ι.Δ. αυτών, των Συνδέσμων αυτών και των Δημοτικών Επιχειρήσεων αυτών, που δεν εντάχθηκαν από 1.1.2013 στη ρύθμιση του ν. 4093/2012, συμψηφίζονται και τυχόν επιπλέον καταβολές επιστρέφονται.

Άρθρο 21

1. Στο τέλος της παρ. 12 του άρθρου 283 του ν. 3852/2010 προστίθεται εδάφιο ως εξής:

«Τα αποτελέσματα απογραφής πληθυσμού, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, κατά τη διάρκεια της δημοτικής και περιφερειακής περιόδου, επέρχονται από την έναρξη της νέας δημοτικής και περιφερειακής περιόδου. Για την εφαρμογή των διατάξεων του Μέρους Η΄ (Οικονομικά), καθώς και για τον υπολογισμό της αντιμισθίας των αιρετών βάσει του άρθρου 92 του παρόντος τα αποτελέσματα της απογραφής πληθυσμού επέρχονται κατά το επόμενο οικονομικό έτος από τη δημοσίευσή τους. Οι εκλογές για την ανάδειξη των δημοτικών και περιφερειακών αρχών διεξάγονται με βάση τα αποτελέσματα της εν λόγω απογραφής».

2.α. Ο τίτλος και η τοπική αρμοδιότητα των Διευθύνσεων των περιπτώσεων στ΄ έως και η΄ και ι΄έως και ιβ΄ της παρ. 2 του άρθρου 7A τoυ Κεφαλαίου Β΄ του Μέρους Α΄ του π.δ. 135/2010 (Α΄ 228) τροποποιούνται ως ακολούθως:

«στ) τη Διεύθυνση Αστικής Κατάστασης Κεντρικού Τομέα και Δυτικής Αττικής με τοπική αρμοδιότητα στις Περιφερειακές Ενότητες Κεντρικού Τομέα πλην του Δήμου Αθηναίων, Δυτικού Τομέα και Δυτικής Αττικής,

ζ) τη Διεύθυνση Αστικής Κατάστασης Βορείου Τομέα και Ανατολικής Αττικής με τοπική αρμοδιότητα στις Περιφερειακές Ενότητες Βορείου Τομέα και Ανατολικής Αττικής,

η) τη Διεύθυνση Αστικής Κατάστασης Νοτίου Τομέα, Πειραιώς και Νήσων με τοπική αρμοδιότητα στις Περιφερειακές Ενότητες Νοτίου Τομέα, Πειραιώς και Νήσων,

ι) τη Διεύθυνση Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Κεντρικού Τομέα και Δυτικής Αττικής με τοπική αρμοδιότητα στις Περιφερειακές Ενότητες Κεντρικού Τομέα πλην του Δήμου Αθηναίων, Δυτικού Τομέα και Δυτικής Αττικής,

ια) τη Διεύθυνση Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Βορείου Τομέα και Ανατολικής Αττικής με τοπική αρμοδιότητα στις Περιφερειακές Ενότητες Βορείου Τομέα και Ανατολικής Αττικής,

ιβ) τη Διεύθυνση Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νοτίου Τομέα, Πειραιώς και Νήσων με τοπική αρμοδιότητα στις Περιφερειακές Ενότητες Νοτίου Τομέα, Πειραιώς και Νήσων».

β. Οι περιπτώσεις στ΄ και ζ΄ της παρ. 5 του άρθρου 22 του Κεφαλαίου Δ΄ του Μέρους Β΄ του π.δ. 135/2010 καταργούνται.

γ. Οι οργανικές μονάδες επιπέδου Τμήματος, που προβλέπονται στα σημεία α΄ έως δ΄ στην παρ. 2 του άρθρου 8Ι του π.δ. 135/2010 συγχωνεύονται σε δύο και μετονομάζονται ως εξής: α) Τμήμα Αδειών Διαμονής Α΄ και β) Τμήμα Αδειών Διαμονής Β΄. Ομοίως, το υπό σημείο ε΄ της ίδιας διάταξης αναριθμείται ως γ΄.

δ. To τέταρτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 8I του π.δ. 135/2010 τροποποιείται ως εξής:

«Στα ανωτέρω Τμήματα Αδειών Διαμονής αντιστοιχεί Τμήμα Γραμματείας με αρμοδιότητα ιδίως την παραλαβή αιτήσεων, την τήρηση του αρχείου, τη διακίνηση της αλληλογραφίας της Διεύθυνσης, την επικύρωση αντιγράφων και φωτοαντιγράφων οποιωνδήποτε εγγράφων ή δικαιολογητικών, που τηρούνται στο αρχείο ή επιδεικνύονται από τους πολίτες, την παροχή πληροφοριών σχετικά με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία για την έκδοση άδειας διαμονής και την ενημέρωση των ενδιαφερομένων για την πορεία εξέτασης του αιτήματός τους.

3.α. Κατά την αληθή έννοια του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 7 του άρθρου 89 του ν. 3584/2007 (Α΄ 143) η προβλεπόμενη στη διάταξη αυτή προθεσμία του ενός (1) μήνα είναι ενδεικτική.

β. Πράξεις, εισηγήσεις και άλλα έγγραφα που έχουν υπογραφεί από τους προϊσταμένους που ορίζονται, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 100 του ν. 3584/2007 (Α΄ 143), καθώς και επιδόματα ευθύνης που έχουν καταβληθεί σε αυτούς μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου θεωρούνται ότι έχουν υπογραφεί και καταβληθεί νομίμως.

4. Οι προθεσμίες για την: α) έκδοση συμψηφιστικών Χρηματικών Ενταλμάτων (τακτικών και προπληρωμής) δημοσίων επενδύσεων (άρθρα 7 παρ. 6 και 42 του ν. 2362/1995) και διενέργεια των αντίστοιχων λογισμικών εγγραφών για την εμφάνιση των πληρωμών του Π.Δ.Ε. που διενεργήθηκαν κατά το οικονομικό έτος 2012 στη δημόσια ληψοδοσία (άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 2362/1995) και β) απόδοση λογαριασμού των ΧΕΠ που θα εκδοθούν (άρθρο 42 του ν. 2362/1995) παρατείνονται κατά ένα (1) μήνα.

Άρθρο 22

1. Οι παράγραφοι 3 και 4 του άρθρου 4 του ν. 3870/2010 (Α΄ 138) αντικαθίστανται ως εξής:

«3. Σε περίπτωση χρηματοδότησης κατά παράβαση των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος, ο χρηματοδότης τιμωρείται με πρόστιμο που ορίζεται στο δεκαπλάσιο του υπερβάλλοντος των ορίων που τίθενται με τις παραγράφους αυτές.

4. Το πρόστιμο της ως άνω παραγράφου καταβάλουν και οι υπεύθυνοι διαχειριστές των συνδυασμών, κατά το άρθρο 8 του παρόντος νόμου, καθώς και οι επικεφαλής των συνδυασμών και οι υποψήφιοι, οι οποίοι, καίτοι εγνώριζαν, δεν εναντιώθηκαν, με γραπτή δήλωσή τους για τη χρηματοδότηση».

Η ισχύς της διατάξεως αρχίζει από της δημοσιεύσεως του ν. 3870/2010.

2. Στο άρθρο 10 του ίδιου νόμου εισάγεται παράγραφος υπ’ αριθ. 7 ως εξής:

«7. Εφόσον οι συνδυασμοί εντός της νόμιμης προθεσμίας από την πραγματοποίηση των εκλογικών δαπανών ή των εσόδων, όπως αυτή προβλέπεται στην απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, που εκδίδεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 4 του παρόντος, εισήγαγαν τις αντίστοιχες εγγραφές στην Κεντρική Βάση Δεδομένων πλην όμως αυτές, άνευ υπαιτιότητας του διαχειριστή ή άλλου εξουσιοδοτημένου χρήστη, δεν αναρτήθηκαν στην Κεντρική Βάση Δεδομένων, δεν επιβάλλονται σε βάρος του επικεφαλής του συνδυασμού ή του διαχειριστή των οικονομικών οι κυρώσεις του άρθρου 10 παράγραφος 5α ή 5β».

3. Κατά την πρώτη εφαρμογή των διατάξεων του ν. 3870/2010 το ύψος των διοικητικών κυρώσεων του άρθρου 14 του ίδιου νόμου ορίζεται ως εξής:

α. Η ελλιπής ή αντικανονική τήρηση και ενημέρωση του βιβλίου εσόδων − εξόδων των συνδυασμών τιμωρείται με πρόστιμο ύψους μέχρι το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο εκλογικών δαπανών του συνδυασμού.

β. Οι συνδυασμοί που παραβιάζουν τις παραγράφους 4 και 5 του άρθρου 1, καθώς και οι υποψήφιοι που παραβιάζουν τις παραγράφους 3 και 5 του άρθρου 2 τιμωρούνται με πρόστιμο από πέντε χιλιάδες (5.000) μέχρι δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ.

γ. Για κάθε παράβαση των παραγράφων 1, 2, 4, 5 και 6 του άρθρου 5 επιβάλλεται πρόστιμο εις βάρος του συνδυασμού από πέντε χιλιάδες (5.000) μέχρι δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ.

δ. Η μη εμπρόθεσμη υποβολή, η ελλιπής ή η αντικανονική σύνταξη των βιβλίων εσόδων − εξόδων και της αναλυτικής κατάστασης εκλογικών εσόδων και δαπανών, που προβλέπονται από τις παραγράφους 1 και 2 των άρθρων 9 και 11, επισύρει εις βάρος του συνδυασμού πρόστιμο από δύο χιλιάδες (2.000) μέχρι τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ε. Η μη εμπρόθεσμη ή ελλιπής ή αντικανονική τήρηση των αναλυτικών καταστάσεων, εσόδων και δαπανών, από τους υποψηφίους, επισύρει εις βάρος τους πρόστιμο από χίλια (1.000) μέχρι τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

4. Οι δαπάνες λειτουργίας της Γενικής Γραμματείας Συντονισμού βαρύνουν τον Κρατικό Προϋπολογισμό. Οι αναγκαίες πιστώσεις εγγράφονται κάθε έτος σε ειδικό φορέα του προϋπολογισμού του Υπουργείου Οικονομικών. Κύριος Διατάκτης των πιστώσεων της ανωτέρω Γενικής Γραμματείας ορίζεται ο Γενικός Γραμματέας Συντονισμού, ο οποίος αναλαμβάνει με αποφάσεις του τις σχετικές υποχρεώσεις.

Άρθρο 23

Έναρξη ισχύος

Η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στις επιμέρους διατάξεις του.

Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεσή του ως νόμου του Κράτους.

Αθήνα, 25 Απριλίου 2013

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

ΚΑΡΟΛΟΣ ΓΡ. ΠΑΠΟΥΛΙΑΣ

ΟΙ ΥΠΟΥΡΓΟΙ

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΤΟΥΡΝΑΡΑΣ

ΑΝΑΠΛΗΡΩΤΗΣ ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
ΧΡΗΣΤΟΣ ΣΤΑΪΚΟΥΡΑΣ

ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ
ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΗΣ

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗΣ ΚΑΙ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗΣ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ
ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΜΑΝΙΤΑΚΗΣ

ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ, ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑΣ, ΥΠΟΔΟΜΩΝ,
ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ ΚΑΙ ΔΙΚΤΥΩΝ
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ

ΠΑΙΔΕΙΑΣ, ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΥΜΑΤΩΝ,
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΑΡΒΑΝΙΤΟΠΟΥΛΟΣ

ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ, ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ ΚΑΙ ΚΛΙΜΑΤΙΚΗΣ ΑΛΛΑΓΗΣ
ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΛΙΒΙΕΡΑΤΟΣ

ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΡΟΝΟΙΑΣ
ΙΩΑΝΝΗΣ ΒΡΟΥΤΣΗΣ

ΥΓΕΙΑΣ
ΑΝΔΡΕΑΣ ΛΥΚΟΥΡΕΝΤΖΟΣ

ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΚΑΙ ΤΡΟΦΙΜΩΝ
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΤΣΑΥΤΑΡΗΣ

ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΗΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ
ΝΙΚΟΛΑΟΣ − ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΕΝΔΙΑΣ

ΝΑΥΤΙΛΙΑΣ ΚΑΙ ΑΙΓΑΙΟΥ
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΟΥΣΟΥΡΟΥΛΗΣ

ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΣΤΑΜΑΤΗΣ

Θεωρήθηκε και τέθηκε η Μεγάλη Σφραγίδα του Κράτους.

Αθήνα, 26 Απριλίου 2013

Ο ΕΠΙ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΥΠΟΥΡΓΟΣ

ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΡΟΥΠΑΚΙΩΤΗΣ

Please follow and like us:

Οι διατάξεις του πολυνομοσχεδίου για το επάγγλμα του λογιστή που θα κατατεθούν στην βουλή.

Υποπαράγραφος Η.2. Νέου πολυνομοσχεδίου.

Τροποποίηση του ν. 2515/1997 και του π.δ. 340/1998

1. Το πρώτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 2515/1997 (Α΄ 154) αντικαθίσταται ως εξής:
«Η επαγγελματική ταυτότητα του Λογιστή Φοροτεχνικού διακρίνεται σε επαγγελματική ταυτότητα Λογιστή Φοροτεχνικού Α΄ και Β΄ τάξης:»

2. Η περ. α. της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 2515/1997 αντικαθίσταται ως εξής:
«α. Επαγγελματική ταυτότητα Λογιστή Φοροτεχνικού Β΄ τάξης χορηγείται από το Οικονομικό Επιμελητήριο της Ελλάδος στους κατόχους απολυτηρίου Γενικού Λυκείου, οι οποίοι ασκούν επί επτά (7) έτη από τη λήψη του απολυτηρίου τους το επάγγελμα του βοηθού λογιστή ή στους κατόχους απολυτηρίου Επαγγελματικού Λυκείου ή Ενιαίου Πολυκλαδικού Λυκείου κλάδου Οικονομίας, οι οποίοι ασκούν επί έξι (6) έτη από τη λήψη του απολυτηρίου τους το επάγγελμα του βοηθού λογιστή ή στους κατόχους πτυχίου Ινστιτούτου Επαγγελματικής Κατάρτισης (Ι.Ε.Κ.) Λογιστικής, οι οποίοι ασκούν επί πέντε (5) έτη το επάγγελμα του βοηθού λογιστή ή στους αποφοίτους των μακροχρόνιων προγραμμάτων κατάρτισης του Ελληνικού Κέντρου Παραγωγικότητας (ΕΛ.ΚΕ.ΠΑ.), οι οποίοι ασκούν επί πέντε (5) έτη το επάγγελμα του βοηθού λογιστή.»

3. Η περ. β. της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 2515/1997 αντικαθίσταται ως εξής:
«β. Επαγγελματική ταυτότητα Λογιστή Φοροτεχνικού Β΄ τάξης χορηγείται από το Οικονομικό Επιμελητήριο της Ελλάδος στα μέλη του Ο.Ε.Ε., στους πτυχιούχους τμημάτων Οικονομικής κατεύθυνσης των Πανεπιστημίων, στους πτυχιούχους των Τμημάτων Οικονομικής κατεύθυνσης της Σχολής Διοίκησης και Οικονομίας των Τεχνολογικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (Τ.Ε.Ι.) και στα φυσικά πρόσωπα που πληρούν τις προϋποθέσεις επαγγελματικών προσόντων του π.δ. 38/2010 (Α΄ 78).»

4. Η περ. γ. της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 2515/1997 καταργείται.
5. Η περ. δ. της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 2515/1997, αναριθμείται σε περ. γ. και αντικαθίσταται ως εξής:
«γ. Επαγγελματική ταυτότητα Λογιστή Φοροτεχνικού Α΄ τάξης χορηγείται στα μέλη του Ο.Ε.Ε., στους πτυχιούχους τμημάτων Οικονομικής κατεύθυνσης των Πανεπιστημίων, στους πτυχιούχους των Τμημάτων Οικονομικής κατεύθυνσης της Σχολής Διοίκησης και Οικονομίας των Τεχνολογικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (Τ.Ε.Ι.) και στα φυσικά πρόσωπα που πληρούν τις προϋποθέσεις επαγγελματικών προσόντων του π.δ. 38/2010, που ασκούν επί τριετία το επάγγελμα του Λογιστή Φοροτεχνικού Β΄ τάξης».

6. Οι περ. ε. και στ. του άρθρου 1 του ν. 2515/1997 αναριθμούνται σε δ. και ε. αντίστοιχα και η περ. ζ. αναριθμείται σε στ. και αντικαθίσταται ως εξής:
«στ. Μεταβατικές Διατάξεις:
i. Οι λογιστές φοροτεχνικοί, μη πτυχιούχοι, που κατέχουν κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου επαγγελματική ταυτότητα Δ΄ ή Γ΄ τάξης, αποκτούν επαγγελματική ταυτότητα Β΄ τάξης.
ii. Οι λογιστές φοροτεχνικοί, μέλη του ΟΕΕ, που κατέχουν κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου επαγγελματική ταυτότητα Γ΄ τάξης, αποκτούν επαγγελματική ταυτότητα Β΄ τάξης και με την συμπλήρωση τριετούς αποδεδειγμένης άσκησης του επαγγέλματος λογιστή φοροτεχνικού από την έκδοση της επαγγελματικής ταυτότητας Γ΄ τάξης και την παρακολούθηση των επιμορφωτικών σεμιναρίων της περ. ε. ανωτέρω, δικαιούνται να λάβουν επαγγελματική ταυτότητα Α΄ τάξης.
iii. Οι λογιστές φοροτεχνικοί, μέλη του ΟΕΕ, που κατέχουν κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου επαγγελματική ταυτότητα Β΄ τάξης, αποκτούν επαγγελματική ταυτότητα Α΄ τάξης μετά από την συμπλήρωση διετούς αποδεδειγμένης προϋπηρεσίας του επαγγέλματος λογιστή φοροτεχνικού από την έκδοση της επαγγελματικής ταυτότητας Β΄ τάξης και την παρακολούθηση των επιμορφωτικών σεμιναρίων της περ. ε. ανωτέρω.
iv. Οι λογιστές φοροτεχνικοί, πτυχιούχοι του Τμήματος Λογιστικής και των Τμημάτων Εμπορίας και Διαφήμισης, Διοίκησης Επιχειρήσεων, Τουριστικών Επιχειρήσεων, Χρηματοοικονομικών Εφαρμογών, Χρηματοοικονομικής και Ελεγκτικής και Χρηματοοικονομικής και Ασφαλιστικής της Σχολής Διοίκησης και Οικονομίας των Τεχνολογικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (Τ.Ε.Ι.), που κατέχουν κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου επαγγελματική ταυτότητα Γ΄ τάξης, αποκτούν επαγγελματική ταυτότητα Β΄ τάξης και με την συμπλήρωση τριετούς αποδεδειγμένης άσκησης του επαγγέλματος λογιστή φοροτεχνικού από την έκδοση της επαγγελματικής ταυτότητας Β΄ τάξης και την παρακολούθηση των επιμορφωτικών σεμιναρίων της περ. ε. ανωτέρω, δικαιούνται να λάβουν επαγγελματική ταυτότητα Α΄ τάξης.
v. Οι λογιστές φοροτεχνικοί, πτυχιούχοι του Τμήματος Λογιστικής και των Τμημάτων Εμπορίας και Διαφήμισης, Διοίκησης Επιχειρήσεων, Τουριστικών Επιχειρήσεων, Χρηματοοικονομικών Εφαρμογών, Χρηματοοικονομικής και Ελεγκτικής και Χρηματοοικονομικής και Ασφαλιστικής της Σχολής Διοίκησης και Οικονομίας των Τεχνολογικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (Τ.Ε.Ι.), που κατέχουν κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου επαγγελματική ταυτότητα Β΄ τάξης, αποκτούν επαγγελματική ταυτότητα Α΄ τάξης μετά από την συμπλήρωση διετούς αποδεδειγμένης προϋπηρεσίας του επαγγέλματος λογιστή φοροτεχνικού από την έκδοση της επαγγελματικής ταυτότητας Β΄ τάξης και την παρακολούθηση των επιμορφωτικών σεμιναρίων της περ. ε. ανωτέρω.
vi. Οι λογιστές φοροτεχνικοί που κατέχουν κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου επαγγελματική ταυτότητα Α΄ τάξης συνεχίζουν ακωλύτως να ασκούν το επάγγελμα του λογιστή φοροτεχνικού με τα ίδια επαγγελματικά δικαιώματα.
vii. Οι λογιστές φοροτεχνικοί που κατέχουν κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου επαγγελματική ταυτότητα Β΄ τάξης, μέχρι την συμπλήρωση της απαιτούμενης προϋπηρεσίας για την απόκτηση επαγγελματικής ταυτότητας Α΄ τάξης, συνεχίζουν να ασκούν το επάγγελμα του λογιστή φοροτεχνικού με τα ίδια επαγγελματικά δικαιώματα.»

————————————————-

Η παράγραφος 2 του άρθρου 1 του νόμου 2515/1997 εάν ισχύσουν οι ανωτέρω τροποποιήσεις που προωθεί το ΥΠΑΝΑΠΤ θα έχει ως εξής:

2. Η επαγγελματική ταυτότητα του Λογιστή Φοροτεχνικού διακρίνεται σε επαγγελματική ταυτότητα Λογιστή Φοροτεχνικού Α΄ και Β΄ τάξης:
α) Επαγγελματική ταυτότητα Λογιστή Φοροτεχνικού Β΄ τάξης χορηγείται από το Οικονομικό Επιμελητήριο της Ελλάδος στους κατόχους απολυτηρίου Γενικού Λυκείου, οι οποίοι ασκούν επί επτά (7) έτη από τη λήψη του απολυτηρίου τους το επάγγελμα του βοηθού λογιστή ή στους κατόχους απολυτηρίου Επαγγελματικού Λυκείου ή Ενιαίου Πολυκλαδικού Λυκείου κλάδου Οικονομίας, οι οποίοι ασκούν επί έξι (6) έτη από τη λήψη του απολυτηρίου τους το επάγγελμα του βοηθού λογιστή ή στους κατόχους πτυχίου Ινστιτούτου Επαγγελματικής Κατάρτισης (Ι.Ε.Κ.) Λογιστικής, οι οποίοι ασκούν επί πέντε (5) έτη το επάγγελμα του βοηθού λογιστή ή στους αποφοίτους των μακροχρόνιων προγραμμάτων κατάρτισης του Ελληνικού Κέντρου Παραγωγικότητας (ΕΛ.ΚΕ.ΠΑ.), οι οποίοι ασκούν επί πέντε (5) έτη το επάγγελμα του βοηθού λογιστή.

β) Επαγγελματική ταυτότητα Λογιστή Φοροτεχνικού Β΄ τάξης χορηγείται από το Οικονομικό Επιμελητήριο της Ελλάδος στα μέλη του Ο.Ε.Ε., στους πτυχιούχους τμημάτων Οικονομικής κατεύθυνσης των Πανεπιστημίων, στους πτυχιούχους των Τμημάτων Οικονομικής κατεύθυνσης της Σχολής Διοίκησης και Οικονομίας των Τεχνολογικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (Τ.Ε.Ι.) και στα φυσικά πρόσωπα που πληρούν τις προϋποθέσεις επαγγελματικών προσόντων του π.δ. 38/2010 (Α΄ 78).

γ) Επαγγελματική ταυτότητα Λογιστή Φοροτεχνικού Α΄ τάξης χορηγείται στα μέλη του Ο.Ε.Ε., στους πτυχιούχους τμημάτων
Οικονομικής κατεύθυνσης των Πανεπιστημίων, στους πτυχιούχους των Τμημάτων Οικονομικής κατεύθυνσης της Σχολής Διοίκησης και Οικονομίας των Τεχνολογικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (Τ.Ε.Ι.) και στα φυσικά πρόσωπα που πληρούν τις προϋποθέσεις επαγγελματικών προσόντων του π.δ. 38/2010, που ασκούν επί τριετία το επάγγελμα του Λογιστή Φοροτεχνικού Β΄ τάξης.

δ) Για τους κατόχους αναγνωρισμένου μεταπτυχιακού τίτλου στη Λογιστική-Ελεγκτική, Εσωτερικό Έλεγχο, Κοστολόγηση και Διοίκηση Επιχειρήσεων, ο απαιτούμενος χρόνος άσκησης του επαγγέλματος Λογιστή Φοροτεχνικού για την απόκτηση άδειας ανώτερης τάξης μειώνεται για χρόνο ίσο προς τη διάρκεια σπουδών για την απόκτηση του μεταπτυχιακού τίτλου.

ε) Η άδεια άσκησης επαγγέλματος ανωτέρας τάξεως πέραν των ετών υπηρεσίας θα αποκτάται μετά από πιστοποίηση παρακολούθησης επιμορφωτικών σεμιναρίων σε λογιστικά και φορολογικά θέματα και αξιολόγησης των υποψηφίων κατά τη διάρκεια παρακολούθησης αυτών. Τα επιμορφωτικά σεμινάρια θα διενεργούνται τουλάχιστον μία φορά κάθε έτος από το Οικονομικό Επιμελητήριο της Ελλάδος ή από το Ινστιτούτο Εκπαίδευσης και Επιμόρφωσης των Μελών του, που θα χορηγούν και το σχετικό πιστοποιητικό παρακολούθησης και αξιολόγησης.

Οι πάσης φύσεως δαπάνες για τη διενέργεια των επιμορφωτικών σεμιναρίων βαρύνουν τον προϋπολογισμό του Οικονομικού Επιμελητηρίου της Ελλάδος.

στ) Μεταβατικές Διατάξεις:
i. Οι λογιστές φοροτεχνικοί, μη πτυχιούχοι, που κατέχουν κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου επαγγελματική ταυτότητα Δ΄ ή Γ΄ τάξης, αποκτούν επαγγελματική ταυτότητα Β΄ τάξης.

ii. Οι λογιστές φοροτεχνικοί, μέλη του ΟΕΕ, που κατέχουν κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου επαγγελματική ταυτότητα Γ΄
τάξης, αποκτούν επαγγελματική ταυτότητα Β΄ τάξης και με την συμπλήρωση τριετούς αποδεδειγμένης άσκησης του επαγγέλματος λογιστή φοροτεχνικού από την έκδοση της επαγγελματικής ταυτότητας Γ΄ τάξης και την παρακολούθηση των επιμορφωτικών σεμιναρίων της περ. ε. ανωτέρω, δικαιούνται να λάβουν επαγγελματική ταυτότητα Α΄ τάξης.

iii. Οι λογιστές φοροτεχνικοί, μέλη του ΟΕΕ, που κατέχουν κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου επαγγελματική ταυτότητα Β΄ τάξης, αποκτούν επαγγελματική ταυτότητα Α΄ τάξης μετά από την συμπλήρωση διετούς αποδεδειγμένης προϋπηρεσίας του επαγγέλματος λογιστή φοροτεχνικού από την έκδοση της επαγγελματικής ταυτότητας Β΄ τάξης και την παρακολούθηση των επιμορφωτικών σεμιναρίων της περ. ε. ανωτέρω.

iv. Οι λογιστές φοροτεχνικοί, πτυχιούχοι του Τμήματος Λογιστικής και των Τμημάτων Εμπορίας και Διαφήμισης, Διοίκησης Επιχειρήσεων, Τουριστικών Επιχειρήσεων, Χρηματοοικονομικών Εφαρμογών, Χρηματοοικονομικής και Ελεγκτικής και Χρηματοοικονομικής και Ασφαλιστικής της Σχολής Διοίκησης και Οικονομίας των Τεχνολογικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (Τ.Ε.Ι.), που κατέχουν κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου επαγγελματική ταυτότητα Γ΄ τάξης, αποκτούν επαγγελματική ταυτότητα Β΄ τάξης και με την συμπλήρωση τριετούς αποδεδειγμένης άσκησης του επαγγέλματος λογιστή φοροτεχνικού από την έκδοση της επαγγελματικής ταυτότητας Β΄ τάξης και την παρακολούθηση των επιμορφωτικών σεμιναρίων της περ. ε. ανωτέρω, δικαιούνται να λάβουν επαγγελματική ταυτότητα Α΄ τάξης.

v. Οι λογιστές φοροτεχνικοί, πτυχιούχοι του Τμήματος Λογιστικής και των Τμημάτων Εμπορίας και Διαφήμισης, Διοίκησης Επιχειρήσεων, Τουριστικών Επιχειρήσεων, Χρηματοοικονομικών Εφαρμογών, Χρηματοοικονομικής και Ελεγκτικής και Χρηματοοικονομικής και Ασφαλιστικής της Σχολής Διοίκησης και Οικονομίας των Τεχνολογικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (Τ.Ε.Ι.), που κατέχουν κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου επαγγελματική ταυτότητα Β΄ τάξης, αποκτούν επαγγελματική ταυτότητα Α΄ τάξης μετά από την συμπλήρωση διετούς αποδεδειγμένης προϋπηρεσίας του επαγγέλματος λογιστή φοροτεχνικού από την έκδοση της επαγγελματικής ταυτότητας Β΄ τάξης και την παρακολούθηση των επιμορφωτικών σεμιναρίων της περ. ε. ανωτέρω.

vi. Οι λογιστές φοροτεχνικοί που κατέχουν κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου επαγγελματική ταυτότητα Α΄ τάξης συνεχίζουν ακωλύτως να ασκούν το επάγγελμα του λογιστή φοροτεχνικού με τα ίδια επαγγελματικά δικαιώματα.

vii. Οι λογιστές φοροτεχνικοί που κατέχουν κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου επαγγελματική ταυτότητα Β΄ τάξης, μέχρι την συμπλήρωση της απαιτούμενης προϋπηρεσίας για την απόκτηση επαγγελματικής ταυτότητας Α΄ τάξης, συνεχίζουν να ασκούν το επάγγελμα του λογιστή φοροτεχνικού με τα ίδια επαγγελματικά δικαιώματα.
——-

Στο Π.Δ. 340/1998

Διάταξη που προωθείται στο πολυνομοσχέδιο

7. Το άρθρο 3 του π.δ. 340/1998 (Α΄ 228) αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 3
Περιεχόμενο Επαγγελματικής Δραστηριότητας
Το περιεχόμενο της επαγγελματικής δραστηριότητας των λογιστών φοροτεχνικών κατά κατηγορία επαγγελματικής ταυτότητας καθορίζεται ως ακολούθως:
α) Οι κάτοχοι επαγγελματικής ταυτότητας λογιστή φοροτεχνικού Β’ τάξης διενεργούν κάθε είδους λογιστικές και φοροτεχνικές εργασίες επιτηδευματιών τηρούντων απλογραφικά βιβλία.
β) Οι κάτοχοι επαγγελματικής ταυτότητας λογιστή φοροτεχνικού Α’ τάξης διενεργούν κάθε είδους λογιστικές και φοροτεχνικές εργασίες επιτηδευματιών τηρούντων απλογραφικά και διπλογραφικά βιβλία.»

—-

Διάταξη που ισχύει έως σήμερα:
—-
Άρθρο 3
Περιεχόμενο Επαγγελματικής Δραστηριότητας κατά κατηγορία επαγγελματικής ταυτότητας.
Το περιεχόμενο της επαγγελματικής δραστηριότητας των λογιστών φοροτεχνικών κατά κατηγορία επαγγελματικής ταυτότητας καθορίζεται ως ακολούθως:
1) Οι κάτοχοι επαγγελματικής ταυτότητας λογιστή – φοροτεχνικού Δ’ τάξεως συντάσσουν φορολογικές δηλώσεις και διενεργούν λογιστικές και φοροτεχνικές εργασίες επιτηδευματιών τηρούντων βιβλία Α’ κατηγορίας του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων (Π.Δ. 186/1992 (ΦΕΚ Α’ 84), όπως ισχύει καθώς και των επιτηδευματιών τηρούντων βιβλία Β’ κατηγορίας των οποίων τα ετήσια ακαθάριστα έσοδα δεν υπερβαίνουν το 10% του προβλεπομένου ορίου βιβλίων Β’ κατηγορίας.
2) Οι κάτοχοι επαγγελματικής ταυτότητας λογιστή φοροτεχνικού Γ’ τάξεως διενεργούν κάθε είδους λογιστικές και φοροτεχνικές εργασίες επιτηδευματιών τηρούντων βιβλία Α’ και Β’ κατηγορίας του Κ.Β.Σ.
3) Οι κάτοχοι επαγγελματικής ταυτότητας λογιστή φοροτεχνικού Β’ τάξεως διενεργούν κάθε είδους λογιστικές και φοροτεχνικές εργασίες επιτηδευματιών τηρούντων βιβλία Α’, Β’ κατηγορίας καθώς και επιτηδευματιών τηρούντων βιβλία Γ’ κατηγορίας του Κ.Β.Σ. των οποίων τα ετήσια ακαθάριστα έσοδα δεν υπερβαίνουν το όριο της Β’ κατηγορίας προσαυξημένο κατά ποσοστό 40%.
4) Οι κάτοχοι επαγγελματικής ταυτότητας φοροτεχνικού Α’ τάξεως διενεργούν κάθε είδους λογιστικές και φοροτεχνικές εργασίες επιτηδευματιών ανεξαρτήτως ορίου ετησίων ακαθαρίστων εσόδων.
—-

Διάταξη που προωθείται στο πολυνομοσχέδιο
—-

8. Το άρθρο 5 του π.δ. 340/1998 αντικαθίσταται ως εξής:

«Άρθρο 5
Απόκτηση επαγγελματικής ταυτότητας ανώτερης κατηγορίας
Οι κάτοχοι επαγγελματικής ταυτότητας λογιστή φοροτεχνικού Β΄ τάξης μπορούν να αποκτήσουν επαγγελματική ταυτότητα Α΄ τάξης μετά από προηγουμένη παρακολούθηση των προβλεπόμενων στην περίπτωση ε. της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ν. 2515/1997, όπως ισχύει, επιμορφωτικών σεμιναρίων και αξιολόγηση κατά τη διάρκεια παρακολούθησης αυτών και εφόσον είναι μέλη του Ο.Ε.Ε., πτυχιούχοι τμημάτων Οικονομικής κατεύθυνσης των Πανεπιστημίων, πτυχιούχοι των Τμημάτων Οικονομικής κατεύθυνσης της Σχολής Διοίκησης και Οικονομίας των Τεχνολογικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (Τ.Ε.Ι.) ή πληρούν τις προϋποθέσεις του π.δ. 38/2010 και έχουν συμπληρώσει τριετή αποδεδειγμένη επαγγελματική εμπειρία στην άσκηση του επαγγέλματος ως λογιστές φοροτεχνικοί κάτοχοι επαγγελματικής ταυτότητας Β΄ τάξης,»
—-
Διάταξη που ισχύει έως σήμερα:

Άρθρο 5
Απόκτηση Επαγγελματικής Ταυτότητας Ανώτερης Κατηγορίας
1.Οι κάτοχοι επαγγελματικής ταυτότητας Λογιστή Φοροτεχνικού Δ’ τάξεως κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 παραγρ. 2 περίπτ. α) του Ν.2515/97, μπορούν να αποκτήσουν επαγγελματική ταυτότητα Γ’ τάξεως μετά προηγουμένη παρακολούθηση των προβλεπόμενων στην περίπτωση στ΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ν. 2515/1997, όπως ισχύει, επιμορφωτικών σεμιναρίων και αξιολόγηση κατά τη διάρκεια παρακολούθησης αυτών.
2.Οι κάτοχοι επαγγελματικής ταυτότητας Λογιστή Φοροτεχνικού Γ’ τάξεως κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 παραγρ. 2 περίπτ. β) του Ν.2515/97, μπορούν να αποκτήσουν επαγγελματική ταυτότητα Β’ τάξεως μετά προηγουμένη παρακολούθηση των προβλεπόμενων στην περίπτωση στ΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ν. 2515/1997, όπως ισχύει, επιμορφωτικών σεμιναρίων και αξιολόγηση κατά τη διάρκεια παρακολούθησης αυτών.
3.Τα μέλη του Ο.Ε.Ε. και οι πτυχιούχοι του τμήματος Λογιστικής της Σχολής Διοίκησης και Οικονομίας των ΤΕΙ, που είναι κάτοχοι επαγγελματικής ταυτότητας Λογιστή Φοροτεχνικού Β’ τάξεως, μπορούν να αποκτήσουν επαγγελματική ταυτότητα Α’ τάξεως μετά προηγουμένη παρακολούθηση των προβλεπόμενων στην περίπτωση στ΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ν. 2515/1997, όπως ισχύει, επιμορφωτικών σεμιναρίων και αξιολόγηση κατά τη διάρκεια παρακολούθησης αυτών.

Please follow and like us:

Αποσύρεται και η διάταξη για τις συντάξεις του ΟΑΕΕ.

 

Αποσύρεται και η διάταξη για τις συντάξεις του ΟΑΕΕ.

Ειδήσεις – Πέμπτη 25 Απριλίου 2013

Αποσύρεται και η διάταξη για τις συντάξεις του ΟΑΕΕ

Αποσύρεται, σύμφωνα με ανώτερα στελέχη του υπουργείου Εργασίας, η διάταξη για την αλλαγή του τρόπου υπολογισμού των συντάξεων του Οργανισμού Απασχόλησης Ελευθέρων Επαγγελματιών (ΟΑΕΕ). Η διάταξη, που προκάλεσε τις έντονες αντιδράσεις των επαγγελματοβιοτεχνών, προέβλεπε τη μείωση του ποσοστού αναπλήρωσης το οποίο, σύμφωνα με πληροφορίες, έφθανε έως και το 130% επί του συντάξιμου μισθού, για ορισμένες κατηγορίες ασφαλισμένων. Το θέμα συζητήθηκε σύμφωνα με πληροφορίες, κατά τη διάρκεια της σύσκεψης που ξεκίνησε λίγο μετά τις 2 το μεσημέρι στο υπουργείο Οικονομικών με τη συμμετοχή των υπουργών Οικονομικών Ι. Στουρνάρα, Εργασίας Ι. Βρούτση και αντιπροσωπείας του ΠΑΣΟΚ, αποτελούμενη από τους Π. Κουκουλόπουλο, Γ. Κουτρουμάνη και Φ.Σαχινίδη.

Σύμφωνα με πηγές του υπουργείου Εργασίας, η αλλαγή του ποσοστού αναπλήρωσης, αποτελούσε ισοδύναμο μέτρο του τέλους 2 τοις χιλίοις στον τζίρο των επιχειρήσεων υπέρ του ΟΑΕΕ, που δεν θα επιβληθεί τελικά, ενώ δεν θα οδηγούσε σε μειώσεις μεγαλύτερες του 10%. Σύμφωνα όμως με την ένωση επαγγελματοβιοτεχνών (ΓΣΕΒΕΕ), η μείωση απειλούσε το σύνολο των συντάξεων του Οργανισμού και θα έφθανε έως το 35%.

Νωρίτερα το μεσημέρι η Γενική Συνομοσπονδία Επαγγελματιών, Βιοτεχνών, Εμπόρων Ελλάδας σε επιστολή που απέστειλε προς τον πρωθυπουργό και τους αρχηγούς των πολιτικών κομμάτων ζητώντας συνάντηση μαζί τους, τόνιζε μεταξύ των άλλων ότι με τη συγκεκριμένη τροπολογία, «σφαγιάζονται οι συντάξεις κατά 35% ανεξαρτήτως του ύψους». Σε δηλώσεις του μετά το τέλος της σημερινής συνάντησης των κοινωνικών εταίρων στα γραφεία της ΓΣΕΕ, ο πρόεδρος της ΓΣΕΒΕΕ Γιώργος Καβαθάς είχε απειλήσει με αποχώρηση της Ένωσης από το Διοικητικό Συμβούλιο του ΟΑΕΕ, ενώ ο αντιπρόεδρος Νίκος Σκορίνης, άφηνε ανοιχτό το ενδεχόμενο να ζητήσει η ΓΣΕΒΕΕ από τα μέλη της στάση πληρωμών προς τον Οργανισμό σε περίπτωση που το υπουργείο Εργασίας επέμενε στην επίμαχη διάταξη.

Ο ΟΑΕΕ, ο οποίος δεν επιχορηγείται από τον κρατικό προϋπολογισμό αντιμετωπίζει σοβαρά οικονομικά προβλήματα. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Οργανισμού, το συνολικό έλλειμμά του έφθανε έως τις 31/12/2012 τα 5,9 δισ. ευρώ, ενώ από τους περίπου 740 χιλιάδες ασφαλισμένους οι 380 χιλιάδες αδυνατούν να καταβάλουν τις εισφορές τους.

Πηγή: http://www.express.gr/

Please follow and like us:

Δελτίο τύπου σχετικά με τη δράση του ΕΣΠΑ για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Υπ. Ανάπτυξης (Πέμπτη – 25/04/2013)
Δελτίο τύπου σχετικά με τη δράση του ΕΣΠΑ για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

ΥΠΑΝΥΠ-ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ ΥΠΑΝΥΠ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΕΣΠΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΜΙΚΡΟΜΕΣΑΙΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Πέμπτη, 25 Απριλίου 2013

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Με αφορμή δημοσιεύματα σχετικά με τη δράση ενίσχυσης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και ερωτήματα που υπεβλήθησαν στη Γενική Γραμματεία Δημοσίων Επενδύσεων/ΕΣΠΑ, από το υπουργείο Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων διευκρινίζεται ότι δεν πρόκειται να δοθεί καμία νέα παράταση στην προθεσμία υποβολής των προτάσεων, η οποία λήγει στις 10 Μαΐου 2013.

Υπενθυμίζεται ότι η προθεσμία υποβολής των προτάσεων ξεκίνησε στις 25 Φεβρουαρίου και ήδη παρατάθηκε μια φορά, από τις 25 Απριλίου που ήταν αρχικά η καταληκτική ημερομηνία, στις 10 Μαίου.

Σημειώνεται ότι κατά τη διάρκεια των αργιών του Πάσχα και της Πρωτομαγιάς το Πληροφοριακό Σύστημα Κρατικών Ενισχύσεων όπου υποβάλλονται ηλεκτρονικά οι προτάσεις (www.ependyseis.gr) θα λειτουργεί κανονικά και θα υπάρχει η δυνατότητα υποβολής προτάσεων όλο το 24ωρο. Επίσης, το Help Desk του Πληροφοριακού Συστήματος θα λειτουργεί τις εργάσιμες ημέρες από 9 π.μ. έως 5 μ.μ.

Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της ΜΟΔ, μέχρι την περασμένη Τρίτη 23 Απριλίου βρίσκονταν σε διαδικασία επεξεργασίας περίπου 12.100 προτάσεις.

Η Γ.Γ. Δημοσίων Επενδύσεων/ΕΣΠΑ συνιστά στους υποψήφιους επενδυτές να καταθέσουν έγκαιρα τις προτάσεις τους ώστε να αποφευχθούν οι καθυστερήσεις που μπορεί να προκύψουν από φόρτο του συστήματος τις τελευταίες ημέρες.

Επισημαίνεται τέλος, ότι η έγκαιρη υποβολή των προτάσεων θα συντείνει στην επιτάχυνση της διαδικασίας αξιολόγησης και την ένταξη των επενδύσεων και την καταβολή των ενισχύσεων στους ωφελούμενους επενδυτές.

Από το Γραφείο Τύπου

Please follow and like us:

ΙΚΑ Αρ. Πρωτ. Σ00/59/25.04.2013 Ενημέρωση των στοιχείων των συνταξιούχων με Α.Μ.Κ.Α. και Α.Φ.Μ. μέσ

 

ΙΚΑ Αρ. Πρωτ. Σ00/59/25.04.2013
Ενημέρωση των στοιχείων των συνταξιούχων με Α.Μ.Κ.Α. και Α.Φ.Μ. μέσω διαδικτύου, μέχρι τις 09/05/2013.

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ

ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ

ΔΙΟΙΚΗΣΗ

ΓΕΝΙΚΗ Δ/ΝΣΗ ΑΣΦ/ΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ

ΔΙΕΥΘΥΝΣH ΠΑΡΟΧΩΝ

ΤΜΗΜΑ ΚΥΡΙΑΣ ΣΥΝΤΑΞΗΣ

Ταχ. Δ/νση: Αγ. Κων/νου 8 (10241)

Πληροφορίες: Π. Δάβου

Αριθ. Τηλεφώνου: 2105215189

FAX: 2105230046

e-mail : diefpar@ika.gr

Αθήνα, 25/4/2013

Αριθ. Πρωτ. Σ00/59

ΕΞ. ΕΠΕΙΓΟΝ

ΓΕΝΙΚΟ ΕΓΓΡΑΦΟ

ΠΡΟΣ:

Όλα τα Υποκαταστήματα και Παραρτήματα του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ:

1. Διεύθυνση Εκμετάλλευσης

α) Γραφείο Διευθύντριας

Πατησίων 12 ΑΘΗΝΑ

β) Τμήμα Παραγωγής και Διακίνησης

Αναφορών

Παπαδιαμαντοπούλου 87

11527 ΑΘΗΝΑ

2. Η.ΔΙ.Κ.Α. Α.Ε.

Δ/νση: Λειτουργίας

& Υποστήριξης Εφαρμογών

Υποδ/νση: Ειδικών Εφαρμογών

Τμήμα: Εθν. Μητρ. Συντάξεων

Λαγουμιτζή 40 Ν. Κόσμος

11745 ΑΘΗΝΑ

3. Επιχειρησιακή Ομάδα Παροχών

Ο.Π.Σ. Πατησίων 12

ΑΘΗΝΑ

4. Ε.Τ.Ε.Α.

Πειραιώς 9-11. Τ.Κ. 10552 ΑΘΗΝΑ

5. Από ένα αντίτυπο σε κάθε υπάλληλο των Υπηρεσιών Συντάξεων

ΘΕΜΑ: «Ενημέρωση των στοιχείων των συνταξιούχων με Α.Μ.Κ.Α. και Α.Φ.Μ. μέσω διαδικτύου, μέχρι τις 09/05/2013.»

Σχετ: Το με αρ. πρωτ. Σ00/35/26.3.2013 Γενικό Έγγραφο

Σε συνέχεια του ως άνω σχετικού, και κατόπιν εντολής του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας σχετικά με την αναστολή της σύνταξης όσων συνταξιούχων δεν είναι καταχωρημένα στα αρχεία του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ είτε ο Α.Μ.Κ.Α. είτε ο Α.Φ.Μ., σας ενημερώνουμε ότι η σύνταξη μηνός Μαΐου θα καταβληθεί κανονικά και δεν θα ανασταλεί.

Προκειμένου, όμως, να μην ανασταλεί η σύνταξη μηνός Ιουνίου, οι συνταξιούχοι θα πρέπει είτε με την παρουσία τους στο αρμόδιο υποκατάστημα πληρωμής είτε μέσω των ηλεκτρονικών υπηρεσιών « Πληροφόρηση συνταξιούχων για Α.Μ.Κ.Α. – Α.Φ.Μ.» και «Πληροφόρηση συνταξιούχων εξωτερικού», να εισάγουν τα ελλείποντα στοιχεία (Α..Μ.Κ.Α. και Α.Φ.Μ.) μέχρι και την Τρίτη 9 Μαΐου 2013.

Η ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ ΠΑΡΟΧΩΝ

ΗΝΤΟΥΝΑ ΒΑΡΒΑΡΑ

Please follow and like us: