Υπ. Ανάπτυξης: Σχέδιο νόμου «Βελτίωση Επιχειρηματικού Περιβάλλοντος – Νέα Εταιρική Μορφή – Σήματα Πρ

Print Friendly, PDF & Email

ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ
«ΒΕΛΤΙΩΣΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ – ΝΕΟΣ ΕΤΑΙΡΙΚΟΣ ΤΥΠΟΣ – ΣΗΜΑΤΑ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΚΑΙ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ – ΜΕΣΙΤΕΣ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΘΑΛΑΣΣΙΟΥ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ»

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ
ΒΕΛΤΙΩΣΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’
ΟΡΙΖΟΝΤΙΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΑΔΕΙΟΔΟΤΗΣΗΣ

Άρθρο 1
Απλούστευση διαδικασιών αδειοδότησης
1.    Η Αδειοδοτούσα Αρχή αναρτά στο διαδικτυακό της τόπο όλες τις άδειες, αποφάσεις και εγκρίσεις που εκδίδει, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία, καθώς και τις εκθέσεις επιθεωρήσεων, που παρεμβάλλονται στο πλαίσιο της διαδικασίας αδειοδότησης όλων των δραστηριοτήτων και τήρησης των όρων της νόμιμης άσκησης τους.
2.    Σε περίπτωση αλλαγής επωνυμίας του φορέα της επιχείρησης ή μεταβίβασης για οποιαδήποτε αιτία μέρους ή του συνόλου των εταιρικών μεριδίων ή μετοχών μίας εταιρείας ή της επιχείρησης, ανάλογα με τη φύση αυτής ως ατομικής, προσωπικής ή κεφαλαιουχικής, η άδεια που έχει εκδοθεί ελέγχεται και τροποποιείται μόνον όσον αφορά στα στοιχεία του φορέα που διαφοροποιήθηκαν. Πιστοποιητικά, αποφάσεις, εγκρίσεις, που έχουν εκδοθεί στο όνομα του προσώπου πριν την μεταβολή του, εξακολουθούν να ισχύουν μέχρι τη λήξη τους και δεν απαιτείται η προσκόμιση νέων.
Στην περίπτωση που η μεταβολή συνιστάται στην προσθήκη νέας δραστηριότητας για την οποία απαιτείται αδειοδότηση, πιστοποιητικά, αποφάσεις και εγκρίσεις, που αφορούν την ήδη ασκούμενη δραστηριότητα και με τα οποία είναι ήδη εφοδιασμένη η επιχείρηση, δεν αναζητούνται εκ νέου. Σε αυτή την περίπτωση αρκεί υπεύθυνη δήλωση με την οποία βεβαιώνεται ότι δεν έχουν μεταβληθεί στο πρόσωπο της εταιρίας οι προϋποθέσεις χορήγησης της άδειας.
3.    Οι κεντρικές και περιφερειακές αρχές, που εκδίδουν άδειες, αποφάσεις ή εγκρίσεις για όλες τις δραστηριότητες, μεριμνούν για την ηλεκτρονική μεταξύ τους διασύνδεση και τη λειτουργία ολοκληρωμένου πληροφοριακού συστήματος, στο πλαίσιο του οποίου θα γίνεται σε ηλεκτρονική μορφή η υποβολή των αιτήσεων, η ηλεκτρονική διακίνηση τους μεταξύ των συναρμοδίων υπηρεσιών και η τελική τους διεκπεραίωση.
4.    Στοιχεία που τηρούνται στη βάση του Γενικού Εμπορικού Μητρώου (Γ.Ε.ΜΗ) και απαιτούνται για την έκδοση οιασδήποτε άδειας, έγκρισης, απόφασης ή γνωμοδότησης από κεντρικές και περιφερειακές αρχές, αναζητούνται αυτεπαγγέλτως.
5.    Όλα τα κέντρα υποδοχής αιτήσεων προς έκδοση αδειών, αποφάσεων ή εγκρίσεων διατηρούν δικτυακό τόπο, με σκοπό τη λεπτομερή ενημέρωση του κοινού σχετικά με τις διαδικασίες, τα απαιτούμενα δικαιολογητικά και τις διοικητικές πράξεις και γνωμοδοτήσεις που απαιτούνται για την αδειοδότηση των πάσης φύσεως δραστηριοτήτων.
6.    Απαγορεύεται στην εκάστοτε Αδειοδοτούσα Αρχή να ζητά από τον ενδιαφερόμενο δικαιολογητικά, που είτε δεν αναγράφονται ρητά σε κανονιστικές πράξεις, είτε δεν βρίσκονται αναρτημένα στο οικείο διαδικτυακό τόπο της Αρχής, η δε τυχόν προσκόμιση τους δεν αποτελεί στοιχείο της εκδοθείσας πράξης. Η παράβαση της ως άνω διάταξης αποτελεί πειθαρχικό παράπτωμα για τον αρμόδιο υπάλληλο, που μπορεί να επισύρει και την μετακίνησή του από την Αδειοδοτούσα Αρχή.
7.    Εντός τριών (3) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος, όλα τα Υπουργεία οφείλουν να επανεξετάσουν το νομοθετικό τους καθεστώς ως προς τη χορήγηση αδειών, με σκοπό τη μείωση (α) των απαιτούμενων αδειών και (β) των επιμέρους δικαιολογητικών που απαιτούνται για την έκδοση των αδειών, με την κατάργησή τους ή την αντικατάσταση τους με Υπεύθυνες Δηλώσεις, σύμφωνα με το άρθρο 10 του ν. 3230/2004 (ΦΕΚ Α΄44). Τα αποτελέσματα της επανεξέτασης αυτής γνωστοποιούνται στο Υπουργείο Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας εντός της προρρηθείσας τρίμηνης προθεσμίας, το οποίο υποχρεούται εντός περαιτέρω τρίμηνης προθεσμίας να προβεί σε κωδικοποίηση του νομοθετικού καθεστώτος που διέπει τις αδειοδοτήσεις.  

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’
ΒΕΛΤΙΩΣΗ ΚΑΘΕΣΤΩΤΟΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΩΝ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ

Άρθρο 2
Τροποποίηση διατάξεων του ν. 3894/2010

1.    Η παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3894/2010 (ΦΕΚ Α’ 204) αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Ως Στρατηγικές Επενδύσεις για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος νόμου νοούνται οι παραγωγικές επενδύσεις που επιφέρουν ποσοτικά και ποιοτικά αποτελέσματα σημαντικής εντάσεως στη συνολική εθνική οικονομία και προάγουν την έξοδο της χώρας από την οικονομική κρίση. Αφορούν ιδίως στην κατασκευή, ανακατασκευή, επέκταση ή στον εκσυγχρονισμό υποδομών και δικτύων: (α) στη βιομηχανία, (β) στην ενέργεια, (γ) στον τουρισμό, (δ) στις μεταφορές και επικοινωνίες, (ε) στην παροχή υπηρεσιών υγείας, (στ) στη διαχείριση απορριμμάτων, (ζ) σε έργα υψηλής τεχνολογίας και καινοτομίας, εφόσον πληρούν μία τουλάχιστον από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
(α) το συνολικό κόστος της επένδυσης είναι πάνω από εκατό εκατομμύρια (100.000.000) ευρώ, ανεξαρτήτως τομέα επένδυσης, ή
(β) το συνολικό κόστος της επένδυσης είναι πάνω από δεκαπέντε εκατομμύρια (15.000.000) ευρώ, για επενδύσεις στον τομέα της βιομηχανίας εντός ήδη οργανωμένων υποδοχέων σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, ή τρία εκατομμύρια (3.000.000) ευρώ για επενδύσεις που αποτελούν εγκεκριμένα έργα στο πλαίσιο του ταμείου χαρτοφυλακίου (κεφαλαίου) JESSICA (ΦΕΚ 1388 Β’/2003), όπως κάθε φορά ισχύει, ή
(γ) το συνολικό κόστος της επένδυσης είναι πάνω από σαράντα εκατομμύρια (40.000.000) ευρώ και ταυτόχρονα από την επένδυση δημιουργούνται τουλάχιστον εκατό είκοσι (120) νέες θέσεις εργασίας, ή
(δ) από την επένδυση δημιουργούνται κατά βιώσιμο τρόπο τουλάχιστον εκατό πενήντα (150) νέες θέσεις εργασίας.»

2.    Στην παρ. 3 του άρθρου 1 του ν. 3894/2010 (ΦΕΚ 204 Α’) προστίθεται περ. ζ ως εξής:
«ζ. Βιομηχανία  είναι, για τους σκοπούς του νόμου αυτού, κάθε κύρια δραστηριότητα η οποία περιγράφεται στις κατηγορίες 10-33 της Στατιστικής Ταξινόμησης Οικονομικών Δραστηριοτήτων (ΣΤΑΚΟΔ 2008) της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας. Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, δύνανται να προστίθενται ή να αφαιρούνται στον ορισμό της βιομηχανίας, για την εφαρμογή του παρόντος νόμου, κατηγορίες οικονομικών δραστηριοτήτων.»
 
3.  To άρθρο 2 του ν. 3894/2010 (ΦΕΚ 204 Α’) αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Συνιστάται Διυπουργική Επιτροπή Στρατηγικών Επενδύσεων (Δ.Ε.Σ.Ε.), στην οποία μετέχουν ως Πρόεδρος ο Υπουργός Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, και ως μέλη οι Υπουργοί Οικονομικών, Εξωτερικών, Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, Πολιτισμού και Τουρισμού, και ο αρμόδιος κατά περίπτωση Υπουργός, ο οποίος εισηγείται το θέμα της αρμοδιότητάς του. Σε περίπτωση που στην Δ.Ε.Σ.Ε. μετέχει Υπουργός που φέρει και την ιδιότητα του Αντιπροέδρου της Κυβέρνησης, αυτός αναλαμβάνει την προεδρία της Δ.Ε.Σ.Ε., ο δε Υπουργός Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας τον αναπληρώνει σε περίπτωση κωλύματος. Η λειτουργία της Δ.Ε.Σ.Ε. διέπεται από τις διατάξεις του ν. 1558/1985 (ΦΕΚ 137 Α΄). Η Γραμματειακή υποστήριξη στη Δ.Ε.Σ.Ε. παρέχεται από τη Γενική Γραμματεία Στρατηγικών Επενδύσεων.
2. Η Δ.Ε.Σ.Ε. έχει τις αρμοδιότητες που προβλέπονται στις διατάξεις του παρόντος νόμου και μπορεί με αποφάσεις της να καθορίζει τον τρόπο λειτουργίας της.»

4.  Η περίπτωση (β) της παραγράφου 2 του άρθρου 3 του ν. 3894/2010 (ΦΕΚ A’ 204) αντικαθίσταται ως εξής:
«(β) η μεταφορά γνώσης και τεχνογνωσίας, η προβλεπόμενη αύξηση της απασχόλησης, η περιφερειακή ή κατά τόπους ανάπτυξη της χώρας, η ενίσχυση της επιχειρηματικότητας και της ανταγωνιστικότητας της εθνικής οικονομίας και ιδίως της βιομηχανίας, η υιοθέτηση καινοτομίας και υψηλής τεχνολογίας, η αύξηση της εξαγωγικής δραστηριότητας, η προστασία του περιβάλλοντος και η εξοικονόμηση ενέργειας.»

5.  Στο άρθρο 3 του ν. 3894/2010 (ΦΕΚ Α’ 204) προστίθεται παράγραφος 4 ως εξής:
«4. Η Δ.Ε.Σ.Ε. με απόφασή της με πρωτοβουλία και εισήγηση του Προέδρου της ή σε κάθε περίπτωση του Υπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας ή του κατά περίπτωση εποπτεύοντος το έργο Υπουργού, μπορεί να αναθέτει στην «Επενδύστε στην Ελλάδα Α.Ε.» τη διάρθρωση τελικών επενδυτικών προτάσεων ελάχιστων προδιαγραφών, οι οποίες με την ίδια απόφασή της εντάσσονται στις διαδικασίες των δημοσίων στρατηγικών επενδύσεων, καθώς και την ακόλουθη κατάρτιση ολοκληρωμένων φακέλων επενδυτικών σχεδίων Δημοσίων Στρατηγικών Επενδύσεων και κάθε άλλη αναγκαία ενέργεια σχετικά με την αδειοδότηση, χρηματοδότηση και επενδυτική αξιοποίηση των εν λόγω επενδυτικών σχεδίων συμπεριλαμβανομένων των απαραιτήτων προπαρασκευαστικών ενεργειών.»

6. Η παρ. 2 του πρώτου άρθρου του ν. 2372/1996 (ΦΕΚ Α΄ 29), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 12 του ν. 3049/2002 (ΦΕΚ Α΄ 212) και το άρθρο 4 του ν. 3894/2010 (ΦΕΚ Α’ 204), αντικαθίσταται ως εξής:
«2. Η «Επενδύστε στην Ελλάδα A.E.» λειτουργεί χάριν του δημόσιου συμφέροντος κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας και εποπτεύεται από τον Υπουργό Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας. Η «Επενδύστε στην Ελλάδα A.E.» διέπεται αποκλειστικώς από τις διατάξεις του παρόντος νόμου με συμπληρωματική εφαρμογή των διατάξεων του Κ.Ν. 2190/1920, και εξαιρείται ρητώς από τις διατάξεις του ν. 3429/2005 (ΦΕΚ Α΄314) και από τις διατάξεις του δημοσίου τομέα και από τις διατάξεις περί συμβάσεων προμηθειών και υπηρεσιών του Δημοσίου.»

7.   του άρθρου 5 του ν. 3894/2010 (ΦΕΚ Α’ 204) αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Με απόφαση της «Επενδύστε στην Ελλάδα Α.Ε» μπορεί να συνάπτονται συμβάσεις παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών ή έργου με χρηματοοικονομικούς, νομικούς, τεχνικούς και άλλους εξειδικευμένους συμβούλους με σκοπό αφενός την αξιολόγηση των αιτήσεων για την ένταξη των επενδυτικών προτάσεων στη Διαδικασία Στρατηγικών Επενδύσεων, αφετέρου για τη συνολική υποστήριξη των αρμοδιοτήτων της «Επενδύστε στην Ελλάδα Α.Ε.», που πηγάζουν από τον παρόντα νόμο. Η σύναψη των συμβάσεων αυτών μπορεί να γίνεται με ή χωρίς διαγωνισμό κατά παρέκκλιση της κείμενης νομοθεσίας, με την επιφύλαξη των διατάξεων του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.»

8.  Η παρ. 2 του άρθρου 5 του ν. 3894/2010 (ΦΕΚ Α’ 204) αντικαθίσταται ως εξής:
«2. Σε περίπτωση ένταξης στρατηγικής επένδυσης με εφαρμογή του άρθρου 3 παράγραφος 4 του παρόντος νόμου, η κατάρτιση σχεδίων επί επενδυτικών φακέλων γίνεται σε σύμπραξη με τον κύριο του έργου και όπου αυτό είναι απαραίτητο με ανάθεση σε εξειδικευμένους συμβούλους. Αν για τις υπηρεσίες, που προβλέπονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, απαιτείται η παροχή υπηρεσιών τρίτων (υπεργολάβων), η σχετική δαπάνη περιλαμβάνεται στην αμοιβή των συμβούλων, εφόσον δεν προβλέπεται διαφορετικά στη σύμβαση. Σε κάθε περίπτωση, υπεύθυνος και υπόλογος για την παροχή των υπηρεσιών και την καλή εκτέλεση της σύμβασης παραμένει ο σύμβουλος που συμβάλλεται με την «Επενδύστε στην Ελλάδα Α.Ε.» στο πλαίσιο του παρόντος άρθρου.»

9. Το άρθρο 6 του ν. 3894/2010 (ΦΕΚ Α’ 204) αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Για την πραγματοποίηση των στρατηγικών επενδύσεων απαιτείται η προηγούμενη έγκριση περιβαλλοντικών όρων, που χορηγείται αποκλειστικά με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής. Για το σκοπό αυτό, υποβάλλεται σχετική αίτηση, που συνοδεύεται από τα κατά νόμο απαιτούμενα δικαιολογητικά, στην υπηρεσία του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής που είναι αρμόδια για την έγκριση των περιβαλλοντικών όρων. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν. 1650/1986 (ΦΕΚ Α’ 160), όπως ισχύει.
2. Εφόσον έχουν εγκριθεί οι περιβαλλοντικοί όροι των έργων και δραστηριοτήτων που εντάσσονται στη στρατηγική επένδυση, σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, δεν απαιτείται η έκδοση γνωμοδοτήσεων υπηρεσιών υπουργείων που έχουν εγκρίνει τους περιβαλλοντικούς όρους κατά τις διατάξεις των παρ. 3, 4 και 6 του άρθρου 3 του ν. 2882/2001 (ΦΕΚ Α’ 17).
3. Οι εγκρίσεις περιβαλλοντικών όρων που εκδίδονται κατ’ εφαρμογή του παρόντος νόμου δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
4. Σε περιοχές του δικτύου NATURA, οι οποίες έχουν ρητά χαρακτηρισθεί ως περιοχές απολύτου προστασίας της φύσης σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 19 του ν.1650/1986 (ΦΕΚ Α’ 160), όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει, δεν είναι δυνατό να υλοποιείται επένδυση που υπάγεται στον παρόντα νόμο.»

10. Η παρ. 3 του άρθρου 7 του ν. 3894/2010 (ΦΕΚ Α’ 204) αντικαθίσταται ως εξής:
«3. Οι όροι και περιορισμοί δόμησης για την πραγματοποίηση Στρατηγικών Επενδύσεων σε γήπεδα που βρίσκονται σε περιοχές εκτός εγκεκριμένων σχεδίων πόλεων, εκτός ορίων οικισμών κάτω των 2.000 κατοίκων, και εκτός ορίων οικισμών υφισταμένων προ του έτους 1923, οι οποίοι στερούνται εγκεκριμένου σχεδίου, καθορίζονται με προεδρικό διάταγμα μετά από πρόταση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, και προηγούμενη γνώμη του οικείου Συμβουλίου Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος (ΣΧΟΠ) κατόπιν αίτησης του Φορέα Πραγματοποίησης.»

11. Η παρ. 2 του άρθρου 8 του ν. 3894/2010 (ΦΕΚ Α’ 204) αντικαθίσταται ως εξής:
«2. Η παραχώρηση επιτρέπεται μετά την έκδοση των προεδρικών διαταγμάτων του άρθρου 24 του παρόντος νόμου, και σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους που καθορίζονται σε αυτά.»

12. Το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 9 του ν. 3894/2010 (ΦΕΚ Α΄ 204) αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων και των κατά περίπτωση αρμόδιων Υπουργών, μετά από αίτηση της «Επενδύστε στην Ελλάδα Α.Ε.», ορίζονται τα βοηθητικά και συνοδά έργα εξωτερικής υποδομής που είναι απαραίτητα για την εξυπηρέτηση των Στρατηγικών Επενδύσεων, εφόσον το κόστος τους δεν είναι δυσανάλογα υψηλό σε σχέση με το συνολικό κόστος και το στρατηγικό χαρακτήρα της επένδυσης.»

13. Το τελευταίο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 14 του ν. 3894/2010 (ΦΕΚ Α’ 204) αντικαθίσταται ως εξής:
«Με πρωτοβουλία του Προέδρου της Δ.Ε.Σ.Ε. ή του Υπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, η απόφαση της Δ.Ε.Σ.Ε. για την ένταξη της επενδυτικής πρότασης στη Διαδικασία Στρατηγικών Επενδύσεων μπορεί να εισάγεται προς κύρωση από τη Βουλή.»

14. Στο άρθρο 14 του ν. 3894/2010 (ΦΕΚ Α’ 204) προστίθεται παρ. 7 ως εξής:
«7. Όλες οι αρμόδιες υπηρεσίες και οργανισμοί του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα υποχρεούνται να παρέχουν κατά απόλυτη προτεραιότητα στην «Επενδύστε στην Ελλάδα Α.Ε.» κάθε αναγκαία συνδρομή, πληροφορία και διευκόλυνση για την πραγματοποίηση του σκοπού του στο πλαίσιο του παρόντος νόμου. Αν δεν ορίζεται ρητώς διαφορετικά, τεκμαίρεται ότι για τις διαδικασίες του παρόντος νόμου επισπεύδων φορέας είναι η «Επενδύστε στην Ελλάδα Α.Ε».»

15. Το άρθρο 15 του ν. 3894/2010 (ΦΕΚ Α’ 204) αντικαθίσταται ως εξής:
« Άρθρο 15
Υποχρεώσεις εντασσομένων στη διαδικασία στρατηγικών επενδύσεων

1.    (α) Μετά την απόφαση της Δ.Ε.Σ.Ε. για την ένταξη της επένδυσης στη Διαδικασία Στρατηγικών Επενδύσεων, ο επενδυτής καταθέτει στην «Επενδύστε στην Ελλάδα Α.Ε.» πλήρη φάκελο των δικαιολογητικών, που απαιτούνται κατά το νόμο για την έγκριση και έκδοση των σχετικών αδειών μαζί με: (αα) αποδεικτικό καταβολής Διαχειριστικής Αμοιβής Προώθησης του φακέλου στην «Επενδύστε στην Ελλάδα Α.Ε.» και (ββ) εγγυητική επιστολή συμμετοχής, τράπεζας εγνωσμένου κύρους, με ρήτρα πρώτης ζήτησης, για την φερεγγυότητα του επενδυτή, καθώς και τη γνησιότητα και ακρίβεια των δικαιολογητικών.
(β) Η Διαχειριστική Αμοιβή Προώθησης επιστρέφεται στον ιδιώτη επενδυτή, αν η επένδυση δεν μπορεί να ολοκληρωθεί λόγω της αδράνειας ή της μη δικαιολογημένης καθυστέρησης εκπλήρωσης των υποχρεώσεων της «Επενδύστε στην Ελλάδα Α.Ε.» και της Δ.Ε.Σ.Ε.
(γ) Η «Επενδύστε στην Ελλάδα Α.Ε.» υποχρεούται να προωθήσει το σχετικό φάκελο στις υπηρεσίες που είναι αρμόδιες για την έκδοση των αδειών, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, μέσα σε προθεσμία πέντε (5) ημερών από την κατάθεση του.

2.    Ο επενδυτής φέρει το βάρος της πληρότητας, ακρίβειας και αλήθειας των στοιχείων που υποβάλλονται στις υπηρεσίες που είναι αρμόδιες κατά το νόμο για τις αδειοδοτήσεις και υποχρεούται να συνεργάζεται με την «Επενδύστε στην Ελλάδα Α.Ε.», εφόσον κληθεί προς τούτο, προκειμένου να συμπληρωθούν ελλείψεις. Αν υποβληθούν ψευδή στοιχεία από δόλο ή από βαριά αμέλεια, η ένταξη της επένδυσης στη Διαδικασία Στρατηγικών Επενδύσεων ανακαλείται με απόφαση της Δ.Ε.Σ.Ε., με την οποία αποφασίζεται συγχρόνως και η κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής της παρ. 1 υπέρ της «Επενδύστε στην Ελλάδα Α.Ε.».
3.    Η εγγυητική επιστολή συμμετοχής επιστρέφεται στον επενδυτή με το πέρας της αδειοδοτικής διαδικασίας, ως ανωτέρω ορίζεται με την ταυτόχρονη προσκόμιση στην «Επενδύστε στην Ελλάδα Α.Ε.», εγγυητικής επιστολής καλής εκτέλεσης, τράπεζας εγνωσμένου κύρους, με ρήτρα πρώτης ζήτησης, η οποία επιστρέφεται με την ολοκλήρωση της επένδυσης, άλλως καταπίπτει στην περίπτωση που το έργο δεν εκτελεστεί με ευθύνη του επενδυτή, εμπροθέσμως και προσηκόντως σύμφωνα με την επενδυτική πρόταση που υποβλήθηκε, τους περαιτέρω όρους που έχει θέσει η Δ.Ε.Σ.Ε. κατ’ εφαρμογή του άρθρου 3 παρ. 3 και τις άδειες που εκδόθηκαν, εκτός αν άλλως ορίσει η Δ.Ε.Σ.Ε. με απόφασή της, ή διακοπεί η Διαδικασία Ένταξης της επένδυσής του στη Διαδικασία Στρατηγικών Επενδύσεων, με απόφαση της Δ.Ε.Σ.Ε.
4.    Αν υπάρξει αδικαιολόγητη καθυστέρηση του επενδυτή ως προς την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του που προβλέπονται στις παρ. 1 και 2 του παρόντος, μπορεί να διακοπεί η διαδικασία ένταξης της επένδυσής του στη Διαδικασία Στρατηγικών Επενδύσεων, με απόφαση της Δ.Ε.Σ.Ε. μετά από γνώμη της «Επενδύστε στην Ελλάδα Α.Ε.», οπότε δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του παρόντος νόμου ως προς την επένδυση αυτή. Στην περίπτωση αυτή, η «Επενδύστε στην Ελλάδα Α.Ε.» επιστρέφει το φάκελο στον επενδυτή μαζί με τις άδειες που έχουν εκδοθεί κατ’ εφαρμογή του παρόντος νόμου, όσες δε διαδικασίες εκκρεμούν ενώπιον οποιασδήποτε αρχής συνεχίζονται και ολοκληρώνονται, με επιμέλεια του επενδυτή, ενώπιον των αρμόδιων αρχών και υπηρεσιών, όπως προβλέπονται από τις εκάστοτε ισχύουσες νομοθετικές διατάξεις. Όσες άδειες τεκμαίρεται ότι έχουν δοθεί κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 1 του άρθρου 22 του παρόντος νόμου θεωρείται ότι έχουν ανακληθεί αυτοδικαίως.»

16. Το άρθρο 16 του ν. 3894/2010 (ΦΕΚ Α’ 204) αντικαθίσταται ως εξής:
« Άρθρο 16
Εξουσιοδότηση

1.    Με απόφαση της Δ.Ε.Σ.Ε. καθορίζονται το ύψος του ποσού που οι ενδιαφερόμενοι επενδυτές καταβάλλουν στην «Επενδύστε στην Ελλάδα Α.Ε.» , τόσο αρχικά, με την κατάθεση της αίτησής τους και του φακέλου της επενδυτικής πρότασης (Διαχειριστική Αμοιβή Αξιολόγησης) ή με την απόφαση για κατάρτιση φακέλου επενδυτικού σχεδίου (Διαχειριστική Αμοιβή Επιμέλειας Φακέλου) όσο και μεταγενέστερα, μετά την έγκριση της ένταξης της επενδυτικής πρότασης στη Διαδικασία Στρατηγικών Επενδύσεων, για τις υπηρεσίες που παρέχονται από αυτή (Διαχειριστική Αμοιβή Προώθησης) καθώς και οι λεπτομέρειες καταβολής τους. Με την ίδια απόφαση καθορίζεται το ποσό και το περιεχόμενο των εγγυητικών επιστολών των παραγράφων 1α και 3 του άρθρου 15 του παρόντος νόμου. Το ποσό της Διαχειριστικής Αμοιβής Προώθησης καθορίζεται ως ακολούθως:
(α) για επενδυτική πρόταση κόστους έως εκατό εκατομμύρια (100.000.000) ευρώ, στο 0,2 % του κόστους της επένδυσης.
(β) για επενδυτική πρόταση κόστους άνω των εκατό εκατομμυρίων (100.000.000) ευρώ, στο 0,2 % του κόστους της επένδυσης μέχρι του ποσού των διακόσια εκατομμυρίων (200.000.000) ευρώ, και σε ποσοστό 0,02% επί του υπολοίπου του κόστους της επένδυσης.
2.    Το ποσό της Διαχειριστικής Αμοιβής Αξιολόγησης ορίζεται με απόφαση της Δ.Ε.Σ.Ε., κοινό για όλες τις επενδυτικές προτάσεις.
3.    Το ποσό της εγγυητικής επιστολής συμμετοχής της παραγράφου 1α του άρθρου 15 του παρόντος νόμου υπολογίζεται σε ποσοστό 0,5% του συνολικού κόστους της επένδυσης, και το ποσό της εγγυητικής επιστολής καλής εκτέλεσης της παραγράφου 3 του άρθρου 15 του παρόντος νόμου υπολογίζεται σε ποσοστό 0,75% του συνολικού κόστους της επένδυσης.
4.    Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου, καταλαμβάνουν και όσες επενδύσεις έχουν ήδη υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου αυτού, καθώς και όσες αιτήσεις εκκρεμούν προς αξιολόγηση από την «Επενδύστε στην Ελλάδα Α.Ε.» και την Δ.Ε.Σ.Ε.»

17. Το άρθρο 17 του ν. 3894/2010 (ΦΕΚ Α΄ 204) αντικαθίσταται ως εξής:
«1.      Δημόσια Στρατηγική Επένδυση (Δ.Σ.Ε.), που πληροί τις προϋποθέσεις και τα κριτήρια των άρθρων 1 έως 3, μπορεί να υπαχθεί στις διατάξεις του παρόντος νόμου με απόφαση της Δ.Ε.Σ.Ε., είτε μετά από αίτηση του κυρίου του έργου, που υπογράφει ο καθ’ ύλη αρμόδιος ή εποπτεύων Υπουργός, είτε με απόφαση της Δ.Ε.Σ.Ε. σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 4 του παρόντος νόμου.
2. Ειδικώς για τη λήψη απόφασης της Δ.Ε.Σ.Ε. για την υπαγωγή Δ.Σ.Ε. στις διατάξεις του παρόντος νόμου προσκομίζεται: φάκελος στον οποίο περιγράφονται συνοπτικά: η επένδυση στο σύνολό της, τα επιμέρους τμήματά της, ο τρόπος υλοποίησής της, εκτίμηση επί του  προϋπολογισμού της, οι υπηρεσίες που θα παρέχει και οι κοινωνικές ανάγκες που θα καλύψει εκτός από τις περιπτώσεις εφαρμογής του άρθρο 3 παράγραφος 4 του παρόντος νόμου όπου απαιτείται επιπρόσθετα αποδεικτικό καταβολής της Διαχειριστικής Αμοιβής Επιμέλειας Φακέλου.
3.    Η Δ.Ε.Σ.Ε., με την απόφασή της για την έγκριση της ένταξης της επένδυσης στην Διαδικασία Στρατηγικών Επενδύσεων, καθορίζει επίσης, βάσει του εκτιμώμενου κόστους της Δ.Σ.Ε., το ύψος της Διαχειριστικής Αμοιβής Προώθησης καθώς  και της Διαχειριστικής Αμοιβής Επιμέλειας Φακέλου της επενδυτικής πρότασης, σε περίπτωση εφαρμογής του Άρθρου 3 παράγραφος 4, τις οποίες οφείλει να καταβάλει το Δημόσιο στην «Επενδύστε στην Ελλάδα Α.Ε.».
4.    Για την κατάρτιση φακέλων επενδυτικών σχεδίων, η εταιρία εισπράττει ειδική Διαχειριστική Αμοιβή Επιμέλειας Φακέλου, η οποία βαρύνει τον κύριο του έργου και αποτελεί μέρος του Προϋπολογισμού αυτού, ενώ για τις υπόλοιπες ενέργειες, η εταιρία εισπράττει Διαχειριστική Αμοιβή Προώθησης σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου, η οποία καταβάλλεται εφ’ άπαξ μετά τη σχετική απόφαση της Δ.Ε.Σ.Ε. και δεν επιστρέφεται. Το ύψος της Διαχειριστικής Αμοιβής Επιμέλειας Φακέλου δεν δύναται να υπερβαίνει το τριπλάσιο του ύψους της Διαχειριστικής Αμοιβής Αξιολόγησης ως εκάστοτε ισχύει.»

18. Το άρθρο 18 του ν. 3894/2010 (ΦΕΚ Α’ 204) αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Με την επιφύλαξη του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι Δ.Σ.Ε. που υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος νόμου, ανατίθενται μέσω διεθνών ανοικτών διαγωνισμών σε μία φάση, χωρίς προεπιλογή. Σε ειδικές περιπτώσεις, εφόσον συντρέχουν είτε λόγοι ιδιαίτερης τεχνικής πολυπλοκότητας της προς υπαγωγή Δ.Σ.Ε. είτε λόγοι ειδικού ενδιαφέροντος, ειδικώς αιτιολογημένου στην απόφαση εντάξεως, η Δ.Ε.Σ.Ε. μπορεί να αποφασίσει, την ανάθεση μέσω Διαδικασίας Διεθνούς Κλειστού Διαγωνισμού, Διαδικασίας Ανταγωνιστικού Διαλόγου ή με διακρατική συμφωνία, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις και λαμβάνοντας υπόψη ότι αποκλειστικό κριτήριο της τελικής επιλογής αποτελεί το συνολικό οικονομικό αντάλλαγμα προς το Ελληνικό Δημόσιο. Στην περίπτωση διακρατικής συμφωνίας οφείλεται ειδική αιτιολογία περί του λόγου εθνικού ή δημοσίου συμφέροντος που καθιστά τη κατάρτιση διακρατικής συμφωνίας τον πλέον πρόσφορο τρόπο εξυπηρέτησης του (ιδία λόγω ταχύτητας ή μοναδικότητας ή για λόγους που ανάγονται στη συνολική εξωτερική πολιτική της χώρας). Στη περίπτωση αυτή μπορεί να προηγείται ενημέρωση της οικείας επιτροπής της Βουλής προ της καταρτίσεως της.
2. Η απόφαση της Δ.Ε.Σ.Ε. για ένταξη της επενδυτικής πρότασης στη Διαδικασία Στρατηγικών Επενδύσεων ορίζει ειδικότερες λεπτομέρειες σχετικά με τις διαγωνιστικές διαδικασίες ανάθεσης του έργου ή της υπηρεσίας που εντάσσεται στη διαδικασία και μπορεί να προβλέπει την κύρωση της τελικής σύμβασης ανάθεσης από τη Βουλή. Με πρωτοβουλία του Πρόεδρου της Δ.Ε.Σ.Ε. ή του Υπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας ενημερώνεται ειδικά η Βουλή για την απόφαση της Δ.Ε.Σ.Ε. για την ένταξη της επενδυτικής πρότασης στη Διαδικασία Στρατηγικών Επενδύσεων.»

19. Το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 19 του ν. 3894/2010 (ΦΕΚ Α’ 204) αντικαθίσταται ως εξής:
«Η διενέργεια των διαγωνιστικών διαδικασιών των Δ.Σ.Ε. για λογαριασμό του κυρίου του έργου, που υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος νόμου, ανατίθεται σε κάθε περίπτωση στην εταιρεία «Επενδύστε στην Ελλάδα Α.Ε.»

20.  Το άρθρο 22 του ν. 3894/2010 (ΦΕΚ Α’ 204) αντικαθίσταται ως εξής:
«1.    Με την επιφύλαξη ειδικής διαφορετικής ρύθμισης, όπου σύμφωνα με τον παρόντα νόμο απαιτείται η σύμπραξη διοικητικών αρχών, η σχετική διοικητική διαδικασία ολοκληρώνεται και οι αναγκαίες γνώμες και άδειες για την εκτέλεση των έργων, ιδίως σε σχέση με χωροταξικές και περιβαλλοντικές άδειες, συνοδά και βοηθητικά έργα και έργα σύνδεσης, εκδίδονται μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία σαράντα πέντε (45) ημερολογιακών ημερών. Η προθεσμία αρχίζει από την υποβολή της εκάστοτε σχετικής αίτησης από την «Επενδύστε στην Ελλάδα Α.Ε.» στην αρμόδια υπηρεσία. Η αρμόδια υπηρεσία μπορεί μέσα σε αποκλειστική προθεσμία επτά (7) εργάσιμων ημερών από την παραλαβή του φακέλου να ζητήσει εφ’ άπαξ τυχόν απαραίτητα επιπλέον στοιχεία για την ολοκλήρωση του. Οποιαδήποτε επιπλέον προσθήκη ζητηθεί γίνεται μέσα στην προθεσμία των σαράντα πέντε (45) ημερολογιακών ημερών η οποία δεν αναστέλλεται περαιτέρω. Μετά την παρέλευση της προθεσμίας αυτής τεκμαίρεται ότι η άδεια που έχει ζητηθεί έχει δοθεί σύμφωνα με τη σχετική αίτηση.
2.      Η άπρακτη παρέλευση της ανωτέρω προθεσμίας των σαράντα πέντε (45) ημερολογιακών ημερών αποτελεί πειθαρχικό παράπτωμα που καταλογίζεται τόσο στον αρμόδιο υπάλληλο όσο και στον προϊστάμενο της εκάστοτε αδειοδοτικής υπηρεσίας, ο οποίος ορίζεται εκ του νόμου ως το καθ’ ύλην αρμόδιο όργανο για την υλοποίηση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τον παρόντα νόμο. Οι κυρώσεις που προβλέπονται στον Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. ως ισχύει, επιβάλλονται στην περίπτωση αυτή με κατώτατη πειθαρχική ποινή αυτήν της προσωπικής παύσης τριών (3) μηνών .
3.    Με την παρέλευση της ανωτέρω προθεσμίας των σαράντα πέντε (45) ημερολογιακών ημερών, η «Επενδύστε στην Ελλάδα Α.Ε.» ενημερώνει σχετικά τον Πρόεδρο της Δ.Ε.Σ.Ε., ο οποίος βεβαιώνει εγγράφως την παρέλευση της προθεσμίας της παραγράφου 1.»

21. Η παρ. 1 του άρθρου 24 του ν. 3894/2010 (ΦΕΚ Α’ 204) αντικαθίστανται ως εξής:
«1. Για τον ορθολογικό σχεδιασμό και την ολοκληρωμένη ανάπτυξη των περιοχών υποδοχής των Στρατηγικών Επενδύσεων καθώς και των βοηθητικών και συνοδών έργων τους, μετά από απόφαση της Δ.Ε.Σ.Ε., στην οποία, μεταξύ άλλων, εξετάζεται η αναγκαιότητα, ο τόπος και το χρονικό περιθώριο πραγματοποίηση της στρατηγικής επένδυσης, μπορεί να καταρτίζονται και να εγκρίνονται Ειδικά Σχέδια Ολοκληρωμένης Ανάπτυξης κατά τις διατάξεις του παρόντος άρθρου. Τα Ειδικά Σχέδια Ολοκληρωμένης Ανάπτυξης Περιοχών Εγκατάστασης Στρατηγικών Επενδύσεων εναρμονίζονται προς τις επιλογές  ή κατευθύνσεις και του εγκεκριμένου Γενικού και των εγκεκριμένων Ειδικών Πλαισίων Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης.»

22. Η παρ. 2 του άρθρου 24 του ν. 3894/2010 (ΦΕΚ Α’ 204) αντικαθίσταται ως εξής:
«2. Με τα Ειδικά Σχέδια Ολοκληρωμένης Ανάπτυξης οριοθετούνται σε χάρτη κλίμακας 1:5000 οι περιοχές χωροθέτησης των στρατηγικών επενδύσεων και καθορίζονται και εγκρίνονται, με την επιφύλαξη ειδικών καθεστώτων που ρυθμίζουν τη χωρική ανάπτυξη και οργάνωση περιοχών ειδικών χρήσεων και προβλέπονται από ειδικές διατάξεις νόμων, ειδικότερα:
α) Οι χρήσεις γης και οι ειδικότερες κατηγορίες στρατηγικών επενδύσεων που θα κατασκευασθούν σε κάθε περιοχή.
β) Οι περιβαλλοντικοί όροι,  για κάθε επί μέρους στρατηγική επένδυση και τα ειδικότερα μέτρα προστασίας περιβάλλοντος που απαιτούνται κατά τις κείμενες διατάξεις για την χρήση των επενδύσεων αυτών και των συνοδευτικών τους δραστηριοτήτων.
γ) Οι γενικοί και ειδικοί όροι και περιορισμοί δόμησης που απαιτούνται για την ανέγερση κτισμάτων που εντάσσονται στις στρατηγικές επενδύσεις και των βοηθητικών και συνοδών έργων τους.
δ) Η γενική διάταξη των προβλεπόμενων εγκαταστάσεων και των συνοδευτικών τους δραστηριοτήτων, καθώς και τα προβλεπόμενα δίκτυα υποδομής.
ε) Ειδικές ζώνες προστασίας και ελέγχου γύρω από τις οριοθετούμενες κατά τα ανωτέρω περιοχές, στις οποίες μπορεί να επιβάλλονται ειδικοί όροι και περιορισμοί στις χρήσεις γης, στη δόμηση και στην εγκατάσταση και άσκηση δραστηριοτήτων και λειτουργιών.
Η κατάρτιση των παραπάνω σχεδίων για της δημόσιες στρατηγικές επενδύσεις γίνεται με πρωτοβουλία του καθ’ ύλη αρμόδιου ή εποπτεύοντος Υπουργού.»

23. Το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 25 του ν. 3894/2010 (ΦΕΚ Α’ 204) αντικαθίσταται ως εξής:
«Επενδύσεις των οποίων οι διαδικασίες εκκρεμούν κατά την υποβολή αιτήματος ένταξης στη Διαδικασία Στρατηγικών Επενδύσεων, όπως ιδίως η έγκριση περιβαλλοντικών όρων, έργων και βοηθητικών και συνοδών έργων τους, μπορούν να υπαχθούν στη Διαδικασία Στρατηγικών Επενδύσεων και να ολοκληρωθούν σύμφωνα με τις ρυθμίσεις του παρόντος νόμου.»

24. Το πρώτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 25 του ν. 3894/2010 (ΦΕΚ Α’ 204) αντικαθίσταται ως εξής:
«Στην περίπτωση των επενδύσεων της παρ. 1, οι περιβαλλοντικοί όροι εγκρίνονται σύμφωνα με τις διαδικασίες περί  στρατηγικών επενδύσεων και τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις ν. 1650/1986 (ΦΕΚ Α΄160) και της Κοινής Υπουργικής Απόφασης 69269/5387/1990 (ΦΕΚ Β’ 678).»

25. Στο άρθρο 25 του ν. 3894/2010 (ΦΕΚ Α’ 204), προστίθεται παρ. 6 ως εξής:
«6. Καταληκτική προθεσμία για την υποβολή αιτήσεων για την ένταξη επενδύσεων στη Διαδικασία Στρατηγικών Επενδύσεων, είναι η 1η Ιανουαρίου 2016.»

Άρθρο 3
Τροποποίηση Καταστατικού της εταιρίας
«ΕΠΕΝΔΥΣΤΕ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ Α.Ε.»
1.    Η παρ. 1 του άρθρου 1 του Καταστατικού της «Επενδύστε στην Ελλάδα A.E.», που θεσπίζεται με την παρ.3 του άρθρου 4 του ν. 3894/2010 (ΦΕΚ Α΄204), αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Σκοπός της «Επενδύστε στην Ελλάδα A.E.»  είναι η προσέλκυση, η υποδοχή, η προώθηση και η υποστήριξη στρατηγικών και λοιπών επενδύσεων στην Ελλάδα, η συμβολή στη διαρκή βελτίωση του θεσμικού πλαισίου τους, η υποστήριξη των διεθνών επενδυτικών συνεργασιών των ελληνικών επιχειρήσεων, καθώς και η ανάδειξη των επενδυτικών προοπτικών των περιουσιακών στοιχείων του Ελληνικού Δημοσίου.»

2.    Η περ. (γ) της παρ. 2 του άρθρου 1 του Καταστατικού της «Επενδύστε στην Ελλάδα A.E.» που θεσπίζεται  με την παρ.3 του άρθρου 4 του ν. 3894/2010 (ΦΕΚ Α΄204), αντικαθίσταται ως εξής:
«γ. Λειτουργεί ως υπηρεσία μίας στάσης (one-stop shop) στο πλαίσιο της Διαδικασίας Αδειοδοτικής Προώθησης Επενδύσεων λαμβάνοντας εντολή από επενδυτές προκειμένου να προβεί σε όλες τις νόμιμες ενέργειες για τη διεκπεραίωση των διαδικασιών έκδοσης των αιτηθησομένων αδειών ή την παροχή άλλων εγκρίσεων, που είναι αναγκαίες, για την έναρξη πραγματοποίησης των επενδύσεων ύψους άνω των άνω των δύο εκατομμυρίων (2.000.000) ευρώ, οι οποίες εμπίπτουν στις κατηγορίες Α1 και Α2 περιβαλλοντικής όχλησης όπως αυτές προσδιορίζονται στο άρθρο 1 του Ν. 4014/2011 και προβαίνει στις απαραίτητες ενέργειες για την επιτάχυνσή τους. Για το σκοπό αυτό, παραλαμβάνει το φάκελο της επένδυσης, φροντίζει για τη συμπλήρωση των αναγκαίων δικαιολογητικών από τον επενδυτή και τα αποστέλλει στους κατά περίπτωση αρμόδιους φορείς, οι οποίοι υποχρεούνται να προβαίνουν ταχέως στις επιβαλλόμενες για το σκοπό αυτόν ενέργειές τους. Οι φορείς αυτοί υποχρεούνται επίσης να παρέχουν στην εταιρεία έγγραφη ενημέρωση κάθε μήνα για το στάδιο, στο οποίο βρίσκονται οι σχετικές διαδικασίες, καθώς και για τους λόγους της καθυστέρησης ή της αδυναμίας παροχής των αδειών ή και των εγκρίσεων.»

3.    To τελευταίο εδάφιο της περ. (δ) της παρ. 2 του άρθρου 1 του Καταστατικού της «Επενδύστε στην Ελλάδα A.E», που θεσπίζεται με την παρ.3 του άρθρου 4 του ν. 3894/2010 (ΦΕΚ Α΄204), καταργείται.

4.    Η υποπερ. (δδ) της περ. (ε) της παρ. 2 του άρθρου 1 του Καταστατικού της «Επενδύστε στην Ελλάδα A.E.» που θεσπίζεται με την παρ.3 του άρθρου 4 του ν. 3894/2010 (ΦΕΚ Α΄204), αντικαθίσταται ως εξής:
 «δδ) εισηγείται στη Διυπουργική Επιτροπή Στρατηγικών Επενδύσεων (Δ.Ε.Σ.Ε.), δια του εποπτεύοντος της Υπουργού, σχετικά με την ένταξή των επενδύσεων στην Διαδικασία Στρατηγικών Επενδύσεων ή τη διακοπή της διαδικασίας ένταξης μιας επένδυσης στην κατηγορία των Στρατηγικών Επενδύσεων,»

5.    Η υποπερ. στστ) της περ. (ε) της παρ. 2 του άρθρου 1 του Καταστατικού της «Επενδύστε στην Ελλάδα A.E.», που θεσπίζεται με την παρ.3 του άρθρου 4 του ν. 3894/2010 (ΦΕΚ Α΄204), αντικαθίσταται ως εξής::
«στστ) εισπράττει τη Διαχειριστική Αμοιβή Διεκπεραίωσης, τη Διαχειριστική Αμοιβή Αξιολόγησης, τη Διαχειριστική Αμοιβή Επιμέλειας Επενδυτικού Φακέλου  και τη Διαχειριστική Αμοιβή Προώθησης».

6.    Στην περ. (ε) της παρ. 2 του άρθρου 1 του Καταστατικού της «Επενδύστε στην Ελλάδα A.E.», που θεσπίζεται με την παρ.3 του άρθρου 4 του ν. 3894/2010 (ΦΕΚ Α΄204), προστίθεται υποπερ. (θθ) ως εξής:
«θθ) μετά από απόφαση της Δ.Ε.Σ.Ε. σύμφωνα με το Άρθρο 3 παράγραφος 4 του παρόντος νόμου, περί ένταξης και ανάθεσης, διαρθρώνει  τελικές επενδυτικές προτάσεις ελάχιστων προδιαγραφών και καταρτίζει ολοκληρωμένους φακέλους επενδυτικών σχεδίων  δημοσίων στρατηγικών επενδύσεων. Επιπρόσθετα, η εταιρεία προβαίνει συνολικά σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες για την αδειοδότηση, χρηματοδότηση και επενδυτική αξιοποίηση των εν λόγω επενδυτικών σχεδίων  συμπεριλαμβανομένων των απαραιτήτων προπαρασκευαστικών ενεργειών.»

7.    Η περ. (ζ) της παρ. 2 του άρθρου 1 του Καταστατικού της «Επενδύστε στην Ελλάδα A.E.» που θεσπίζεται με την παρ.3 του άρθρου 4 του ν. 3894/2010 (ΦΕΚ Α΄204), αντικαθίσταται ως εξής:
«ζ. Στο πλαίσιο των ανωτέρω σκοπών της το Διοικητικό Συμβούλιο δύναται να συνιστά συμβουλευτικές στη Διοίκηση επιτροπές ή ομάδες εργασίας για την επεξεργασία και προώθηση θεμάτων που εμπίπτουν στον κύκλο των αρμοδιοτήτων της από ιδιώτες εμπειρογνώμονες ή και δημόσιους λειτουργούς. Στην τελευταία αυτή περίπτωση απαιτείται σύμφωνη γνώμη των εποπτευόντων Υπουργών.  Το Διοικητικό Συμβούλιο προσδιορίζει τον τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας των ανωτέρω επιτροπών ή ομάδων εργασίας. Δεν προβλέπεται αμοιβή για τα μέλη των επιτροπών ή ομάδων εργασίας παρά μόνο η καταβολή τυχόν αποζημίωσης, το ύψος της οποίας θα καθορίζεται από το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας και θα βαρύνει τον προϋπολογισμό της. Επίσης με τον ίδιο τρόπο μπορεί να καταργεί τις ήδη συσταθείσες επιτροπές ή ομάδες εργασίες και να μεταβάλλει τη σύνθεση και τις αρμοδιότητές τους.»

8.    Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 3 του Καταστατικού της «Επενδύστε στην Ελλάδα A.E.» που θεσπίζεται με την παρ.3 του άρθρου 4 του ν. 3894/2010 (ΦΕΚ Α΄204), αντικαθίσταται ως εξής:
«Με κοινή απόφαση των υπουργών Οικονομικών και Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας το κεφάλαιο αυτό μπορεί να αυξηθεί έως και εκατό τοις εκατό (100%).»

9.    Το άρθρο 4 του Καταστατικού της «Επενδύστε στην Ελλάδα A.E.» που θεσπίζεται με την παρ.3 του άρθρου 4 του ν. 3894/2010 (ΦΕΚ Α΄204), αντικαθίσταται ως εξής:
«Τα έσοδα της εταιρείας προέρχονται από ετήσια επιχορήγηση του προγράμματος δημοσίων επενδύσεων, από επιχορήγηση εκ του Κρατικού Προϋπολογισμού, από προγράμματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο πλαίσιο του σκοπού της, από δωρεές, κληρονομιές, κληροδοσίες, από την εκμετάλλευση της περιουσίας της, από ανταποδοτικές εισφορές, τέλη και αμοιβές για τις υπηρεσίες που προσφέρει, όπως ιδίως τη Διαχειριστική Αμοιβή Διεκπεραίωσης, Διαχειριστική Αμοιβή Αξιολόγησης, τη Διαχειριστική Αμοιβή Επιμέλειας Επενδυτικού Φακέλου, τη Διαχειριστική Αμοιβή Προώθησης, και από οποιαδήποτε άλλη νόμιμη πηγή.»

10. Η παρ. 2 του άρθρου 5 του Καταστατικού της «Επενδύστε στην Ελλάδα A.E.» που θεσπίζεται με την παρ.3 του άρθρου 4 του ν. 3894/2010 (ΦΕΚ Α΄204), καταργείται.

11. Η παρ. 5 του άρθρου 5 του Καταστατικού της «Επενδύστε στην Ελλάδα A.E.» που θεσπίζεται με την παρ.3 του άρθρου 4 του ν. 3894/2010 (ΦΕΚ Α΄204), αντικαθίσταται ως εξής:
«5.    Ο τρόπος της διενέργειας των δαπανών, της σύνταξης του ισολογισμού και του απολογισμού, της οργάνωσης και της λειτουργίας των οικονομικών υπηρεσιών και κάθε άλλο θέμα σχετικό με την οικονομική διαχείριση της εταιρείας ρυθμίζεται με κανονισμούς που καταρτίζονται από το Διοικητικό της Συμβούλιο και εγκρίνονται με απόφαση του εποπτεύοντος Υπουργού.»

12. Η παρ. 2 του άρθρου 6 του Καταστατικού της «Επενδύστε στην Ελλάδα A.E.» που θεσπίζεται με την παρ.3 του άρθρου 4 του ν. 3894/2010 (ΦΕΚ Α΄204), καταργείται.

13. Η περ. (β) της παρ. 2 του άρθρου 7 του Καταστατικού της «Επενδύστε στην Ελλάδα A.E.» που θεσπίζεται με την παρ.3 του άρθρου 4 του ν. 3894/2010 (ΦΕΚ Α΄204), αντικαθίσταται ως εξής:
“β) παρακολουθεί και αναφέρει στο Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας και στη Γενική Συνέλευση των μετόχων περιπτώσεις συγκρούσεις συμφερόντων των ιδιωτικών συμφερόντων των μελών του διοικητικού συμβουλίου και των κατά περίπτωση συμβούλων του άρθρου 5 του παρόντος νόμου, με τα συμφέροντα της επιχείρησης ή παράβασης των διατάξεων του νόμου αυτού από μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, συμπεριλαμβανομένου του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου, και των Συμβούλων του άρθρου 5 του παρόντος νόμου.”
14. Η περ. (δ) της παρ. 2 του άρθρου 7 του Καταστατικού της «Επενδύστε στην Ελλάδα A.E.» που θεσπίζεται με την παρ.3 του άρθρου 4 του ν. 3894/2010 (ΦΕΚ Α΄204)), καταργείται.
15. Η παρ. 2 του άρθρου 8 του Καταστατικού της «Επενδύστε στην Ελλάδα A.E.» που θεσπίζεται με την παρ.3 του άρθρου 4 του ν. 3894/2010 (ΦΕΚ Α΄204), καταργείται.
16. Η παρ. 1 του άρθρου 9 του Καταστατικού της «Επενδύστε στην Ελλάδα A.E.» που εισάγεται με την παρ.3 του άρθρου 4 του ν. 3894/2010 (ΦΕΚ Α΄204), αντικαθίσταται ως εξής:
«Η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «Επενδύστε στην Ελλάδα A.E.» διοικείται από Διοικητικό Συμβούλιο, το οποίο αποτελείται από 11 μέλη κατ’ ανώτατο όριο, μεταξύ των οποίων ο Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος, ιδιότητες οι οποίες μπορεί να συντρέχουν στο ίδιο πρόσωπο. Το Διοικητικό Συμβούλιο διαμορφώνει τη στρατηγική και την πολιτική της εταιρείας και ασκεί τις αρμοδιότητες που προβλέπονται στην κείμενη νομοθεσία και το παρόν καταστατικό. Η παράλληλη άσκηση καθηκόντων Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου από το ίδιο πρόσωπο δεν θεμελιώνουν κανένα δικαίωμα για πρόσθετη αμοιβή.»

17. Η παρ. 4 του άρθρου 9 του Καταστατικού της «Επενδύστε στην Ελλάδα A.E.», που θεσπίζεται με την παρ.3 του άρθρου 4 του ν. 3894/2010 (ΦΕΚ Α΄204), αντικαθίσταται ως εξής:
«4. Ο Πρόεδρος και  Διευθύνων Σύμβουλος της «Επενδύστε στην Ελλάδα A.E.»καθώς και τα υπόλοιπα μέλη τα οποία δεν εκλέγονται ή υποδεικνύονται σύμφωνα με την παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου ορίζονται με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας,  Με όμοια απόφαση με εκείνη του διορισμού τους παύονται αζημίως για το Δημόσιο και για την εταιρεία.»

18. Η παρ. 5 του άρθρου 9 του Καταστατικού της «Επενδύστε στην Ελλάδα A.E.» που θεσπίζεται με την παρ.3 του άρθρου 4 του ν. 3894/2010 (ΦΕΚ Α΄204), αντικαθίσταται ως εξής:
«5. Πέντε από τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, εκτός από τον Πρόεδρο και Δ/ντα Σύμβουλο, διορίζονται μετά από υπόδειξη της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών, της Εθνικής Συνομοσπονδίας Ελληνικού Εμπορίου, της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών Ελλάδος, του Συνδέσμου Ελληνικών Βιομηχανιών και του Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων, που υποδεικνύουν από ένα πρόσωπο. Οι εκπρόσωποι  των ανωτέρω μπορούν να συμμετέχουν στο Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας και καθ’ υπέρβαση του ανωτάτου οριζομένου αριθμού των μελών αυτού. Οι εκπρόσωποι των ανωτέρω προτείνονται μέσα σε προθεσμία ενός (1) μηνός αφότου ειδοποιηθούν σχετικά εγγράφως από τον Υπουργό Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας. Έως τον ορισμό των εκπροσώπων αυτών το Διοικητικό Συμβούλιο συγκροτείται και λειτουργεί νόμιμα  και χωρίς τα μέλη αυτά.»

19. Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 7 του άρθρου 9 του Καταστατικού της «Επενδύστε στην Ελλάδα A.E.» θεσπίζεται με την παρ.3 του άρθρου 4 του ν. 3894/2010 (ΦΕΚ Α΄204), αντικαθίσταται ως εξής:
«Το Διοικητικό Συμβούλιο βρίσκεται σε απαρτία εφόσον παρίστανται πέντε τουλάχιστον μέλη του, μεταξύ των οποίων ο Πρόεδρος και  Διευθύνων Σύμβουλος, και αποφασίζει με απλή πλειοψηφία των παρόντων.»

20. Το πρώτο εδάφιο της παρ. 8 του άρθρου 9 του Καταστατικού της «Επενδύστε στην Ελλάδα A.E.» που θεσπίζεται με την παρ.3 του άρθρου 4 του ν. 3894/2010 (ΦΕΚ Α΄204), αντικαθίσταται ως εξής:
«Η εταιρεία εκπροσωπείται δικαστικά και εξώδικα και απέναντι σε κάθε Αρχή ή νομικό ή φυσικό πρόσωπο από τον Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο ή από ειδικώς εξουσιοδοτημένο για τη συγκεκριμένη περίπτωση πρόσωπο.»

21. Η παρ. 9 του άρθρου 9 του Καταστατικού της «Επενδύστε στην Ελλάδα A.E.» που θεσπίζεται με την παρ.3 του άρθρου 4 του ν. 3894/2010 (ΦΕΚ Α΄204), αντικαθίσταται ως εξής:
« 9.    Με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας καταρτίζεται κανονισμός λειτουργίας του Διοικητικού της Συμβουλίου.»

22. Η παρ. 3 του άρθρου 10 του Καταστατικού της «Επενδύστε στην Ελλάδα A.E.» που θεσπίζεται με την παρ.3 του άρθρου 4 του ν. 3894/2010 (ΦΕΚ Α΄204), αντικαθίσταται ως εξής:
«3. Η αποζημίωση των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, συμπεριλαμβανομένων και του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου, καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας. Ο Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος και τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου δεν δικαιούνται καμία άλλη παροχή, απολαβή, αμοιβή ή προνόμιο.»

23. To άρθρο 11 του Καταστατικού της «Επενδύστε στην Ελλάδα A.E.» όπως που θεσπίζεται με την παρ.3 του άρθρου 4 του ν. 3894/2010 (ΦΕΚ Α΄204), αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 11
Στελέχωση-Εσωτερική λειτουργία

1. Στην εταιρεία προσλαμβάνεται προσωπικό με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, ορισμένου χρόνου, με σύμβαση έμμισθης εντολής, καθώς και με συμβάσεις έργου σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία. Οι διατάξεις περί προσλήψεων, βαθμολογίου και μισθολογίου του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, καθώς και του Ν. 3429/2005 δεν εφαρμόζονται στο προσωπικό της εταιρείας. Με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου, καθορίζονται βάσει και της περιγραφής της κάθε θέσης εργασίας, οι αποδοχές και τα επιδόματα του προσωπικού της εταιρείας στο πλαίσιο των συγκριτικών αμοιβών στην αγορά εργασίας. Στο παραπάνω προσωπικό περιλαμβάνονται και τρεις (3) θέσεις νομικών συμβούλων της εταιρείας με πάγια αντιμισθία ή σύμβαση παροχής υπηρεσιών, καθώς και η θέση εσωτερικού ελεγκτή. Η σύναψη σύμβασης μετά των νομικών συμβούλων πραγματοποιείται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου κατ’ εφαρμογή της διάταξης του δεύτερου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 11 του Ν. 1649/1986 (Α’ 149). Η δε πρόσληψη δικηγόρων από την εταιρεία με σχέση έμμισθης εντολής, θα γίνεται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου κατά παρέκκλιση των διατάξεων του άρθρου 11 του Ν.1649/1986 όπως ισχύει σήμερα.
2. Η κάλυψη των άμεσων αναγκών της εταιρείας σε προσωπικό της προηγούμενης παραγράφου, για τις αρμοδιότητες που αφορούν σε στρατηγικές επενδύσεις, γίνεται κατά προτεραιότητα με μετάταξη προσωπικού που ήδη υπηρετεί σε φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, όπως αυτός ορίζεται στην παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 2190/1994 (ΦΕΚ Α’ 28), όπως ισχύει, και το οποίο κατέχει τα τυπικά προσόντα της θέσης για την οποία προορίζεται, χωρίς να απαιτείται η κατάληψη αντίστοιχης θέσης με αυτή του φορέα προέλευσης. Η μετάταξη πραγματοποιείται κατά παρέκκλιση της κείμενης νομοθεσίας, με κοινή απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας  και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού. Ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του μετατασσόμενου προσωπικού που έχει διανυθεί στους φορείς προέλευσης και ο χρόνος που αναγνωρίστηκε ως χρόνος υπηρεσίας λογίζεται ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας στην εταιρεία για τα θέματα βαθμολογικής και μισθολογικής εξέλιξης και για κάθε άλλη συνέπεια.
3. Επιτρέπεται η απόσπαση στην εταιρεία υπαλλήλων από το δημόσιο τομέα, τις τράπεζες και τις θυγατρικές τους εταιρίες και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, καθώς και ο δανεισμός υπαλλήλων από τον ιδιωτικό τομέα με ειδική συμφωνία. Οι αποσπώμενοι στην εταιρεία εξακολουθούν να λαμβάνουν από την υπηρεσία που αποσπώνται το σύνολο των αποδοχών τους με τα πάσης φύσεως επιδόματα, γενικά ή ειδικά, της οργανικής τους θέσεως. Με αιτιολογημένη απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου είναι δυνατή η χορήγηση σε αυτούς ειδικού επιδόματος. Η απόσπαση πραγματοποιείται κατά παρέκκλιση της κείμενης νομοθεσίας, με κοινή απόφαση του Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού.»

24. To άρθρο 12 του Καταστατικού της «Επενδύστε στην Ελλάδα A.E.» που εισάγεται με την παρ.3 του άρθρου 4 του ν. 3894/2010 (ΦΕΚ Α΄204), αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 12
Εσωτερικός Κανονισμός Λειτουργίας

 Με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου που δημοσιεύεται σε περίληψη στο Τεύχος Ανωνύμων Εταιριών και Εταιριών Περιορισμένης Ευθύνης της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως, καταρτίζεται ο Εσωτερικός Κανονισμός Λειτουργίας με τον οποίο ρυθμίζονται τα παρακάτω θέματα:
 α) Η διάρθρωση των υπηρεσιών της εταιρείας και η σχέση των υπηρεσιών μεταξύ τους και με τη Διοίκηση.
β) Η κατανομή αρμοδιοτήτων στις υπηρεσίες της και ο τρόπος λειτουργίας τους.
γ) Η κατανομή των θέσεων προσωπικού στις διοικητικές μονάδες της.
δ) Τα προσόντα, οι όροι πρόσληψης, εργασίας και εξέλιξης του προσωπικού.
ε) Η άσκηση πειθαρχικού ελέγχου στο προσωπικό.
στ) Οι διαδικασίες αξιολόγησης της απόδοσης των διευθυντικών στελεχών της εταιρείας
ζ) Η διαδικασία λειτουργίας της υπηρεσίας εσωτερικού ελέγχου.»

25. Το «ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ» του Καταστατικού της «Επενδύστε στην Ελλάδα A.E.», που εισάγεται με την παρ.3 του άρθρου 4 του ν. 3894/2010 (ΦΕΚ Α΄204), αντικαθίσταται ως εξής:

«ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ
ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

 1.Κατά τα λοιπά ισχύουν συμπληρωματικά οι διατάξεις του Κ.Ν 2190/1920.
2. Η «Επενδύστε στην Ελλάδα Α.Ε» υποχρεούται μετά από απόφαση της Δ.Ε.Σ.Ε. , να προβαίνει σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για τη λήψη αδειών προκειμένου να καταστεί δυνατή η προκήρυξη των έργων ή υπηρεσιών που εντάσσονται στις Στρατηγικές Επενδύσεις.
3. Η «Επενδύστε στην Ελλάδα Α.Ε.» ασκεί τις ανωτέρω αρμοδιότητες και όσες άλλες της εκχωρούνται με τις διατάξεις του παρόντος νόμου.
4. Όλες οι αρμόδιες υπηρεσίες και οργανισμοί του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα υποχρεούνται να παρέχουν κατά απόλυτη προτεραιότητα στην «Επενδύστε στην Ελλάδα Α.Ε» κάθε αναγκαία συνδρομή, πληροφορία και διευκόλυνση για την πραγματοποίηση του σκοπού της στο πλαίσιο του παρόντος νόμου.»

Άρθρο 4
Διαδικασία αδειοδοτικής προώθησης ιδιωτικών επενδύσεων
και Μητρώο Χειριστών

1.    Στην εταιρία «Επενδύστε στην Ελλάδα Α.Ε.» συνιστάται Ειδική Μονάδα Αδειοδοτικής Προώθησης Επενδύσεων (ΕΜΑΠΕ), η οποία λειτουργεί ως υπηρεσία μιας στάσης, για τη διεκπεραίωση, έναντι αμοιβής, των διαδικασιών έκδοσης των αιτηθησομένων αδειών ή της παροχής άλλων εγκρίσεων, που είναι αναγκαίες, για την έναρξη πραγματοποίησης επενδύσεων, ύψους άνω των δύο εκατομμυρίων (2.000.000) ευρώ, οι οποίες εμπίπτουν στις κατηγορίες Α1 και Α2 περιβαλλοντικής όχλησης, όπως αυτές προσδιορίζονται στο άρθρο 1 του Ν. 4014/2011,  και προβαίνει στις απαραίτητες ενέργειες έναντι των αρμοδίων αρχών για την επιτάχυνσή τους.

2.    Η ΕΜΑΠΕ παραλαμβάνει το φάκελο της επένδυσης και τη σχετική αίτηση του επενδυτή, εισπράττει Διαχειριστική Αμοιβή Διεκπεραίωσης και φροντίζει για τη συμπλήρωση των αναγκαίων δικαιολογητικών από τον επενδυτή και τα αποστέλλει στους κατά περίπτωση αρμόδιους φορείς, οι οποίοι υποχρεούνται να προβαίνουν ταχέως στις επιβαλλόμενες για το σκοπό αυτόν ενέργειές τους. Οι φορείς αυτοί υποχρεούνται επίσης να παρέχουν στην εταιρεία έγγραφη ενημέρωση κάθε μήνα για το στάδιο, στο οποίο βρίσκονται οι σχετικές διαδικασίες, καθώς και για τους λόγους της καθυστέρησης ή της αδυναμίας παροχής των αδειών ή και των εγκρίσεων.
Σε καμία περίπτωση η «Επενδύστε στην Ελλάδα Α.Ε.», στο πλαίσιο της Διαδικασίας Αδειοδοτικής Προώθησης Επενδύσεων, δεν υποκαθιστά τις αρμόδιες κατά το νόμο υπηρεσίες για την αδειοδότηση επενδυτικών σχεδίων.

3.    Για την εξυπηρέτηση των αναγκών της Ε.Μ..Α.Π.Ε του παρόντος νόμου συνιστάται στο Υπουργείο Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, Μητρώο Χειριστών Αδειοδοτικής Προώθησης Επενδύσεων (Μη.Χ.Α.Π.Ε.). Στο Μητρώο αυτό εγγράφονται, μετά από αίτηση τους, φυσικά πρόσωπα κάτοχοι πτυχίου Α.Ε.Ι. ή A.T.Ε.Ι. με επαρκή εμπειρία στην αδειοδότηση επενδυτικών σχεδίων, οι οποίοι αναλαμβάνουν την παροχή υπηρεσιών τεχνικής και επιστημονικής υποστήριξης στην «Επενδύστε στην Ελλάδα Α.Ε.» για την ταχεία διεκπεραίωση αδειοδοτικών διαδικασιών.

4.    Με αποφάσεις του Υπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, οι οποίες εκδίδονται μέσα σε τρείς (3) μήνες από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, καθορίζεται η λειτουργία της Δ.Α.Π.Ε και του Μη.Χ.Α.Π.Ε, εξειδικεύονται οι επιστημονικές ειδικότητες και τα συνολικά απαιτούμενα προσόντα των ενδιαφερομένων χειριστών και καθορίζονται τα κριτήρια επάρκειας, τα   απαιτούμενα δικαιολογητικά, η διαδικασία επιλογής και εγγραφής στο Μητρώο και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την έγκριση της δραστηριοποίησης αυτών, οι αρμοδιότητες και οι υποχρεώσεις που αναλαμβάνουν, το ύψος της Διαχειριστικής Αμοιβής Διεκπεραίωσης και οι επιμέρους αμοιβές των χειριστών, οι υποχρεώσεις και οι λεπτομέρειες επιτήρησης των δραστηριοτήτων αυτών, η διαδικασία και οι λεπτομέρειες επιβολής κυρώσεων σε περίπτωση μη τήρησης των υποχρεώσεων καθώς και κάθε άλλη γενική η επιμέρους πρόβλεψη απαραίτητη για την ομαλή λειτουργία της Δ.Α.Π.Ε και του Μητρώου Χειριστών Αδειοδοτικής Προώθησης Επενδύσεων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ’
ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΕΣ ΕΡΕΥΝΕΣ ΚΑΙ ΕΡΓΑΣΙΕΣ

Άρθρο 5
Αρμοδιότητες του Γραφείου Συντονισμού και Παρακολούθησης Αρχαιολογικών Εργασιών στο Πλαίσιο Μεγάλων Έργων

Το «Γραφείο Συντονισμού και Παρακολούθησης Αρχαιολογικών Εργασιών στο Πλαίσιο Μεγάλων Έργων» του ΥΠ.ΠΟ.Τ. (ΦΕΚ 1354/Β/01-09-2010) είναι αρμόδιο, από πλευράς της Κεντρικής Υπηρεσίας του ΥΠ.ΠΟ.Τ., για τον χειρισμό των θεμάτων που αφορούν σε Μεγάλα Ιδιωτικά Έργα. Ο Κύριος του Έργου υποχρεούται να ορίσει εκπρόσωπο, ο οποίος θα βρίσκεται σε άμεση και συνεχή συνεννόηση με το «Γραφείο Συντονισμού και Παρακολούθησης Αρχαιολογικών Εργασιών στο Πλαίσιο Μεγάλων Έργων» του ΥΠ.ΠΟ.Τ. για την αντιμετώπιση των πάσης φύσεως ζητημάτων, που προκύπτουν σχετικά με την προστασία των αρχαιοτήτων και τις αρχαιολογικές έρευνες και εργασίες που απαιτούνται στο πλαίσιο εκτέλεσης Μεγάλων Ιδιωτικών Έργων, σύμφωνα με το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο.

Άρθρο 6
Μνημόνιο Συναντίληψης και Συνεργασίας

1.    Για την παρακολούθηση και εκτέλεση αρχαιολογικών ερευνών και εργασιών, καθώς και εργασιών προστασίας και ανάδειξης αρχαιολογικών ευρημάτων, τα οποία αποκαλύπτονται στο πλαίσιο εργασιών χωροθέτησης και κατασκευής Μεγάλων Ιδιωτικών Έργων (εφεξής: Μ.Ι.Ε.), όπου η εγκατάσταση ή η λειτουργία τους δεν απαγορεύεται από τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις, καταρτίζεται
Πρότυπο Μνημονίου Συναντίληψης και Συνεργασίας με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού και Τουρισμού ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου, το κείμενο του οποίου παρατίθεται ως ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι στον παρόντα νόμο και αποτελεί μέρος αυτού.

2.    Αντικείμενο του Μνημονίου αυτού αποτελεί η περιγραφή των προϋποθέσεων, των συνθηκών και του τρόπου για:
(α) Τη διεξαγωγή των αρχαιολογικών ερευνών και εργασιών κατά τη φάση κατασκευής Μ.Ι.Ε., καθώς και της προστασίας των αρχαιολογικών ευρημάτων από την άποψη της φύλαξης, συντήρησης, τεκμηρίωσης και ανάδειξής τους δυνάμει των διατάξεων του Ν. 3028/2002 (ΦΕΚ Α’ 153).
(β) Τη διαχείριση και προστασία των αρχαιολογικών ευρημάτων και την ανάδειξη μνημείων που βρίσκονται στους χώρους κατασκευής εντός της ζώνης κατάληψης των βασικών και συνοδών έργων, δυνάμει των διατάξεων του ως άνω Νόμου.
(γ) Την προστασία μνημείων που ενδέχεται να επηρεαστούν από τις εργασίες κατασκευής δυνάμει των διατάξεων του ως άνω Νόμου.

3.    Για κάθε Μ.Ι.Ε. συντάσσεται, μετά την έγκριση της χωροθέτησης του έργου κατ΄ άρθρα 10 έως 17 του ν.3028/2002, και σε συνεννόηση με το «Γραφείο Συντονισμού και Παρακολούθησης Αρχαιολογικών Εργασιών στο πλαίσιο Μεγάλων Έργων», (εφεξής : Γραφείο) και υπογράφεται από τους αρμόδιους Προϊσταμένους των Περιφερειακών Υπηρεσιών του ΥΠ.ΠΟ.Τ. και τον Κύριο του Έργου, Ειδικό Μνημόνιο Συναντίληψης και Συνεργασίας, σύμφωνα με το ως άνω ισχύον Πρότυπο. Στο ειδικό Μνημόνιο είναι δυνατόν να περιλαμβάνονται και πρόσθετοι όροι οι οποίοι αφορούν στο οικείο Έργο, εφόσον οι όροι αυτοί δεν είναι αντίθετοι προς τις κείμενες διατάξεις ή τους όρους του Προτύπου.

4.    Το περιεχόμενο του εκάστοτε Μνημονίου, το οποίο συντάσσεται κατά το Πρότυπο Μνημονίου Συναντίληψης και Συνεργασίας και σύμφωνα με τις ανωτέρω προϋποθέσεις, καθίσταται δεσμευτικό για τα μέρη μετά την υπογραφή του.

Άρθρο 7
Έκθεση Αναλυτικής Αρχαιολογικής Τεκμηρίωσης
1.    Κατά την αρχική φάση των τεχνικών μελετών, κατά την οποία εξετάζεται η κατά την παρ.3 του άρθρου 6 του παρόντος νόμου χωροθέτηση της ζώνης κατάληψης του Έργου, με αίτημα του Κυρίου του Έργου προς το Γραφείο του ΥΠ.ΠΟ.Τ. συντάσσεται Έκθεση Αναλυτικής Αρχαιολογικής Τεκμηρίωσης (Ε.Α.Α.Τ.) εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από την ημερομηνία εξασφάλισης από πλευράς του Κυρίου του Έργου του απαραίτητου εξοπλισμού για την εκπόνηση της Ε.Α.Α.Τ.
2.    Ο Κύριος του Έργου διαθέτει στις αρμόδιες Εφορείες Αρχαιοτήτων την απαραίτητη υλικοτεχνική υποδομή, όπως αναλώσιμα είδη, εξοπλισμός αρχαιολογικής έρευνας κ.λπ. και το αναγκαίο προσωπικό, όπως τοπογράφο – μηχανικό, σχεδιαστή μέσω συστημάτων Η/Υ κ.λπ. για την εκπόνηση της Ε.Α.Α.Τ.
3.    Μετά το στάδιο της Ε.Α.Α.Τ. και εφόσον εγκριθεί η χωροθέτηση του Μ.Ι.Ε. κατά την παρ. 3 του άρθρου 6 του παρόντος νόμου, το ΥΠ.ΠΟ.Τ. συμμετέχει σε όλα τα στάδια περιβαλλοντικής αδειοδότησης από το Υ.Π.Ε.Κ.Α., σύμφωνα με το ισχύον σχετικό νομοθετικό πλαίσιο.

Άρθρο 8
Επιστημονικό και Εργατοτεχνικό Προσωπικό

1.    Ο καθορισμός και η ειδικότητα του αναγκαίου επιστημονικού και εργατοτεχνικού προσωπικού για την εκτέλεση των αρχαιολογικών ερευνών και εργασιών στο πλαίσιο Μ.Ι.Ε. γίνεται με διοικητική πράξη της αρμόδιας Διεύθυνσης της Γενικής Διεύθυνσης Αρχαιοτήτων και Πολιτιστικής Κληρονομιάς ή της Γενικής Διεύθυνσης Αναστήλωσης, Μουσείων και Τεχνικών Έργων, που εκδίδεται ύστερα από εισήγηση των αρμόδιων Περιφερειακών Υπηρεσιών και κοινοποιείται στον Κύριο του Εργου μαζί με το χρονοδιάγραμμα των εργασιών, που μπορεί να τροποποιείται ανάλογα με την πορεία και το είδος των εργασιών που απαιτούνται σε κάθε στάδιο της αρχαιολογικής έρευνας.
2.    Το ανωτέρω προσωπικό επιλέγεται από τον Κύριο του Εργου ύστερα από σύμφωνη γνώμη των αρμόδιων Περιφερειακών Υπηρεσιών του ΥΠ.ΠΟ.Τ, οπότε και προσλαμβάνεται από αυτόν.
3.    Εφόσον επιβάλλεται η αντικατάσταση μέλους ή μελών του επιστημονικού και εργατοτεχνικού προσωπικού για λόγους που επηρεάζουν την πορεία των αρχαιολογικών ερευνών και εργασιών, η αρμόδια Διεύθυνση της παρ. 1 του παρόντος άρθρου εκδίδει σχετική διοικητική πράξη, ύστερα από εισήγηση των αρμόδιων Περιφερειακών Υπηρεσιών και αφού ο Κύριος του Εργου πληροφορηθεί σχετικώς, εκθέσει τις απόψεις του και προτείνει τον ή τους αντικαταστάτες. Η πρόσληψη του ή των αντικαταστατών είναι υποχρεωτική για τον Κύριο του Έργου.
4.    Με τη διαδικασία της προηγούμενης παραγράφου αυξάνεται ή μειώνεται ο αριθμός ή/και η ειδικότητα του επιστημονικού και εργατοτεχνικού προσωπικού, ανάλογα με την πορεία των αρχαιολογικών ερευνών και εργασιών και το είδος και τον αριθμό των ευρημάτων. Η πληροφόρηση του Κυρίου του Εργου συνίσταται στην αποστολή σε αυτόν τεκμηριωμένης έκθεσης σχετικά με την πορεία των αρχαιολογικών ερευνών και εργασιών και την ανάγκη επαναπροσδιορισμού του αριθμού του προσωπικού με βάση το χρονοδιάγραμμα που τίθεται για την ολοκλήρωση των σωστικών αρχαιολογικών ερευνών και εργασιών.
5.    Οι αρχαιολογικές έρευνες και εργασίες στο πλαίσιο Μ.Ι.Ε. γίνονται υπό την άμεση και συνεχή επίβλεψη των αρμοδίων Εφορειών Αρχαιοτήτων, οι οποίες θα αναφέρονται τακτικά στο Γραφείο σχετικά με την πορεία των αρχαιολογικών ερευνών και εργασιών σε κάθε στάδιο εκτέλεσής τους. Οι εργαζόμενοι στα αρχαιολογικά έργα, καθώς και σε ενδεχόμενα έργα προστασίας και ανάδειξης μνημείων, αρχαιολογικών χώρων και ιστορικών τόπων στο πλαίσιο εκτέλεσης Μ.Ι.Ε., υποχρεούνται να εκτελούν την εργασία που τους ανατίθεται λαμβάνοντας εντολές και οδηγίες από τους Προϊσταμένους των αρμοδίων Περιφερειακών Υπηρεσιών του ΥΠ.ΠΟ.Τ., οι οποίοι ελέγχουν την πρόοδο και την καλή, εν γένει, εκτέλεση της εργασίας τους.
6.    Ο Κύριος του Έργου υποχρεούται να αναφέρεται αναλυτικά και ανά τακτά χρονικά διαστήματα στο Γραφείο σχετικά με τα πάσης φύσεως ζητήματα που προκύπτουν στο πλαίσιο εκτέλεσης αρχαιολογικών ερευνών και εργασιών για την έγκαιρη αντιμετώπισή τους από τις Υπηρεσίες του ΥΠ.ΠΟ.Τ. στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους.

Άρθρο 9
Έκθεση αποτελεσμάτων αρχαιολογικής έρευνας
1.    α) Με την ολοκλήρωση τυχόν σωστικής ανασκαφικής έρευνας στο σύνολο ή σε τμήματα του χώρου κατάληψης του βασικού και των συνοδών έργων, οι αρμόδιες Εφορείες Αρχαιοτήτων οφείλουν να ενημερώσουν αυθημερόν το Γραφείο ώστε αυτό να προβεί στον απαραίτητο προγραμματισμό των απαιτούμενων ενεργειών. Εν συνεχεία, εντος δεκαπέντε (15) ημερών, διάστημα κατά το οποίο ολοκληρώνεται η προκαταρκτική τεκμηρίωση και έκθεση των αποτελεσμάτων της αρχαιολογικής έρευνας, οι οικείες Εφορείες Αρχαιοτήτων καταθέτουν τεκμηριωμένο τον σχετικό φάκελο, κατ’ αρμοδιότητα, (α) στη Γραμματεία του αρμόδιου Τοπικού Συμβουλίου Μνημείων, προκειμένου το θέμα να εισαχθεί κατ’ απόλυτη προτεραιότητα στην επόμενη προγραμματισμένη Συνεδρία του, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 49 του ν.3028/2002, ή (β) στο Γραφείο ώστε το θέμα να εισαχθεί κατ’ απόλυτη προτεραιότητα στην επόμενη προγραμματισμένη Συνεδρία του αρμόδιου κεντρικού γνωμοδοτικού οργάνου του ΥΠ.ΠΟ.Τ., Κ.Α.Σ. ή Κ.Σ.Ν.Μ. αντίστοιχα και κατ’ αρμοδιότητα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 50 του ν.3028/2002. Η γνωμοδότηση συντάσσεται την επομένη της Συνεδρίας του αρμόδιου γνωμοδοτικού οργάνου του Υπουργείου Πολιτισμού και Τουρισμού και προωθείται προς έκδοση η σχετική απόφαση, κατ’ απόλυτη προτεραιότητα.
β) Μετά την έκδοση της σχετικής απόφασης, και εφόσον με αυτήν επιτραπεί η συνέχιση των εργασιών εκτέλεσης του Μ.Ι.Ε. κατά τις διατάξεις των άρθρων 10 έως 17 του ν.3028/2002, το Γραφείο σε συνεννόηση με τις αρμόδιες Εφορείες Αρχαιοτήτων, ενημερώνει τον Κύριο του Έργου σχετικά με το χρονοδιάγραμμα των περαιτέρω αρχαιολογικών εργασιών, που τυχόν προβλέπονται σε αυτή, και τον αριθμό και την ειδικότητα του επιστημονικού και εργατοτεχνικού προσωπικού που θα απαιτηθεί, ώστε να τηρηθεί το οικείο χρονοδιάγραμμα. Με την ολοκλήρωση και των ως άνω εργασιών οι αρμόδιες Εφορείες Αρχαιοτήτων αποδίδουν εγγράφως, αμέσως και χωρίς καμία καθυστέρηση ελεύθερο τον χώρο στον Κύριο του Έργου για τη συνέχιση των εργασιών σύμφωνα με τους όρους της προαναφερόμενης απόφασης και ενημερώνουν σχετικά το Γραφείο.
2.    Σε περίπτωση που το Τοπικό Συμβούλιο Μνημείων αδυνατεί να εξετάσει τον σχετικό φάκελο σε διάστημα 15 ημερών από την ημερομηνία κατάθεσής του στη Γραμματεία του, η Γραμματεία του Τ.Σ.Μ. ενημερώνει αμέσως και αποστέλλει αυθημερόν τον σχετικό φάκελο στο Γραφείο, με κοινοποίηση στη Γραμματεία του Κ.Α.Σ. ή του Κ.Σ.Ν.Μ., κατ’ αρμοδιότητα, ώστε το θέμα να εισαχθεί κατ’ απόλυτη προτεραιότητα στην επόμενη προγραμματισμένη Συνεδρία του αρμόδιου κεντρικού γνωμοδοτικού οργάνου.

Άρθρο 10
Κυρώσεις
1.    Σε περίπτωση αποδεδειγμένης παράβασης των άρθρων του παρόντος κεφαλαίου και των άρθρων του Μνημονίου Συναντίληψης και Συνεργασίας εκτός από την κείμενη νομοθεσία και ιδίως τις διατάξεις του ν.3028/2002 ορίζονται και οι ακόλουθες κυρώσεις για τα συμβαλλόμενα μέρη, που έχουν ως εξής:
α) Σε περίπτωση καταστροφής αρχαιοτήτων με υπαιτιότητα του επιβλέποντος αρχαιολόγου πεδίου ή του Κυρίου του Έργου επιβάλλονται οι ποινικές κυρώσεις οι οποίες προβλέπονται από τις σχετικές διατάξεις του ν.3028/2002 για την προστασία των Αρχαιοτήτων και εν γένει της Πολιτιστικής Κληρονομιάς, μη αποκλειομένης κάθε άλλης αποζημίωσης κατά τις διατάξεις του ΑΚ.

β) Σε περίπτωση μη δήλωσης αρχαιοτήτων, που τυχόν εντοπίστηκαν στο πλαίσιο εκτέλεσης του έργου, με υπαιτιότητα του Κυρίου του Έργου ή των εργαζομένων στο έργο εφαρμόζεται η σχετική διάταξη του ν.3028/2002, κάθε σχετικό άρθρο του ΠΚ, μη αποκλειομένης κάθε άλλης αποζημίωσης κατά τις διατάξεις του ΑΚ.
γ) Σε περίπτωση μη τήρησης του χρονοδιαγράμματος με υπαιτιότητα του επιβλέποντος αρχαιολόγου πεδίου ή του Κυρίου του Έργου, το χρονοδιάγραμμα των αρχαιολογικών ερευνών και εργασιών παύει να είναι δεσμευτικό και αναστέλλονται όλες οι σχετικές προθεσμίες, που περιγράφονται στο Μνημόνιο Συναντίληψης και Συνεργασίας, για χρόνο αντίστοιχο με εκείνον του αρχικά συμφωνηθέντος χρονοδιαγράμματος, από τα συμβαλλόμενα μέρη.
δ) Σε περίπτωση παρακώλυσης του έργου της Εφορείας Αρχαιοτήτων, για την επίβλεψη των αρχαιολογικών ερευνών και εργασιών, με ευθύνη του Κυρίου του Έργου, θα παρατείνεται  ο χρόνος διακοπής των εργασιών του Έργου για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η παρακώλυση του έργου της Εφορείας Αρχαιοτήτων μη αποκλειομένης κάθε άλλης τυχόν αποζημίωσης κατά τις διατάξεις του ΑΚ.
ε) Σε περίπτωση που ο υπεύθυνος αρχαιολόγος από πλευράς της οικείας Εφορείας Αρχαιοτήτων προκαλεί αποδεδειγμένα και υπαίτια προσκόμματα στην εκτέλεση των εργασιών του Έργου, αντικαθίσταται.
στ). Σε περίπτωση που ο Κύριος του Έργου αρνηθεί να χρηματοδοτήσει τις εργασίες συντήρησης, ταξινόμησης, αποθήκευσης και καταγραφής του υλικού με σκοπό τη δημοσίευση, μετά το πέρας της σωστικής ανασκαφικής έρευνας, σύμφωνα με το Μνημόνιο, τότε θα αναστέλλονται οι εργασίες του Έργου μέχρι την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του Κυρίου του Έργου για τη χρηματοδότηση των συγκεκριμένων εργασιών, μη αποκλειόμενης κάθε άλλης αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις του ΑΚ, αλλά και εφαρμογής των σχετικών διατάξεων του ν.3028/2002.
ζ) Σε περίπτωση που δεν υποβάλλονται από τον Κύριο του Έργου στις αρμόδιες Εφορείες Αρχαιοτήτων, εντός των οριζομένων στο Μνημόνιο Συναντίληψης και Συνεργασίας προθεσμιών, οι εκθέσεις σχετικά με την πορεία των ερευνών και εργασιών, ο χρόνος διακοπής των εργασιών του  Έργου θα παρατείνεται για όσο χρονικό διάστημα συντρέχει καθυστέρηση υποβολής των σχετικών εκθέσεων, μη αποκλειόμενης κάθε άλλης απαίτησης προς αποζημίωσης με βάση τις διατάξεις του ΑΚ, ενώ παράλληλα θα αντικαθίσταται άμεσα ο επιβλέπων αρχαιολόγος πεδίου.

Άρθρο 11
Ισχύον δίκαιο
    Με τις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου δεν θίγονται  οι διατάξεις του ν.3028/2002,  καθώς και οι λοιπές σχετικές διατάξεις για την προστασία των Αρχαιοτήτων και εν γένει της Πολιτιστικής Κληρονομιάς.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄
ΖΩΝΗ ΚΑΙΝΟΤΟΜΙΑΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

Άρθρο 12
Οριοθέτηση της Ζώνης Καινοτομίας Θεσσαλονίκης

1.    Η παράγραφος 2 του άρθρου 1 του ν. 3489/2006 (ΦΕΚ Α’ 205) αντικαθίσταται ως εξής:
«2. Τα όρια της Ζ.ΚΑΙ.Θ. καθορίζονται με κοινή απόφαση μεταξύ των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και Περιβάλλοντος και Κλιματικής Αλλαγής, μετά από γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας με την επωνυμία «Αλεξάνδρεια Ζώνη Καινοτομίας Α.Ε.» (Α.Ζ.Κ.), που συνίσταται με το άρθρο 3 του  παρόντος  νόμου.»
2.    Για την εκπλήρωση του σκοπού της Α.Ζ.Κ. μπορεί να παραχωρούνται σε αυτή χώροι προς χρήση. Αν η παραχώρηση γίνεται από ιδιωτικούς φορείς, υπογράφεται σχετικό μνημόνιο συνεργασίας μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων του φορέα παραχώρησης και της Α.Ζ.Κ.

Άρθρο 13
Στρατηγικό Σχέδιο Ανάπτυξης

1.    Η παράγραφος 2 του άρθρου 2 του ν. 3489/2006 (ΦΕΚ Α’ 205)   αντικαθίσταται ως εξής:
«2. Το Στρατηγικό Σχέδιο καταρτίζεται από το Διοικητικό Συμβούλιο της  εταιρείας με την επωνυμία «Αλεξάνδρεια Ζώνη Καινοτομίας Α.Ε.» μετά από γνώμη της Συμβουλευτικής Επιτροπής Ανάπτυξης της Ζ.ΚΑΙ.Θ., η οποία συνίσταται με το άρθρο 13. Το Στρατηγικό Σχέδιο, εγκρίνεται με απόφαση της Διυπουργικής Επιτροπής των ΔΕΚΟ, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Με την ίδια διαδικασία μπορεί να τροποποιείται το Στρατηγικό Σχέδιο.»

2.    Η παράγραφος 3 του άρθρου 2 του ν. 3489/2006 (ΦΕΚ Α’ 205) αναδιατυπώνεται ως εξής:
«3. Με απόφαση των μελών του Δ.Σ. της Εταιρείας, μπορεί να εξειδικεύονται τα έργα που αναφέρονται στην περίπτωση β της παραγράφου 1, να ορίζονται οι αρμόδιοι φορείς, το χρονοδιάγραμμα εκτέλεσης των έργων αυτών, οι πηγές χρηματοδότησής τους και να ρυθμίζεται κάθε άλλο σχετικό θέμα.»

3.    Στην παράγραφο 4 του άρθρου 2 του ν. 3489/2006 (ΦΕΚ Α’ 205) η φράση «Επιτροπή Επιτροπείας Ανάπτυξης» αντικαθίσταται με τη φράση «Συμβουλευτική Επιτροπή Ανάπτυξης».

Άρθρο 14
Αντικατάσταση του άρθρου 3 του ν. 3489/2006

Το άρθρο 3 του ν. του ν. 3489/2006 (ΦΕΚ Α’ 205)  αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 3
Σύσταση Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία
«Αλεξάνδρεια Ζώνη Καινοτομίας Α.Ε.»
1.Συνιστάται ανώνυμη εταιρεία με τη επωνυμία «Αλεξάνδρεια Ζώνη Καινοτομίας Α.Ε.» (εφεξής «Εταιρεία»), με έδρα τη Θεσσαλονίκη, η οποία εποπτεύεται από τη Γενική Γραμματεία Βιομηχανίας του Υπουργείου Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας. Η εταιρεία επιδιώκει σκοπούς κοινωφελείς και δημοσίου συμφέροντος και έχει ως κύρια αποστολή τη διαχείριση και την ανάπτυξη της Ζ.ΚΑΙ.Θ.

2.Η διοίκηση της Εταιρείας, η οργάνωση και η λειτουργία της, οι αρμοδιότητες των οργάνων της και κάθε ειδικότερο θέμα και σχετική λεπτομέρεια ρυθμίζονται με το καταστατικό της, το οποίο καταρτίζεται από το Δ.Σ. αυτής και εγκρίνεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Με την ίδια διαδικασία τροποποιείται το καταστατικό της Εταιρείας.»

Άρθρο 15
Μετοχικό Κεφάλαιο

1.    Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 5 του ν. 3489/2006 (ΦΕΚ Α’ 205)   αναδιατυπώνεται ως εξής:
«Για την άσκηση των δικαιωμάτων του ως μετόχου, το Δημόσιο εκπροσωπείται από τους Υπουργούς Οικονομικών και Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας.»

2.    Το πρώτο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 5 του ν. 3489/2006 (ΦΕΚ Α’ 205)   αναδιατυπώνεται ως εξής:
«Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, το Δημόσιο μπορεί να μεταβιβάζει τις μετοχές του σε οποιοδήποτε πρόσωπο από τα αναφερόμενα στην προηγούμενη παράγραφο, προτιμώμενων, μεταξύ αυτών, των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου.»

Άρθρο 16
Αντικατάσταση του άρθρου 6 του ν. 3489/2006

Το άρθρο 6 του ν. 3489/2006 (ΦΕΚ Α’ 205) αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 6
Οργάνωση και Λειτουργία της Εταιρείας

1. Για την οργάνωση και λειτουργία της Εταιρείας καταρτίζονται οι ακόλουθοι κανονισμοί, οι οποίοι τελούν υπό τον προηγούμενο έλεγχο νομιμότητας και σκοπιμότητας των αρμόδιων Υπουργών που τους εγκρίνουν, όπως ορίζεται για τον κάθε κανονισμό:
α) Ο Κανονισμός Εσωτερικής Λειτουργίας. Με τον Κανονισμό αυτόν καθορίζεται η οργανωτική δομή της Εταιρείας, ο αριθμός του προσωπικού της Εταιρείας, η κατανομή αυτού σε κατηγορίες, κλάδους και ειδικότητες, τα καθήκοντά του, η ευθύνη του κατά την άσκηση των καθηκόντων του, τα κριτήρια αξιολόγησής του, η εξέλιξή του, τα κλιμάκια αμοιβών και αποδοχών, η εκπαίδευση και η επιμόρφωσή του και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια. Ο Κανονισμός Εσωτερικής Λειτουργίας καταρτίζεται από το Διοικητικό Συμβούλιο της Εταιρείας και εγκρίνεται με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας & Ναυτιλίας, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
β) Ο Κανονισμός Μισθώσεων. Οι μισθώσεις ακινήτων που ανήκουν κατά κυριότητα στην Εταιρεία ή παραχωρούνται σε αυτήν με οποιαδήποτε έννομη σχέση εξαιρούνται από τις διατάξεις του π.δ. 34/1995 (ΦΕΚ Α΄ 30). Οι μισθώσεις αυτές διέπονται από τις διατάξεις του εν λόγω Κανονισμού και του Αστικού Κώδικα (Α.Κ.). Ο Κανονισμός Μισθώσεων καταρτίζεται από το Διοικητικό Συμβούλιο της Εταιρείας και εγκρίνεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας & Ναυτιλίας, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
2. Οι συμβάσεις προμηθειών και παροχής υπηρεσιών που συνάπτει η Εταιρεία διέπονται από τις διατάξεις που διέπουν τις αντίστοιχες συμβάσεις του Δημοσίου και των νομικών προσώπων και επιχειρήσεων του δημόσιου τομέα.
3. Οι συμβάσεις εκτέλεσης έργων που συνάπτει η Εταιρεία διέπονται από τις διατάξεις που διέπουν τις αντίστοιχες συμβάσεις του Δημοσίου και των νομικών προσώπων και επιχειρήσεων του δημόσιου τομέα.
4. Η Εταιρεία μπορεί, με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της, να συνάπτει προγραμματικές συμβάσεις με φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα για την εκτέλεση, τη διοίκηση και το συντονισμό των πάσης φύσεως έργων της αρμοδιότητάς της.»

Άρθρο 17
Αντικατάσταση του άρθρου 7 του ν. 3489/2006

Το άρθρο 7 του ν. 3489/2006 (ΦΕΚ Α’ 205) αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 7
Όργανα Διοίκησης της Εταιρίας

1. Όργανα διοίκησης της Εταιρείας αποτελούν η Γενική Συνέλευση και το Διοικητικό Συμβούλιο (Δ.Σ.) αυτής.
2. Η Γενική Συνέλευση είναι το ανώτατο όργανο της Εταιρείας και ασκεί τις αρμοδιότητες που ορίζονται στον παρόντα νόμο, στο καταστατικό της Εταιρείας και, συμπληρωματικά, στις διατάξεις του κ.ν. 2190/1920.
3. Η εταιρεία  διοικείται από Διοικητικό Συμβούλιο, το οποίο αποτελείται από επτά μέλη κατ’ ανώτατο όριο, μεταξύ των οποίων ο Πρόεδρος και ο Διευθύνων Σύμβουλος, ιδιότητες οι οποίες μπορεί να συντρέχουν στο ίδιο πρόσωπο. Η παράλληλη άσκηση καθηκόντων Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου από το ίδιο πρόσωπο δεν θεμελιώνουν κανένα δικαίωμα για πρόσθετη αμοιβή.Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου μπορούν να προέρχονται από τον επιχειρηματικό, τον επιστημονικό − τεχνικό και τον ερευνητικό χώρο, καθώς και από το χώρο της τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτου και δεύτερου βαθμού και πρέπει να διακρίνονται για το επιστημονικό κύρος, τις ειδικές γνώσεις και την εμπειρία επί θεμάτων που ορίζονται από το σκοπό της Εταιρείας.
4. Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, τακτικά και αναπληρωματικά, διορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας & Ναυτιλίας και Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων, ύστερα από πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος που δημοσιοποιείται . H θητεία τους είναι τριετής και μπορεί να ανανεώνεται  μία  φορά, για ίσο χρόνο.
5..  Για την ανάληψη της θέσης του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου απαιτείται, τουλάχιστον, πτυχίο πανεπιστημιακού ιδρύματος της ημεδαπής ή ισότιμου και αντίστοιχου ιδρύματος της αλλοδαπής και υπηρεσία επί πέντε (5) τουλάχιστον έτη σε θέση αυξημένης ευθύνης στο δημόσιο ή ιδιωτικό τομέα. Το πρόσωπο αυτό ορίζεται με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας &ι Ναυτιλίας, ύστερα  από πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος που δημοσιοποιείται όπου και  καθορίζεται η  διαδικασία και  τα  κριτήρια της επιλογής και εξειδικεύονται τυχόν αναγκαία πρόσθετα προσόντα.
6. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας &ι Ναυτιλίας καθορίζεται η αποζημίωση του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου και των μελών του Δ.Σ. της Εταιρείας, σύμφωνα με τα οριζόμενα  του  άρθρου  2   του ν. 3899/2010 (ΦΕΚ Α’ 212).
7. Το Δ.Σ. της Εταιρείας εποπτεύει και ελέγχει τη διαχείριση της περιουσίας της και ασκεί τις αρμοδιότητες που προβλέπονται στον παρόντα νόμο, στο καταστατικό της Εταιρείας και, συμπληρωματικά, στις σχετικές διατάξεις του ν. 3429/2005. Το Διοικητικό Συμβούλιο συνέρχεται, συνεδριάζει και αποφασίζει σύμφωνα με το καταστατικό της Εταιρείας.»

Άρθρο 18
Αντικατάσταση του άρθρου 8 του ν. 3489/2006

Το άρθρο 8 του ν. 3489/2006 (ΦΕΚ Α’ 205) αντικαθίσταται ως εξής:  
«Άρθρο 8
Προσωπικό
1. Από την έναρξη της λειτουργίας της Εταιρείας μπορεί να αποσπάται ή να μετατάσσεται σε αυτή προσωπικό, με ειδικά προσόντα ή εμπειρία, από δημόσιες υπηρεσίες, νομικά πρόσωπα δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, οργανισμούς και επιχειρήσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται   κάθε  φορά.  Οι αποσπάσεις  διενεργούνται  με  κοινή  απόφαση των Υπουργών Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας &ι Ναυτιλίας και του κατά περίπτωση  αρμόδιου Υπουργού, μετά από αίτημα του Δ.Σ. της Εταιρείας και κατά παρέκκλιση των κείμενων διατάξεων. Οι αποσπώμενοι στην Εταιρεία λαμβάνουν  από  αυτήν  το  σύνολο  των  αποδοχών  και  των  πάσης  φύσεως γενικών ή ειδικών επιδομάτων, που αντιστοιχούν στην οργανική τους θέση, πλην αυτών που συνδέονται με την ενεργό άσκηση των καθηκόντων τους.  
Οι μετατάξεις προσωπικού διενεργούνται με κοινή απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας &ι Ναυτιλίας, Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, μετά από αίτημα του Δ.Σ. της Εταιρείας, η οποία δημοσιοποιείται κατά παρέκκλιση των διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας, και με αξιολόγηση από Επιτροπή, την οποία ορίζει με σχετική απόφασή του ο αρμόδιος Υπουργός Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας &ι Ναυτιλίας. Στην ίδια απόφαση καθορίζεται και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια αναφορικά με τη λειτουργία της επιτροπής.
2. Οι πάσης φύσεως προσλήψεις προσωπικού διενεργούνται σύμφωνα με τα οριζόμενα στις σχετικές περί προσλήψεων διατάξεις, οι οποίες αφορούν τις Ανώνυμες Εταιρείες του Ελληνικού Δημοσίου.
3. Στο προσωπικό της Εταιρείας περιλαμβάνεται και μία θέση νομικού συμβούλου με πάγια αντιμισθία, η οποία καλύπτεται με σχέση έμμισθης εντολής. Η πρόσληψη του νομικού συμβούλου πραγματοποιείται μέσω πρόσκλησης εκδήλωσης ενδιαφέροντος που δημοσιοποιείται και έγκριση με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας &ι Ναυτιλίας.»
 
Άρθρο 19
Εποπτεία και Υποχρεώσεις της Εταιρείας

1.    Η παράγραφος 1 του άρθρου 10 του ν. 3489/2006 (ΦΕΚ Α’ 205) αναδιατυπώνεται ως εξής:
«1.Η εταιρεία, πέρα από την εποπτεία που ασκείται κατά το νόμο 3429/2005, υπόκειται στην εποπτεία του Υπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας».

2.    Στην περίπτωση α΄ της παρ. 2 του άρθρου 10 του ν. 3489/2006, μετά τη λέξη «αναθεωρείται» διαγράφεται η φράση «με κοινή απόφαση των Υπουργών Ανάπτυξης και Μακεδονίας Θράκης» και προστίθεται η φράση «με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας».

Άρθρο 20
Αντικατάσταση του άρθρου 13 του ν. 3489/2006

Το άρθρο 13 του ν. 3489/2006 (ΦΕΚ Α’ 205) αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 13
Συμβουλευτική Επιτροπή Ανάπτυξης
1. Το Διοικητικό Συμβούλιο της Εταιρείας «Αλεξάνδρεια Ζώνη Καινοτομίας Α.Ε.» θα συνεπικουρείται στο έργο του από την Επιτροπή Εποπτείας Ανάπτυξης της Ζ.ΚΑΙ.Θ., η οποία θα λειτουργεί αμισθί ως συμβουλευτικό όργανο.
2. Η Επιτροπή αποτελείται έως 15 μέλη, τα οποία μπορούν να προέρχονται από τον επιχειρηματικό, τον επιστημονικό − τεχνικό και τον ερευνητικό χώρο, τόσο από την Ελλάδα όσο και από το Εξωτερικό, και πρέπει να διακρίνονται για τις ειδικές γνώσεις και την εμπειρία τους επί θεμάτων που ορίζονται από το σκοπό της Εταιρείας.
3. Τα μέλη της Επιτροπής ορίζονται με  απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας &ι Ναυτιλίας, ύστερα από πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος που δημοσιοποιείται. H θητεία τους είναι τριετής και μπορεί να ανανεώνεται. Με όμοια απόφαση ορίζεται ο Πρόεδρος της Επιτροπής και ο αναπληρωτής του.
4. Κατ’ εξαίρεση των οριζομένων στην παράγραφο 3, εφόσον συντρέχει αποχρών λόγος, μπορεί να μεταβάλλεται η σύνθεση των μελών της Επιτροπής με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας &ι Ναυτιλίας.
5. Η Επιτροπή συνέρχεται τακτικά μία φορά κάθε έξι (6) μήνες και εκτάκτως κατά την κρίση του Προέδρου της. Η γραμματειακή υποστήριξη του έργου της Επιτροπής διενεργείται από τους υπαλλήλους της Εταιρείας.»

Άρθρο 21
Αντικατάσταση του άρθρου 14 του ν. 3489/2006

 Το άρθρο 14 του ν. 3489/2006 (ΦΕΚ Α’ 205) αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 14
Αρμοδιότητες της Επιτροπής
1. Η Επιτροπή αποτελεί όργανο κοινωνικού και επιστημονικού διαλόγου επί θεμάτων που αφορούν στο στρατηγικό σχεδιασμό και την εφαρμογή της  πολιτικής βιώσιμης ανάπτυξης της Ζ.ΚΑΙ.Θ., καθώς και επί θεμάτων πολιτικής ανάπτυξης της έρευνας, της καινοτομίας, της διασύνδεσης των επιχειρήσεων με την έρευνα και την καινοτομία και της προώθησης της επιχειρηματικότητας σε καινοτόμους δραστηριότητες, προϊόντα και υπηρεσίες. Η Επιτροπή, στο πλαίσιο της αποστολής της, συντάσσει προτάσεις και εισηγήσεις επί των θεμάτων που αναφέρονται στο προηγούμενο εδάφιο, σε τακτικό χρόνο κατά τις προγραμματισμένες συνεδριάσεις της,  και εκτάκτως μετά από αίτημα του Δ.Σ.,  ή/και του αρμόδιου Υπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας &ι Ναυτιλίας.
Επίσης, η Επιτροπή μπορεί να διατυπώνει και προτάσεις προς τον Υπουργό Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας &ι Ναυτιλίας επί:
α) του περιεχομένου και της εφαρμογής του Στρατηγικού Σχεδίου Ανάπτυξης της Ζ.ΚΑΙ.Θ.,
β) του περιεχομένου και της εφαρμογής του επιχειρησιακού σχεδίου της Εταιρείας,
γ) του ετήσιου προϋπολογισμού της Εταιρείας, καθώς και της έκθεσης τεκμηρίωσης του,
δ) του ετήσιου απολογισμού και των οικονομικών καταστάσεων της Εταιρείας,
ε) της ετήσιας έκθεσης για την πορεία της έρευνας και της καινοτομίας στη Ζ.ΚΑΙ.Θ.
στ) κάθε άλλου θέματος, για το οποίο ζητά τη συνδρομή της το Δ.Σ. ή ο  Υπουργός. Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας &ι Ναυτιλίας.
2. Η Επιτροπή μπορεί, για την εκπλήρωση της αποστολής της, να ζητά στοιχεία και πληροφορίες από κάθε φορέα του δημόσιου, ευρύτερου δημόσιου και ιδιωτικού φορέα της Ελλάδας ή του Εξωτερικού. Ειδικά για τους φορείς του δημόσιου και ευρύτερου δημόσιου τομέα, οφείλουν να διαβιβάζουν τα αιτούμενα στοιχεία αμελλητί.
Ο Πρόεδρος της Επιτροπής μπορεί, κατά τις συνεδριάσεις της, να καλεί εκπροσώπους των φορέων του προηγούμενου εδαφίου, προκειμένου να αναπτύσσουν προφορικά, ενώπιόν της, τις απόψεις τους επί θεμάτων της αρμοδιότητάς τους.»

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε’
ΕΠΟΠΤΕΙΑ ΑΓΟΡΑΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ
ΚΑΙ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ
Άρθρο 22
Σκοπός
1.    Σκοπός του παρόντος κεφαλαίου είναι η σύσταση και λειτουργία ενός αμερόληπτου, διαφανούς και αποτελεσματικού συστήματος εποπτείας της αγοράς στον τομέα των βιομηχανικών προϊόντων και των υπηρεσιών ποιότητας, που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του επόμενου άρθρου.
2.    Βασικός στόχος στην εφαρμογή και λειτουργία συστήματος εποπτείας αγοράς είναι η διασφάλιση της ορθής τήρησης των απαιτήσεων της εναρμονισμένης κοινοτικής νομοθεσίας και της εθνικής τεχνικής βιομηχανικής νομοθεσίας τόσο στην παραγωγή, όσο και στη διάθεση των βιομηχανικών προϊόντων στην ελληνική αγορά. Παράλληλα, στοχεύει στην πρόληψη και αποτροπή διάθεσης ελαττωματικών προϊόντων στην ελληνική αγορά, στην προστασία του καταναλωτικού κοινού από ασαφή και παραπλανητική επισήμανση, καθώς και στην τήρηση των κανόνων υγιούς ανταγωνισμού.
3.    Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου εφαρμόζονται οι ορισμοί του ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΟΣ ΙΙ, το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του παρόντος κεφαλαίου.
Άρθρο 23
Πεδίο εφαρμογής
1.    Οι διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου εφαρμόζονται σε όλα τα βιομηχανικά προϊόντα και τις υπηρεσίες ποιότητας του υποχρεωτικού τομέα, που καλύπτονται από την τεχνική βιομηχανική νομοθεσία.
2.    Το σύνολο της τεχνικής βιομηχανικής νομοθεσίας στο οποίο βρίσκουν εφαρμογή οι διατάξεις του παρόντος, αποτυπώνεται αναλυτικά στο ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙΙ, το οποίο δύναται να τροποποιείται ή να επικαιροποιείται, τμηματικά ή στο σύνολό του, ανάλογα με την εξέλιξη και την επέκταση του πεδίου της τεχνικής βιομηχανικής νομοθεσίας, με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και του κατά περίπτωση συναρμόδιου Υπουργού.

Άρθρο 24
Εθνική αρχή για την εποπτεία της αγοράς βιομηχανικών προϊόντων και υπηρεσιών ποιότητας
1.    Αρμόδια υπηρεσία για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος ορίζεται η Γενική Γραμματεία Βιομηχανίας του Υπουργείου Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, με μέριμνα της οποίας υλοποιούνται οι αναγκαίες υποδομές για την υποστήριξη και τη λειτουργία του συστήματος εποπτείας και ελέγχου της αγοράς.
2.    Με την αρμοδιότητα της αυτή και σε εφαρμογή των διατάξεων του Κανονισμού 765/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Ιουλίου 2008 σχετικά με τον «καθορισμό των απαιτήσεων διαπίστευσης και εποπτείας της αγοράς όσον αφορά την εμπορία των προϊόντων», η Γενική Γραμματεία Βιομηχανίας αποτελεί την Εθνική Αρχή Ελέγχου και Εποπτείας της Αγοράς για την ελληνική επικράτεια στα βιομηχανικά προϊόντα και στις υπηρεσίες ποιότητας που εμπίπτουν στις διατάξεις του παρόντος.
Με την ιδιότητα της αυτή αναλαμβάνει την εκπροσώπηση της χώρας στα αντίστοιχα όργανα και επιτροπές της Ευρωπαϊκής Ένωσης και συμμετέχει στις διμερείς ή πολυμερείς συμφωνίες που συνάπτει η χώρα για θέματα εποπτείας της αγοράς στους τομείς των βιομηχανικών προϊόντων και των υπηρεσιών ποιότητας.
3.    Με προεδρικό διάταγμα, που προτείνεται από τον Υπουργό Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, εξειδικεύονται τα θέματα που αφορούν στις διαδικασίες για την υλοποίηση των κατάλληλων μηχανισμών ελέγχου, στις διοικητικές και ποινικές κυρώσεις στους μη συμμορφούμενους με τις διατάξεις του παρόντος νόμου, καθώς και στα όργανα, στη διαδικασία υποβολής των διοικητικών κυρώσεων και στα ένδικα βοηθήματα κατά αυτών.
4.    Με κοινή απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και του κατά περίπτωση αρμοδίου Υπουργού, μπορεί να ανατίθεται τμήμα του έργου της εποπτείας της αγοράς της Γενικής Γραμματείας Βιομηχανίας σε υπηρεσίες ή φορείς δημόσιου ή ευρύτερου δημόσιου τομέα, μέσω προγραμματικής συμφωνίας, στην οποία καθορίζονται επακριβώς τα πεδία ελέγχου, τα χρονοδιαγράμματα ελέγχου, καθώς και οι εργαστηριακές δοκιμές που κρίνονται κατά περίπτωση αναγκαίες για την τεκμηρίωση των διαδικασιών του ελέγχου.

Άρθρο 25
Πόροι – Έσοδα

1.    Για τη σταθερή και απρόσκοπτη λειτουργία της διοίκησης στην εποπτεία της αγοράς, την οικονομική υποστήριξη των ελεγκτικών μηχανισμών και τη βιωσιμότητα του όλου συστήματος εγγράφονται πιστώσεις στον Κρατικό Προϋπολογισμό και συνιστάται στη Γενική Γραμματεία Βιομηχανίας Ειδικός Λογαριασμός Εποπτείας της Αγοράς  (ΕΛΕΑ).
2.    Οικονομικοί πόροι του Ειδικού Λογαριασμού Εποπτείας της Αγοράς μπορεί να είναι, πλέον των ετήσιων τακτικών επιχορηγήσεων από τον Κρατικό Προϋπολογισμό,  και πιστώσεις που προέρχονται από :
α) ποσοστό επί των καταβαλλομένων στο Δημόσιο Ταμείο προστίμων που επιβάλλονται στους παραβάτες των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου,
β) χρηματοδοτήσεις από προγράμματα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την υλοποίηση έργων εποπτείας της αγοράς, από ευρωπαϊκά προγράμματα συνοριακής συνεργασίας, προγράμματα του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, ή και χρηματοδοτήσεις στα πλαίσια της σύναψης διμερών ή πολυμερών συμφωνιών σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο.
3.    Οικονομικοί πόροι του ειδικού λογαριασμού μπορεί επίσης να είναι και έσοδα από :
α) δωρεές και χορηγίες επιμελητηρίων, συνδέσμων εμπορικών, βιομηχανικών και βιοτεχνικών επιχειρήσεων, ως και  νομικών και φυσικών προσώπων,
β) οικονομικές ενισχύσεις επιχειρήσεων και βιομηχανικών μονάδων, οι οποίες επωφελούνται από την ενδυνάμωση των ελεγκτικών μηχανισμών και την ορθή λειτουργία των κανόνων της αγοράς, είτε με την καταπολέμηση της νοθείας, είτε με την ταχεία απόσυρση ελαττωματικών προϊόντων από την αγορά, είτε ακόμα και με την προβολή τους στα θέματα προστασίας του χρήστη και του καταναλωτή.
4.    Με κοινή Απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας καθορίζονται οι διαδικασίες για τη μεταφορά και το ύψος των πιστώσεων στον Ειδικό Λογαριασμό Εποπτείας της Αγοράς από τον κρατικό προϋπολογισμό, οι διαδικασίες για τη διαχείρισή του, οι αποζημιώσεις και λοιπές δαπάνες των ελεγκτών, καθώς και οι διαδικασίες για την οικονομική βιωσιμότητα του όλου συστήματος εποπτείας της αγοράς.

Άρθρο 26
Σύσταση Συντονιστικού Συμβουλίου Εποπτείας Αγοράς
1. Συνιστάται στη Γενική Γραμματεία Βιομηχανίας του Υπουργείου Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας Συντονιστικό Συμβούλιο Εποπτείας Αγοράς βιομηχανικών προϊόντων και υπηρεσιών ποιότητας.
2. Το Συντονιστικό Συμβούλιο Ελέγχου Αγοράς αποτελεί γνωμοδοτικό όργανο για τον προγραμματισμό, την παρακολούθηση και τον απολογισμό του ελεγκτικού συστήματος. Αποτελείται από εννέα (9) μέλη, τα οποία ορίζονται για θητεία τριών (3) ετών και στη σύνθεσή του συμμετέχουν :
     α. Ο Γενικός Γραμματέας Βιομηχανίας, ως Πρόεδρος,
     β. Ο προϊστάμενος της Γενικής Διεύθυνσης της ΓΓΒ που εποπτεύει τους ελεγκτικούς μηχανισμούς,
     γ. Ο προϊστάμενος της Γενικής Διεύθυνσης Τελωνείων του Υπουργείου Οικονομικών
     δ. Ο προϊστάμενος της Γενικής Διεύθυνσης Προστασίας του Καταναλωτή
     ε. Ο προϊστάμενος της Γενικής Διεύθυνσης του Γενικού Χημείου του Κράτους
    στ. Ο προϊστάμενος της Διεύθυνσης Πολιτικής Ποιότητας της ΓΓΒ.
ζ. Ο προϊστάμενος της Διεύθυνσης Τεχνικού Ελέγχου της Γ. Γ. Καταναλωτή
     η. Ο προϊστάμενος της Διεύθυνσης Πιστοποίησης της Γεν. Γραμμ. Επικοινωνιών του ΥΠΟΜΕΔΙ
     θ. Ο Πρόεδρος της Ένωσης Εισαγωγέων Ελλάδας
     Η σύνθεση του Συμβουλίου μπορεί να διευρύνεται με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας.
     Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους τα μέλη του Συμβουλίου έχουν υποχρέωση τήρησης των αρχών της αντικειμενικότητας και αμεροληψίας. Ο Πρόεδρος και τα μέλη του Συμβουλίου υποχρεούνται στην τήρηση εμπιστευτικότητας εμπορικών πληροφοριών για τουλάχιστον δύο έτη μετά την εκούσια ή ακούσια αποχώρησή τους από το Συμβούλιο.

3. Το Συντονιστικό Συμβούλιο Εποπτείας Αγοράς έχει ως αρμοδιότητες :
    α) Την παρακολούθηση του ετήσιου προγράμματος διενέργειας των προγραμματισμένων ελέγχων στην αγορά, τον ετήσιο απολογισμό του ελεγκτικού συστήματος, τη διατύπωση προτάσεων βελτίωσης του και υποβολή τον Ιανουάριο κάθε έτους σχετικής έκθεσης προς τον Υπουργό Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας.
     β) Την προώθηση και την καθιέρωση της συνεργασίας με όλους τους ενδιαφερόμενους, συμπεριλαμβανομένων των κλαδικών, επαγγελματικών και καταναλωτικών οργανώσεων προκειμένου να επωφεληθούν των διατιθέμενων για την αγορά πληροφοριών, κατά την κατάρτιση, την εφαρμογή και την επικαιροποίηση προγραμμάτων εποπτείας της αγοράς.
     γ) Τη συνεργασία με φορείς που αναγνωρίζονται βάσει του Κανονισμού 765/2008/ΕΚ για δραστηριότητες που εμπίπτουν στους τομείς της αξιολόγησης της συμμόρφωσης, της μετρολογίας, της διαπίστευσης και της εποπτείας της αγοράς, την κατάρτιση και την επικαιροποίηση κατευθυντήριων γραμμών, τη διενέργεια συγκρίσεων που σχετίζονται με τη λειτουργία των ρητρών διασφάλισης, την άσκηση προκαταρκτικών ή βοηθητικών δραστηριοτήτων σχετικών με την εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας, την εφαρμογή προγραμμάτων τεχνικής βοήθειας και συνεργασίας με τρίτες χώρες καθώς και την προώθηση των πολιτικών που εφαρμόζονται στους εν λόγω τομείς σε κοινοτικό και διεθνές επίπεδο.
4. Στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων του το Συντονιστικό Συμβούλιο Εποπτείας Αγοράς, αναλαμβάνει και προωθεί δράσεις ενημέρωσης και προβολής για την εποπτεία της αγοράς οι οποίες υποβοηθούν, στηρίζουν και βελτιώνουν τους ελεγκτικούς μηχανισμούς του συστήματος και καλλιεργούν την αντίληψη στον καταναλωτή και τον χρήστη για την ορθή συμβολή του ελέγχου της αγοράς στην παραγωγή, τη διακίνηση και την εμπορία των προϊόντων, αλλά και για την ανταγωνιστικότητα της ίδιας της εθνικής οικονομίας.
5. Το Συντονιστικό Συμβούλιο Εποπτείας Αγοράς συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και εξειδικεύονται οι αρμοδιότητες και τα ειδικότερα θέματα λειτουργίας του. Με όμοια απόφαση μπορούν να του ανατίθενται και πρόσθετες αρμοδιότητες.
Άρθρο 27
Τήρηση Μητρώου Ελεγκτών

1.    Για τις ανάγκες εποπτείας της αγοράς και πραγματοποίησης αποτελεσματικών ελέγχων, η Γενική Γραμματεία Βιομηχανίας καταρτίζει και τηρεί Ειδικό Μητρώο Πιστοποιημένων Ελεγκτών, το οποίο ανανεώνει και επικαιροποιεί ετησίως.
    Όλα τα κλιμάκια των ελεγκτών που ασκούν ελέγχους σε φορείς και προϊόντα προέρχονται από το Μητρώο Πιστοποιημένων Ελεγκτών. Για την ένταξη στο Μητρώο Πιστοποιημένων Ελεγκτών απαιτείται εμπεριστατωμένη εκπαίδευση στους κανόνες και απαιτήσεις της εναρμονισμένης ευρωπαϊκής τεχνικής νομοθεσίας, καθώς και στα ιδιαίτερα πεδία της τεχνικής βιομηχανικής νομοθεσίας για τα οποία το προσωπικό αυτό επιλέγεται.
2.    Οι Ελεγκτές μπορεί να προέρχονται από το εξειδικευμένο προσωπικό της Γενικής Γραμματείας Βιομηχανίας, των άλλων συναρμόδιων Υπουργείων, των αρμόδιων υπηρεσιών της Περιφερειακής Αυτοδιοίκησης, καθώς και από το εξειδικευμένο προσωπικό των εποπτευόμενων φορέων που σχετίζονται με το αντικείμενο του ελέγχου.
    Ελεγκτές μπορεί να είναι και ιδιώτες εμπειρογνώμονες με γνώση, εμπειρία και εξειδίκευση στο αντικείμενο του ελέγχου, οι οποίοι επιλέγονται μετά από αξιολόγηση, εκπαίδευση και πιστοποίηση της τεχνικής επάρκειας και ικανότητάς τους.
3.    Με Απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, ρυθμίζονται τα θέματα που αφορούν στα κριτήρια αξιολόγησης και στις διαδικασίες επιλογής των ελεγκτών, στα προγράμματα εκπαίδευσης και εξειδίκευσης αυτών, στην πιστοποίηση της τεχνικής τους επάρκειας, στην κατάρτιση και στην επικαιροποίηση του Μητρώου, καθώς και στις διαδικασίες που τηρούνται για τη σύνθεση των κλιμακίων ελέγχου.
Άρθρο 28
Αξιολόγηση της συμμόρφωσης των προϊόντων και εργαστηριακοί έλεγχοι

1.    Η Γενική Γραμματεία Βιομηχανίας πραγματοποιεί κατάλληλους ελέγχους σχετικά με τα χαρακτηριστικά των προϊόντων σε επαρκή κλίμακα, μέσω ελέγχου εγγράφων και μέσω φυσικών και εργαστηριακών ελέγχων, χρησιμοποιώντας επαρκή δείγματα. Κατά τους ελέγχους αυτούς λαμβάνει υπόψη τις καθιερωμένες αρχές αξιολόγησης κινδύνου, τις καταγγελίες και άλλες πληροφορίες.
    Η Γενική Γραμματεία Βιομηχανίας μπορεί να απαιτεί από τους οικονομικούς φορείς να θέτουν στη διάθεση της τα σχετικά έγγραφα και πληροφορίες που κρίνει αναγκαία για τους σκοπούς της διεξαγωγής της εποπτείας, συμπεριλαμβανομένης της εισόδου των ελεγκτών στις εγκαταστάσεις των οικονομικών φορέων και της λήψης των απαιτούμενων δειγμάτων προϊόντων.
    Όταν οι οικονομικοί φορείς επιδεικνύουν εκθέσεις ελέγχου ή πιστοποιητικά που βεβαιώνουν τη συμμόρφωση και έχουν εκδοθεί από διαπιστευμένο οργανισμό αξιολόγησης της συμμόρφωσης, η Γενική Γραμματεία Βιομηχανίας λαμβάνει υπόψη  της τις ανωτέρω εκθέσεις και πιστοποιητικά.
2.    Οι εργαστηριακοί έλεγχοι που πραγματοποιούνται στα προϊόντα για τεκμηρίωση της συμμόρφωσής τους ως προς τις βασικές απαιτήσεις της τεχνικής βιομηχανικής νομοθεσίας αποφασίζονται από τις αρμόδιες υπηρεσίες ελέγχου της Γενικής Γραμματείας Βιομηχανίας. Οι έλεγχοι διενεργούνται από διαπιστευμένα εργαστήρια ή, σε απουσία διαπιστευμένων, από εγκεκριμένα κατά περίπτωση εργαστήρια, όπως ορίζει η κείμενη βιομηχανική νομοθεσία.
3.    Αν τα προϊόντα φέρουν ή υπόκεινται στην υποχρέωση να φέρουν σήμανση CE, οι έλεγχοι που διενεργούνται θα πρέπει να καλύπτουν τις απαιτήσεις όλων των σχετικών με το προϊόν διατάξεων της εθνικής και κοινοτικής νομοθεσίας.
4.    Για τις ανάγκες των εργαστηριακών ελέγχων, η Γενική Γραμματεία Βιομηχανίας συνάπτει διμερείς συμβάσεις συνεργασίας με εργαστήρια, επιλεγμένα με ανοικτή διαδικασία αξιολόγησης, στις οποίες καθορίζονται τα πεδία και οι κατηγορίες των δοκιμών, το αναλυτικό κόστος των αναλαμβανομένων δοκιμών και οι χρόνοι παράδοσης των αποτελεσμάτων.
5.    Σε περίπτωση απουσίας αξιόπιστων εργαστηριακών υποδομών στην Ελλάδα για την υλοποίηση των εργαστηριακών ελέγχων, μπορεί να επιλεγούν διαπιστευμένα εργαστήρια από άλλα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Διαπιστευμένα εργαστήρια της αλλοδαπής μπορεί να χρησιμοποιούνται και στα πλαίσια της συνεργασίας των εθνικών αρχών ελέγχου της αγοράς, ενδεχόμενης αξιοποίησης των εργαστηριακών αποτελεσμάτων ή και στα πλαίσια συγκριτικής αξιολόγησης αποτελεσμάτων.
Άρθρο 29
Βιομηχανικά προϊόντα που εισάγονται από τρίτες χώρες

1.    Για την αποτελεσματική εποπτεία της αγοράς στα βιομηχανικά προϊόντα που εισάγονται από τρίτες χώρες εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Γενική Γραμματεία Βιομηχανίας συνεργάζεται με τις κατά τόπους τελωνειακές Αρχές.
2.    Η Γενική Γραμματεία Βιομηχανίας, ως αρχή ελέγχου και εποπτείας της αγοράς στα βιομηχανικά προϊόντα και τις υπηρεσίες ποιότητας, που εμπίπτουν στις διατάξεις του παρόντος, παρέχουν προς τις τελωνειακές αρχές της χώρας :
α) κάθε σχετική πληροφορία για προϊόντα ή κατηγορίες προϊόντων για τα οποία έχει διαπιστωθεί σοβαρός κίνδυνος ή μη συμμόρφωση προς τις ισχύουσες διατάξεις ασφάλειας και ζητείται ο έλεγχος και η απαγόρευση εισόδου στη χώρα,
β) οδηγίες για την αποδέσμευση ή όχι βιομηχανικών προϊόντων, κατόπιν σοβαρής υπόνοιας ότι τα εν λόγω προϊόντα παρουσιάζουν σοβαρό κίνδυνο για τον χρήστη και τον καταναλωτή,
γ) οδηγίες για τους ελέγχους που μπορούν να διενεργούνται κατά την είσοδο προϊόντων τρίτων χωρών, για τη διαπίστωση της συμμόρφωσης προς τη σχετική κοινοτική και εθνική νομοθεσία.
3.    Παράλληλα, οι τελωνειακές αρχές παρέχουν στις ελεγκτικές υπηρεσίες της Γενικής Γραμματείας Βιομηχανίας κάθε σχετική με εισαγόμενα βιομηχανικά προϊόντα πληροφορία.
4.    Οι τελωνειακές αρχές αναστέλλουν τη θέση ενός προϊόντος σε ελεύθερη κυκλοφορία στην κοινοτική αγορά και ενημερώνουν τις ελεγκτικές υπηρεσίες, αν, κατά την πραγματοποίηση του ελέγχου, διαπιστωθεί ότι συντρέχει μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες περιπτώσεις :
α) το προϊόν εμφανίζει χαρακτηριστικά τα οποία μπορούν να δημιουργήσουν σοβαρές υπόνοιες ότι αυτό, ακόμα και με ορθή εγκατάσταση, συντήρηση και χρήση του, παρουσιάζει σοβαρό κίνδυνο για την υγεία, την ασφάλεια των καταναλωτών, το περιβάλλον ή τη δημόσια ασφάλεια,
β) το προϊόν δεν συνοδεύεται από την έγγραφη ή ηλεκτρονική τεκμηρίωση που απαιτείται από τη σχετική εθνική ή κοινοτική νομοθεσία ή δεν φέρει την επισήμανση που απαιτείται από την εν λόγω νομοθεσία,
γ) το προϊόν φέρει πλαστή σήμανση ή παραπλανητική σήμανση CE.
5.    Αν οι ελεγκτικές υπηρεσίες διαπιστώσουν ότι το προϊόν δεν παρουσιάζει σοβαρό κίνδυνο για την υγεία και την ασφάλεια ή αν θεωρηθεί ότι δεν παραβαίνει τις ισχύουσες απαιτήσεις της τεχνικής βιομηχανικής νομοθεσίας, το προϊόν αποδεσμεύεται, υπό τον όρο ότι πληρούνται όλες οι υπόλοιπες απαιτήσεις και διατυπώσεις που αφορούν την αποδέσμευση.
6.    Αν οι ελεγκτικές υπηρεσίες διαπιστώσουν ότι το προϊόν παρουσιάζει σοβαρό κίνδυνο για την υγεία, την ασφάλεια, το περιβάλλον ή ότι το προϊόν δεν συμμορφώνεται με τη σχετική κοινοτική και εθνική νομοθεσία, ενημερώνουν άμεσα τις τελωνειακές αρχές και λαμβάνουν μέτρα για την απαγόρευση της διάθεσης του προϊόντος στην αγορά. Παράλληλα, επιτίθενται ανάλογα με τη διαπίστωση οι ακόλουθες ειδικές επισημάνσεις στο εμπορικό τιμολόγιο και σε οιοδήποτε άλλο συνοδευτικό έγγραφο του προϊόντος ή στο ίδιο το σύστημα επεξεργασίας των δεδομένων, εάν η επεξεργασία των δεδομένων πραγματοποιείται ηλεκτρονικά.
    Ειδική σήμανση τίθεται ακόμα και στις περιπτώσεις που το προϊόν δηλωθεί, εν συνεχεία, για άλλο τελωνειακό καθεστώς εκτός της θέσης σε ελεύθερη κυκλοφορία, εφόσον βέβαια δεν υπάρχει για τούτο αντίθετη άποψη από τις ελεγκτικές υπηρεσίες. Οι ελεγκτικές υπηρεσίες μπορούν να αποφασίζουν με βάση την αρχή της αναλογικότητας και την επανεξαγωγή ή την καταστροφή ή/και την αχρήστευση με άλλο τρόπο του προϊόντος.
7.    Αν οι ελεγκτικές υπηρεσίες διαπιστώσουν μόνο ότι τα εισαγόμενα βιομηχανικά προϊόντα παρουσιάζουν ελλείψεις στην τεχνική τους τεκμηρίωση ή στην επισήμανσή τους, είτε δεν παρέχουν τις αναγκαίες πληροφορίες που επιβάλλεται από τη νομοθεσία να φέρουν, αναστέλλουν την ελεύθερη κυκλοφορία τους και ενημερώνουν έγκαιρα τους εμπλεκόμενους οικονομικούς φορείς, να λάβουν το ταχύτερο δυνατόν τα ενδεικνυόμενα μέτρα για την άρση των μη συμμορφώσεων.
    Αν οι ελεγκτικές υπηρεσίες διαπιστώσουν την άρση των μη συμμορφώσεων, ενημερώνουν άμεσα τις τελωνιακές αρχές για αποδέσμευση των προϊόντων.
8.    Ένα προϊόν, η αποδέσμευση του οποίου ανεστάλη από τις τελωνειακές αρχές σύμφωνα με την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου, αποδεσμεύεται εάν εντός τριών (3) εργασίμων ημερών από την αναστολή της αποδέσμευσης δεν έχουν κοινοποιηθεί προς τις τελωνειακές αρχές οδηγίες των ελεγκτικών υπηρεσιών για αποδέσμευση ή όχι του εν λόγω προϊόντος, υπό τον όρο ότι πληρούνται όλες οι υπόλοιπες απαιτήσεις και διατυπώσεις που αφορούν την εν λόγω αποδέσμευση.

Άρθρο 30
Συνεργασία με άλλες δημόσιες Υπηρεσίες
1.    Η Γενική Γραμματεία Βιομηχανίας συνεργάζεται και διενεργεί από κοινού ελέγχους και έρευνες κατά περίπτωση με την Γενική Γραμματεία Εμπορίου, την Γενική Γραμματεία Καταναλωτή, το Γενικό Χημείο του Κράτους, την Υπηρεσία Ειδικών Ελέγχων του Υπουργείου Οικονομικών, το Υπουργείο Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, τις υπηρεσίες των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης α΄ και β΄ βαθμού, την Ελληνική και τη Δημοτική Αστυνομία και με άλλες αρχές, υπηρεσίες και φορείς του εσωτερικού και του εξωτερικού και συμμετέχει σε θεσμοθετημένα διυπηρεσιακά όργανα.
2.    Για ευρεία και αποτελεσματική εφαρμογή του ελέγχου της αγοράς, οι Υπηρεσίες για την εποπτεία της αγοράς της Γενικής Γραμματείας Βιομηχανίας συνεργάζονται με τις Υπηρεσίες του Υπουργείου Οικονομικών και τις υπηρεσίες της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής για την παροχή στοιχείων που αφορούν ενδοκοινοτικές εμπορικές συναλλαγές, συναλλαγές τρίτων χωρών, καθώς και στοιχεία ταυτότητας εισαγωγέων / παραγωγών / κατασκευαστών.
3.    Για τη βέλτιστη λειτουργία του συστήματος ταχείας ανταλλαγής πληροφοριών  [RAPEX] για τα μη ασφαλή προϊόντα, η Γενική Γραμματεία Βιομηχανίας συνεργάζεται ανελλιπώς και αδιαλείπτως με τη Γενική Γραμματεία Καταναλωτή. Όταν λαμβάνονται ή αποφασίζεται να ληφθούν επείγοντα μέτρα για παρεμπόδιση ή για περιορισμό ή για την υποβολή σε όρους της εμπορίας ή της χρήσης ενός προϊόντος ή μίας παρτίδας προϊόντος, οι ελεγκτικές Υπηρεσίες της Γενικής Γραμματείας Βιομηχανίας ενημερώνουν επειγόντως την Γενική Γραμματεία Καταναλωτή.
4.    Η Γενική Γραμματεία Βιομηχανίας συνεργάζεται με τη Γενική Γραμματεία Επικοινωνιών του Υπουργείου Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων και την Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων για τα θέματα αρμοδιότητάς τους, όπως αυτά απορρέουν από τις διατάξεις,
α) του ν.3431/2006 «περί ηλεκτρονικών επικοινωνιών και άλλες διατάξεις»,
β) του ΠΔ 44/2002 «Ραδιοεξοπλισμός και τηλεπικοινωνιακός τερματικός εξοπλισμός και αμοιβαία αναγνώριση της συμμόρφωσης των εξοπλισμών αυτών. Προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην οδηγία 99/5/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου» (ΦΕΚ Α΄44) και
γ) της κοινής Απόφασης των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Ανάπτυξης και Μεταφορών και Επικοινωνιών 50268/5137 «Προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην οδηγία 2004/108/ΕΚ για την ηλεκτρομαγνητική συμβατότητα και κατάργηση της κοινής Υπουργικής Απόφασης 94649/8682/93».
5.    Για προστασία του επαγγελματικού απορρήτου, οι αρμόδιες υπηρεσίες της Γενικής Γραμματείας Βιομηχανίας ασκούν την δέουσα χρήση των πληροφοριών αυτών και μόνο για διασφάλιση της αποτελεσματικότητας των δραστηριοτήτων του ελέγχου και της εποπτείας και εξασφαλίζουν την προστασία τους.
Άρθρο 31
Υποχρεώσεις οικονομικών φορέων

1.    Οι υποχρεώσεις των κατασκευαστών, των εξουσιοδοτημένων αντιπροσώπων, των εισαγωγέων και των διανομέων, οι οποίοι υπόκεινται στις διατάξεις του παρόντος νόμου, αναφέρονται ρητά και αποτυπώνονται αναλυτικά στο ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙV.
2.    Άρνηση των κατασκευαστών, των εξουσιοδοτημένων αντιπροσώπων, των εισαγωγέων και των διανομέων να συνεργαστούν με τα εντεταλμένα όργανα ελέγχου κατά την άσκηση των ελέγχων στις εγκαταστάσεις τους, παρεμπόδιση της εισόδου των οργάνων στους χώρους παραγωγής, αποθήκευσης ή διάθεσης προϊόντων ή/και άρνηση ανταπόκρισης στα αιτήματα των αρμοδίων αρχών για παροχή πληροφοριών και στοιχείων του προϊόντος, άρνηση για την λήψη διορθωτικών μέτρων προς άρση των μη συμμορφώσεων ή/ και για τη λήψη μέτρων περιορισμού της κυκλοφορίας στα προϊόντα που έχουν διαθέσει στην αγορά, επισύρει διοικητικές ή / και οικονομικές κυρώσεις των υπευθύνων, σύμφωνα με το επόμενο άρθρο.
3.    Οι κατασκευαστές και οι εξουσιοδοτημένοι αντιπρόσωποί τους φυλάσσουν και τηρούν στη διάθεση των αρμοδίων ελεγκτικών Υπηρεσιών της Γενικής Γραμματείας Βιομηχανίας την τεχνική τεκμηρίωση και τη δήλωση συμμόρφωσης ΕΚ για χρονικό διάστημα ανάλογο του κύκλου ζωής του προϊόντος και πάντως όχι λιγότερο από 10 χρόνια, αφότου διατεθεί το προϊόν στην αγορά.
    Οι εισαγωγείς φυλάσσουν και τηρούν, αντίστοιχα, αντίγραφο της δήλωσης συμμόρφωσης ΕΚ και εξασφαλίζουν ότι ο τεχνικός φάκελος μπορεί να καταστεί διαθέσιμος στις εν λόγω υπηρεσίες, κατόπιν αιτήματός τους.
Άρθρο 32
Επιβολή κυρώσεων

1.    Στην περίπτωση που το ελεγχόμενο προϊόν θεωρηθεί ότι δεν συμμορφώνεται προς τις απαιτήσεις της εθνικής και κοινοτικής νομοθεσίας του Παραρτήματος ΙΙ εκδίδεται από τον Υπουργό Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας αιτιολογημένη απόφαση προσωρινής απαγόρευσης της κυκλοφορίας και διάθεσης στην αγορά και αιτιολογημένη απόφαση οριστικής απαγόρευσης ή/και απόσυρσης, εφόσον από τα αποτελέσματα των εργαστηριακών ελέγχων διαπιστώνεται ότι το προϊόν δεν συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις της οικείας νομοθεσίας.
2.    Στους υπεύθυνους οικονομικούς φορείς, τα προϊόντα των οποίων, μετά από τεκμηριωμένη  διαπίστωση των αρμοδίων υπηρεσιών, δεν συμμορφώνονται προς τη σχετική κοινοτική και εθνική νομοθεσία του ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΟΣ ΙΙI, ή στους οικονομικούς φορείς που δεν συνεργάζονται με τις αρμόδιες υπηρεσίες εποπτείας της Γενικής Γραμματείας Βιομηχανίας κατά την άσκηση των ελέγχων ή αρνούνται τη λήψη μέτρων άρσης της μη συμμόρφωσης ή/και τη λήψη μέτρων περιορισμού της διάθεσης και κυκλοφορίας των μη συμμορφούμενων προϊόντων, επιβάλλονται οικονομικές και ποινικές κυρώσεις.
3.    Οι κυρώσεις που επιβάλλονται στους παραβαίνοντες τη νομοθεσία οικονομικούς φορείς είναι ανάλογες:
α) της σοβαρότητας της μη συμμόρφωσης του προϊόντος,
β) του βαθμού άρνησης της συνεργασίας με τις αρμόδιες ελεγκτικές υπηρεσίες,
γ) των επιπτώσεων του τυχόν προκληθέντος ατυχήματος και
δ) των υποτροπών που αυτοί παρουσιάζουν στις δραστηριότητες τους.
4.    Τις διοικητικές κυρώσεις στους παραβάτες οικονομικούς φορείς εισηγούνται οι ελεγκτικές Υπηρεσίες για την εποπτεία της αγοράς της Γενικής Γραμματείας Βιομηχανίας και επιβάλλονται με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας.
    Στις μη συμμορφώσεις προϊόντων με ενδεχόμενη σοβαρή επίπτωση για την ασφάλεια και υγεία του χρήστη ή καταναλωτή, όπως και στους υπότροπους των διατάξεων του παρόντος νόμου οι επιβαλλόμενες οικονομικές κυρώσεις μπορούν να ανέλθουν μέχρι και του ποσού των πεντακοσίων χιλιάδων (500.000,00) ευρώ. Σε ουδεμία όμως περίπτωση το επιβληθέν ποσό δεν μπορεί να είναι μικρότερο του εκατονταπλάσιου της αξίας του προϊόντος ή του δεκαπλάσιου της εκτιμώμενης ζημίας του ατυχήματος.
5.    Με κοινή Απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας ρυθμίζονται θέματα που αφορούν στα κριτήρια για την επιβολή προστίμων, στην κατηγοριοποίηση των προστίμων, στις διαδικασίες επιβολής κυρώσεων στους παραβάτες οικονομικούς φορείς, καθώς και στο κατά περίπτωση μέγιστο ύψος των οικονομικών κυρώσεων.
6.    Κάθε υφιστάμενη διάταξη που αφορά το ύψος και τη διαδικασία επιβολής οικονομικών κυρώσεων και υιοθετήθηκε στο πλαίσιο της εποπτείας της αγοράς βιομηχανικών προϊόντων είτε στο πλαίσιο της ενσωμάτωσης του κοινοτικού δικαίου, είτε στο πλαίσιο εθνικής ρύθμισης τύπου ή τομέα προϊόντων,  αντικαθίσταται  από τις οριζόντιας προσέγγισης διατάξεις της κοινής υπουργικής απόφασης της προηγούμενης παραγράφου.

Άρθρο 33
Εφαρμογή της αμοιβαίας αναγνώρισης και Εθνικό Σημείο Επαφής

1.    Η αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης αποσκοπεί στην εξασφάλιση της ελεύθερης κυκλοφορίας εμπορευμάτων εντός της εσωτερικής αγοράς της Ευρωπαϊκής Ένωσης και εφαρμόζεται στα προϊόντα που δεν υπόκεινται στην κοινοτική νομοθεσία εναρμόνισης ή σε πτυχές των προϊόντων που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της νομοθεσία αυτής.
2.    Εθνικό σημείο επαφής για τα βιομηχανικά προϊόντα που δεν υπόκεινται στην κοινοτική νομοθεσία εναρμόνισης, με βάση τις απαιτήσεις και την έννοια των διατάξεων του Κανονισμού 764/2008/ΕΚ, ορίζεται η Γενική Γραμματεία Βιομηχανίας του Υπουργείου Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, η οποία λειτουργεί για το σκοπό αυτό ως εθνικός συντονιστής των ενεργειών που αφορούν στην εφαρμογή των διατάξεων του Κανονισμού. Οι ορισθείσες κατά περίπτωση αρμόδιες ελληνικές αρχές για τα προϊόντα υποχρεούνται σε παροχή προς το εθνικό σημείο επαφής κάθε στοιχείου που είναι απαραίτητο για την αποτελεσματική εκτέλεση των καθηκόντων του.
3.    Το εθνικό σημείο επαφής για τα προϊόντα τηρεί λεπτομερή στοιχεία επικοινωνίας των κατά περίπτωση αρμόδιων ελληνικών αρχών για τα επιμέρους προϊόντα και συνεργάζεται μαζί τους για :
α. τη διεκπεραίωση των καθηκόντων του ως σημείου επαφής,
β. την ενημέρωση των οικονομικών φορέων, με χρήση κάθε πρόσφορου μέσου,
γ. τη σύνταξη της ετήσιας έκθεσης,
δ. την αντιμετώπιση ζητημάτων που ανακύπτουν κατά την εφαρμογή του Κανονισμού 764/2008/ΕΚ.
4.    Το εθνικό σημείο επαφής για τα προϊόντα εκπροσωπεί τη χώρα στα ευρωπαϊκά και διεθνή όργανα και επιτροπές για θέματα Αμοιβαίας Αναγνώρισης.
5.    Με την έναρξη ισχύος του παρόντος, καταργείται η ΚΥΑ αριθμ. Β 2366/144/26-01-1998 (ΦΕΚ Β’ 59).

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ’
ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ ΕΜΠΟΡΙΟ

Άρθρο 34
Έννοια όρων

Για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου, οι πιο κάτω αναφερόμενοι όροι έχουν την ακόλουθη έννοια:
   α) «Εξωτερικό εμπόριο» νοείται η άσκηση εμπορικής δραστηριότητας για την αποστολή ή μεταφορά προϊόντων από ή και προς την ελληνική επικράτεια, ανεξαρτήτως αν η χώρα αποστολής ή προέλευσης βρίσκεται στο Τελωνειακό Έδαφος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή εκτός αυτού.
 β) «Εισαγωγές» ή «εισαγωγικές δραστηριότητες» νοούνται οι εμπορικές δραστηριότητες αποστολής ή μεταφοράς προϊόντων προς την ελληνική επικράτεια από οποιαδήποτε άλλη χώρα, που βρίσκεται είτε στο Τελωνειακό Έδαφος της Ευρωπαϊκής Ένωσης είτε εκτός αυτού.
  γ) «Εξαγωγές» ή «εξαγωγικές δραστηριότητες» νοούνται οι εμπορικές δραστηριότητες αποστολής ή μεταφοράς προϊόντων από την ελληνική επικράτεια προς οποιαδήποτε άλλη χώρα, που βρίσκεται είτε στο Τελωνειακό Έδαφος της Ευρωπαϊκής Ένωσης είτε εκτός αυτού.
δ) «Εισαγωγέας» νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, με μόνιμη εγκατάσταση στην ελληνική επικράτεια, που ασκεί εισαγωγικές δραστηριότητες.
 ε) «Εξαγωγέας» νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, με μόνιμη εγκατάσταση στην ελληνική επικράτεια, που ασκεί εξαγωγικές δραστηριότητες.

Άρθρο 35
Προϋποθέσεις άσκησης εισαγωγικής και εξαγωγικής δραστηριότητας

1.    Εισαγωγική ή εξαγωγική δραστηριότητα δικαιούται να ασκεί κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που είναι εγγεγραμμένο στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (ΓΕΜΗ), σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου 3419/2005 «Εκσυγχρονισμός της Επιμελητηριακής Νομοθεσίας» (ΦΕΚ Α’ 297), όπως τροποποιήθηκε με το ν. 3853/2010.
2.    Επίσης, δικαιούνται να ασκούν εξαγωγική δραστηριότητα:
α) Οι εγγραμμένοι στο Ενιαίο Μητρώο Εμπόρων Αγροτικών Προϊόντων, Εφοδίων και Εισροών, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου 3955/2011 (ΦΕΚ Α’ 89) και
β) Οι εγγεγραμμένοι στα Ειδικά Μητρώα Εξαγωγέων, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 9 του ν.936/1979 «περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί εξωτερικού εμπορίου διατάξεων, ως και καταργήσεως συναφών διατάξεων» (ΦΕΚ Α’ 144).
3.    Από την έναρξη ισχύος του παρόντος, οι ασκούντες εξωτερικό εμπόριο  εγγράφονται μόνο στο Γ.Ε.Μ.Η. και καταργείται η υποχρέωση  εγγραφής στα Μητρώα της περίπτωσης  β’ της προηγουμένης παραγράφου.

Άρθρο 36
Περιορισμοί στην άσκηση εξωτερικού εμπορίου

1.    Ο Υπουργός Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, στο πλαίσιο της οικονομικής και αναπτυξιακής πολιτικής της Κυβέρνησης, με την επιφύλαξη των διατάξεων της επομένης παραγράφου, δύναται με αποφάσεις του:
α)    Να απαγορεύει ή να περιορίζει, κατά ποσότητα ή κατά αξία, την εισαγωγή ή εξαγωγή οποιουδήποτε προϊόντος , είτε γενικά είτε κατά χώρες ή περιοχές.
Ειδικότερες διατάξεις, που απαγορεύουν την εισαγωγή ή εξαγωγή ορισμένων προϊόντων ή επιτρέπουν αυτές βάσει προϋποθέσεων, δεν θίγονται από τον παρόντα νόμο.
β)    Να εξαρτά την εισαγωγή ή εξαγωγή οποιουδήποτε προϊόντος από προηγούμενη άδεια αυτού ή άλλης αρχής ή οργάνου που ορίζεται από αυτόν.
γ)    Να καθορίζει ειδικούς όρους, βάσει των οποίων δύναται να επιτρέπεται η εισαγωγή ή εξαγωγή κάθε προϊόντος.
δ)    Να καθορίζει τη διαδικασία και τον τρόπο έγκρισης της διενέργειας των εισαγωγών και εξαγωγών γενικά.
2.    Οι προαναφερόμενοι περιορισμοί επιβάλλονται, είτε για την εκπλήρωση διεθνών υποχρεώσεων της χώρας, που απορρέουν από διεθνείς Συμφωνίες ή από τη συμμετοχή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση και άλλους διεθνείς Οργανισμούς, είτε για λόγους δημοσίου συμφέροντος, που αφορούν στην προστασία των καταναλωτών σε θέματα δημόσιας υγείας και εθνικής ή δημόσιας ασφάλειας.
3.    Με κοινή απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και του κατά περίπτωση συναρμοδίου Υπουργού μπορούν να καθορίζονται ειδικότερες διατάξεις για την απλοποίηση, την επιτάχυνση, την άρση εμποδίων και τον εν γένει εκσυγχρονισμό των διαδικασιών που καθορίζουν τον τρόπο πραγματοποίησης των εισαγωγών και των εξαγωγών.
4.    Σε περίπτωση κήρυξης της χώρας σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, μπορεί με κοινή απόφαση του  Υπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού να καθορίζονται:
α) Ο τρόπος και τη διαδικασία άσκησης ελέγχου των τιμών στα  εισαγόμενα και εξαγόμενα προϊόντα.
β) Ο τρόπος διενέργειας ελέγχου συναλλάγματος στα εισαγόμενα και εξαγόμενα προϊόντα.
γ)  Διάφορος του εκάστοτε προβλεπομένου τρόπου πληρωμής στα εισαγόμενα και εξαγόμενα προϊόντα.
δ) Η παροχή εγγυήσεων για την τήρηση οποιωνδήποτε υποχρεώσεων, που επιβάλλονται στις εισαγωγές και εξαγωγές προϊόντων, βάσει του παρόντος άρθρου, καθώς και η λύση ή η κατάπτωση των εγγυήσεων αυτών υπέρ του δημοσίου.
5.    Στους παραβάτες των διατάξεων των αποφάσεων, που εκδίδονται κατ΄ εξουσιοδότηση του παρόντος άρθρου, επιβάλλονται από τον Υπουργό Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας διοικητικές κυρώσεις, που συνίστανται, είτε στην απαγόρευση άσκησης των δραστηριοτήτων τους για χρονικό διάστημα μέχρις ενός έτους, είτε σε διοικητικό πρόστιμο μέχρι εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ. Με τις αποφάσεις του παρόντος άρθρου καθορίζονται τα κριτήρια για την κλιμάκωση των προβλεπομένων κυρώσεων.

Άρθρο 37
Γενικό Μητρώο Εξαγωγών

1.    Στο Υπουργείο Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας τηρείται Γενικό Μητρώο Εξαγωγών (Γ.Ε.Μ.Ε), ως ηλεκτρονικό αρχείο, στο οποίο καταγράφονται τα αναγκαία στατιστικά στοιχεία για την παρακολούθηση της εξέλιξης των εξαγωγών της Χώρας.
2.    Στο Γ.Ε.Μ.Ε. καταγράφονται ιδίως:
α) Το είδος και η ποσότητα των εξαγομένων προϊόντων, καθώς και οι χώρες προορισμού τους,
β)  Ο χρόνος πραγματοποίησης των εξαγωγών και
γ)  Τα στοιχεία των εξαγωγέων .
Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας μπορεί να προβλέπεται η καταχώρηση στο ΓΕΜΕ και άλλων στοιχείων, που είναι απαραίτητα για την παρακολούθηση των εξαγωγών.

3.    Το Γ.Ε.Μ.Ε. είναι εξ’ αποστάσεως διασυνδεδεμένο με τις βάσεις δεδομένων που τηρούνται στις Ειδικές Υπηρεσίες ΓΕΜΗ των κατά τόπους Επιμελητηρίων, την Κεντρική Υπηρεσία ΓΕΜΗ της Κεντρικής Ένωσης Επιμελητηρίων και το Τμήμα ΓΕΜΗ της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου του Υπουργείου Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, όπως αυτές ορίζονται στο άρθρο 2 του ν. 3419/2005 (ΦΕΚ Α’ 297), όπως τροποποιήθηκε με το ν. 3853/2010 (ΦΕΚ Α’ 90).  Το Γ.Ε.Μ.Ε αποτελεί Υποσύστημα του αναφερομένου στο επόμενο άρθρο Ενιαίου Ολοκληρωμένου Πληροφοριακού Συστήματος (Ε.Ο.Π.Σ).

4.    Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας ρυθμίζονται οι λεπτομέρειες σχετικά με τη διαλειτουργικότητα και τη διασύνδεση μεταξύ του ΓΕΜΗ και του ΓΕΜΕ, καθώς και τη διασύνδεση  ή την ένταξη του Γ.Ε.Μ.Ε  στο Ε.Ο.Π.Σ.  Με κοινή απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και του κατά περίπτωση αρμοδίου Υπουργού, μπορεί να ρυθμίζεται η διασύνδεση του Γ.Ε.Μ.Ε. με τα αρχεία που τηρούνται από Συνδέσμους Εξαγωγέων ή και  άλλες Αρχές ή Υπηρεσίες της χώρας, σχετικά με το εξωτερικό εμπόριο.

5.    Τα εξαγόμενα από τις Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις είδη, που περιλαμβάνονται στο άρθρο 1 του ν.2168/1993 (ΦΕΚ Α’ 147), στον εγκριθέντα σύμφωνα με απόφαση του ΥΠΕΘΟ Στρατιωτικό Κατάλογο (υπ’ αριθμ. 2641/Ε3/3327/15.7.1992 απόφαση) και στους καταλόγους ελεγχόμενων προϊόντων «Διττής Χρήσεως» του Κανονισμού Συμβουλίου της ΕΕ 1334/2000, καθώς και στις τροποποιήσεις του, που ενσωματώθηκαν στην ελληνική νομοθεσία με απόφαση του ΥΠΕΘΟ (υπ’ αριθμ. 125695/Ε3/21.12.2000), καταγράφονται στο ΓΕΜΕ, μέσω ειδικών διαδικασιών, όπως ορίζει η ανωτέρω νομοθεσία, σε συνεργασία με τα συναρμόδια Υπουργεία Εξωτερικών και Εθνικής Άμυνας.

Άρθρο 38
Ηλεκτρονικές Υπηρεσίες Μιας Στάσης για τη διευκόλυνση των Εξαγωγών και Εισαγωγών  (Single Window)

1.    Στο Υπουργείο Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας συνιστάται Ενιαίο Ολοκληρωμένο Πληροφοριακό Σύστημα(Ε.Ο.Π.Σ),  για Ηλεκτρονικές Υπηρεσίες Μιας Στάσης για τη διευκόλυνση των διαδικασιών Εξαγωγών και Εισαγωγών – Single Window, μέσω του οποίου διενεργούνται υποχρεωτικά όλες οι απαραίτητες για τις εξαγωγές και εισαγωγές πράξεις. Ειδικότερα, μέσω του Ε.Ο.Π.Σ γίνεται:
     α)  η ηλεκτρονική υποβολή των σχετικών αιτήσεων και δικαιολογητικών από τις υπόχρεες επιχειρήσεις για την έκδοση από τις αρμόδιες υπηρεσίες των συναρμόδιων φορέων των αναγκαίων βεβαιώσεων, πιστοποιητικών, αδειών και άλλων προβλεπομένων από τη νομοθεσία εγγράφων.
     β) η ηλεκτρονική διεκπεραίωση των διαδικασιών έκδοσης από τις αρμόδιες υπηρεσίες των κατά περίπτωση προβλεπομένων βεβαιώσεων, πιστοποιητικών, αδειών και των λοιπών προβλεπομένων από τη νομοθεσία εγγράφων και η ηλεκτρονική παραλαβή τούτων από τους αιτούντες.
2.    Το Ε.Ο.Π.Σ παρέχει ολοκληρωμένη, κωδικοποιημένη και επικαιροποιημένη πληροφόρηση προς τις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις, φορείς, οργανισμούς και χρήστες, σχετικά με το εφαρμοστέο νομοθετικό και κανονιστικό πλαίσιο και τις διαδικασίες εξαγωγών και εισαγωγών. Για το σκοπό αυτό το Ε.Ο.Π.Σ ενημερώνεται άμεσα από τις υπηρεσίες άλλων συναρμόδιων υπουργείων και φορέων μετά από κάθε αλλαγή στο οικείο νομοθετικό και κανονιστικό πλαίσιο.
3.    Με κοινή απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και του καθ` ύλην αρμόδιου Υπουργού δύναται να ρυθμίζονται θέματα που αφορούν στη διασύνδεση του Ε.Ο.Π.Σ με άλλα πληροφοριακά συστήματα.
4.    Η Γενική Γραμματεία  του Υπουργείου Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας:
     α)  Aναλαμβάνει, μέσω της αρμόδιας υπηρεσίας της με την υποστήριξη της ΜΟΔ ΑΕ., την παροχή υπηρεσιών για διαδικτυακή σύνδεση του Ε.Ο.Π.Σ με τις αρμόδιες υπηρεσίες του δημοσίου, την τεχνική υποστήριξη και επίλυση προβλημάτων του εξοπλισμού και του λογισμικού υποδομής, τη συγκέντρωση των απαιτήσεων των χρηστών του ΕΟΠΣ, την ανάλυση και επεξεργασία του συνόλου του πληροφοριακού υλικού που απαιτείται για το σκοπό του παρόντος νόμου, τη συντήρηση και ανάπτυξη του επιχειρησιακού λογισμικού, την εκπαίδευση των χρηστών και τον έλεγχο και αξιολόγηση της αποτελεσματικής  λειτουργίας του ΕΟΠΣ, την ανάλυση και τον προγραμματισμό για περαιτέρω βελτιώσεις της λειτουργίας και αποτελεσματικότητας του, καθώς και την υλοποίηση των σχετικών αναβαθμίσεων του.
     β) Aσκεί την εποπτεία της αποτελεσματικής λειτουργίας του Ε.Ο.Π.Σ για το σκοπό του παρόντος νόμου.
5.    Με κοινή απόφαση των Υπουργών Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και των καθ` ύλην αρμόδιων Υπουργών μπορεί να παρέχονται από το Ε.Ο.Π.Σ στοιχεία προς άλλες υπηρεσίες ή οργανισμούς του δημόσιου τομέα. Με την ίδια απόφαση καθορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις παροχής των στοιχείων αυτών.
      
        Άρθρο 39
Βραβείο άσκησης εξαγωγικής δραστηριότητας

1.    Ο Υπουργός Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας μπορεί, μετά από προτάσεις των αντιπροσωπευτικών φορέων των εξαγωγέων ή των ενώσεων ή των συνδέσμων τους, να απονέμει βραβεία επιτυχούς άσκησης εξαγωγικών δραστηριοτήτων σε τρείς, ανά κατηγορία εξαγομένων προϊόντων, εξαγωγείς, οι οποίοι το αμέσως προηγούμενο της βραβεύσεως έτος επέδειξαν αξιοσημείωτη εξαγωγική δραστηριότητα, καινοτόμο επενδυτική και παραγωγική δράση και σεβασμό στα διεθνή συναλλακτικά ήθη.
2.    Τα βραβεία δεν έχουν χρηματικό χαρακτήρα. Η βράβευση παρέχει το δικαίωμα στον βραβευθέντα να αναγράφει σε όλα τα εμπορικά παραστατικά της επιχειρήσεώς του, είτε αυτά αφορούν εξαγωγικές δραστηριότητες, είτε συναλλαγές σε εθνικό επίπεδο, ότι έτυχε του 1ου , 2ου  ή 3ου βραβείου στο συγκεκριμένο κλάδο εξαγωγικής δραστηριότητας το συγκεκριμένο έτος.

3.    Τα κριτήρια αξιολόγησης για την απονομή των ανωτέρω βραβείων και οι λεπτομέρειες εφαρμογής του παραπάνω άρθρου καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας.

Άρθρο 40
Έλεγχος εξαγομένων προϊόντων

1.    Με Προεδρικά Διατάγματα, που εκδίδονται μετά από πρόταση των Υπουργών Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, καθορίζονται οι όροι, τους οποίους πρέπει να πληρούν, για την εξαγωγή τους τα γεωργικά προϊόντα ελληνικής παραγωγής, όσον αφορά τη διαλογή, τον τύπο, την ποιότητα, τη συντήρηση, τη συσκευασία και εν γένει τη μεταχείριση και εμφάνιση, ο δε σχετικός ποιοτικός έλεγχος ασκείται από τα αρμόδια τεχνικά όργανα του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων.
    Με απόφαση του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων ρυθμίζονται θέματα σχετικά με τον τρόπο, τους όρους και τα μέσα άσκησης του εν λόγω ελέγχου, όπως επίσης και τα σχετικά με την έκδοση πιστοποιητικού ποιοτικού ελέγχου για την πιστοποίηση της ποιότητας, της προέλευσης και άλλων στοιχείων των προϊόντων αυτών.
      Σε όσες περιπτώσεις για την άσκηση του ποιοτικού ελέγχου στα εξαγόμενα γεωργικά προϊόντα απαιτείται η διενέργεια εργαστηριακών ή χημικών εξετάσεων, είναι δυνατόν με το ως άνω Προεδρικό Διάταγμα να ανατίθεται η άσκηση του ποιοτικού ελέγχου και η χορήγηση των σχετικών πιστοποιητικών στο Γενικό Χημείο του Κράτους ή σε άλλα όργανα, τα οποία θα ορίζονται σε αυτό.

2.    Με Προεδρικά Διατάγματα, που εκδίδονται μετά από πρόταση του Υπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, καθορίζονται οι όροι, τους οποίους πρέπει να πληρούν τα εξαγόμενα βιομηχανικά και μεταλλευτικά προϊόντα, σε ό,τι αφορά την κατασκευή, τη σύσταση, τη διαλογή, τον τύπο, την ποιότητα, τη συντήρηση, τη συσκευασία και εν γένει τη μεταχείριση και εμφάνιση.
    Με τα ίδια Προεδρικά Διατάγματα ορίζεται ο τρόπος και οι όροι διενέργειας του ελέγχου στα εν λόγω προϊόντα από τα αρμόδια όργανα, στα οποία ανατίθεται η άσκηση του ελέγχου αυτού, και ρυθμίζονται τα σχετικά με την έκδοση πιστοποιητικού ποιοτικού ελέγχου για την πιστοποίηση της προέλευσης της ποιότητας ή άλλων στοιχείων των προϊόντων αυτών.

3.    Οι κανονιστικές πράξεις που έχουν εκδοθεί μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος,  είτε κατ’ εφαρμογή  των διατάξεων του άρθρου 12 του ν.δ. 3999/1959 «περί ελέγχου του εξαγωγικού εμπορίου και άλλων διατάξεων» (ΦΕΚ Α’ 230), είτε άλλων διατάξεων, σχετικά με τον ποιοτικό έλεγχο των εξαγομένων ελληνικών προϊόντων, διατηρούνται σε ισχύ.

Άρθρο 41
Ελεύθερες Ζώνες και Αποθήκες

Το άρθρο 39 του Ν. 2960/2001 (ΦΕΚ Α’ 265) «Περί Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα», όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει με την παρ. 10 του άρθρου 1 του Ν. 3583/2007 (ΦΕΚ Α’ 142), αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 39
 1. Οι ελεύθερες ζώνες και οι ελεύθερες αποθήκες αποτελούν τμήματα του τελωνειακού εδάφους της χώρας, διακριτά από το υπόλοιπο τελωνειακό έδαφος της χώρας, όπου εμπορεύματα τρίτων χωρών που αποτίθενται σε αυτές θεωρούνται ως προς την εφαρμογή των εισαγωγικών δασμών, φόρων και μέτρων εμπορικής πολιτικής ως μη ευρισκόμενα στο τελωνειακό έδαφος της χώρας.
 Εγχώρια εμπορεύματα ή εμπορεύματα τελούντα σε ελεύθερη κυκλοφορία, όταν αποτίθενται σε χώρους ελεύθερων ζωνών, προορίζονται κατά κανόνα για εξαγωγή.
2. Με απόφαση, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ο Υπουργός Οικονομικών:
     α) Συνιστά ελεύθερες ζώνες ή ελεύθερες αποθήκες, προβαίνει στην κατάργηση αυτών, ως επίσης και στην τροποποίηση των ορίων τους.
     β) Ορίζει το Φορέα Διοίκησης ή και Εκμετάλλευσης του χώρου, ως διαχειριστή της ελεύθερης ζώνης ή της ελεύθερης αποθήκης.
     γ) Προσδιορίζει τους όρους λειτουργίας, διαχείρισης και ελέγχου αυτών, καθώς και τους όρους διακίνησης, παραμονής και διαχείρισης των εμπορευμάτων σε αυτές.
     δ) Προσδιορίζει την ευθύνη και τις αρμοδιότητες του διαχειριστή αυτών κατά τρόπο που να διασφαλίζεται η ακώλυτη διενέργεια του κοινοτικού και διεθνούς εμπορίου.
3. Για τη σύσταση ελεύθερης ζώνης και ελεύθερης αποθήκης απαιτείται προηγουμένως η γνώμη του Υπουργείου Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και κατά περίπτωση:
α) Του Υπουργείου Εξωτερικών, όταν η ελεύθερη ζώνη συνίσταται με αίτηση φορέα Διοίκησης ή και Εκμετάλλευσης της ελεύθερης ζώνης ή της ελεύθερης αποθήκης στο οποίο συμμετέχουν φυσικά ή νομικά πρόσωπα εγκατεστημένα εκτός της Ελληνικής Επικράτειας.
β) Του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, εφόσον οι ελεύθερες ζώνες ή αποθήκες συνιστώνται σε παραμεθόριες περιοχές.
4. Για την έκδοση της απόφασης σύστασης ελεύθερης ζώνης ή ελεύθερης αποθήκης, υποβάλλεται αίτηση από τον φορέα Διοίκησης ή και Εκμετάλλευσης του χώρου όπου πρόκειται να συσταθεί η ελεύθερη ζώνη ή η ελεύθερη αποθήκη προς την Γενική Διεύθυνση Τελωνείων και Ειδικών Φόρων Κατανάλωσης του Υπουργείου Οικονομικών.
Στην κατά τα ανωτέρω αίτηση σύστασης ελεύθερης ζώνης ή ελεύθερης αποθήκης επισυνάπτεται ή υποβάλλεται ηλεκτρονικά μελέτη σκοπιμότητας από την οποία πρέπει να προκύπτουν τα ακόλουθα στοιχεία:
α) Η προσδοκώμενη συμβολή της ελεύθερης ζώνης ή ελεύθερης αποθήκης στην αύξηση της εμπορευματικής διακίνησης εμπορευμάτων τρίτων χωρών σε συνδυασμό με τα γενικότερα οικονομικά οφέλη που αναμένονται από τη λειτουργία της.
β) Ο προβλεπόμενος ή και υπάρχων όγκος διακίνησης μη κοινοτικών εμπορευμάτων μέσω της προτεινόμενης ελεύθερης ζώνης ή ελεύθερης αποθήκης.
γ) Τα παρεχόμενα για τη σωστή διοίκηση και εκμετάλλευση της ελεύθερης ζώνης εχέγγυα όπως και εκείνα για τη σωστή διαχείριση των εμπορευμάτων.
5.  Η Διοίκηση των ελεύθερων ζωνών ασκείται από νομικά πρόσωπα, των δε ελεύθερων αποθηκών ασκείται είτε από φυσικά είτε από νομικά πρόσωπα.
6.  Εντός των ελευθέρων ζωνών και ελευθέρων αποθηκών επιτρέπεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, μετά από πρόταση του Φορέα Διοίκησης αυτών,  να ασκούνται δραστηριότητες βιομηχανικής ή και εμπορικής φύσης ή και παροχής υπηρεσιών από Φυσικά ή Νομικά πρόσωπα, εφόσον παρέχονται όλα τα εχέγγυα που κρίνονται απαραίτητα για την διασφάλιση του συνόλου της τελωνειακής νομοθεσίας.
7. Τα μη κοινοτικά εμπορεύματα που έχουν αποτεθεί σε ελεύθερη ζώνη ή ελεύθερη αποθήκη είναι δυνατόν:
α) Να τίθενται σε ελεύθερη κυκλοφορία κατά τις ισχύουσες διατάξεις.
β) Να υποβάλλονται σε συνήθεις εργασίες, χωρίς άδεια της Τελωνειακής Αρχής, που εξασφαλίζουν τη διατήρηση τους, τη βελτίωση της εμφάνισης τους ή και της εμπορικής ποιότητας ή και αυτές που απαιτούνται για την προετοιμασία της διανομής ή και μεταπώλησης τους.
γ) Να υπάγονται στα καθεστώτα τελειοποίησης προς επανεξαγωγή, μεταποίησης υπό τελωνειακό έλεγχο, προσωρινής εισαγωγής με τους όρους που προβλέπονται από τα καθεστώτα αυτά.
δ) Επίσης, δύνανται τα εμπορεύματα αυτά να εγκαταλείπονται υπέρ του Δημοσίου ή και να καταστρέφονται, χωρίς οι απαιτούμενες διαδικασίες να συνεπάγονται έξοδα για το Δημόσιο, ενώ τα υπολείμματα της καταστροφής λαμβάνουν έναν από τους τελωνειακούς προορισμούς που προβλέπονται για τα μη κοινοτικά εμπορεύματα.»
Άρθρο 42
  Καταργούμενες διατάξεις
 Από την έναρξη ισχύος του παρόντος καταργείται  το  ν.δ. 3999/1959 «περί ελέγχου του εξαγωγικού εμπορίου και άλλων τινών διατάξεων» (ΦΕΚ Α’ 230), ο ν.936/1979 «περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί εξωτερικού εμπορίου διατάξεων, ως και καταργήσεως συναφών διατάξεων» (ΦΕΚ Α’ 144), το άρθρο 38 του ν. 2778/1999 «Αμοιβαία Κεφάλαια Ακίνητης Περιουσίας – Εταιρείες Επενδύσεων σε Ακίνητη Περιουσία και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α’ 295) και το άρθρο 25 του ν. 3229/2004 «Εποπτεία της ιδιωτικής ασφάλισης, εποπτεία και έλεγχος τυχερών παιχνιδιών, εφαρμογή των Διεθνών Λογιστικών Προτύπων και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α’ 38).

ΝΕΑ ΕΤΑΙΡΙΚΗ ΜΟΡΦΗ:
ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥΧΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’
ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 43
Βασικά χαρακτηριστικά

1.    Εισάγεται νέα εταιρική μορφή, η ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρία. Η εταιρία αυτή έχει νομική προσωπικότητα και είναι εμπορική, ακόμη και αν ο σκοπός της δεν είναι εμπορική επιχείρηση.
2.    Με την επιφύλαξη του άρθρου 79, για τις εταιρικές υποχρεώσεις ευθύνεται μόνο η εταιρία με την περιουσία της.
3.    Η ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρία έχει κεφάλαιο τουλάχιστον ενός (1) ευρώ. Οι εταίροι συμμετέχουν στην εταιρία είτε με κεφαλαιακές, είτε με μη κεφαλαιακές, είτε με εγγυητικές εισφορές, σύμφωνα με τα άρθρα 77 έως 79.
4.    Η ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρία μπορεί να συσταθεί από ένα πρόσωπο ή να καταστεί μονοπρόσωπη. Το όνομα του μοναδικού εταίρου υποβάλλεται σε δημοσιότητα δια του Γ.Ε.ΜΗ…

Άρθρο 44
Επωνυμία

1.    Η επωνυμία της ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρίας σχηματίζεται είτε από το όνομα ενός ή περισσότερων εταίρων, είτε από το αντικείμενο της ασκούμενης επιχείρησης. Φανταστική επωνυμία είναι επίσης επιτρεπτή.
2.    Στην επωνυμία της ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρίας πρέπει να περιέχονται σε κάθε περίπτωση ολογράφως οι λέξεις «ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρία» ή η συντομογραφία «Ι.Κ.Ε.».
3.    Ενόσω η εταιρία είναι μονοπρόσωπη, στην επωνυμία της συμπεριλαμβάνονται οι λέξεις «Μονοπρόσωπη ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρία» ή «Μονοπρόσωπη Ι.Κ.Ε.». Η ένδειξη αυτή προστίθεται ή αφαιρείται με καταχώριση στο Γ.Ε.ΜΗ, με μέριμνα του διαχειριστή, χωρίς τροποποίηση του καταστατικού.
4.    Η επωνυμία της εταιρίας μπορεί να αποδίδεται ολόκληρη με λατινικούς χαρακτήρες ή σε ξένη γλώσσα. Αν αποδίδεται στην αγγλική γλώσσα, θα πρέπει να περιέχει ολογράφως τις λέξεις «Private Company» ή την ένδειξη «P.C.» και αν είναι μονοπρόσωπη τις λέξεις «Single Member Private Company» ή «Single Member P.C.».
5.    Το καταστατικό της ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρίας και οι τροποποιήσεις του, εφόσον είναι ιδιωτικά έγγραφα, καθώς και οι αποφάσεις των εταίρων της και τα πρακτικά μπορούν να συντάσσονται και σε μία από τις επίσημες γλώσσες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στις περιπτώσεις αυτές εφαρμόζεται το άρθρο 14 του ν. 3419/2005 (ΦΕΚ Α’ 297). Στις σχέσεις της εταιρίας και των εταίρων με τους τρίτους υπερισχύει το κείμενο στην ελληνική.

Άρθρο 45
Έδρα
1.    Η ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρία έχει την έδρα της στο δήμο που αναφέρεται στο καταστατικό της.
2.    Μεταφορά της καταστατικής έδρας της εταιρίας σε άλλη χώρα του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου δεν επιφέρει τη λύση της εταιρίας, υπό τον όρο ότι η χώρα αυτή αναγνωρίζει τη μεταφορά και τη συνέχιση της νομικής προσωπικότητας. Ο διαχειριστής καταρτίζει έκθεση, στην οποία εξηγούνται οι συνέπειες της μεταφοράς για τους εταίρους, τους δανειστές και τους εργαζομένους. Η έκθεση αυτή, μαζί με οικονομικές καταστάσεις μεταφοράς της έδρας, καταχωρίζονται στο Γ.Ε.ΜΗ. και τίθενται στη διάθεση των εταίρων, των δανειστών και των εργαζομένων. Η απόφαση περί μεταφοράς δεν λαμβάνεται, αν δεν παρέλθουν δύο μήνες από τη δημοσίευση αυτή. Η μεταφορά αποφασίζεται ομόφωνα από τους εταίρους. Μεταφορά της έδρας σε άλλη χώρα του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου δεν επιτρέπεται, αν εντός της παραπάνω δίμηνης προθεσμίας η αρμόδια Υπηρεσία καταχώρισης στο Γ.Ε.ΜΗ. αντιταχθεί στη μεταφορά για λόγους δημόσιου συμφέροντος.
3.    Η ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρία δεν έχει υποχρέωση να έχει την πραγματική της έδρα στην Ελλάδα.
4.    Η ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρία μπορεί να ιδρύει υποκαταστήματα, πρακτορεία ή άλλες μορφές δευτερεύουσας εγκατάστασης σε άλλους τόπους της Ελλάδας ή της αλλοδαπής.

Άρθρο 46
Διάρκεια
Η διάρκεια της εταιρίας είναι ορισμένου χρόνου. Αν δεν ορίζεται ο χρόνος της διάρκειας στο καταστατικό, η εταιρία διαρκεί δώδεκα (12) έτη από τη σύστασή της. H διάρκεια μπορεί να παραταθεί με απόφαση των εταίρων, που λαμβάνεται σύμφωνα με το άρθρο 72 παρ. 5 του παρόντος νόμου.

Άρθρο 47
Εταιρική διαφάνεια
1.    Σε κάθε έντυπο της εταιρίας πρέπει απαραίτητα να αναφέρονται η επωνυμία της, το εταιρικό κεφάλαιο και το συνολικό ποσό των τυχόν εγγυητικών εισφορών κατά το άρθρο 79 του παρόντος νόμου, ο αριθμός Γ.Ε.ΜΗ. της εταιρίας, η έδρα της και η ακριβής της διεύθυνση και, ενδεχομένως, το γεγονός ότι η εταιρία βρίσκεται υπό εκκαθάριση. Αναφέρεται επίσης η ιστοσελίδα της εταιρίας σύμφωνα με την επόμενη παράγραφο.
2.    Η ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρία οφείλει εντός μηνός από τη σύστασή της να αποκτήσει εταιρική ιστοσελίδα, όπου πρέπει να εμφανίζονται με μέριμνα και ευθύνη του διαχειριστή τα ονοματεπώνυμα και οι διευθύνσεις των εταίρων, με την κατηγορία εισφορών του καθενός, το πρόσωπο που ασκεί τη διαχείριση, καθώς και οι πληροφορίες της προηγούμενης παραγράφου. Στο Γ.Ε.ΜΗ. καταχωρίζεται και η ιστοσελίδα της εταιρίας. Περισσότερες εταιρίες μπορούν να έχουν κοινή ιστοσελίδα, αν το περιεχόμενό της είναι σαφώς διακριτό ανά εταιρία.
3.    Ενόσω η εταιρία δεν διαθέτει εταιρική ιστοσελίδα, είναι υποχρεωμένη να δίδει ή να αποστέλλει δωρεάν και χωρίς καθυστέρηση τις πληροφορίες της προηγούμενης παραγράφου σε οποιονδήποτε τις ζητεί.

Άρθρο 48
Επίλυση διαφορών

1.    Για τις υποθέσεις που κατά τον παρόντα νόμο υπάγονται σε δικαστήριο, αποκλειστικά αρμόδιο είναι το μονομελές πρωτοδικείο της έδρας της εταιρίας, που κρίνει με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, εκτός αν ορίζεται κάτι άλλο.
2.    Με το αρχικό καταστατικό μπορούν να υπαχθούν οι υποθέσεις της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, καθώς και κάθε άλλη διαφορά που ανακύπτει από την εταιρική σχέση μεταξύ εταίρων ή μεταξύ αυτών και της εταιρίας, σε διαιτησία. Ρήτρα διαιτησίας εισαγόμενη με τροποποίηση του καταστατικού ισχύει μόνο αν αποφασίστηκε ομόφωνα.
3.    Με το καταστατικό μπορούν να υπαχθούν οι υποθέσεις της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, καθώς και κάθε άλλη διαφορά που ανακύπτει από την εταιρική σχέση μεταξύ εταίρων ή μεταξύ αυτών και της εταιρίας, σε διαμεσολάβηση, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3898/2010 (ΦΕΚ Α’ 211). Η σχετική καταστατική ρήτρα μπορεί να παραπέμπει σε οργανωμένη διαδικασία διαμεσολάβησης ή να προβλέπει ως διαμεσολαβητή πρόσωπο που έχει τη σχετική πιστοποίηση. Το καταστατικό μπορεί να προβλέπει ότι η διαμεσολάβηση είναι υποχρεωτική πριν αχθεί η υπόθεση στο δικαστήριο ή γίνει προσφυγή σε διαιτησία.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’
ΙΔΡΥΣΗ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ

Άρθρο 49

1.    Η ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρία συστήνεται από ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα (ιδρυτές).
2.     Η πράξη σύστασης της εταιρίας καταρτίζεται με έγγραφο, που πρέπει να περιέχει το καταστατικό. Το έγγραφο αυτό πρέπει να είναι συμβολαιογραφικό, αν το επιβάλλει ειδική διάταξη νόμου ή εισφέρονται στην εταιρία περιουσιακά στοιχεία, για τη μεταβίβαση των οποίων απαιτείται ο τύπος αυτός.

Άρθρο 50
Περιεχόμενο του καταστατικού

1.    Η πράξη σύστασης και το καταστατικό της εταιρίας πρέπει να περιέχουν: (α) το ονοματεπώνυμο, τη διεύθυνση κατοικίας και την τυχόν ηλεκτρονική διεύθυνση των εταίρων• (β) την εταιρική επωνυμία• (γ) την έδρα της εταιρίας• (δ) το σκοπό της εταιρίας• (ε) την ιδιότητα της εταιρίας ως ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρίας• (στ) τις εισφορές των εταίρων κατά κατηγορία εισφορών και την αξία τούτων, σύμφωνα με τα άρθρα 77 έως και 79 του παρόντος νόμου, καθώς και το κεφάλαιο της εταιρίας• (ζ) το συνολικό αριθμό των εταιρικών μεριδίων• (η) τον αρχικό αριθμό των μεριδίων του κάθε εταίρου και το είδος της εισφοράς που τα μερίδια αυτά εκπροσωπούν• (θ) τον τρόπο διαχείρισης και εκπροσώπησης της εταιρίας• και (ι) τη διάρκεια της εταιρίας.
2.    Ειδικότερες συμφωνίες των εταίρων που περιέχονται στο καταστατικό είναι ισχυρές, αν δεν προσκρούουν στον παρόντα νόμο.

Άρθρο 51
Διαδικασία σύστασης

Για τη διαδικασία σύστασης της εταιρίας ακολουθούνται οι διατάξεις του άρθρου 5α του ν. 3853/2010 «Απλοποίηση διαδικασιών σύστασης προσωπικών και κεφαλαιουχικών εταιριών και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α’ 90). Οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται και αν, σύμφωνα με το νόμο, απαιτείται άδεια λειτουργίας της εταιρικής επιχείρησης ή το καταστατικό της εταιρίας πρέπει να εγκριθεί από κάποιον αρμόδιο φορέα προκειμένου η εταιρία να αρχίσει τις εργασίες επιδίωξης του σκοπού της. Στις περιπτώσεις αυτές η άδεια ή η έγκριση μπορεί να χορηγηθεί αφού συσταθεί η εταιρία, αλλά πριν αρχίσει τις εργασίες, για τις οποίες ο νόμος απαιτεί άδεια ή έγκριση.

Άρθρο 52
Δημοσιότητα Γ.Ε.ΜΗ.

1.    Η σύσταση της ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρίας γίνεται με εγγραφή της εταιρίας στο Γ.Ε.ΜΗ. Κατά την εγγραφή η αρμόδια υπηρεσία προβαίνει στον έλεγχο του άρθρου 7 παρ. 4 ν. 3419/2005 (ΦΕΚ Α’ 297). Ο έλεγχος νομιμότητας του καταστατικού αφορά τα στοιχεία εκείνα, που μπορούν να οδηγήσουν σε ακύρωση της εταιρίας σύμφωνα με το άρθρο 53 του παρόντος νόμου.
2.    Στο Γ.Ε.ΜΗ. υποβάλλονται σε δημοσιότητα υπό την έννοια του άρθρου 16 του ν. 3419/2005 και οι τροποποιήσεις του καταστατικού, καθώς και όσα άλλα στοιχεία αναφέρονται στο νόμο αυτό καθώς και στον παρόντα νόμο.
3.    Ως προς τα αποτελέσματα της εγγραφής της εταιρίας στο Γ.Ε.ΜΗ. και της καταχώρισης σ’ αυτά των άλλων στοιχείων ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 15 του ν. 3419/2005.
Άρθρο 53
Κήρυξη ακυρότητας της εταιρίας
1.    Η εταιρία που έχει εγγραφεί στο Γ.Ε.ΜΗ. κηρύσσεται άκυρη με απόφαση του δικαστηρίου μόνο αν: (α) συστήθηκε χωρίς έγγραφο, σύμφωνα με το άρθρο 49 παρ. 2 του παρόντος νόμου, (β) στο καταστατικό της εταιρίας δεν αναφέρεται η επωνυμία, ο σκοπός ή το ύψος του κεφαλαίου της εταιρίας• (γ) ο σκοπός της εταιρίας είναι παράνομος ή αντίκειται στη δημόσια τάξη ή (δ) ο μοναδικός ιδρυτής ή όλοι οι ιδρυτές δεν είχαν ικανότητα για δικαιοπραξία όταν υπέγραψαν την πράξη σύστασης της εταιρίας, εκτός αν εντός της ετήσιας προθεσμίας της παρ. 2 του παρόντος άρθρου ένας εξ αυτών κατέστη ικανός και ενέκρινε τη σύσταση της εταιρίας.
2.    Η αίτηση για ακύρωση της εταιρίας υποβάλλεται από κάθε πρόσωπο που έχει έννομο συμφέρον, εντός ενός (1) έτους από την εγγραφή της εταιρίας στο Γ.Ε.ΜΗ., και κοινοποιείται υποχρεωτικά στην εταιρία. Στην περίπτωση (γ) της παραγράφου 1 η υποβολή της αίτησης δεν υπόκειται σε χρονικό περιορισμό.
3.    Το δικαστήριο που προβαίνει στην ακύρωση θέτει με την ίδια απόφαση την εταιρία υπό εκκαθάριση και διορίζει τον εκκαθαριστή.
4.    Οι λόγοι κήρυξης ακυρότητας των περιπτώσεων (α), (β) και (γ) της παρ. 1 θεραπεύονται εάν, μέχρι τη συζήτηση της αίτησης, το καταστατικό τροποποιηθεί, ώστε να μην υφίσταται πλέον ο λόγος ακυρότητας. Το δικαστήριο που εκδικάζει αίτηση για κήρυξη της ακυρότητας μπορεί να χορηγήσει στην εταιρία εύλογη προθεσμία, όχι μεγαλύτερη των τριών (3) μηνών, με σκοπό να ληφθεί η απόφαση της τροποποίησης του καταστατικού και να καταχωρισθεί το τροποποιημένο καταστατικό στο Γ.Ε.ΜΗ. Για το διάστημα που μεσολαβεί το δικαστήριο μπορεί να διατάξει ασφαλιστικά μέτρα.
5.    Η δικαστική απόφαση που κηρύσσει την ακυρότητα της εταιρίας αντιτάσσεται στους τρίτους από την καταχώρισή της στο Γ.Ε.ΜΗ. Τριτανακοπή μπορεί να ασκηθεί μέσα σε προθεσμία ενός (1) μηνός από την καταχώριση αυτή. Η κήρυξη της ακυρότητας δεν επηρεάζει την εγκυρότητα των υποχρεώσεων ή των απαιτήσεων της εταιρίας.

Άρθρο 54
Ευθύνη ιδρυτών

Οι ιδρυτές που συναλλάχθηκαν με τρίτους στο όνομα της εταιρίας πριν από τη σύστασή της ευθύνονται απεριόριστα και εις ολόκληρο. Ευθύνεται όμως μόνη η εταιρία για τις πράξεις που έγιναν κατά το διάστημα αυτό αν εντός τριών μηνών από τη σύστασή της ανέλαβε με πράξη του διαχειριστή τις σχετικές υποχρεώσεις.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ’
ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΚΑΙ ΕΚΠΡΟΣΩΠΗΣΗ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ

Άρθρο 55
Ένας ή περισσότεροι διαχειριστές

Την εταιρία διαχειρίζεται και εκπροσωπεί ένας ή περισσότεροι διαχειριστές. Όπου στον παρόντα νόμο γίνεται λόγος για «διαχειριστή», νοούνται και οι τυχόν περισσότεροι διαχειριστές.

Άρθρο 56
Διαχείριση εκ του νόμου

Αν δεν ορίσθηκε διαφορετικά στο καταστατικό, οι πράξεις διαχείρισης και εκπροσώπησης της εταιρίας διενεργούνται συλλογικά από όλους τους εταίρους ή ενδεχομένως από το μοναδικό εταίρο (νόμιμη διαχείριση). Επείγουσες όμως πράξεις διαχείρισης, από την παράλειψη των οποίων απειλείται σοβαρή ζημία της εταιρίας, μπορεί να διενεργεί κάθε εταίρος χωριστά, ειδοποιώντας τους λοιπούς εταίρους.

Άρθρο 57
Καταστατική διαχείριση

Το αρχικό ή το κατά τροποποίηση καταστατικό μπορεί να ορίζει τον τρόπο διαχείρισης και εκπροσώπησης της ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρίας (καταστατική διαχείριση). Η διαχείριση μπορεί να γίνεται για ορισμένο ή αόριστο χρόνο από έναν ή περισσότερους διαχειριστές. Αν δεν ορίζεται κάτι άλλο, ο διαχειριστής ορίζεται με απόφαση των εταίρων για αόριστο χρόνο, η απόφαση δε αυτή λαμβάνεται με πλειοψηφία του συνολικού αριθμού των εταιρικών μεριδίων. Σε περίπτωση περισσότερων διαχειριστών οι πράξεις διαχείρισης και εκπροσώπησης διενεργούνται συλλογικά, εκτός αν το καταστατικό προβλέπει κάτι άλλο. Και στην περίπτωση αυτή ισχύει το τελευταίο εδάφιο του προηγουμένου άρθρου.

Άρθρο 58
Ποιος διορίζεται διαχειριστής
Διαχειριστής μπορεί να είναι μόνο φυσικό πρόσωπο, εταίρος ή μη. Σε περίπτωση νόμιμης διαχείρισης, ο εταίρος-νομικό πρόσωπο οφείλει να ορίσει για λογαριασμό του φυσικό πρόσωπο, που θα είναι διαχειριστής. Το νομικό πρόσωπο είναι εις ολόκληρο υπεύθυνο για τη διαχείριση.

Άρθρο 59
Ανάκληση διαχειριστή με απόφαση των εταίρων

Ο διαχειριστής που ασκεί καταστατική διαχείριση ανακαλείται με απόφαση των εταίρων που λαμβάνεται με πλειοψηφία του συνολικού αριθμού των εταιρικών μεριδίων, αν το καταστατικό δεν ορίζει μεγαλύτερη πλειοψηφία. Αν η διαχείριση έχει ανατεθεί για ορισμένο χρόνο, το καταστατικό μπορεί να ορίζει και τους λόγους ανάκλησης. Μετά την ανάκληση εφαρμόζεται το άρθρο 62 του παρόντος νόμου.

Άρθρο 60
Διορισμός και ανάκληση διαχειριστή από εταίρο

1.    Σε περίπτωση περισσότερων διαχειριστών, το καταστατικό μπορεί να προβλέπει ότι ένας ή περισσότεροι εξ αυτών διορίζονται και ανακαλούνται από συγκεκριμένο εταίρο ή εταίρους με κοινή δήλωσή τους. Η ανάκληση τέτοιου διαχειριστή πρέπει να συνοδεύεται από διορισμό νέου. Ενόσω ο έχων το δικαίωμα δεν προβαίνει σε διορισμό διαχειριστή ή δεν αντικαθιστά το διαχειριστή που ανακάλεσε, η διαχείριση διενεργείται από τους υπόλοιπους διαχειριστές.
2.    Παροχή του δικαιώματος της προηγούμενης παραγράφου με τροποποίηση του καταστατικού είναι επιτρεπτή μόνο με ομόφωνη απόφαση των εταίρων.

Άρθρο 61
Ανάκληση διαχειριστή από το δικαστήριο

1.    Αν υπάρχει σπουδαίος λόγος, το δικαστήριο μπορεί να ανακαλέσει το διαχειριστή που ασκεί καταστατική διαχείριση μετά από αίτηση εταίρων που κατέχουν το ένα δέκατο (1/10) του συνολικού αριθμού των εταιρικών μεριδίων. Ως σπουδαίος λόγος θεωρείται ιδίως η βαριά παράβαση καθηκόντων ή η ανικανότητα προς τακτική διαχείριση. Συμφωνία για μη ανάκληση από το δικαστήριο για σπουδαίο λόγο είναι άκυρη.
2.    Σε περίπτωση ανάκλησης διαχειριστή τη διαχείριση ασκούν οι τυχόν λοιποί διαχειριστές, ο εταίρος όμως ή οι εταίροι που είχαν διορίσει τον ανακληθέντα διαχειριστή μπορούν να διορίσουν άλλο πρόσωπο στη θέση του. Αν δεν υπάρχουν άλλοι διαχειριστές και ενόσω οι εταίροι δεν προβαίνουν σε διορισμό νέου διαχειριστή, ισχύει η νόμιμη διαχείριση.

Άρθρο 62
Έλλειψη διαχειριστή

Σε περίπτωση ανάκλησης του διαχειριστή κατά το άρθρο 59 του παρόντος νόμου, καθώς και σε περίπτωση θανάτου, παραίτησης, ή έκπτωσης τούτου για άλλο λόγο, εφαρμόζονται οι διατάξεις του καταστατικού. Το καταστατικό μπορεί να προβλέπει το διορισμό διαχειριστή από την πλειοψηφία των τυχόν περισσότερων διαχειριστών που απομένουν, τη συνέχιση της διαχείρισης από τους λοιπούς διαχειριστές χωρίς αντικατάσταση ή την εκλογή διαχειριστή με απόφαση των εταίρων. Κάθε εταίρος ή διαχειριστής μπορεί να συγκαλέσει τη συνέλευση των εταίρων για εκλογή νέου διαχειριστή. Εάν το καταστατικό δεν περιέχει σχετικές προβλέψεις ή δεν απομένει διαχειριστής, ισχύει η νόμιμη διαχείριση.

Άρθρο 63
Δημοσιότητα

1.    Ο διορισμός, η ανάκληση και η αντικατάσταση του διαχειριστή υπόκεινται σε δημοσιότητα στο Γ.Ε.ΜΗ., σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του ν. 3419/2005.
2.    Ελάττωμα ως προς το διορισμό του διαχειριστή δεν αντιτάσσεται στους τρίτους, εφόσον τηρήθηκαν οι σχετικές με το διορισμό του διατυπώσεις δημοσιότητας στο Γ.Ε.ΜΗ., εκτός αν η εταιρία αποδείξει ότι οι τρίτοι γνώριζαν το ελάττωμα.

Άρθρο 64
Εξουσίες διαχειριστή – αμοιβή διαχειριστή

1.    Ο διαχειριστής εκπροσωπεί την εταιρία και ενεργεί στο όνομά της κάθε πράξη που αφορά στη διοίκηση της εταιρίας, τη διαχείριση της περιουσίας της και την εν γένει επιδίωξη του σκοπού της.
2.    Πράξεις του διαχειριστή, ακόμη και αν είναι εκτός του εταιρικού σκοπού, δεσμεύουν την εταιρία απέναντι στους τρίτους, εκτός αν η εταιρία αποδείξει ότι ο τρίτος γνώριζε την υπέρβαση του εταιρικού σκοπού ή όφειλε να τη γνωρίζει. Δεν συνιστά απόδειξη μόνη η τήρηση των διατυπώσεων δημοσιότητας ως προς το καταστατικό ή τις τροποποιήσεις του. Περιορισμοί της εξουσίας του διαχειριστή της εταιρίας, που προκύπτουν από το καταστατικό ή από απόφαση των εταίρων, δεν αντιτάσσονται στους τρίτους, ακόμη και αν έχουν υποβληθεί στις διατυπώσεις δημοσιότητας.
3.    Αν τούτο επιτρέπεται από το καταστατικό, ο διαχειριστής μπορεί να αναθέτει την άσκηση συγκεκριμένων εξουσιών του σε εταίρους ή τρίτους.
4.    Ο διαχειριστής δεν έχει δικαίωμα να αμειφθεί για τη διαχείριση, εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά από το καταστατικό ή απόφαση των εταίρων

Άρθρο 65
Υποχρέωση πίστεως

1.    Ο διαχειριστής έχει υποχρέωση πίστεως απέναντι στην εταιρία. Οφείλει ιδίως: (α) να μην επιδιώκει ίδια συμφέροντα που αντιβαίνουν στα συμφέροντα της εταιρίας• (β) να αποκαλύπτει έγκαιρα στους εταίρους τα ίδια συμφέροντά του, που ενδέχεται να ανακύψουν από συναλλαγές της εταιρίας, οι οποίες εμπίπτουν στα καθήκοντά του, καθώς και κάθε άλλη σύγκρουση ιδίων συμφερόντων με αυτά της εταιρίας ή συνδεδεμένων με αυτήν επιχειρήσεων κατά την έννοια της παρ. 5 του άρθρου 42ε του κ.ν. 2190/1920, που ανακύπτει κατά την άσκηση των καθηκόντων τους• (γ) να μη διενεργεί πράξεις για λογαριασμό του ίδιου ή τρίτων, που ανάγονται στο σκοπό της εταιρίας ή να είναι εταίρος προσωπικής εταιρίας, Ε.Π.Ε. ή ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρίας, που επιδιώκει τον ίδιο σκοπό, εκτός αν οι εταίροι αποφασίσουν ότι επιτρέπονται τέτοιες πράξεις• (δ) να τηρεί εχεμύθεια για τις εταιρικές υποθέσεις.
2.    Το καταστατικό μπορεί να εξειδικεύει τις υποχρεώσεις της παραγράφου 1
3.    Σε περίπτωση παράβασης της απαγόρευσης της περ. γ’ της παρ. 1, η εταιρία δικαιούται αντί αποζημίωσης να απαιτήσει, προκειμένου μεν για πράξεις που έγιναν για λογαριασμό του ίδιου του διαχειριστή, να θεωρηθεί ότι οι πράξεις αυτές διενεργήθηκαν για λογαριασμό της εταιρίας, προκειμένου δε για πράξεις που έγιναν για λογαριασμό άλλου, να δοθεί στην εταιρία η αμοιβή για τη μεσολάβηση ή να εκχωρηθεί σ’ αυτήν η σχετική απαίτηση. Οι απαιτήσεις αυτές παραγράφονται μετά από έξη (6) μήνες από τότε που οι παραπάνω πράξεις ανακοινώθηκαν στους εταίρους και σε κάθε περίπτωση μετά από τριετία.

Άρθρο 66
Τήρηση βιβλίων

1.    Ο διαχειριστής οφείλει να τηρεί: (α) «βιβλίο εταίρων», στο οποίο θα καταχωρίζει τα ονόματα των εταίρων, τη διεύθυνσή τους, τον αριθμό των μεριδίων που κατέχει κάθε εταίρος, το είδος της εισφοράς που εκπροσωπούν τα μερίδια, τη χρονολογία κτήσεως και μεταβίβασης ή επιβάρυνσης τούτων και τα τυχόν ειδικά δικαιώματα που παρέχει το καταστατικό στους εταίρους• και (β) «ενιαίο βιβλίο πρακτικών αποφάσεων των εταίρων και αποφάσεων της διαχείρισης», στο μέτρο που οι τελευταίες λαμβάνονται από περισσότερους διαχειριστές και δεν αφορούν θέματα τρέχουσας διαχείρισης ή, ανεξάρτητα από τον αριθμό των διαχειριστών, συνιστούν πράξεις καταχωριστέες στο Γ.Ε.ΜΗ.
2.    Η εταιρία φέρει το βάρος απόδειξης ότι οι αποφάσεις των εταίρων και του διαχειριστή έλαβαν χώρα την ημερομηνία και ώρα που αναγράφεται στο βιβλίο.

Άρθρο 67
Ευθύνη διαχειριστή

1.    Ο διαχειριστής ευθύνεται έναντι της εταιρίας για παραβάσεις του παρόντος νόμου, του καταστατικού και των αποφάσεων των εταίρων, καθώς και για κάθε διαχειριστικό πταίσμα. Η ευθύνη αυτή δεν υφίσταται προκειμένου για πράξεις ή παραλείψεις που στηρίζονται σε σύννομη απόφαση των εταίρων ή που αφορούν εύλογη επιχειρηματική απόφαση, η οποία ελήφθη με καλή πίστη, με βάση επαρκείς πληροφορίες και αποκλειστικά προς εξυπηρέτηση του εταιρικού συμφέροντος. Αν περισσότεροι διαχειριστές ενήργησαν από κοινού, ευθύνονται εις ολόκληρο.
2.    Τυχόν απαλλαγή του διαχειριστή με απόφαση των εταίρων μετά την έγκριση των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων αφορά μόνο τα διαχειριστικά πταίσματα, εκτός αν οι εταίροι παρέχουν ομόφωνα γενική απαλλαγή.
3.    H αξίωση της εταιρίας παραγράφεται μετά τριετία από την τέλεση της πράξης.
4.    Την αγωγή για αποζημίωση ασκεί και οποιοσδήποτε εταίρος ή διαχειριστής της εταιρίας. Με απόφαση των εταίρων μπορεί να ορισθεί ειδικός εκπρόσωπος της εταιρίας για τη διεξαγωγή της δίκης.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ’
ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΤΩΝ ΕΤΑΙΡΩΝ – Η ΣΥΝΕΛΕΥΣΗ ΤΩΝ ΕΤΑΙΡΩΝ

Άρθρο 68
Αρμοδιότητα εταίρων

1.    Οι εταίροι αποφασίζουν για κάθε εταιρική υπόθεση.
2.    Οι εταίροι είναι μόνοι αρμόδιοι να λαμβάνουν αποφάσεις: (α) για κάθε τροποποίηση του καταστατικού, περιλαμβανομένης της αύξησης ή της μείωσης του κεφαλαίου, εκτός αν ο παρών νόμος ή το καταστατικό προβλέπει ότι συγκεκριμένες τροποποιήσεις ή πράξεις αύξησης ή μείωσης του κεφαλαίου γίνονται από μόνο το διαχειριστή• (β) για το διορισμό και την ανάκληση του διαχειριστή, με την επιφύλαξη του άρθρου 60 του παρόντος νόμου• (γ) για την έγκριση των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων, τη διανομή κερδών, τον τυχόν διορισμό ελεγκτή και την απαλλαγή του διαχειριστή από την ευθύνη• (δ) για την εκποίηση, εισφορά σε θυγατρική ή επιβάρυνση του μεγαλύτερου μέρους της εταιρικής επιχείρησης• (ε) για την αποβολή εταίρου• (στ) για τη λύση της εταιρίας ή την παράταση της διάρκειάς της• (ζ) για τη μετατροπή, τη συγχώνευση και τη διάσπαση της εταιρίας.
3.    Ανάθεση στο διαχειριστή εξουσίας τροποποίησης του καταστατικού, σύμφωνα με την παρ. 2 περ. (α) του παρόντος άρθρου, μη προβλεπόμενη στο αρχικό καταστατικό, αποφασίζεται με ομοφωνία των εταίρων. Η εξουσία που παρέχεται στο διαχειριστή να τροποποιεί το καταστατικό δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τη τριετία.

Άρθρο 69
Συνέλευση των εταίρων

1.    Με την επιφύλαξη του άρθρου 73 του παρόντος νόμου, οι αποφάσεις των εταίρων λαμβάνονται σε συνέλευση.
2.    Η συνέλευση συγκαλείται τουλάχιστον μια φορά κατ’ έτος και εντός τεσσάρων (4) μηνών από τη λήξη της εταιρικής χρήσης με αντικείμενο την έγκριση των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων (τακτική συνέλευση).

Άρθρο 70
Σύγκληση

1.    Η σύγκληση της συνέλευσης γίνεται από το διαχειριστή σύμφωνα με τις διατάξεις του καταστατικού, σε κάθε περίπτωση όμως προ οκτώ (8) τουλάχιστον ημερών. Η ημέρα της σύγκλησης και η ημέρα της συνέλευσης δεν υπολογίζονται στην προθεσμία αυτή. Απαιτείται προσωπική πρόσκληση των εταίρων με κάθε κατάλληλο μέσο, περιλαμβανομένου του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e-mail).
2.    Εταίροι που έχουν το ένα δέκατο (1/10) του συνολικού αριθμού των εταιρικών μεριδίων δικαιούνται να ζητήσουν από το διαχειριστή τη σύγκληση συνέλευσης προσδιορίζοντας τα θέματα της ημερήσιας διάταξης. Αν ο διαχειριστής εντός δέκα (10) ημερών δεν συγκαλέσει τη συνέλευση, οι αιτούντες εταίροι προβαίνουν οι ίδιοι στη σύγκληση με την προταθείσα ημερήσια διάταξη.
3.    Η πρόσκληση της συνέλευσης πρέπει να περιέχει με ακρίβεια τον τόπο και το χρόνο, όπου θα λάβει χώρα η συνέλευση, τις τυχόν προϋποθέσεις για τη συμμετοχή των εταίρων, καθώς και λεπτομερή ημερήσια διάταξη.
4.    Κατά παρέκκλιση από τις προηγούμενες διατάξεις η συνέλευση μπορεί να συνεδριάσει εγκύρως, αν όλοι οι εταίροι είναι παρόντες ή αντιπροσωπεύονται και συναινούν (καθολική συνέλευση).

Άρθρο 71
Τόπος συνέλευσης

1.    Η συνέλευση μπορεί να συνέρχεται οπουδήποτε αναφέρεται στο καταστατικό, στο εσωτερικό ή το εξωτερικό. Αν δεν αναφέρεται ο τόπος αυτός, η συνέλευση μπορεί να συνέρχεται στην έδρα της εταιρίας ή και οπουδήποτε αλλού, αν συναινούν όλοι οι εταίροι.
2.    Το καταστατικό μπορεί να προβλέπει ότι η συνέλευση των εταίρων διεξάγεται με τηλεδιάσκεψη. Κάθε εταίρος μπορεί να αξιώσει να διεξαχθεί η συνέλευση με τηλεδιάσκεψη, ως προς αυτόν, αν κατοικεί σε άλλη χώρα από εκείνη όπου διεξάγεται η συνέλευση ή αν υπάρχει άλλος σπουδαίος λόγος, ιδίως ασθένεια ή αναπηρία.

Άρθρο 72
Συμμετοχή στη συνέλευση – Διεξαγωγή της συνέλευσης και λήψη αποφάσεων

1.    Στη συνέλευση μετέχουν όλοι οι εταίροι, αυτοπροσώπως ή με αντιπρόσωπο. Έχουν το δικαίωμα να λάβουν το λόγο και να ψηφίσουν.
2.    Κάθε εταιρικό μερίδιο παρέχει δικαίωμα μιας ψήφου. Το καταστατικό μπορεί να θέτει μέγιστο όριο αριθμού ψήφων που μπορεί να έχει κάθε εταίρος για τη λήψη ορισμένων αποφάσεων. Στην περίπτωση αυτή για τον υπολογισμό της πλειοψηφίας θεωρείται ότι τα επιπλέον μερίδια του εταίρου δεν υπάρχουν.
3.    Το δικαίωμα ψήφου δεν μπορεί να ασκηθεί από εταίρο, διαχειριστή ή μη, αν πρόκειται να αποφασισθεί ο ορισμός ειδικού εκπροσώπου για διεξαγωγή δίκης εναντίον του (άρθρο 67 παράγραφος 4) ή η απαλλαγή από την ευθύνη του (άρθρο 67 παράγραφος 2) ή να αποφασισθεί ο αποκλεισμός του από την εταιρία κατ’ άρθρο 93.
4.    Η συνέλευση αποφασίζει με απόλυτη πλειοψηφία του συνολικού αριθμού των εταιρικών μεριδίων. Οι αποφάσεις της συνέλευσης δεσμεύουν τους απόντες ή τους διαφωνούντες εταίρους.
5.    Στις περιπτώσεις της παρ. 2 του άρθρου 68 του παρόντος νόμου, περιπτώσεις α’, δ’, στ’ και ζ’, η συνέλευση αποφασίζει με την αυξημένη πλειοψηφία των δύο τρίτων (2/3) του συνολικού αριθμού των εταιρικών μεριδίων.
6.    Το καταστατικό μπορεί να αυξήσει το ποσοστό λήψης όλων ή ορισμένων αποφάσεων ή και να ορίσει ότι ορισμένες αποφάσεις λαμβάνονται ομόφωνα.  Το καταστατικό μπορεί επίσης να προβλέπει ότι ορισμένες ή και όλες οι αποφάσεις λαμβάνονται με πλειοψηφία του αριθμού των εταίρων, που εκπροσωπούν την πλειοψηφία του συνολικού αριθμού των εταιρικών μεριδίων. Εισαγωγή διατάξεων της παρούσας παραγράφου με τροποποίηση του καταστατικού απαιτεί ομοφωνία των εταίρων.
7.    Οι αποφάσεις των εταίρων καταχωρίζονται στο κατά το άρθρο 66 του παρόντος νόμου βιβλίο πρακτικών.

Άρθρο 73
Αποφάσεις των εταίρων χωρίς συνέλευση

Κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις των προηγούμενων άρθρων, οι αποφάσεις των εταίρων, αν είναι ομόφωνες, μπορούν να ληφθούν εγγράφως χωρίς συνέλευση. Το ίδιο συμβαίνει και αν όλοι οι εταίροι ή οι αντιπρόσωποί τους συμφωνούν να αποτυπωθεί πλειοψηφική απόφασή τους σε έγγραφο, χωρίς συνέλευση. Το σχετικό πρακτικό υπογράφεται από όλους τους εταίρους με ένδειξη των τυχόν μειοψηφούντων. Οι υπογραφές των εταίρων μπορούν να αντικατασταθούν με ανταλλαγή μηνυμάτων με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο (e-mail) ή άλλα ηλεκτρονικά μέσα, αν τούτο προβλέπεται στο καταστατικό. Τα παραπάνω πρακτικά καταχωρίζονται στο κατά το άρθρο 66 του παρόντος νόμου βιβλίο πρακτικών.

Άρθρο 74
Ελαττωματικές αποφάσεις των εταίρων

1.    Απόφαση της συνέλευσης των εταίρων που λήφθηκε με τρόπο που δεν είναι σύμφωνος με το νόμο ή το καταστατικό ή κατά κατάχρηση της εξουσίας της πλειοψηφίας υπό τους όρους του άρθρου 281 του Αστικού Κώδικα ακυρώνεται από το δικαστήριο. Η ακύρωση μπορεί να ζητηθεί από το διαχειριστή, καθώς και κάθε εταίρο που δεν παρέστη στη συνέλευση ή αντιτάχθηκε στην απόφαση, εντός προθεσμίας τεσσάρων (4) μηνών από την καταχώρισή της στο Βιβλίο Πρακτικών. Ο αιτών μπορεί να ζητήσει από το δικαστήριο το διορισμό ειδικού εκπροσώπου της εταιρίας για τη διεξαγωγή της δίκης. Η τελεσίδικη ακύρωση της απόφασης ισχύει έναντι πάντων. Αν η προσβαλλόμενη απόφαση της συνέλευσης καταχωρίσθηκε στο Γ.Ε.ΜΗ., καταχωρίζεται και η δικαστική απόφαση που την ακυρώνει.
2.    Απόφαση της συνέλευσης των εταίρων που είναι αντίθετη στο νόμο ή το καταστατικό είναι άκυρη. Η ακυρότητα μπορεί να προβληθεί από κάθε πρόσωπο που έχει έννομο συμφέρον, εντός προθεσμίας έξι (6) μηνών από την καταχώριση της απόφασης στο Βιβλίο Πρακτικών. Σε περίπτωση που με τροποποίηση του καταστατικού ο σκοπός της εταιρίας καθίσταται παράνομος ή αντικείμενος στη δημόσια τάξη, καθώς και όταν από την απόφαση προκύπτει διαρκής παράβαση διατάξεων αναγκαστικού δικαίου, η προβολή της ακυρότητας δεν υπόκειται σε προθεσμία.
3.    Αποφάσεις που αποτυπώνονται σε έγγραφο χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 73 του παρόντος νόμου ή που είναι αντίθετες στο νόμο ή το καταστατικό είναι άκυρες. Τα δύο τελευταία εδάφια της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται αναλόγως.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε’
ΕΤΑΙΡΙΚΑ ΜΕΡΙΔΙΑ ΚΑΙ ΕΙΣΦΟΡΕΣ ΤΡΙΤΩΝ

Άρθρο 75
Εταιρικά μερίδια

1.    Η συμμετοχή στην ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρία προϋποθέτει την απόκτηση ενός ή περισσότερων εταιρικών μεριδίων. Τα εταιρικά μερίδια δεν μπορούν να παρασταθούν με μετοχές. Η εταιρία μπορεί να χορηγήσει έγγραφο για τα εταιρικά μερίδια, που δεν έχει χαρακτήρα αξιογράφου.
2.    Ο αρχικός αριθμός των εταιρικών μεριδίων του κάθε εταίρου ορίζεται στο καταστατικό κατά το άρθρο 50 του παρόντος νόμου. Στη συνέχεια ο αριθμός αυτός μπορεί να αυξομειώνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου.
3.    Τα εταιρικά μερίδια έχουν ονομαστική αξία τουλάχιστον ενός (1) ευρώ. Η ονομαστική αξία είναι ίδια για όλα τα εταιρικά μερίδια, ανεξάρτητα από το είδος της εισφοράς στην οποία αντιστοιχούν.
4.    Τα εταιρικά μερίδια μπορεί να αποτελέσουν αντικείμενο κοινωνίας, επικαρπίας ή ενεχύρου. Υποχρεώσεις που προκύπτουν από τυχόν μη κεφαλαιακές ή εγγυητικές εισφορές, κατά την έννοια των άρθρων 78 και 79 του παρόντος νόμου, βαρύνουν αποκλειστικά τον ψιλό κύριο ή τον ενεχυραστή. Εκείνος που έχει το δικαίωμα ψήφου ορίζεται από το καταστατικό, άλλως ισχύουν αναλόγως τα άρθρα 1177 και 1245 του Αστικού Κώδικα.
5.    Αν εταιρικό μερίδιο περιέλθει σε περισσότερους, οι συνδικαιούχοι οφείλουν να υποδείξουν στην εταιρία κοινό εκπρόσωπο. Αν δεν υποδείξουν, δηλώσεις που έχουν σχέση με την εταιρική ιδιότητα των συνδικαιούχων μπορεί να γίνουν εγκύρως προς οποιονδήποτε εκ τούτων.

Άρθρο 76
Είδη εισφορών

1.    Τα εταιρικά μερίδια παριστούν εισφορές των εταίρων.
2.    Οι εισφορές των εταίρων είναι τριών ειδών: κεφαλαιακές, μη κεφαλαιακές και εγγυητικές. Κάθε εταιρικό μερίδιο εκπροσωπεί ένα μόνο είδος εισφοράς.
3.    Ο αριθμός των μεριδίων του κάθε εταίρου είναι ανάλογος προς την αξία της εισφοράς του.

Άρθρο 77
Κεφαλαιακές εισφορές
1.    Οι «κεφαλαιακές εισφορές» αποτελούν εισφορές σε μετρητά ή σε είδος που σχηματίζουν το κεφάλαιο της εταιρίας.
2.    Κεφαλαιακές εισφορές σε είδος επιτρέπονται μόνο αν το εισφερόμενο αποτελεί στοιχείο ενεργητικού, που μπορεί να τύχει χρηματικής αποτίμησης κατά την έννοια του άρθρου 8 παράγραφος 5 του κ.ν. 2190/1920. Η αποτίμηση αυτή γίνεται σύμφωνα με τα άρθρα 9 και 9α του κ.ν. 2190/1920. Τα άρθρα αυτά δεν απαιτείται να εφαρμοσθούν, αν η αξία της εισφοράς, κατά το καταστατικό ή την απόφαση που αυξάνει το κεφάλαιο, δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ.
3.    Αύξηση ή μείωση των εταιρικών μεριδίων που εκπροσωπούν κεφαλαιακές εισφορές μπορεί να γίνει μόνο με αύξηση ή μείωση κεφαλαίου.
4.    Το κεφάλαιο πρέπει να καταβληθεί ολοσχερώς κατά την ίδρυση της εταιρίας ή κατά την αύξηση του κεφαλαίου. Ο διαχειριστής της εταιρίας οφείλει εντός μηνός από τη σύσταση της εταιρίας ή την αύξηση του κεφαλαίου να βεβαιώσει την ολοσχερή καταβολή τούτου, με πράξη του που καταχωρίζεται στο Γ.Ε.ΜΗ. Σε περίπτωση μη ολοσχερούς καταβολής ο διαχειριστής προβαίνει σε αντίστοιχη μείωση του κεφαλαίου και σε ακύρωση των εταιρικών μεριδίων που αντιστοιχούν στο μη καταβληθέν κεφάλαιο.
5.    Στην εταιρία πρέπει να υπάρχει τουλάχιστον ένα εταιρικό μερίδιο που να εκπροσωπεί κεφαλαιακή εισφορά. Σε περίπτωση που λόγω ακύρωσης μεριδίων δεν υπάρχουν πλέον μερίδια αντιστοιχούντα σε κεφαλαιακές εισφορές, η εταιρία οφείλει είτε να ορίσει πρόσωπο, εταίρο ή τρίτο, που θα εξαγοράσει ένα (1) τέτοιο μερίδιο, πριν τούτο ακυρωθεί, είτε να αυξήσει το κεφάλαιό της εντός μηνός από την ακύρωση. Παράλειψη της αύξησης αποτελεί λόγο δικαστικής λύσης της εταιρίας με αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον.

.

Άρθρο 78
Μη κεφαλαιακές εισφορές

1.    Οι «μη κεφαλαιακές εισφορές» συνίστανται σε παροχές, που δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο κεφαλαιακής εισφοράς, όπως απαιτήσεις που προκύπτουν από ανάληψη υποχρέωσης εκτέλεσης εργασιών ή παροχής υπηρεσιών. Οι παροχές αυτές πρέπει να εξειδικεύονται στο καταστατικό, εκτελούνται δε για ορισμένο ή αόριστο χρόνο.
2.    Η αξία των εισφορών αυτών αναλαμβανόμενων είτε κατά τη σύσταση της εταιρίας είτε και μεταγενέστερα καθορίζεται στο καταστατικό.
3.    Σε περίπτωση μη παροχής της μη κεφαλαιακής εισφοράς η εταιρία μπορεί να ζητήσει από το δικαστήριο είτε την εκπλήρωση είτε την ακύρωση των μεριδίων που αντιστοιχούν στη μη παρασχεθείσα εισφορά. Περαιτέρω αξίωση αποζημίωση της εταιρίας δεν αποκλείεται.
4.    Στις περιπτώσεις ακύρωσης εταιρικών μεριδίων λόγω εξόδου ή αποκλεισμού εταίρου, άρθρα 92 και 93 του παρόντος νόμου, καθώς και στην περίπτωση αναγκαστικής εκποίησης εταιρικών μεριδίων, άρθρο 88 του παρόντος νόμου, ο εταίρος που δεν έχει παράσχει πλήρως την μη κεφαλαιακή εισφορά του, υποχρεούται να καταβάλει στην εταιρία σε μετρητά το μέρος των παροχών που δεν εκτέλεσε. Ως αξία των παροχών λογίζεται εκείνη της εισφοράς, όπως προσδιορίστηκε στο καταστατικό, ή του μέρους της εισφοράς.

Άρθρο 79
Εγγυητικές εισφορές

1.    «Εγγυητικές εισφορές» είναι εισφορές συνιστάμενες στην ανάληψη ευθύνης έναντι των τρίτων για τα χρέη της εταιρίας μέχρι ορισμένου ποσού οριζόμενου στο καταστατικό. Ο εταίρος που παρέχει εγγυητική εισφορά θεωρείται ότι δηλώνει υπεύθυνα ότι είναι σε θέση και ότι θα καταβάλει κάθε προσπάθεια ώστε να είναι σε θέση κατά πάντα χρόνο, να προβεί στις καταβολές των χρεών της εταιρίας μέχρι του ποσού του προηγούμενου εδαφίου.
2.    Η αξία των εισφορών αυτών καθορίζεται στο καταστατικό και δεν μπορεί να υπερβαίνει το εβδομήντα πέντε τοις εκατό (75%) του ποσού της ευθύνης κατά την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.
3.    Η ευθύνη του εταίρου καλύπτει οποιοδήποτε χρέος της εταιρίας κατά την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου με τόκους και άλλες επιβαρύνσεις. Η ευθύνη αυτή υφίσταται άμεσα και πρωτογενώς έναντι των δανειστών, που μπορούν να ασκήσουν ευθέως αγωγή κατά του εταίρου. Ο εταίρος μπορεί να προβάλει κατά του δανειστή ενστάσεις που δεν θεμελιώνονται στο πρόσωπό του μόνον εφόσον θα μπορούσαν να προβληθούν από την εταιρία. Περισσότεροι εταίροι που ευθύνονται με τον τρόπο αυτό υπέχουν ευθύνη εις ολόκληρο.
4.    Σε περίπτωση πτώχευσης εταίρου με εγγυητική εισφορά κάθε δανειστής της εταιρίας μπορεί να αναγγελθεί στην πτώχευση αυτή. Το ποσό που διανέμεται αθροιστικά στους δανειστές της εταιρίας δεν μπορεί να υπερβεί το ποσό της ευθύνης που ορίζεται στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, μειωμένο στο μέτρο που ικανοποιούνται οι απαιτήσεις και των κοινών πτωχευτικών πιστωτών. Έως του ορίου αυτού οι δανειστές της εταιρίας κατατάσσονται τηρουμένου μεταξύ τους του άρθρου 154 του Πτωχευτικού Κώδικα.
5.    Ο εταίρος που έχει παράσχει εγγυητική εισφορά και κατέβαλε εταιρικό χρέος, δεν έχει δικαίωμα αναγωγής κατά της εταιρίας.
6.    Στις περιπτώσεις ακύρωσης εταιρικών μεριδίων λόγω εξόδου ή αποκλεισμού εταίρου καθώς και αναγκαστικής εκποίησης εταιρικών μεριδίων, ο εταίρος που δεν έχει καταβάλει πλήρως το ποσό της ευθύνης του από εγγυητική εισφορά, δεν απαλλάσσεται από τη ευθύνη του για τις εταιρικές υποχρεώσεις που γεννήθηκαν πριν από την καταχώριση στο Γ.Ε.ΜΗ. των γεγονότων αυτών.

Άρθρο 80
Λογιστική παρακολούθηση των μη κεφαλαιακών και εγγυητικών εισφορών

Η λογιστική παρακολούθηση και παρουσίαση των εισφορών θα γίνεται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην ισχύουσα νομοθεσία για τη σύνταξη των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων.

Άρθρο 81
Επιστροφή εισφορών

Η επιστροφή των κεφαλαιακών εισφορών πριν από τη λύση της εταιρίας επιτρέπεται μόνο με τη διαδικασία της μείωσης κεφαλαίου. Επιστροφή των λοιπών εισφορών ή απαλλαγή των εταίρων από τις υποχρεώσεις που ανέλαβαν με τις εισφορές αυτές δεν είναι επιτρεπτή.

Άρθρο 82
Εξαγορά υποχρεώσεων από μη κεφαλαιακές ή εγγυητικές εισφορές

1.    Παρά τη διάταξη του άρθρου 81 του παρόντος νόμου, ο εταίρος έχει δικαίωμα να εξαγοράσει τις υποχρεώσεις που έχει αναλάβει από μη κεφαλαιακή ή εγγυητική εισφορά, μετατρέποντας τα μερίδιά του σε μερίδια κεφαλαιακής εισφοράς και καταβάλλοντας στην εταιρία υπό μορφή αύξησης κεφαλαίου για μεν την μη κεφαλαιακή εισφορά ποσό ίσο με την αξία της εισφοράς του, όπως ορίσθηκε στο καταστατικό, για δε την εγγυητική εισφορά το πλήρες ποσό της ευθύνης του. Σε περίπτωση που οι υποχρεώσεις αυτές έχουν εν μέρει εκπληρωθεί, το καταβλητέο ποσό ορίζεται από την εταιρία αναλογικά. Σε περίπτωση αμφισβήτησης του καταβλητέου ποσού ή αν η εταιρία δεν προβαίνει σε προσδιορισμό του ποσού, το δικαστήριο κρίνει μετά από αίτημα του εταίρου, σύμφωνα με το άρθρο 371 ΑΚ. Όταν η απόφαση τελεσιδικήσει, η αύξηση κεφαλαίου διενεργείται από το διαχειριστή, χωρίς να υπάρχει δικαίωμα προτίμησης των λοιπών εταίρων.
2.    Από την καταχώριση στο Γ.Ε.ΜΗ. της αύξησης κεφαλαίου, ο εταίρος έχει τα μερίδια που αντιστοιχούν στην αύξηση.
3.    Δικαίωμα εξαγοράς υποχρεώσεων από εγγυητική εισφορά δεν μπορεί να ασκηθεί, αν δανειστής έχει εναγάγει τον πιστωτή για καταβολή χρέους της εταιρίας. Το καταστατικό μπορεί να απαγορεύσει την εξαγορά των υποχρεώσεων από εγγυητικές εισφορές για κάποιο χρονικό διάστημα από την ανάληψή τους, που δεν μπορεί να υπερβαίνει τη διετία.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ’
ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗ ΤΩΝ ΕΤΑΙΡΙΚΩΝ ΜΕΡΙΔΙΩΝ
ΑΛΛΕΣ ΜΕΤΑΒΟΛΕΣ ΣΤΗ ΣΥΝΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ

Άρθρο 83
Ελευθερία μεταβίβασης

1.    Η μεταβίβαση και η επιβάρυνση των μεριδίων ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρίας εν ζωή ή αιτία θανάτου είναι ελεύθερη, με την επιφύλαξη των επόμενων άρθρων.

2.    Εταίρος με μερίδια που αντιστοιχούν σε μη κεφαλαιακή ή εγγυητική εισφορά, που δεν έχει εξ ολοκλήρου καταβληθεί, δεν επιτρέπεται να μεταβιβάσει τα μερίδιά του, ενόσω δεν εξαγοράζει τις υποχρεώσεις του που απορρέουν από αυτές σύμφωνα με το άρθρο 82 του παρόντος νόμου.

Άρθρο 84
Μεταβίβαση εν ζωή

1.    Η μεταβίβαση ή επιβάρυνση των εταιρικών μεριδίων εν ζωή γίνεται εγγράφως και επάγεται αποτελέσματα ως προς την εταιρία και τους εταίρους από την γνωστοποίηση σ’ αυτήν της μεταβίβασης. Η γνωστοποίηση αυτή είναι έγγραφη και υπογράφεται από τον μεταβιβάζοντα και τον αποκτώντα. Η κοινοποίηση του εγγράφου γνωστοποίησης στην εταιρία μπορεί να γίνει και με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο (e-mail). Ο διαχειριστής οφείλει να καταχωρίσει αμέσως τη μεταβίβαση στο βιβλίο των εταίρων, υπό την προϋπόθεση ότι τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις για τη μεταβίβαση, όπως προβλέπονται στο νόμο και το καταστατικό. Ως προς τους τρίτους η μεταβίβαση θεωρείται ότι έγινε από την καταχώριση στο βιβλίο των εταίρων, που πρέπει να λάβει χώρα χωρίς καθυστέρηση.
2.    Το καταστατικό μπορεί να αποκλείσει ή να περιορίσει τη μεταβίβαση ή επιβάρυνση των μεριδίων εν ζωή. Μπορεί επίσης να προβλέψει δικαίωμα προτίμησης των λοιπών εταίρων, αν κάποιος εταίρος προτίθεται να μεταβιβάσει μερίδιά του, καθώς και δικαίωμα της εταιρίας να υποδείξει εταίρο ή τρίτο για εξαγορά των μεριδίων, που πρόκειται να μεταβιβασθούν, αντί πλήρους τιμήματος προσδιοριζόμενου από το δικαστήριο, εκτός αν τα μέρη συμφωνούν στο ύψος του ή το καταστατικό ορίζει τον τρόπο προσδιορισμού του.

Άρθρο 85
Μεταβίβαση αιτία θανάτου

1.    Αφού ελέγξει το δικαίωμα του κληρονόμου, ο διαχειριστής οφείλει να καταχωρίσει χωρίς καθυστέρηση τη μεταβίβαση των εταιρικών μεριδίων αιτία θανάτου στο βιβλίο των εταίρων.
2.    Μπορεί να ορίζεται στο καταστατικό ότι σε περίπτωση θανάτου εταίρου, τα εταιρικά του μερίδια θα εξαγοράζονται από πρόσωπο που θα υποδεικνύει η εταιρία, εταίρο ή τρίτο, αντί πλήρους τιμήματος προσδιοριζόμενου από το δικαστήριο, εκτός αν τα μέρη συμφωνούν στο ύψος του ή το καταστατικό ορίζει τον τρόπο προσδιορισμού του. Η υπόδειξη πρέπει να γίνει εντός ενός (1) μηνός από τότε που η εταιρία λάβει γνώση του θανάτου, πρέπει δε να κοινοποιείται στον κληρονόμο ή κληροδόχο, καθώς και στους λοιπούς εταίρους. Το καταστατικό μπορεί επίσης να προβλέπει ότι οι επιζώντες εταίροι έχουν δικαίωμα προτίμησης στην εξαγορά κατά λόγο της συμμετοχής τους στην εταιρία.

Άρθρο 86
Δικαίωμα προαίρεσης

Οι εταίροι μπορούν να συμφωνούν μεταξύ τους ή με τρίτους την παροχή δικαιώματος προαίρεσης αγοράς (call option) ή πώλησης μεριδίων (put option). Η συμφωνία αυτή καταγράφεται στο βιβλίο εταίρων. Αν ο διαχειριστής βεβαιωθεί ότι πληρώθηκε η αίρεση, οφείλει αμέσως να εγγράψει στο βιβλίο τη μεταβολή του δικαιούχου.

Άρθρο 87
Ίδια μερίδια
Η εταιρία δεν επιτρέπεται να αποκτήσει, άμεσα ή έμμεσα, δικά της μερίδια. Οποιαδήποτε απόκτηση μεριδίων παρά τη διάταξη του προηγούμενου εδαφίου συνεπάγεται την αυτοδίκαιη ακύρωση τούτων. Σε περίπτωση συγχώνευσης ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρίας με απορρόφηση άλλης εταιρίας, η οποία κατέχει μερίδια της πρώτης, τα μερίδια αυτά ακυρώνονται αυτοδικαίως με τη συντέλεση της συγχώνευσης. Στις παραπάνω περιπτώσεις ο διαχειριστής οφείλει με πράξη του να προβεί χωρίς καθυστέρηση στη διαπίστωση της αντίστοιχης μείωσης κεφαλαίου και να προβεί στη σχετική καταχώριση στο Γ.Ε.ΜΗ.

Άρθρο 88
Κατάσχεση εταιρικών μεριδίων

1.    Η κατάσχεση των εταιρικών μεριδίων είναι δυνατή ακόμη και αν η μεταβίβαση τούτων αποκλείεται ή υπόκειται σε περιορισμούς. Η κατάσχεση γίνεται σύμφωνα με τα άρθρα 1022 επ. του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.  Η σχετική αίτηση του δανειστή και η απόφαση του δικαστηρίου που διατάσσει την κατάσχεση επιδίδονται και στην εταιρεία. Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει ως πρόσφορο μέσο για την αξιοποίηση του δικαιώματος κατά το άρθρο 1024 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και τη μεταβίβαση των εταιρικών μεριδίων σε εταίρους ή σε πρόσωπο που υποδεικνύει η εταιρεία με πληρωμή πλήρους τιμήματος, προσδιοριζόμενου από το δικαστήριο. Το δικαστήριο λαμβάνει γνώση του ενδιαφέροντος των εταίρων ή του τρίτου που υποδεικνύεται από την εταιρεία με οποιονδήποτε πρόσφορο δικονομικό τρόπο.

2.    Σε περίπτωση πτώχευσης εταίρου τα εταιρικά του μερίδια ανήκουν στην πτωχευτική περιουσία και εκποιούνται κατ’ εφαρμογή του άρθρου 146 του  Πτωχευτικού Κώδικα. Αντί της εκποίησης, το πτωχευτικό δικαστήριο μπορεί να διατάξει, μετά από αίτηση της εταιρείας, τη μεταβίβαση των εταιρικών μεριδίων σε εταίρους ή τρίτους που υποδεικνύει η εταιρεία, με καταβολή στον πιστωτή πλήρους τιμήματος, προσδιοριζόμενου από το δικαστήριο.

Άρθρο 89
Είσοδος νέου εταίρου – νέες εισφορές από υπάρχοντες εταίρους

1.    Αν δεν προβλέπει κάτι άλλο το καταστατικό, για την είσοδο νέου εταίρου ή την ανάληψη νέων εισφορών από ορισμένους μόνο εταίρους απαιτείται ομόφωνη απόφαση των εταίρων. Η απόφαση αυτή πρέπει να μνημονεύει τον αριθμό των αποκτώμενων μεριδίων και την εισφορά που πρόκειται να αναληφθεί. Αν η απόφαση δεν μπορεί να ληφθεί λόγω αντιρρήσεων εταίρου ή εταίρων, των οποίων μειώνονται τα ποσοστά, το δικαστήριο μπορεί μετά από αίτηση της εταιρίας να επιτρέψει την είσοδο του εταίρου, αν συντρέχει σπουδαίος λόγος, που επιβάλλεται από το συμφέρον της εταιρίας.
2.    Το παρόν άρθρο δεν εφαρμόζεται σε περίπτωση αύξησης του κεφαλαίου.

Άρθρο 90
Αύξηση κεφαλαίου

1.    Η αύξηση κεφαλαίου γίνεται με αύξηση του αριθμού των εταιρικών μεριδίων. Αν η αύξηση δεν συντελείται με νέες εισφορές (ονομαστική αύξηση), είναι δυνατή και η αύξηση της ονομαστικής αξίας όλων των μεριδίων.
2.    Σε περίπτωση αύξησης κεφαλαίου που δεν γίνεται με εισφορά σε είδος όλοι οι εταίροι έχουν δικαίωμα προτίμησης στο νέο κεφάλαιο, ανάλογα με τον αριθμό των εταιρικών μεριδίων που έχει καθένας. Το δικαίωμα προτίμησης ασκείται με δήλωση προς την εταιρία εντός είκοσι (20) ημερών από την καταχώριση της απόφασης των εταίρων στο Γ.Ε.ΜΗ. Το καταστατικό μπορεί να προβλέπει ότι το δικαίωμα προτίμησης του προηγούμενου άρθρου το έχουν μόνο οι εταίροι με μερίδια που αντιστοιχούν σε κεφαλαιακές εισφορές. Το δικαίωμα προτίμησης μπορεί να καταργηθεί ή περιορισθεί με απόφαση των εταίρων που λαμβάνεται κατά το άρθρο 72 παράγραφος 5 του παρόντος νόμου. Αν η απόφαση αυτή δεν μπορεί να ληφθεί λόγω αντιρρήσεων εταίρου ή εταίρων, των οποίων μειώνονται τα ποσοστά, μπορεί να εφαρμοσθεί αναλόγως το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 1  του άρθρου 89 του παρόντος νόμου.
3.    Το καταστατικό της εταιρίας μπορεί να προβλέπει ότι το κεφάλαιο θα αυξηθεί σε συγκεκριμένο χρονικό σημείο με νέες εισφορές ορισμένου ποσού («εγκεκριμένο κεφάλαιο»). Το χρονικό σημείο μπορεί να προσδιορίζεται με μορφή αίρεσης ή προθεσμίας ή με λήψη απόφασης από το διαχειριστή ή τους εταίρους. Αν δεν προκύπτει κάτι άλλο από το καταστατικό, υποχρέωση καταβολής των εισφορών αυτών έχουν όλοι οι εταίροι, ανάλογα με το ποσό των εταιρικών μεριδίων που κατέχει ο καθένας. Σε περίπτωση αύξησης του κεφαλαίου με τον τρόπο αυτό ο διαχειριστής θα υποχρεούται να αναπροσαρμόσει το κεφάλαιο της εταιρίας με σχετική δήλωση στο Γ.Ε.ΜΗ. Αν δεν αναφέρεται κάτι άλλο, οι νέες εισφορές είναι σε μετρητά.

Άρθρο 91
Μείωση κεφαλαίου

1.    Η μείωση κεφαλαίου γίνεται με ακύρωση υφιστάμενων μεριδίων που αντιστοιχούν σε κεφαλαιακές εισφορές και με τήρηση της αρχής της ίσης μεταχείρισης των εταίρων που έχουν τέτοια μερίδια. Η μείωση δεν επιτρέπεται να επιφέρει μηδενισμό του κεφαλαίου.
2. Σε περίπτωση μείωσης κεφαλαίου το τυχόν αποδεσμευόμενο ενεργητικό μπορεί να αποδοθεί στους εταίρους με μερίδια που αντιστοιχούν σε κεφαλαιουχικές εισφορές, μόνο αν οι εταιρικοί δανειστές δεν προβάλουν αντιρρήσεις. Η προβολή αντιρρήσεων πρέπει να γίνει με δήλωση των δανειστών προς την εταιρία εντός ενός (1) μηνός από την καταχώριση της απόφασης των εταίρων για μείωση του κεφαλαίου στο Γ.Ε.ΜΗ. Αν υπάρξει τέτοια δήλωση, αποφαίνεται το δικαστήριο μετά από αίτημα της εταιρίας. Το δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει την απόδοση του ενεργητικού στους εταίρους ή να την εξαρτήσει από εξόφληση του δανειστή, παροχή σ’ αυτόν επαρκών ασφαλειών, ή ανάληψη προσωπικής υποχρέωσης από εταίρους. Εάν υποβληθούν αντιρρήσεις από περισσότερους δανειστές, εκδίδεται μία απόφαση ως προς όλες. Η παρούσα παράγραφος δεν εφαρμόζεται αν η μείωση γίνεται για απόσβεση ζημιών ή με σχηματισμό αποθεματικού.
3. Μείωση κεφαλαίου για απόσβεση ζημιών ή με σχηματισμό αποθεματικού γίνεται μόνο με μείωση της ονομαστικής αξίας των εταιρικών μεριδίων που αντιστοιχούν σε κεφαλαιουχική εισφορά. Αντίστοιχη μείωση της ονομαστικής αξίας γίνεται και στα υπόλοιπα εταιρικά μερίδια.
Άρθρο 92
Έξοδος εταίρου

1.    Κάθε εταίρος μπορεί να εξέλθει της εταιρίας για σπουδαίο λόγο με απόφαση του δικαστηρίου, που εκδίδεται μετά από αίτησή του.
2.    Το καταστατικό μπορεί να περιλαμβάνει διατάξεις για το δικαίωμα των εταίρων να εξέλθουν της εταιρίας υπό ορισμένες προϋποθέσεις. Μπορεί επίσης να προβλέπει την έξοδο εταίρου με μη κεφαλαιακές εισφορές με δήλωση της εταιρίας, αν ο εταίρος αυτός περιέλθει σε αδυναμία εκπλήρωσης της παροχής που αντιστοιχεί στην εισφορά αυτή, ιδίως λόγω ασθένειας ή συνταξιοδότησης ή διότι έχει κληρονομήσει τα εταιρικά μερίδια.
3.    Ο εξερχόμενος εταίρος δικαιούται να λάβει την πλήρη αξία των μεριδίων του. Αν τα μέρη δεν συμφωνούν στην αποτίμηση ή το καταστατικό δεν ορίζει τον τρόπο προσδιορισμού της, αποφασίζει το δικαστήριο. Σε κάθε περίπτωση, επιφυλάσσεται η ενδεχόμενη αξίωση της εταιρίας για αποζημίωση κατά το άρθρο 78 παράγραφος 4 του παρόντος νόμου.
4.    Μετά την έξοδο του εταίρου ο διαχειριστής υποχρεούται χωρίς καθυστέρηση να προβεί σε ακύρωση των μεριδίων του και, αν συντρέχει περίπτωση, σε μείωση του κεφαλαίου και να αναπροσαρμόσει τον αριθμό των εταιρικών μεριδίων με σχετική καταχώριση στο ΓΕ.Μ.Η. Μπορεί όμως να ορίζεται στο καταστατικό ότι σε περίπτωση εξόδου τα εταιρικά μερίδια δεν θα ακυρώνονται αλλά θα εξαγοράζονται από πρόσωπο που θα υποδεικνύει η εταιρία, αντί καταβολής της πλήρους αξίας των μεριδίων προσδιοριζόμενης σύμφωνα με την παράγραφο 3. Το καταστατικό μπορεί να προβλέπει ότι οι εταίροι έχουν δικαίωμα προτίμησης στην εξαγορά, κατά λόγο της συμμετοχής τους στην εταιρία.

Άρθρο 93
Αποκλεισμός εταίρου

Αν υπάρχει σπουδαίος λόγος, το δικαστήριο, μετά από αίτηση κάθε διαχειριστή ή εταίρου, μπορεί να αποκλείσει από την εταιρία κάποιον εταίρο, αν υπήρξε περί αυτού απόφαση των λοιπών εταίρων σύμφωνα με το άρθρο 72 παράγραφος 4 του παρόντος νόμου. Η αίτηση πρέπει να υποβληθεί εντός εξήντα (60) ημερών από τη λήψη της απόφασης των εταίρων. Το δικαστήριο μπορεί να εκδώσει προσωρινή διαταγή με την οποία διατάσσει τα αναγκαία ασφαλιστικά μέτρα, που μπορεί να περιλαμβάνουν προσωρινή αναστολή του δικαιώματος ψήφου του υπό αποκλεισμό εταίρου. Από την τελεσιδικία της απόφασης και την καταβολή στον αποκλειόμενο της πλήρους αξίας των μεριδίων του, που προσδιορίζεται όπως ορίζεται στην παράγραφο 3 του προηγούμενου άρθρου, η εταιρία συνεχίζεται μεταξύ των λοιπών εταίρων. Επιφυλάσσεται πάντως η ενδεχόμενη αξίωση της εταιρίας για αποζημίωση κατά το άρθρο 78 παράγραφος 4 του παρόντος νόμου. Κατά τα λοιπά εφαρμόζεται αναλόγως η παράγραφος 4 του άρθρου 92 του παρόντος νόμου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ’
ΣΧΕΣΕΙΣ ΕΤΑΙΡΩΝ ΜΕ ΤΗΝ ΕΤΑΙΡΙΑ ΚΑΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ ΕΤΑΙΡΩΝ

Άρθρο 94
Δικαιώματα και υποχρεώσεις εταίρων

1.    Αν δεν προβλέπεται κάτι άλλο στον παρόντα νόμο ή το καταστατικό, τα εταιρικά μερίδια παρέχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις, ανεξάρτητα από το είδος της εισφοράς στην οποία αντιστοιχούν. Για την παροχή στους εταίρους νέων δικαιωμάτων ή επιβολή νέων υποχρεώσεων απαιτείται τροποποίηση του καταστατικού με συμφωνία όλων των εταίρων ή τη συναίνεση εκείνου, τον οποίο αφορά η υποχρέωση.
2.    Κάθε εταίρος δικαιούται να λαμβάνει γνώση αυτοπροσώπως ή με αντιπρόσωπο της πορείας των εταιρικών υποθέσεων και να εξετάζει τα βιβλία και τα έγγραφα της εταιρίας. Δικαιούται επίσης με δαπάνες του να λαμβάνει αποσπάσματα του βιβλίου των εταίρων και του βιβλίου πρακτικών αποφάσεων των εταίρων και αποφάσεων της διαχείρισης. Το καταστατικό μπορεί να προβλέπει ότι τα δικαιώματα του παρόντος άρθρου ασκούνται σε τακτά χρονικά διαστήματα όχι μεγαλύτερα του τριμήνου. Η εταιρία μπορεί να αρνηθεί την παροχή πληροφοριών ή την πρόσβαση στα βιβλία αν υπάρχει σοβαρή απειλή στα επιχειρηματικά συμφέροντα της εταιρίας.
3.    Κάθε εταίρος δικαιούται να ζητεί πληροφορίες που είναι απαραίτητες για την κατανόηση και την εκτίμηση των θεμάτων της ημερήσιας διάταξης της συνέλευσης.
4.    Εταίροι που έχουν το ένα δέκατο (1/10) του συνολικού αριθμού των εταιρικών μεριδίων δικαιούνται οποτεδήποτε να ζητήσουν από το δικαστήριο το διορισμό ανεξάρτητου ορκωτού ελεγκτή για να διερευνήσει σοβαρές υποψίες παράβασης του νόμου ή του καταστατικού και να γνωστοποιήσει το αποτέλεσμα με έκθεσή του στους εταίρους και την εταιρία.

Άρθρο 95
Συμβάσεις εταιρίας με εταίρους ή το διαχειριστή

1.    Κάθε σύμβαση μεταξύ εταιρίας και των εταίρων ή του διαχειριστή πρέπει να καταγράφεται στο βιβλίο πρακτικών του άρθρου 66 του παρόντος νόμου με μέριμνα του διαχειριστή και να ανακοινώνεται σε όλους τους εταίρους εντός μηνός από τη σύναψή της. Αν η εταιρία είναι μονοπρόσωπη, η καταγραφή αυτή αποτελεί προϋπόθεση του κύρους της σύμβασης, εκτός αν η σύμβαση αφορά τρέχουσες πράξεις που συνάπτονται υπό κανονικές συνθήκες.
2.    Το καταστατικό μπορεί να υποβάλλει συγκεκριμένες ή και όλες τις συμβάσεις της παραγράφου 1  σε έγκριση των εταίρων.
3.    Η εκτέλεση των συμβάσεων της παραγράφου 1 απαγορεύεται, εφόσον με την εκτέλεση αυτή ματαιώνεται, εν όλω ή εν μέρει, η ικανοποίηση των λοιπών δανειστών της εταιρίας.
4.    Συμφωνίες εταιρίας και εταίρων, που αφορούν τη διαχείριση της περιουσίας της εταιρίας εκ μέρους των τελευταίων, είναι επιτρεπτές.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η’
ΕΤΗΣΙΕΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ – ΔΙΑΝΟΜΗ ΚΕΡΔΩΝ – ΕΛΕΓΧΟΣ

Άρθρο 96
Ετήσιες οικονομικές καταστάσεις

Η ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρία συντάσσει ετήσιες οικονομικές καταστάσεις που περιλαμβάνουν: (α) τον ισολογισμό, (β) λογαριασμό αποτελεσμάτων χρήσεως, (γ) πίνακα διάθεσης αποτελεσμάτων και (δ) προσάρτημα που περιλαμβάνει όλες τις αναγκαίες πληροφορίες και επεξηγήσεις για την πληρέστερη κατανόηση των άλλων καταστάσεων, καθώς και την ετήσια έκθεση του διαχειριστή για την εταιρική δραστηριότητα κατά τη χρήση που έληξε. Το καταστατικό μπορεί να προβλέπει τη σύνταξη και άλλων οικονομικών καταστάσεων. Οι καταστάσεις υπογράφονται από το διαχειριστή και αποτελούν ενιαίο σύνολο.

Άρθρο 97
Απογραφή

Μια φορά το χρόνο, στο τέλος της εταιρικής χρήσης, ο διαχειριστής της εταιρίας υποχρεούται να συντάξει απογραφή όλων των στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού της, με λεπτομερή περιγραφή και αποτίμηση. Οι ετήσιες οικονομικές καταστάσεις της εταιρίας καταρτίζονται από το διαχειριστή της με βάση την απογραφή αυτή.

Άρθρο 98
Τρόπος κατάρτισης και δημοσίευσης των καταστάσεων

1.    Για την κατάρτιση των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 42, 42α, 42β, 42γ, 42δ, 42ε, 43, 43α και 43γ του κ.ν. 2190/1920. Σε περίπτωση που κατά τις ισχύουσες διατάξεις οι ετήσιες οικονομικές καταστάσεις καταρτίζονται σύμφωνα με τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα, ισχύουν αναλόγως τα οριζόμενα στα άρθρα 134 επ. του κ.ν. 2190/1920.
2.    Με μέριμνα του διαχειριστή γίνεται δημοσίευση των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων στο Γ.Ε.ΜΗ. και την ιστοσελίδα της εταιρίας εντός τριών (3) μηνών από τη λήξη της εταιρικής χρήσης. Σχετικά εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 43β του κ.ν. 2190/1920.

Άρθρο 99
Έλεγχος

1.    Ιδιωτικές κεφαλαιουχικές εταιρίες που κατά το κλείσιμο του ισολογισμού δεν υπερβαίνουν τα όρια των δύο από τα τρία κριτήρια του άρθρου 42α § 6 του κ.ν. 2190/1920, απαλλάσσονται από την υποχρέωση ελέγχου των οικονομικών καταστάσεών τους από Ορκωτούς Ελεγκτές Λογιστές. Εφαρμόζονται αναλόγως οι παράγραφοι 7 και 8 του ως άνω άρθρου 42α.
2.    Με την επιφύλαξη του προηγουμένου άρθρου, για τον έλεγχο των οικονομικών καταστάσεων εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 36, 36α, 37 και 38, καθώς και της παρ. 4 του άρθρου 43α του κ.ν. 2190/1920 «περί Ανωνύμων εταιριών», όπως ισχύουν. Οι ελεγκτές ορίζονται από τους εταίρους και ο διορισμός τους καταχωρίζεται στο Γ.Ε.ΜΗ.

Άρθρο 100
Έγκριση των καταστάσεων από τους εταίρους και διανομή κερδών

1.    Για την έγκριση των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων και τη διανομή κερδών απαιτείται απόφαση των εταίρων.
2.    Κάθε έτος και πριν από κάθε διανομή κερδών πρέπει να κρατείται τουλάχιστον το ένα εικοστό (1/20) των καθαρών κερδών, για σχηματισμό τακτικού αποθεματικού. Το αποθεματικό αυτό μπορεί μόνο να κεφαλαιοποιηθεί ή να συμψηφισθεί με ζημίες. Πρόσθετα αποθεματικά μπορούν να προβλέπονται από το καταστατικό ή να αποφασίζονται από τους εταίρους.
3.    Για να διανεμηθούν κέρδη, πρέπει αυτά να προκύπτουν από τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις. Οι εταίροι αποφασίζουν για τα κέρδη που θα διανεμηθούν. Το καταστατικό μπορεί να ορίζει ελάχιστη υποχρεωτική διανομή κερδών.
4.    Η συμμετοχή των εταίρων στα κέρδη είναι ανάλογη προς τον αριθμό των μεριδίων που έχει κάθε εταίρος. Το καταστατικό μπορεί να προβλέπει ότι για ορισμένο χρόνο, που δεν θα υπερβαίνει τη δεκαετία, κάποιος εταίρος ή εταίροι δεν θα μετέχουν ή θα μετέχουν περιορισμένα στα κέρδη ή στο προϊόν της εκκαθάρισης ή ότι θα έχουν δικαίωμα λήψης πρόσθετων κερδών.
5.    Οι εταίροι που εισέπραξαν κέρδη κατά παράβαση των προηγούμενων άρθρων οφείλουν να τα επιστρέψουν στην εταιρία. Η αξίωση αυτή μπορεί να ασκηθεί και πλαγιαστικά από τους πιστωτές.
6.    Η προηγούμενη παράγραφος εφαρμόζεται και σε περιπτώσεις διανομής ανύπαρκτων κερδών, κεκρυμμένης καταβολής κερδών ή έμμεσης επιστροφής εισφορών.

Άρθρο 101
Ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις

1.    Κάθε ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρία, που διέπεται από το ελληνικό δίκαιο, αν είναι μητρική κατά τα οριζόμενα στην περίπτωση α’ της παραγράφου 5 του άρθρου 42ε του κ.ν. 2190/1920, υποχρεούται να καταρτίζει ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις και ενοποιημένη έκθεση διαχείρισης.
2.    Για την κατάρτιση των ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 90 έως 109 του κ.ν. 2190/1920, όπως ισχύουν.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Θ’
ΛΥΣΗ ΚΑΙ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ

Άρθρο 102
Εταιρία σε κατάσταση επαπειλούμενης αδυναμίας εκπλήρωσης

Σε περίπτωση που η εταιρία βρίσκεται σε κατάσταση επαπειλούμενης αδυναμίας εκπλήρωσης των οφειλών της, κατά την έννοια των άρθρων 3 § 2 και 99 § 1 του Πτωχευτικού Κώδικα (ν. 3588/2007), ο διαχειριστής υποχρεούται χωρίς υπαίτια βραδύτητα να συγκαλέσει συνέλευση των εταίρων, που θα αποφασίσει τη λύση της εταιρίας, την υποβολή αίτησης πτώχευσης ή ανοίγματος διαδικασίας εξυγίανσης ή την υιοθέτηση άλλου μέτρου.

Άρθρο 103
Λόγοι λύσης

1.    Η ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρία λύεται: (α) οποτεδήποτε με απόφαση των εταίρων• (β) όταν παρέλθει ο ορισμένος χρόνος διάρκειας, εκτός αν ο χρόνος αυτός παραταθεί πριν λήξει με απόφαση των εταίρων• (γ) σε περίπτωση που κηρυχθεί η εταιρία σε πτώχευση• (δ) σε άλλες περιπτώσεις που προβλέπει ο παρών νόμος ή το καταστατικό.
2.    Η λύση της εταιρίας καταχωρίζεται στο Γ.Ε.ΜΗ. με μέριμνα του εκκαθαριστή.

Άρθρο 104
Εκκαθάριση και εκκαθαριστής

1.    Αν λυθεί η εταιρία για οποιοδήποτε λόγο, πλην της κήρυξης αυτής σε πτώχευση, ακολουθεί το στάδιο της εκκαθάρισης. Μέχρι το πέρας της εκκαθάρισης η εταιρία λογίζεται ότι εξακολουθεί, διατηρεί δε την επωνυμία της, στην οποία προστίθενται οι λέξεις «υπό εκκαθάριση».
2.    Η κατά το στάδιο της εκκαθάρισης εξουσία των οργάνων της εταιρίας περιορίζεται στις αναγκαίες για την εκκαθάριση της εταιρικής περιουσίας πράξεις. Με σκοπό την καλύτερη περάτωση της εκκαθάρισης ο εκκαθαριστής μπορεί να διενεργεί και νέες πράξεις.
3.    Η εκκαθάριση ενεργείται από το διαχειριστή, εκτός αν το καταστατικό προβλέπει διαφορετικά ή αποφάσισαν άλλως οι εταίροι. Οι εταίροι μπορούν να αποφασίσουν διαφορετικά από το καταστατικό μόνο με την πλειοψηφία του άρθρου 72 παράγραφος 5 του παρόντος νόμου.
4.    Οι διατάξεις για το διαχειριστή εφαρμόζονται και στον εκκαθαριστή.

Άρθρο 105
Εργασίες εκκαθάρισης

1.    Με την έναρξη της εκκαθάρισης ο εκκαθαριστής υποχρεούται να ενεργήσει απογραφή των περιουσιακών στοιχείων και των υποχρεώσεων της εταιρίας και να καταρτίσει οικονομικές καταστάσεις τέλους χρήσεως, οι οποίες εγκρίνονται με απόφαση των εταίρων. Εφόσον η εκκαθάριση εξακολουθεί, ο εκκαθαριστής υποχρεούται να καταρτίζει στο τέλος κάθε έτους οικονομικές καταστάσεις.
2.    Ο εκκαθαριστής υποχρεούται να περατώσει αμελλητί τις εκκρεμείς υποθέσεις της εταιρίας, να εξοφλήσει τα χρέη της, να εισπράξει τις απαιτήσεις της και να μετατρέψει σε χρήμα την εταιρική περιουσία. Κατά τη ρευστοποίηση των περιουσιακών στοιχείων της εταιρίας ο εκκαθαριστής οφείλει να προτιμά την εκποίηση της επιχείρησης ως συνόλου, όπου τούτο είναι εφικτό.
3.    Εταίροι με μη κεφαλαιακές εισφορές εξακολουθούν και κατά το στάδιο της εκκαθάρισης να παρέχουν υπηρεσίες, που αποτελούν το αντικείμενο της εισφοράς τους, στο μέτρο που τούτο είναι αναγκαίο για τη διεκπεραίωση των εργασιών της εκκαθάρισης. Οι εταίροι με μερίδια που αντιστοιχούν σε εγγυητικές εισφορές εξακολουθούν να είναι υπόχρεοι έναντι τρίτων για την καταβολή των χρεών της εταιρίας για διάστημα δύο (2) ετών μετά την περάτωση της εταιρίας.
4.    Εάν το στάδιο εκκαθάρισης υπερβεί την τριετία, εφαρμόζεται αναλόγως το άρθρο 49 παράγραφος 6 του κ.ν. 2190/1920. Το σχέδιο επιτάχυνσης και περάτωσης της εκκαθάρισης εγκρίνεται με απόφαση των εταίρων κατά το άρθρο 72 παράγραφος 5 του παρόντος νόμου. Η τυχόν αίτηση στο δικαστήριο υποβάλλεται από εταίρους που έχουν το ένα δέκατο (1/10) του συνολικού αριθμού των εταιρικών μεριδίων.
5.    Μετά την ολοκλήρωση της εκκαθάρισης, ο εκκαθαριστής καταρτίζει οικονομικές καταστάσεις περάτωσης της εκκαθάρισης, τις οποίες οι εταίροι καλούνται να εγκρίνουν με απόφασή τους. Με βάση τις καταστάσεις αυτές ο εκκαθαριστής διανέμει το προϊόν της εκκαθάρισης στους εταίρους, ανάλογα με τον αριθμό των μεριδίων καθενός. Το καταστατικό μπορεί να προβλέπει ότι στη διανομή προτιμώνται οι εταίροι με μερίδια που αντιστοιχούν σε κεφαλαιακές εισφορές. Με συμφωνία όλων των εταίρων ο εκκαθαριστής μπορεί να προβεί σε αυτούσια διανομή της περιουσίας.
6.    Ο εκκαθαριστής μεριμνά για την καταχώριση της ολοκλήρωσης της εκκαθάρισης και την περάτωση της εταιρίας στο Γ.Ε.ΜΗ.
7.    Ενόσω διαρκεί η εκκαθάριση ή μετά την περάτωση της πτώχευσης λόγω τελεσίδικης επικύρωσης του σχεδίου αναδιοργάνωσης ή για το λόγο του άρθρου 170 παράγραφος 3 του Πτωχευτικού Κώδικα (ν. 3588/2007), η εταιρία μπορεί να αναβιώσει με ομόφωνη απόφαση των εταίρων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι’
ΜΕΤΑΤΡΟΠΗ – ΣΥΓΧΩΝΕΥΣΗ

Άρθρο 106
Μετατροπή ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρίας σε άλλη εταιρική μορφή

1.    H ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρία μπορεί να μετατραπεί σε εταιρία άλλης μορφής με απόφαση των εταίρων, που λαμβάνεται σύμφωνα με το άρθρο 72 παράγραφος 5 του παρόντος νόμου. Εάν μετά τη μετατροπή εταίροι της ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρίας πρόκειται να ευθύνονται για τα χρέη της εταιρίας, απαιτείται η ρητή συναίνεση τούτων.
2.    Για τη μετατροπή ακολουθείται κατά τα λοιπά η διαδικασία που απαιτείται για τη σύσταση της νέας εταιρικής μορφής. Από την καταχώριση της μετατροπής στο Γ.Ε.ΜΗ., η μετατρεπόμενη ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρία συνεχίζεται με τη μορφή της νέας εταιρίας. Η νομική προσωπικότητα συνεχίζεται και οι εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται στο όνομα της νέας εταιρίας, χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης. Τυχόν διοικητικές άδειες που είχαν εκδοθεί υπέρ της μετατρεπόμενης εταιρίας συνεχίζουν υφιστάμενες υπέρ της νέας.
3.    Aν υπάρχουν μερίδια που αντιστοιχούν σε μη κεφαλαιακές εισφορές, θα πρέπει πριν από τη μετατροπή να υπογραφεί σύμβαση μεταξύ εταιρίας και εταίρου που να ρυθμίζει την εκπλήρωση των σχετικών υποχρεώσεων μετά τη μετατροπή.
4.    Aν υπάρχουν μερίδια που αντιστοιχούν σε εγγυητικές εισφορές, οι εταίροι με τα μερίδια αυτά εξακολουθούν να ευθύνονται και μετά τη μετατροπή για διάστημα δύο (2) ετών για τις εταιρικές υποχρεώσεις που γεννήθηκαν μέχρι την καταχώριση της μετατροπής στο Γ.Ε.ΜΗ., εκτός αν οι δανειστές της εταιρίας συγκατατέθηκαν εγγράφως για τη μετατροπή της εταιρίας.

Άρθρο 107
Μετατροπή άλλης εταιρικής μορφής σε ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρία

1.    Εταιρία άλλης μορφής μπορεί να μετατραπεί σε ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρία με απόφαση των εταίρων ή των μετόχων, ανάλογα με τα προβλεπόμενα από το νόμο για την περίπτωση λύσης της συγκεκριμένης εταιρικής μορφής.
2.    Για τη μετατροπή ακολουθείται η διαδικασία που απαιτείται για τη σύσταση της ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρίας. Εάν μετά τη μετατροπή εταίροι της εταιρίας πρόκειται να λάβουν μερίδια που αντιστοιχούν σε μη κεφαλαιακές ή εγγυητικές εισφορές, απαιτείται η συναίνεσή τούτων.
3.    Η απόφαση για μετατροπή καταχωρίζεται στο Γ.Ε.ΜΗ., τα αποτελέσματα όμως της μετατροπής επέρχονται μετά από ένα (1) μήνα και με την προϋπόθεση ότι εντός της προθεσμίας αυτής δανειστής ή δανειστές της εταιρίας δεν προβάλουν έγγραφες αντιρρήσεις για τη μετατροπή. Αν αντιρρήσεις δεν προβληθούν, τούτο σημειώνεται στο Γ.Ε.ΜΗ. με αίτηση της εταιρίας. Σε περίπτωση που προβληθούν αντιρρήσεις, εφαρμόζεται αναλόγως το άρθρο 110 του παρόντος νόμου και η μετατροπή συντελείται με την καταχώριση στο Γ.Ε.ΜΗ. της απόφασης που απορρίπτει τις αντιρρήσεις.
4.    Με τη συντέλεση της μετατροπής η μετατρεπόμενη εταιρία συνεχίζεται με τη μορφή της ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρίας. Η νομική προσωπικότητα συνεχίζεται και οι εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται στο όνομα της νέας εταιρίας, χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης. Τυχόν διοικητικές άδειες που είχαν εκδοθεί υπέρ της μετατρεπόμενης εταιρίας συνεχίζουν υφιστάμενες υπέρ της νέας εταιρίας.
5.    Οι ομόρρυθμοι εταίροι της ομόρρυθμης ή ετερόρρυθμης εταιρίας, η οποία μετατράπηκε σε ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρία, εξακολουθούν να ευθύνονται επί πέντε (5) έτη μετά τη μετατροπή εις ολόκληρο και απεριόριστα για τις εταιρικές υποχρεώσεις που αναλήφθηκαν μέχρι την καταχώριση της μετατροπής στο Γ.Ε.ΜΗ., εκτός αν οι δανειστές της εταιρίας συγκατατέθηκαν εγγράφως για τη μετατροπή της εταιρίας.

Άρθρο 108
Συγχώνευση μεταξύ ιδιωτικών κεφαλαιουχικών εταιριών

Η συγχώνευση μεταξύ ιδιωτικών κεφαλαιουχικών εταιριών πραγματοποιείται είτε με απορρόφηση είτε με σύσταση νέας εταιρίας. Στο παρόν κεφάλαιο η απορροφώσα εταιρία και η νέα εταιρία αποκαλούνται «συγχωνεύουσες» εταιρίες.
.

Άρθρο 109
Σχέδιο συγχώνευσης

1.    Οι διαχειριστές των εταιριών που συγχωνεύονται καταρτίζουν εγγράφως κοινό σχέδιο συγχώνευσης που, σε περίπτωση ίδρυσης νέας εταιρίας, περιλαμβάνει το καταστατικό της.
2.    Το σχέδιο συγχώνευσης περιέχει τουλάχιστον: (α) Την επωνυμία, την έδρα και τον αριθμό Γ.Ε.ΜΗ. των εταιριών που συγχωνεύονται. (β) Τον ορισμό της σχέσης ανταλλαγής των εταιρικών μεριδίων και την αιτιολόγησή της, ώστε να είναι δίκαιη και λογική. Η σχέση ανταλλαγής των εταιρικών μεριδίων αφορά το σύνολο των εισφορών των εταίρων των συγχωνευόμενων εταιριών, αδιακρίτως εάν πρόκειται για κεφαλαιακές, μη κεφαλαιακές ή εγγυητικές εισφορές. Τα εταιρικά μερίδια που προκύπτουν από τη συγχώνευση αντιστοιχούν στο είδος της εισφοράς, το οποίο εκπροσωπούσαν τα παλαιά εταιρικά μερίδια. (γ) Την ημερομηνία από την οποία τα εταιρικά μερίδια παρέχουν δικαίωμα συμμετοχής των εταίρων της ή των συγχωνευόμενων εταιριών στα κέρδη της συγχωνεύουσας εταιρίας, καθώς και κάθε ειδικό όρο σχετικό με το δικαίωμα αυτό. (δ) Την ημερομηνία από την οποία οι πράξεις της ή των συγχωνευόμενων εταιριών θεωρούνται, από λογιστική άποψη, ότι γίνονται για λογαριασμό της συγχωνεύουσας εταιρίας, καθώς και την τύχη των οικονομικών αποτελεσμάτων της ή των συγχωνευόμενων εταιριών, τα οποία θα προκύψουν από την ημερομηνία αυτή μέχρι την ημερομηνία ολοκλήρωσης της συγχώνευσης όπως προβλέπεται στο άρθρο 112 παράγραφος 3 του παρόντος νόμου.
3.    Το σχέδιο συγχώνευσης καταχωρίζεται στο Γ.Ε.ΜΗ., όπου υπάγεται καθεμιά από τις συγχωνευόμενες εταιρίες με αίτηση των διαχειριστών τους.

Άρθρο 110
Προστασία των δανειστών

Εντός ενός (1) μηνός από την καταχώριση της παραγράφου 3 του προηγούμενου άρθρου, οι δανειστές των συγχωνευόμενων εταιριών, οι απαιτήσεις των οποίων γεννήθηκαν πριν από αυτή, έχουν το δικαίωμα να προβάλουν έγγραφες αντιρρήσεις και να ζητήσουν επαρκείς εγγυήσεις, εφόσον η οικονομική κατάσταση των συγχωνευόμενων εταιριών καθιστά απαραίτητη την προστασία αυτή. Ύστερα από αίτηση της οφειλέτριας εταιρίας το δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει την συγχώνευση παρά τις αντιρρήσεις πιστωτή ή πιστωτών, εάν κρίνει ότι η οικονομική κατάσταση των συγχωνευόμενων εταιριών ή οι εγγυήσεις που έχουν ήδη λάβει οι πιστωτές αυτοί ή οι εγγυήσεις που τους προσφέρονται δεν δικαιολογούν τις αντιρρήσεις τους. Η αίτηση κοινοποιείται προς τους πιστωτές που έχουν προβάλει τις αντιρρήσεις. Η απόφαση του δικαστηρίου υπόκειται μόνο σε ανακοπή ερημοδικίας.

Άρθρο 111
Εκτίμηση των περιουσιακών στοιχείων των συγχωνευόμενων εταιριών

1.    Για την εκτίμηση των περιουσιακών στοιχείων των συγχωνευόμενων εταιριών και του δικαίου και λογικού της σχέσης ανταλλαγής συντάσσεται έκθεση προς τους εταίρους των εταιριών αυτών σύμφωνα με τα άρθρα 9 και 9α του κ.ν. 2190/1920.
2.    Με κοινή εντολή των συγχωνευόμενων εταιριών, τα πρόσωπα που προβαίνουν στην εκτίμηση μπορούν να συντάξουν ενιαία έκθεση για όλες τις εταιρίες. Με συμφωνία όλων των εταίρων των συγχωνευόμενων εταιριών η παραπάνω έκθεση μπορεί να παραλειφθεί.

Άρθρο 112
Έγκριση της συγχώνευσης από τους εταίρους – Καταχώριση της απόφασης για συγχώνευση

1.    Το σχέδιο συγχώνευσης, καθώς και οι τροποποιήσεις του καταστατικού που τυχόν απαιτούνται για την πραγματοποίησή της ή το καταστατικό της νέας εταιρίας, πρέπει να εγκριθούν με απόφαση των εταίρων καθεμιάς από τις συγχωνευόμενες εταιρίες. Απόφαση δεν μπορεί να ληφθεί, αν δεν έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία προστασίας των δανειστών του άρθρου 110 του παρόντος νόμου.
2.    Αν η συγχώνευση πρόκειται να αποφασισθεί από τη συνέλευση των εταίρων, κάθε εταίρος έχει δικαίωμα ένα μήνα πριν από τη συνέλευση να λαμβάνει γνώση, στην έδρα της εταιρίας, τουλάχιστον: (α) του σχεδίου συγχώνευσης και (β) της έκθεσης του άρθρου 111 του παρόντος νόμου. Η συνέλευση δεν μπορεί να λάβει απόφαση για τη συγχώνευση, αν δεν έχει τηρηθεί η παραπάνω προθεσμία.
3.    Οι αποφάσεις των εταίρων που εγκρίνουν την συγχώνευση μαζί με υπεύθυνη δήλωση των διαχειριστών των συγχωνευόμενων εταιριών ότι τηρήθηκε η διαδικασία προστασίας των δανειστών του άρθρου 110 του παρόντος νόμου, καταχωρίζονται στο Γ.Ε.ΜΗ. ύστερα από κοινή αίτηση των διαχειριστών.

Άρθρο 113
Αποτελέσματα της συγχώνευσης

Από το χρόνο της καταχώρισης του άρθρου 112 παράγραφος 3 του παρόντος νόμου επέρχονται, έναντι των συγχωνευόμενων εταιριών και των τρίτων, αυτοδικαίως και χωρίς καμιά άλλη διατύπωση τα ακόλουθα αποτελέσματα:
(α) Η συγχωνεύουσα εταιρία υποκαθίσταται σε όλα γενικώς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της ή των συγχωνευόμενων εταιριών. Η μεταβίβαση αυτή εξομοιώνεται με καθολική διαδοχή. Στη συγχωνεύουσα εταιρία περιέρχονται και οι διοικητικές άδειες που είχαν εκδοθεί υπέρ της συγχωνευόμενης εταιρίας.
(β) Οι εταίροι της ή των συγχωνευόμενων εταιριών γίνονται εταίροι της συγχωνεύουσας εταιρίας.
(γ) Οι υποχρεώσεις των εταίρων που συμμετέχουν στις συγχωνευόμενες εταιρίες με μη κεφαλαιακές ή εγγυητικές εισφορές, εξακολουθούν να υφίστανται όπως και προηγουμένως.
(δ) Οι συγχωνευθείσες εταιρίες παύουν να υπάρχουν.
(ε) Οι εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται αυτοδικαίως στο όνομα της συγχωνεύουσας εταιρίας χωρίς να επέρχεται, λόγω της συγχώνευσης, διακοπή της δίκης.

Άρθρο 114
Ακυρωσία και ακυρότητα της συγχώνευσης

1.    Η συγχώνευση είναι ακυρώσιμη υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 74 παράγραφος 1 του παρόντος νόμου ή αν δεν τηρήθηκε η διαδικασία των παραπάνω άρθρων, άκυρη δε αν συντρέχουν οι περιπτώσεις του άρθρου 74 παράγραφοι 2 και 3 του παρόντος νόμου.
2.    Η συγχώνευση ακυρώνεται από το δικαστήριο μετά από αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον, υποβαλλόμενη εντός τριμήνου από την καταχώριση του άρθρου 112 παράγραφος 3 του παρόντος νόμου. Το αρμόδιο δικαστήριο παρέχει στις ενδιαφερόμενες εταιρίες εύλογη προθεσμία για άρση των ελαττωμάτων της συγχώνευσης, εάν αυτό είναι εφικτό.
3.    Η ακυρότητα της συγχώνευσης αναγνωρίζεται από το δικαστήριο μετά από αίτηση κάθε προσώπου που έχει έννομο συμφέρον, υποβαλλόμενη εντός προθεσμίας έξη (6) μηνών από την καταχώριση του άρθρου 112 παράγραφος 3 του παρόντος νόμου. Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 74 εφαρμόζεται αναλόγως.
4.    Η δικαστική απόφαση που κηρύσσει ή αναγνωρίζει την ακυρότητα της συγχώνευσης, καταχωρίζεται στο Γ.Ε.ΜΗ. Εντός προθεσμίας τριών (3) μηνών από την καταχώριση αυτή μπορεί να ασκηθεί τριτανακοπή κατά της παραπάνω απόφασης.
5.    Η ακυρότητα της συγχώνευσης, που κηρύχθηκε ή αναγνωρίστηκε, δεν θίγει το κύρος των υποχρεώσεων της συγχωνεύουσας εταιρίας που γεννήθηκαν κατά την περίοδο μετά την ημερομηνία καταχώρισης του άρθρου 112 παράγραφος 3 του παρόντος νόμου και πριν από την καταχώριση της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου. Οι εταιρίες που έλαβαν μέρος στην ακυρωθείσα συγχώνευση ευθύνονται εις ολόκληρον για τις υποχρεώσεις αυτές.

Άρθρο 115
Μη δίκαιη και λογική σχέση ανταλλαγής

1.    Η συγχώνευση δεν κηρύσσεται άκυρη για το λόγο ότι η σχέση ανταλλαγής των εταιρικών μεριδίων των εταίρων των συγχωνευόμενων εταιριών με εταιρικά μερίδια της συγχωνεύουσας εταιρίας δεν είναι δίκαιη και λογική. Στην περίπτωση αυτή κάθε εταίρος της ή των συγχωνευόμενων εταιριών μπορεί να αξιώσει από την συγχωνεύουσα εταιρία την καταβολή αποζημίωσης σε μετρητά. Η αποζημίωση ορίζεται από το δικαστήριο μετά από αγωγή κάθε θιγομένου. Η αξίωση παραγράφεται μετά την παρέλευση τριών (3) μηνών από την καταχώριση του άρθρου 112 παράγραφος 3 του παρόντος νόμου.
2.    Το βάρος απόδειξης ότι η σχέση ανταλλαγής είναι δίκαιη και λογική φέρει η συγχωνεύουσα εταιρία.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙA’
ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΣΤΗ ΝΕΑ ΕΤΑΙΡΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

Άρθρο 116
Προσαρμογή στις γενικές διατάξεις

1.    Όπου στη νομοθεσία υπάρχουν ρυθμίσεις που αναφέρονται στις κεφαλαιουχικές εταιρίες, (α) οι ρυθμίσεις αυτές επεκτείνονται και στην ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρία, εκτός αν από το νόμο ή τη φύση της ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρίας συνάγεται κάτι διαφορετικό• (β) ως προς την ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρία οι αναφορές σε ποσοστά επί του κεφαλαίου λογίζεται ότι αναφέρονται σε ποσοστά επί του συνολικού αριθμού των εταιρικών μεριδίων.
2.    Όπου στη νομοθεσία ορίζεται ότι επάγγελμα ή δραστηριότητα μπορεί να ασκείται από εταιρίες περιορισμένης ευθύνης, εφεξής θα μπορεί να ασκείται και από ιδιωτικές κεφαλαιουχικές εταιρίες.
3.    Το άρθρο 98 παρ. 4 του Πτωχευτικού Κώδικα τροποποιείται ως εξής: «4. Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων εφαρμόζονται και στην εταιρία περιορισμένης ευθύνης, καθώς και στην ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρία».
4.    Το άρθρο 2 παρ. 1 περίπτ. α’ του ν. 3777/2009 «Διασυνοριακές συγχωνεύσεις κεφαλαιουχικών εταιριών και άλλες διατάξεις» τροποποιείται ως εξής: «α) η ανώνυμη εταιρία (Α.Ε.), η εταιρία περιορισμένης ευθύνης (ΕΠΕ), η ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρία (ΙKE), η ετερόρρυθμη κατά μετοχές εταιρία και η Ευρωπαϊκή Εταιρία (SE) με έδρα στην Ελλάδα» (ΦΕΚ Α’ 127).
5.    Οι νόμοι που παρέχουν κίνητρα για τους μετασχηματισμούς επιχειρήσεων (όπως, ενδεικτικά, ο ν. 2166/1993, «Κίνητρα ανάπτυξης επιχειρήσεων, διαρρυθμίσεις στην έμμεση και άμεση φορολογία και άλλες διατάξεις», ΦΕΚ Α’ 137), περιλαμβάνουν στο πεδίο εφαρμογής τους και την ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρία.
6.    Η τρίτη παράγραφος του άρθρου 1047 ΚΠολΔ τροποποιείται ως εξής: «Αν πρόκειται για νομικά πρόσωπα, εκτός από τις ανώνυμες εταιρίες, τις εταιρίες περιορισμένης ευθύνης και τις ιδιωτικές κεφαλαιουχικές εταιρίες, ως προς τα χρέη της παρ. 1 εδάφιο πρώτο του άρθρου αυτού, η προσωπική κράτηση διατάσσεται κατά των εκπροσώπων τους, και στις περιπτώσεις του άρθρου 947 παρ. 1 διατάσσεται κατά των νομίμων αντιπροσώπων του διαδίκου που τελεί υπό επιμέλεια».
7.    Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 11 του π.δ. 34/1995, Κωδικοποίηση διατάξεων νόμων περί εμπορικών μισθώσεων (ΦΕΚ Α’ 30), τροποποιείται ως εξής: «Επιτρέπεται πάντως μετά τριετία από τη σύναψη της σύμβασης η παραχώρηση της χρήσης του μισθίου σε εταιρία προσωπική ή περιορισμένης ευθύνης ή σε ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρία, που θα συσταθεί με ελάχιστη συμμετοχή και του μισθωτή κατά ποσοστό 35%».

Άρθρο 117
Προσαρμογή στο ν. 3853/2010

1.    Το άρθρο 1 του ν. 3853/2010 «Απλοποίηση διαδικασιών σύστασης προσωπικών και κεφαλαιουχικών εταιρειών και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α’ 90), τροποποιείται ως εξής:
«Άρθρο 1
Πεδίο Εφαρμογής – Σκοπός
Σκοπός του παρόντος νόμου είναι η απλοποίηση των διαδικασιών σύστασης προσωπικών και κεφαλαιουχικών εμπορικών εταιριών και ειδικότερα των ομορρύθμων εταιριών, των ετερορρύθμων εταιριών (κάθε μορφής), των ιδιωτικών κεφαλαιουχικών εταιριών, των εταιριών περιορισμένης ευθύνης και των ανωνύμων εταιριών (εφεξής: «Εταιρίες»)».

2.    Το άρθρο 2 περ. α) του ν. 3853/2010 τροποποιείται ως εξής:
«α) «Υπηρεσία Μιας Στάσης»:
«αα) Με την επιφύλαξη του άρθρου 1 και του άρθρου 7 του ν. 3419/2005 (ΦΕΚ Α΄ 297), όπως αυτός τροποποιείται με το άρθρο 13 του παρόντος νόμου, τα φυσικά πρόσωπα ή τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τα οποία ορίζονται ως αρμόδια για την έναρξη, διεκπεραίωση και ολοκλήρωση των διαδικασιών σύστασης ομορρύθμων και ετερορρύθμων εταιριών (κάθε μορφής), ιδιωτικών κεφαλαιουχικών εταιριών, εταιριών περιορισμένης ευθύνης και ανωνύμων εταιριών. Ως «Υπηρεσία Μιας Στάσης» για τη σύσταση ομορρύθμων και ετερορρύθμων εταιριών (κάθε μορφής) και ιδιωτικών κεφαλαιουχικών εταιριών ορίζονται οι αρμόδιες Υπηρεσίες του Γενικού Εμπορικού Μητρώου (Γ.Ε.ΜΗ.) του άρθρου 2 του ν. 3419/2005 (ΦΕΚ Α’ 297), όπως αυτός τροποποιείται με το άρθρο 13 του παρόντος νόμου, καθώς και τα Κέντρα Εξυπηρέτησης Πολιτών (Κ.Ε.Π.) που λαμβάνουν την «πιστοποίηση παροχής υπηρεσιών μιας στάσης», όπως προβλέπεται στο άρθρο 4 του παρόντος νόμου.
ββ) Ως Υπηρεσία Μιας Στάσης για τη σύσταση εταιριών περιορισμένης ευθύνης, ανωνύμων εταιριών, καθώς και σε όλες τις περιπτώσεις που για τη σύσταση συντάσσεται συμβολαιογραφικό έγγραφο, ορίζεται ο συμβολαιογράφος που συντάσσει το συμβολαιογραφικό έγγραφο σύστασης. Το ίδιο συμβαίνει με τις ιδιωτικές κεφαλαιουχικές εταιρίες, για τη σύσταση των οποίων τυχόν συντάσσεται συμβολαιογραφικό έγγραφο».

3.    Στο ν. 3853/2010 προστίθεται άρθρο 5α ως εξής:
«Άρθρο 5α
Διαδικασία σύστασης ιδιωτικών κεφαλαιουχικών εταιριών
1. Για τη σύσταση μιας ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρίας, οι συμβαλλόμενοι προβαίνουν, ενώπιον της Υπηρεσίας Μιας Στάσης, στις παρακάτω ενέργειες:
α) Καταθέτουν το συμφωνητικό σύστασης της εταιρίας. Το συμφωνητικό σύστασης της εταιρίας περιβάλλεται υποχρεωτικώς τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, στις περιπτώσεις που ορίζεται από το νόμο.
β) Υποβάλλουν υπογεγραμμένη αίτηση καταχώρισης στο Γ.Ε.ΜΗ.
γ) Υποβάλλουν αίτηση για την καταχώριση της επωνυμίας στο οικείο επιμελητήριο και για την εγγραφή της Εταιρίας ως μέλους σε αυτό.
δ) Καταβάλλουν το Γραμμάτιο Ενιαίου Κόστους Σύστασης Εταιρίας.
ε) Υποβάλλουν δήλωση για το Φόρο Συγκέντρωσης Κεφαλαίου και εξοφλούν άμεσα το φόρο που αναλογεί.
στ) Υποβάλλουν υπεύθυνη δήλωση για τη διεύθυνση της Εταιρίας.
ζ) Υποβάλλουν τις απαραίτητες αιτήσεις και συμπληρώνουν τα απαραίτητα έντυπα για τη χορήγηση αριθμού φορολογικού μητρώου και για την εγγραφή των διαχειριστών στους οικείους ασφαλιστικούς οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης.
2. Αυθημερόν ή το αργότερο την επόμενη εργάσιμη ημέρα και μετά την ολοκλήρωση των ενεργειών που προβλέπονται στην παράγραφο 1, η Υπηρεσία Μιας Στάσης υποχρεούται να:
α) Προβεί σε έλεγχο της αίτησης καταχώρισης και του συμφωνητικού σύστασης, ως προς τη νομιμοποίηση του αιτούντος και την πληρότητα των υποβαλλόμενων στοιχείων και εγγράφων, που αυτός υποβάλλει. Ιδιαίτερα ελέγχεται αν στο καταστατικό της εταιρίας αναφέρεται η επωνυμία, ο σκοπός και το ύψος του κεφαλαίου της εταιρίας, καθώς και αν, με βάση τα υποβαλλόμενα έγγραφα, ο σκοπός της εταιρίας είναι παράνομος ή αντίκειται στη δημόσια τάξη καθώς και αν ο μοναδικός ιδρυτής ή όλοι οι ιδρυτές είναι ικανοί για δικαιοπραξία.
β) Προβεί, μέσω της πρόσβασης στα ηλεκτρονικά αρχεία του Γ.Ε.ΜΗ. σε προέλεγχο της επωνυμίας και στη χορήγηση προέγκρισης χρήσης. Εφόσον η προτεινόμενη επωνυμία προσκρούει σε προγενέστερη καταχώριση, η Υπηρεσία Μιας Στάσης ενημερώνει τους ενδιαφερομένους και, μετά από συνεννόηση μαζί τους, προβαίνει σε τροποποίηση της επωνυμίας.
γ) Προβεί στην είσπραξη του Γραμματίου Ενιαίου Κόστους Σύστασης Εταιρίας και του φόρου συγκέντρωσης κεφαλαίου, καθώς και τη χορήγηση σχετικής απόδειξης καταβολής του Γραμματίου Ενιαίου Κόστους Σύστασης Εταιρίας, και του φόρου συγκέντρωσης κεφαλαίου.
δ) Μεριμνήσει για τη χορήγηση Α.Φ.Μ. στους εταίρους, όπου απαιτείται, καθώς και για την έκδοση των απαιτούμενων πιστοποιητικών ασφαλιστικής και φορολογικής ενημερότητας που απαιτούνται.
ε) Με την επιφύλαξη της παραγράφου 3, μεριμνήσει για την καταχώριση και εγγραφή της εταιρίας στην Υπηρεσία Γ.Ε.ΜΗ. του άρθρου 2 του ν. 3419/2005 (ΦΕΚ 297 Α’), όπως αυτός τροποποιείται με το άρθρο 13 του παρόντος νόμου, και για τη χορήγηση Αριθμού Γ.Ε.ΜΗ. και Κωδικού Αριθμού Καταχώρισης που προβλέπονται στην παράγραφο 7 του άρθρου 5 του ν. 3419/2005 (ΦΕΚ 297 Α’), όπως αυτός τροποποιείται με το άρθρο 13 του παρόντος νόμου.
στ) Μεριμνήσει, μέσω πρόσβασης στα οικεία ηλεκτρονικά αρχεία, για την έκδοση Α.Φ.Μ. της εταιρίας, καθώς και για την εγγραφή της εταιρίας και των διαχειριστών στους οικείους οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης.
ζ) Προβεί στην εγγραφή της Εταιρίας στο αρμόδιο επιμελητήριο.
3. Εάν από τον έλεγχο που προβλέπεται στην περίπτωση α’ της παραγράφου 2, προκύψει ότι η αίτηση, τα προσκομιζόμενα δικαιολογητικά ή το συμφωνητικό σύστασης δεν πληρούν τις προϋποθέσεις της κείμενης νομοθεσίας, οι ενδιαφερόμενοι καλούνται, μέσω τηλεομοιοτυπίας ή ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, να προβούν εγγράφως στις αναγκαίες διευκρινίσεις, διορθώσεις ή συμπληρώσεις μέσα σε δύο εργάσιμες, ή, εφόσον δικαιολογείται από τις περιστάσεις, σε δέκα εργάσιμες ημέρες από τη λήψη της σχετικής πρόσκλησης. Η χορήγηση αυτής της προθεσμίας παρατείνει ανάλογα την προθεσμία που προβλέπεται παραπάνω στην παράγραφο 2. Αν η προθεσμία των δύο ή δέκα εργάσιμων ημερών παρέλθει άπρακτη ή τα στοιχεία, παρά την εμπρόθεσμη υποβολή τους, εξακολουθούν να μην πληρούν τις προϋποθέσεις του νόμου, η σύσταση της εταιρίας δεν καταχωρείται στο Γ.Ε.ΜΗ. και το Γραμμάτιο Ενιαίου Κόστους Σύστασης Εταιρίας και ο Φόρος Συγκέντρωσης Κεφαλαίου που καταβλήθηκαν επιστρέφονται, εν όλω ή εν μέρει, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην κοινή υπουργική απόφαση της περίπτωσης Α’ της παραγράφου 2 του άρθρου 4.»

4.    Το άρθρο 9 του νόμου 3853/2010 τροποποιείται ως εξής:
«Οι διατάξεις του άρθρου 42 του ν.δ. 3026/1954 (Κώδικας περί Δικηγόρων) δεν εφαρμόζονται στη σύνταξη συμβολαιογραφικών εγγράφων σύστασης εταιριών περιορισμένης ευθύνης, ανωνύμων εταιριών και ιδιωτικών κεφαλαιουχικών εταιριών, εφόσον το κεφάλαιο της εταιρίας είναι ίσο ή μικρότερο των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ».

Άρθρο 118
Προσαρμογή στο Γ.Ε.ΜΗ.

1.    Η περίπτωση β’ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3419/2005 (ΦΕΚ Α’ 297) τροποποιείται ως εξής:
«β. Η ένωση προσώπων που ασκεί εμπορία μέσω κύριας ή δευτερεύουσας εγκατάστασης στην ημεδαπή και κάθε εμπορική εταιρία, εφόσον συστάθηκε κατά το ελληνικό δίκαιο, ήτοι η ομόρρυθμη και ετερόρρυθμη (απλή ή κατά μετοχές) εταιρία, ο αστικός συνεταιρισμός, στον οποίο περιλαμβάνεται ο αλληλοασφαλιστικός και ο πιστωτικός συνεταιρισμός, η ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρία, η εταιρία περιορισμένης ευθύνης και η ανώνυμη εταιρία. Από την εγγραφή στο Γ.Ε.ΜΗ. εξαιρούνται οι οικοδομικοί συνεταιρισμοί που προβλέπονται στο π.δ. 53/1987 (ΦΕΚ 52 Α’), οι Ναυτικές Εταιρείες που συνιστώνται κατά το ν. 959/1979 (ΦΕΚ 192 Α’) και οι Ναυτιλιακές Εταιρείες Πλοίων Αναψυχής που συνιστώνται κατά το ν. 3182/2003 (ΦΕΚ 220 Α’).

2.    Το πρώτο εδάφιο της περ. β’ της παραγράφου 2 του άρθρου 2 του ν. 3419/2005 τροποποιείται ως εξής:
«β. την παραλαβή, την πρωτοκόλληση και τον έλεγχο νομιμότητας των σχετικών αιτήσεων και των συνοδευτικών εγγράφων, καθώς και τον έλεγχο νομιμότητας των νομικών πράξεων, των δηλώσεων, των εγγράφων και των λοιπών στοιχείων που αφορούν τους υπόχρεους και δικαιολογούν την καταχώριση, μεταβολή ή διαγραφή, εκτός από τις περιπτώσεις σύστασης της ομόρρυθμης και ετερόρρυθμης (απλής ή κατά μετοχές) εταιρίας, της ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρίας, της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης και της ανώνυμης εταιρίας, όταν αυτή πραγματοποιείται από τις Υπηρεσίες Μιας Στάσης, όπως προβλέπεται στην κείμενη νομοθεσία».
3.    Η παράγραφος 8 του άρθρου 7 του ν. 3419/2005 τροποποιείται ως εξής:
«8. Οι παράγραφοι 4 και 5 του άρθρου αυτού δεν εφαρμόζονται για τις καταχωρίσεις που διενεργούν οι Υπηρεσίες Μιας Στάσης κατά το στάδιο σύστασης των ομόρρυθμων εταιριών, των ετερόρρυθμων εταιριών (κάθε μορφής), των ιδιωτικών κεφαλαιουχικών εταιριών, των εταιριών περιορισμένης ευθύνης και των ανωνύμων εταιριών, όπως προβλέπεται από την κείμενη νομοθεσία.»

4.    Η παράγραφος 1 του άρθρου 15 του ν. 3419/2005 τροποποιείται ως εξής:
«1. Με την καταχώριση στο Γ.Ε.ΜΗ. των νομικών γεγονότων, δηλώσεων, εγγράφων και λοιπών στοιχείων, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού, επέρχονται, ως προς τις ομόρρυθμες εταιρίες, τις ετερόρρυθμες εταιρίες (απλές ή κατά μετοχές), τις ανώνυμες εταιρίες, τις εταιρίες περιορισμένης ευθύνης, τις ιδιωτικές κεφαλαιουχικές εταιρίες, τους αστικούς συνεταιρισμούς, τις εταιρίες που αναφέρονται στις περιπτώσεις γ’, δ’ και ε’ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 και τους υπόχρεους που αναφέρονται στην περίπτωση β’ της παραγράφου 2 του άρθρου 1, τα ακόλουθα αποτελέσματα:
α) Τα υπό σύσταση νομικά πρόσωπα που ορίζονται στο προηγούμενο εδάφιο αποκτούν νομική προσωπικότητα.
β. Με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας που ρυθμίζουν τη μετατροπή ή το μετασχηματισμό των εταιρειών, συντελείται η μετατροπή των υπόχρεων εταιρειών σε ανώνυμες εταιρείες, εταιρείες περιορισμένης ευθύνης, ιδιωτικές κεφαλαιουχικές εταιρίες, αστικούς συνεταιρισμούς και σε εταιρείες που αναφέρονται στις περιπτώσεις γ’, δ’ και ε’ της παραγράφου 1 του άρθρου 1.
γ. Επέρχεται η τροποποίηση του καταστατικού.
δ. Συντελείται η συγχώνευση ή η διάσπαση, με μόνη την εγγραφή και πριν από τη διαγραφή της εταιρίας που απορροφάται ή διασπάται.
ε. Επέρχεται η λύση, μετά από απόφαση των εταίρων ή έκδοση σχετικής διοικητικής πράξης,
στ. Επέρχεται η αναβίωση».

5.    Η περίπτωση γ) της παρ. 1 του άρθρου 16 του ν. 3419/2005 τροποποιείται ως εξής:
«γ) Οι δημοσιεύσεις στο διαδικτυακό τόπο του Γ.Ε.ΜΗ. που αφορούν στις κεφαλαιουχικές εταιρίες προβάλλονται σε ειδικό υποκατάλογο υπό τον τίτλο «Δελτίο Εμπορικής Δημοσιότητας/Τεύχος Κεφαλαιουχικών Εταιριών». Σε ειδικό τμήμα του Τεύχους αυτού προβάλλονται οι προσκλήσεις και κάθε άλλης μορφής επικοινωνία της εταιρίας με τους μετόχους της, οι ανακοινώσεις σχετικά με τους μετασχηματισμούς των εταιριών (μετατροπή, συγχώνευση, διάσπαση, απόσχιση κ.λπ.) και γενικά οι πράξεις για τις οποίες υπάρχει σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις υποχρέωση δημοσιότητας».

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΒ’
ΤΕΛΙΚΕΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 119
Διευκόλυνση μετατροπής υφιστάμενων εταιριών περιορισμένης ευθύνης σε ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρία

 Μέχρι την 31 Δεκεμβρίου 2013, υφιστάμενες εταιρίες περιορισμένης ευθύνης μπορούν να μετατραπούν σε ιδιωτικές κεφαλαιουχικές εταιρίες κατά το άρθρο 64, εάν αυτό αποφασισθεί από τη συνέλευση των εταίρων, που λαμβάνεται είτε με πλειοψηφία τουλάχιστον των δύο τρίτων του όλου αριθμού των εταίρων, που εκπροσωπούν τα δύο τρίτα του όλου εταιρικού κεφαλαίου, είτε με πλειοψηφία τουλάχιστον των τριών τετάρτων του όλου εταιρικού κεφαλαίου. Ρήτρες του καταστατικού που προβλέπουν μεγαλύτερα ποσοστά πλειοψηφίας δεν λαμβάνονται υπόψη για την απόφαση αυτή.

Άρθρο 120
Έναρξη σύστασης Ι.Κ.Ε.

Η σύσταση ιδιωτικών κεφαλαιουχικών εταιριών είναι δυνατή από την 1η Μαρτίου 2012. Ως σύσταση νοείται η υποβολή αιτήματος στην αρμόδια Υπηρεσία Μιας Στάσης για τη σύσταση εταιρίας.

ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ
ΣΗΜΑ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ  ΚΑΙ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’
ΕΝΝΟΙΑ ΚΑΙ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Άρθρο 121
Σημεία από τα οποία είναι δυνατόν να συνίσταται ένα σήμα

Σήμα μπορεί να αποτελέσει κάθε σημείο επιδεκτικό γραφικής παράστασης ικανό να διακρίνει τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες μιας επιχείρησης από εκείνα άλλων επιχειρήσεων.
Μπορούν να αποτελέσουν σήμα ιδίως λέξεις, ονόματα, επωνυμίες, ψευδώνυμα,  απεικονίσεις, σχέδια, γράμματα, αριθμοί, χρώματα,  ήχοι, συμπεριλαμβανομένων των μουσικών φράσεων, το σχήμα του προϊόντος ή της συσκευασίας του.   

Άρθρο 122
Κτήση δικαιώματος

 Το δικαίωμα για αποκλειστική χρήση του σήματος αποκτάται με την καταχώρισή του σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου.

Άρθρο 123
Απόλυτοι λόγοι απαραδέκτου

1.    Δεν καταχωρίζονται ως σήματα σημεία τα οποία:
    α. δεν μπορούν να αποτελέσουν σήμα σύμφωνα με το άρθρο 121 του παρόντος νόμου,
    β. στερούνται διακριτικού χαρακτήρα,
    γ. συνίστανται αποκλειστικά από σημεία ή ενδείξεις που μπορούν να χρησιμεύσουν στις συναλλαγές για τη δήλωση του είδους, της ποιότητας, των ιδιοτήτων, της ποσότητας, του προορισμού, της αξίας, της γεωγραφικής προέλευσης ή του χρόνου παραγωγής του προϊόντος ή παροχής της υπηρεσίας ή άλλων χαρακτηριστικών του προϊόντος ή της υπηρεσίας,
    δ. συνίστανται αποκλειστικά από σημεία ή ενδείξεις, τα οποία έχουν καταστεί συνήθη στην καθομιλουμένη ή στη θεμιτή και πάγια πρακτική των συναλλαγών,
    ε. συνίστανται αποκλειστικά από το σχήμα που επιβάλλεται από τη φύση του προϊόντος ή είναι απαραίτητο για την επίτευξη ενός τεχνικού αποτελέσματος ή προσδίδει ουσιαστική αξία στο προϊόν,
    στ. αντίκεινται στη δημόσια τάξη ή τα χρηστά ήθη,
    ζ.  μπορούν να παραπλανήσουν το κοινό, ιδίως ως προς τη φύση, την ποιότητα ή τη γεωγραφική προέλευση του προϊόντος ή της υπηρεσίας.
2.    Ομοίως, δεν καταχωρίζονται ως σήματα σημεία τα οποία
α) προορίζονται να διακρίνουν κρασιά ή οινοπνευματώδη  που εμπεριέχουν  ή αποτελούνται από προστατευόμενη από την νομοθεσία της Ε.Ε, γεωγραφική ένδειξη υποδηλούσα κρασιά ή οινοπνευματώδη,  εφόσον τα εν λόγω κρασιά ή οινοπνευματώδη  δεν έχουν τη συγκεκριμένη  προέλευση.
β) εμπεριέχουν  ή αποτελούνται από ονομασία προέλευσης ή γεωγραφική ένδειξη γεωργικών προϊόντων και τροφίμων που έχουν ήδη καταχωρισθεί σύμφωνα με την νομοθεσία της Ε.Ε  και αφορούν τον ίδιο τύπο προϊόντος, υπό την προϋπόθεση ότι η αίτηση καταχώρισης του εν λόγω σήματος υποβάλλεται μετά την ημερομηνία υποβολής της αίτησης καταχώρισης της ονομασίας προέλευσης ή της γεωγραφικής ένδειξης των γεωργικών προϊόντων και τροφίμων.
3.    Δεν καταχωρίζονται επίσης ως σήματα:
    α. τα ονόματα κρατών, η σημαία, τα εμβλήματα, τα σύμβολα, οι θυρεοί, τα σημεία και τα επισήματα του ελληνικού κράτους και των λοιπών κρατών, που αναφέρονται στο άρθρο 6 τρις της Σύμβασης των Παρισίων για την προστασία της Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας (ν. 213/1975) και με τις προϋποθέσεις του άρθρου αυτού, καθώς και τα σημεία μεγάλης συμβολικής σημασίας και ιδιαιτέρου δημοσίου συμφέροντος και ιδίως θρησκευτικά σύμβολα, παραστάσεις και λέξεις,
    β. τα σημεία των οποίων η κατάθεση αντίκειται στην καλή πίστη ή έγινε κακόπιστα.
4.    Κατά παρέκκλιση των διατάξεων των εδαφίων β’, γ’ και δ’ της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, σημείο γίνεται δεκτό για καταχώριση, εφόσον μέχρι την ημερομηνία κατάθεσης του απέκτησε διακριτικό χαρακτήρα λόγω της χρήσης του.

Άρθρο 124
Σχετικοί λόγοι απαραδέκτου

1.    Σημείο δε γίνεται δεκτό για καταχώριση:
    α. εάν ταυτίζεται με προγενέστερο σήμα και τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες, για τα οποία το σήμα έχει δηλωθεί, ταυτίζονται με εκείνα για τα οποία προστατεύεται το προγενέστερο σήμα,
    β. εάν, λόγω της ταυτότητας με το προγενέστερο σήμα και της ομοιότητας των προϊόντων ή υπηρεσιών ή της ομοιότητας με το προγενέστερο σήμα και της ταυτότητας των προϊόντων ή υπηρεσιών ή της ομοιότητας με το προγενέστερο σήμα και της ομοιότητας των προϊόντων ή υπηρεσιών, υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης του κοινού, ο οποίος περιλαμβάνει και τον κίνδυνο συσχέτισής του με το προγενέστερο σήμα,
    γ. εάν ταυτίζεται ή ομοιάζει με προγενέστερο σήμα που έχει αποκτήσει φήμη και η χρησιμοποίηση του μεταγενέστερου σήματος θα προσπόριζε σε αυτό, χωρίς εύλογη αιτία, αθέμιτο όφελος από το διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη του προγενέστερου σήματος ή θα έβλαπτε το διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη αυτού, ανεξάρτητα αν το μεταγενέστερο σήμα προορίζεται να διακρίνει προϊόντα ή υπηρεσίες που ομοιάζουν με τα προϊόντα ή υπηρεσίες του προγενέστερου σήματος.
2.    Ως προγενέστερα σήματα κατά τον παρόντα νόμο νοούνται:
    α. τα σήματα, συμπεριλαμβανομένων των διεθνών με ισχύ στην Ελλάδα και των κοινοτικών, τα οποία έχουν καταχωρισθεί πριν από την ημερομηνία κατάθεσης της δήλωσης του σήματος, αφού ληφθούν υπόψη τα προβληθέντα δικαιώματα προτεραιότητας ή αρχαιότητας αυτών,
    β. οι προγενέστερες δηλώσεις σημάτων, συμπεριλαμβανομένων των ανωτέρω διεθνών και κοινοτικών, με την επιφύλαξη της καταχώρισής τους,
    γ. τα σήματα τα οποία, κατά την ημερομηνία κατάθεσης της δήλωσης του σήματος ή ενδεχομένως κατά την ημερομηνία προτεραιότητας που προβάλλεται προς υποστήριξη αυτής, είναι παγκοίνως γνωστά κατά την έννοια του άρθρου 6 δις της Σύμβασης των Παρισίων,
3.    Σημείο δε γίνεται δεκτό για καταχώριση:
    α. εάν προσκρούει σε δικαίωμα μη καταχωρισμένου σήματος ή άλλου διακριτικού σημείου ή γνωρίσματος που χρησιμοποιείται στις συναλλαγές, το οποίο παρέχει στο δικαιούχο το δικαίωμα να απαγορεύει τη χρήση μεταγενέστερου σήματος, με την προϋπόθεση ότι τα δικαιώματα αυτά έχουν αποκτηθεί πριν από την ημερομηνία κατάθεσης του εν λόγω σημείου, αφού ληφθούν υπόψη τα τυχόν προβαλλόμενα δικαιώματα προτεραιότητας,
    β. εάν προσκρούει σε προγενέστερο δικαίωμα της προσωπικότητας τρίτου ή σε προγενέστερο δικαίωμα πνευματικής ή βιομηχανικής ιδιοκτησίας πέραν αυτών που ρυθμίζονται από τον παρόντα νόμο,
    γ. εάν ενδέχεται να δημιουργήσει σύγχυση με σήμα που έχει καταχωρισθεί και χρησιμοποιείται στην αλλοδαπή  κατά τη στιγμή της κατάθεσης της δήλωσης, αν αυτή έγινε κακόπιστα από τον αιτούντα.
4.    Έγγραφη συναίνεση, με ή χωρίς όρους, του δικαιούχου προγενέστερου σήματος υποβληθείσα σε οποιοδήποτε στάδιο εξέτασης του σήματος από την Υπηρεσία Σημάτων, τη Διοικητική Επιτροπή Σημάτων ή τα Διοικητικά Δικαστήρια αίρει το κατά το άρθρο 124 παρ.1 του παρόντος νόμου κώλυμα καταχώρισης αυτού, εκτός εάν δημιουργείται προφανής κίνδυνος παραπλάνησης του κοινού, ιδίως ως προς τη φύση, την ποιότητα ή τη γεωγραφική προέλευση του προϊόντος ή της υπηρεσίας.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ – ΕΚΤΑΣΗ  ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Άρθρο 125  
Προστασία σήματος

1.    Η καταχώριση του σήματος παρέχει στο δικαιούχο αποκλειστικό δικαίωμα. Ιδίως παρέχει το δικαίωμα της χρήσης αυτού, το δικαίωμα να επιθέτει αυτό στα προϊόντα, τα οποία προορίζεται να διακρίνει, να χαρακτηρίζει τις παρεχόμενες υπηρεσίες, να επιθέτει αυτό στα περικαλύμματα και στις συσκευασίες των εμπορευμάτων, στο χαρτί αλληλογραφίας, στα τιμολόγια, στους τιμοκαταλόγους, στις αγγελίες, στις κάθε είδους διαφημίσεις, ως και σε άλλο έντυπο υλικό και να το χρησιμοποιεί σε ηλεκτρονικά ή οπτικοακουστικά μέσα.
2.    Ως χρήση του σήματος θεωρείται επίσης:
    α. η χρήση του σήματος που γίνεται υπό μορφή που διαφέρει ως προς τα στοιχεία του, τα οποία όμως δε μεταβάλλουν το διακριτικό χαρακτήρα αυτού,
    β. η επίθεση του σήματος σε προϊόντα ή στη συσκευασία τους στην Ελλάδα με προορισμό αποκλειστικά την εξαγωγή,
    γ. η χρήση του σήματος με τη συγκατάθεση του δικαιούχου, καθώς και η χρήση συλλογικού σήματος από δικαιούμενα προς τούτο πρόσωπα.
3.    Ο δικαιούχος του σήματος δικαιούται να απαγορεύει σε κάθε τρίτο να χρησιμοποιεί στις συναλλαγές χωρίς την άδειά του :
α. σημείο ταυτόσημο με το σήμα για προϊόντα ή υπηρεσίες που ταυτίζονται με εκείνες για τις οποίες το σήμα έχει καταχωρηθεί ,
 β. σημείο για το οποίο, λόγω της ταυτότητας ή της ομοιότητας του με το σήμα και της ταυτότητας ή ομοιότητας των προϊόντων ή υπηρεσιών που καλύπτονται από το σήμα υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης, περιλαμβανομένου και του κινδύνου συσχέτισης,
γ. σημείο ταυτόσημο ή παρόμοιο με το σήμα για προϊόντα ή υπηρεσίες  που έχει αποκτήσει φήμη και η χρησιμοποίηση του μεταγενέστερου σήματος θα προσπόριζε σε αυτό, χωρίς εύλογη αιτία, αθέμιτο όφελος από το διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη του προγενέστερου σήματος ή θα έβλαπτε το διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη αυτού, ανεξάρτητα αν το μεταγενέστερο σήμα προορίζεται να διακρίνει προϊόντα ή υπηρεσίες που ομοιάζουν με τα προϊόντα ή υπηρεσίες του προγενέστερου σήματος.
4.    Ο δικαιούχος του σήματος δικαιούται επίσης να απαγορεύει σε κάθε τρίτο :
α. την απλή διέλευση παραποιημένων ή απομιμητικών προϊόντων μέσα από την ελληνική επικράτεια με προορισμό άλλη χώρα, ή την εισαγωγή με σκοπό την επανεξαγωγή,
β. την επίθεση του σήματος σε γνήσια προϊόντα παραγωγής του που όμως ο ίδιος προόριζε να κυκλοφορήσει ως ανώνυμα,
γ. την αφαίρεση του σήματος από γνήσια προϊόντα και τη διάθεσή τους στην αγορά ως ανώνυμων ή με άλλο σήμα.

Άρθρο 126
Περιορισμός προστασίας

1.    Το δικαίωμα που παρέχει το σήμα στο δικαιούχο δεν παρεμποδίζει τρίτους να χρησιμοποιούν στις συναλλαγές:
    α) το όνομα, το επώνυμο, την επωνυμία και τη διεύθυνσή τους,
    β) ενδείξεις σχετικές με το είδος, την ποιότητα, τον προορισμό, την αξία, τη γεωγραφική προέλευση, το χρόνο παραγωγής του προϊόντος ή της παροχής της υπηρεσίας ή άλλα χαρακτηριστικά τους,
    γ) το ίδιο το σήμα, αν τούτο είναι αναγκαίο προκειμένου να δηλωθεί ο προορισμός προϊόντος ή υπηρεσίας, ιδίως δε όταν πρόκειται για εξαρτήματα ή ανταλλακτικά,
εφόσον η χρήση αυτή γίνεται σύμφωνα με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη που ισχύουν στη βιομηχανία ή στο εμπόριο και ιδίως όχι εν είδει σήματος.

2.    Το δικαίωμα που παρέχει το σήμα δεν παρεμποδίζει τρίτους να χρησιμοποιούν στις συναλλαγές ένα προγενέστερο δικαίωμα τοπικής ισχύος αν το δικαίωμα αυτό ασκείται στα εδαφικά όρια στα οποία αναγνωρίζεται.

Άρθρο 127
Απώλεια δικαιώματος λόγω ανοχής

1.    Ο δικαιούχος προγενέστερου σήματος, κατά την έννοια του άρθρου 124 παρ. 2 του παρόντος νόμου, δεν έχει το δικαίωμα να απαγορεύσει τη χρήση μεταγενέστερου σήματος για τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες, για τις οποίες έχει καταχωρισθεί, εφόσον ανέχτηκε εν γνώσει του τη χρήση του σήματος αυτού για περίοδο πέντε συνεχών ετών, εκτός αν η κατάθεση του μεταγενέστερου σήματος έγινε με κακή πίστη.

2.    Στην περίπτωση της προηγούμενης παραγράφου, ο μεταγενέστερος δικαιούχος δεν μπορεί να απαγορεύσει τη χρήση του προγενέστερου σήματος.

Άρθρο 128
Ανάλωση του δικαιώματος

1.    Το δικαίωμα που παρέχει το σήμα δεν επιτρέπει στο δικαιούχο του να απαγορεύει τη χρήση του σήματος για προϊόντα που έχουν διατεθεί με το σήμα αυτό μέσα στον Ενιαίο Οικονομικό Χώρο από τον ίδιο το δικαιούχο ή με τη συγκατάθεσή του.
2.    Η παράγραφος 1 δεν εφαρμόζεται αν ο δικαιούχος έχει εύλογη αιτία να αντιταχθεί στη μεταγενέστερη εμπορική εκμετάλλευση των προϊόντων, ιδίως όταν η κατάσταση των προϊόντων μεταβάλλεται ή αλλοιώνεται μετά τη διάθεσή τους στο εμπόριο.

Άρθρο 129
Δήλωση μη διεκδίκησης και δήλωση περιορισμού

O καταθέτης μπορεί οποτεδήποτε και ανεξαρτήτως εκκρεμοδικίας:
    α. να προβεί σε δήλωση μη διεκδίκησης δικαιωμάτων σε ορισμένα μη ουσιώδη στοιχεία του δηλωθέντος σήματος,
    β. να προβεί σε δήλωση περιορισμού προϊόντων ή υπηρεσιών ακόμη και αν δεν αναφέρονται κατά λέξη στη δήλωση.

Άρθρο 130
Διαίρεση της δήλωσης κατάθεσης ή της καταχώρισης σήματος

1.    Ο καταθέτης ή ο δικαιούχος σήματος μπορεί να διαιρέσει τη δήλωση κατάθεσης ή την καταχώριση σήματος αντίστοιχα, δηλώνοντας ότι ένα τμήμα των προϊόντων ή των υπηρεσιών που περιλαμβάνονται στην αρχική δήλωση ή καταχώριση θα αποτελέσουν αντικείμενο μιας ή περισσοτέρων τμηματικών δηλώσεων ή καταχωρίσεων. Τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες της δήλωσης διαίρεσης δεν επιτρέπεται να αλληλοεπικαλύπτονται με εκείνα που παραμένουν στην  αρχική ή τμηματική δήλωση κατάθεσης ή καταχώριση.
2.    Η χρονική προτεραιότητα κάθε τμηματικής δήλωσης κατάθεσης ή καταχώρισης ανατρέχει στο χρόνο κατάθεσης της αρχικής δήλωσης.
3.    Η δήλωση διαίρεσης είναι απαράδεκτη εφόσον έχει ασκηθεί ανακοπή κατά της αρχικής δήλωσης κατάθεσης ή αίτηση έκπτωσης ή ακυρότητας κατά της καταχώρισης και η δήλωση διαίρεσης έχει ως αποτέλεσμα τη διαίρεση μεταξύ των προϊόντων  ή των υπηρεσιών που αποτελούν αντικείμενο της ανακοπής ή της αίτησης έκπτωσης ή ακυρότητας, έως ότου η απόφαση επί της ανακοπής ή της αίτησης έκπτωσης ή ακυρότητας καταστεί τελεσίδικη ή η διαδικασία περαιωθεί κατ’ άλλον τρόπο.

 ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ’
ΤΟ ΣΗΜΑ ΩΣ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ

Άρθρο 131
Μεταβίβαση

1.    Το δικαίωμα στο σήμα ή στην αίτηση κατάθεσης (δήλωση) δύναται να μεταβιβασθεί, εν ζωή ή αιτία θανάτου, για το σύνολο ή μέρος των προϊόντων ή υπηρεσιών για τα οποία έχει κατατεθεί ή καταχωρισθεί, ανεξάρτητα από τη μεταβίβαση της επιχείρησης.
2.    Η  μεταβίβαση του σήματος ή της δήλωσης σήματος για μέρος μόνο των προϊόντων  ή  υπηρεσιών δεν επιτρέπεται εάν δημιουργείται προφανής κίνδυνος παραπλάνησης του κοινού, ιδίως ως προς τη φύση, την ποιότητα ή τη γεωγραφική προέλευση του προϊόντος ή της Υπηρεσίας.
3.    Η μεταβίβαση της επιχείρησης στο σύνολό της συνεπάγεται και την μεταβίβαση του σήματος εκτός αν υπάρχει αντίθετη συμφωνία ή αυτό προκύπτει σαφώς από τις περιστάσεις.
4.    Η συμφωνία για την μεταβίβαση πρέπει να είναι έγγραφη. Έχει ισχύ έναντι των τρίτων μόνο μετά την καταχώριση αυτής στο Βιβλίο σημάτων.
5.    Σε περίπτωση μεταβίβασης σήματος κατά το χρονικό διάστημα που η υπόθεση είναι εκκρεμής ενώπιον της Υπηρεσίας Σημάτων ή της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων ή των αρμοδίων Διοικητικών Δικαστηρίων, ο αποκτών δικαιούται να ασκήσει κύρια παρέμβαση και ο δικαιοπάροχος πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του διαδόχου.
6.    Μέχρι και την ενώπιον του διοικητικού εφετείου συζήτηση ο καταθέτης μπορεί να αποκτήσει εκ μεταβιβάσεως προγενέστερο σήμα που κωλύει την καταχώριση της κρινόμενης δήλωσής του, οπότε η καταχώριση της μεταβίβασης στο μητρώο σημάτων αίρει αυτοδικαίως το λόγο που κώλυε την καταχώριση.
Το διοικητικό εφετείο δεσμεύεται να λάβει  υπόψη την ως άνω μεταβίβαση με μόνη την προσκόμιση αντιγράφου της μερίδας του σήματος όπου σημειώνεται η μεταβίβαση.

Άρθρο 132
Άδεια χρήσης

1.    Επιτρέπεται η παραχώρηση αποκλειστικής ή μη χρήσης του εθνικού ή διεθνούς με ισχύ στην Ελλάδα σήματος για μέρος ή το σύνολο των καλυπτόμενων προϊόντων ή υπηρεσιών και για το σύνολο ή τμήμα της ελληνικής επικράτειας, εκτός εάν δημιουργείται προφανής κίνδυνος παραπλάνησης του κοινού, ιδίως ως προς τη φύση, την ποιότητα ή τη γεωγραφική προέλευση του προϊόντος ή της υπηρεσίας.
2.    Η συμφωνία για την παραχώρηση άδειας χρήσης πρέπει να είναι έγγραφη. Έχει ισχύ έναντι των τρίτων μόνο μετά την καταχώρισή της στο Βιβλίο Σημάτων.
3.    Ο δικαιούχος του σήματος μπορεί να ασκήσει τα δικαιώματα που παρέχει το σήμα κατά του αδειούχου που παραβιάζει διατάξεις της σύμβασης για την παραχώρηση άδειας χρήσης σχετικά με:
α) τη διάρκεια της άδειας,
β) τη μορφή, με την οποία μπορεί, σύμφωνα με την καταχώριση, να χρησιμοποιηθεί το σήμα,
γ) το είδος των προϊόντων ή των υπηρεσιών, για τις οποίες έχει παραχωρηθεί η άδεια,
δ) την περιοχή, μέσα στην οποία επιτρέπεται η χρήση  του σήματος,
 ε) την ποιότητα των προϊόντων που κατασκευάζει ή των υπηρεσιών που παρέχει ο αδειούχος.
4.    Τα μέρη δύνανται  να συμφωνήσουν ότι ο αδειούχος χρήσης σήματος δικαιούται να  παραχωρεί υποάδειες χρήσης αυτού με τη διαδικασία και τους όρους της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου.
5.    Τις αξιώσεις επί προσβολής του σήματος ασκεί αυτοτελώς και ο αδειούχος χρήσης σήματος, εφόσον συναινεί ο δικαιούχος. Εφόσον δεν έχει συμφωνηθεί διαφορετικά, ο αποκλειστικός αδειούχος μπορεί, και χωρίς τη συναίνεση του δικαιούχου, να ασκήσει αυτοτελώς τις αξιώσεις επί προσβολής σήματος σε περίπτωση που ο τελευταίος, μολονότι ειδοποιήθηκε για την προσβολή του σήματος,  δεν ασκεί τις αξιώσεις του σε εύλογο χρονικό διάστημα.
6.    Σε περίπτωση άσκησης αγωγής από το δικαιούχο μπορεί να ασκήσει παρέμβαση ο αδειούχος και να ζητήσει αποκατάσταση της  ζημίας που ο ίδιος υπέστη.
7.    Σε περίπτωση λύσης ή τροποποίησης της συμφωνίας παραχώρησης άδειας χρήσης το  Βιβλίο Σημάτων ενημερώνεται  σχετικά.  

Άρθρο 133
Εμπράγματα δικαιώματα – Αναγκαστική εκτέλεση – Πτωχευτική διαδικασία

1.    Το σήμα δύναται να αποτελέσει αντικείμενο ενεχυρίασης ,άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος ή αναγκαστικής εκτέλεσης, ανεξάρτητα από την επιχείρηση, ή να συμπεριληφθεί σε πτωχευτική διαδικασία.
2.    Οι πράξεις της προηγούμενης παραγράφου επί του σήματος εγγράφονται στο Βιβλίο Σημάτων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ’
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΗΣ

Άρθρο  134
Δήλωση  κατάθεσης σήματος

Για την καταχώριση εθνικού σήματος κατατίθεται δήλωση στη Διεύθυνση Εμπορικής και Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας (Υπηρεσία Σημάτων) του Υπουργείου Ανάπτυξης,  Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας.

Άρθρο  135
Προϋποθέσεις για χορήγηση ημερομηνία κατάθεσης

1.    Η δήλωση κατάθεσης σήματος συνοδεύεται από έγγραφο που αποδεικνύει την καταβολή του τέλους κατάθεσης και πρέπει να περιέχει:
    α. αίτημα για καταχώριση σήματος,
    β. αποτύπωση του σήματος,
    γ. ονοματεπώνυμο, κατοικία, τηλέφωνο επικοινωνίας και διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του καταθέτη. Επί νομικών προσώπων, αντί του ονοματεπώνυμου και της κατοικίας, αναγράφεται η επωνυμία και η έδρα αυτών. Επί περισσοτέρων καταθετών διορίζεται κοινός εκπρόσωπος,
    δ. κατάλογο των προϊόντων ή υπηρεσιών τα οποία το σήμα πρόκειται να διακρίνει, ταξινομημένα κατά κλάση με αναγραφή της οικείας κλάσεως κατά ομάδα προϊόντων.
2.    Ημερομηνία κατάθεσης της δήλωσης είναι η ημερομηνία υποβολής των εγγράφων της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού.

Άρθρο  136
Λοιπές τυπικές προϋποθέσεις της Δήλωσης κατάθεσης

1.    Επί πλέον των προϋποθέσεων του άρθρου 135 του παρόντος νόμου, η δήλωση κατάθεσης σήματος πρέπει να περιέχει:
α) την υπογραφή του καταθέτη ή κατά περίσταση του πληρεξουσίου του δικηγόρου
β) αν διεκδικείται προτεραιότητα, την ημερομηνία της προγενέστερης κατάθεσης, καθώς και τη χώρα όπου αυτή ισχύει,
γ) αν ο καταθέτης εκπροσωπείται από πληρεξούσιο δικηγόρο, το όνομα και τη διεύθυνση αυτού, συμπεριλαμβανομένης και της ηλεκτρονικής του διεύθυνσης,
δ)  αν η κατάθεση γίνεται από δικηγόρο, έγγραφη εξουσιοδότηση. Η απλή υπογραφή του καταθέτη στην εν λόγω εξουσιοδότηση είναι αρκετή,
ε) διορισμό αντικλήτου, διεύθυνση, τηλέφωνο επικοινωνίας και ηλεκτρονική διεύθυνση αυτού
στ) τον προσδιορισμό των κλάσεων των προϊόντων ή υπηρεσιών που το σήμα διακρίνει με αναγραφή της οικείας κλάσης κατά ομάδα προϊόντων ή υπηρεσιών,  
ζ) αν το σήμα είναι ηχητικό, έγχρωμο,  τρισδιάστατο ή συλλογικό, τη μνεία  των χαρακτηριστικών αυτών,
η)  αν το σήμα είναι γραμμένο με  χαρακτήρες άλλους από αυτούς του Ελληνικού και Λατινικού αλφαβήτου, την απόδοση, σε προσάρτημα, των χαρακτήρων αυτών στο Ελληνικό ή Λατινικό αλφάβητο,

Η δήλωση, καθώς και το αντίτυπο του σήματος, κατατίθενται υποχρεωτικά και σε ηλεκτρονική μορφή με την προσκομιδή στην αρμόδια υπηρεσία ψηφιακού δίσκου ή άλλου πρόσφορου ηλεκτρονικού αποθηκευτικού μέσου.
2.    Η δήλωση κατάθεσης συνοδευόμενη από την αποτύπωση του σήματος μπορεί να υποβάλλεται και εξ αποστάσεως με ηλεκτρονικά μέσα, εφόσον φέρει ημερομηνία και υπογραφή κατά την έννοια του άρθρου 3 παρ. 1 του Π.Δ. 150/2001 (ΦΕΚ Α΄125). Η δήλωση κατάθεσης και η αποτύπωση του σήματος που έχουν κατατεθεί ηλεκτρονικά θεωρείται ότι κατατέθηκαν, εφόσον επιστραφεί στον αποστολέα από την Υπηρεσία του άρθρου 134 του παρόντος νόμου, ηλεκτρονική απόδειξη που θα φέρει προηγμένη ηλεκτρονική υπογραφή κατά την παραπάνω έννοια και θα περιέχει τα στοιχεία που ορίζονται στην παρ. 2 του άρθρου 135 του παρόντος νόμου. Καταχώριση της ηλεκτρονικά υποβληθείσας δήλωσης γίνεται αμέσως στο Βιβλίο Σημάτων.
3.    Με κοινή απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, Οικονομικών και Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις, η διαδικασία, καθώς και οι τεχνικές προδιαγραφές, η τεχνική διαχείριση και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της προηγούμενης παραγράφου.

Άρθρο  137
Εξέταση της Δήλωσης

1.    Η δήλωση λαμβάνει αριθμό (πρωτοκόλλου), ημερομηνία και ώρα κατάθεσης. Καταχωρίζεται στο Βιβλίο σημάτων και αναρτάται στο δικτυακό τόπο της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου (Υπηρεσίας Σημάτων).
2.    Για κάθε δήλωση κατάθεσης δημιουργείται ηλεκτρονική καρτέλα, το περιεχόμενο της οποίας καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και η οποία κατ’ ελάχιστο περιέχει τα εξής στοιχεία: αριθμό πρωτοκόλλου, ημερομηνία και ώρα κατάθεσης της δήλωσης, αποτύπωση του σήματος, ονοματεπώνυμο του καταθέτη και επί νομικών προσώπων την επωνυμία αυτών καθώς και αναφορά, με χρονολογική σειρά, στις αποφάσεις που εκδίδονται επί της δήλωσης κατάθεσης,  στις τυχόν ασκηθείσες ανακοπές και προσφυγές και στις επ’ αυτών εκδιδόμενες αποφάσεις, καθώς και αναφορά στις πράξεις και αποφάσεις που εκδίδονται επί του σήματος, των οποίων η ανάρτηση στο διαδικτυακό τόπο της Υπηρεσίας Σημάτων προβλέπεται από τις επιμέρους διατάξεις του παρόντος νόμου.  

Άρθρο  138
Εξέταση των τυπικών προϋποθέσεων

1.    Η υπηρεσία Σημάτων εξετάζει
α) αν η δήλωση κατάθεσης πληροί τις προϋποθέσεις χορήγησης ημερομηνίας κατάθεσης σύμφωνα με το άρθρο 135 του παρόντος νόμου,
β) αν η δήλωση κατάθεσης πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 136 του παρόντος νόμου.
2.    Αν η δήλωση δεν πληροί τις προϋποθέσεις των άρθρων 135 και 136 του παρόντος νόμου, η Υπηρεσία Σημάτων καλεί τον καταθέτη να διορθώσει ή συμπληρώσει τις διαπιστωθείσες παρατυπίες ή ελλείψεις εντός προθεσμίας ενός μήνα.
3.    Σχετικά με τις παρατυπίες ή ελλείψεις που αφορούν στοιχεία του άρθρου 135 του παρόντος νόμου, αν ο καταθέτης συμμορφωθεί προς την πρόσκληση της Υπηρεσίας, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, αυτή χορηγεί ως ημερομηνία κατάθεσης της δήλωσης την ημερομηνία κατά την οποία διορθώθηκαν ή συμπληρώθηκαν όλες οι διαπιστωθείσες παρατυπίες ή ελλείψεις. Σε αντίθετη περίπτωση, η δήλωση δεν εξετάζεται ως αίτηση για καταχώριση  σήματος.
4.    Αν οι παρατυπίες ή ελλείψεις που αφορούν στοιχεία του άρθρου 136 του παρόντος νόμου δεν διορθωθούν ή συμπληρωθούν εντός της ταχθείσας προθεσμίας,  η Υπηρεσία απορρίπτει την δήλωση κατάθεσης σήματος και κοινοποιεί τη σχετική απόφαση στον καταθέτη.

Άρθρο  139
Εξέταση των λόγων απαραδέκτου

1.    Εάν δεν συντρέχει κάποιος λόγος απαραδέκτου κατά το άρθρο 123 ή τις παραγράφους 1 και 3 του άρθρου 124 του παρόντος νόμου, η δήλωση γίνεται δεκτή και δημοσιεύεται στο διαδικτυακό τόπο της ΓΓΕ μέσα σε προθεσμία ενός (1) μήνα από τη λήψη ημερομηνίας κατάθεσης.
2.    Εάν από την έρευνα που πραγματοποιεί η Υπηρεσία Σημάτων προκύπτει ότι η καταχώριση του σήματος είναι απαράδεκτη σύμφωνα με το άρθρο 123 ή τις παραγράφους 1 και 3 του άρθρου 124 του παρόντος νόμου, για το σύνολο ή μέρος των προϊόντων ή υπηρεσιών της δήλωσης κατάθεσης, ο καταθέτης καλείται όπως, εντός μηνός, είτε  ανακαλέσει τη δήλωση, είτε  περιορίσει την έκταση  προστασίας του σήματος σε βαθμό που καθιστούν αυτό παραδεκτό, είτε  υποβάλει τις παρατηρήσεις του.
3.    Εάν ο καταθέτης περιορίσει την έκταση προστασίας του σήματος σε βαθμό που καθιστούν αυτό παραδεκτό ή εάν οι παρατηρήσεις  του κριθούν βάσιμες, η δήλωση γίνεται δεκτή και δημοσιεύεται στον  δικτυακό τόπο της ΓΓΕ εντός της προθεσμίας της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου.
4.    Εάν ο καταθέτης δεν απαντήσει εντός της ταχθείσας προθεσμίας ή εάν δεν ανακαλέσει την δήλωσή του ή εάν δεν περιορίσει την έκταση προστασίας του σήματός του σε βαθμό που καθιστούν αυτό παραδεκτό ή, τέλος, εάν οι παρατηρήσεις του δεν κριθούν παραδεκτές και βάσιμες, η  Υπηρεσία σημάτων απορρίπτει τη δήλωση. Η απόφαση απόρριψης κοινοποιείται στον καταθέτη με μέριμνα της Υπηρεσίας Σημάτων και δημοσιεύεται στο διαδικτυακό τόπο της ΓΓΕ.
5.    Αρμόδιος για την διαδικασία της εξέτασης των λόγων απαραδέκτου και την λήψη απόφασης σχετικά με την παραδοχή ή απόρριψη της δήλωσης είναι ο εξεταστής, υπάλληλος της Υπηρεσίας σημάτων. Η απόφαση λαμβάνεται εξ ονόματος της Υπηρεσίας αυτής.

Άρθρο  140
Ανακοπή

1.    Κατά της δήλωσης κατάθεσης  μπορεί να ασκηθεί ανακοπή εντός προθεσμίας τριών μηνών από τη δημοσίευση αυτής στον δικτυακό τόπο της Υπηρεσίας Σημάτων σύμφωνα με το άρθρο 139 του παρόντος νόμου, για τον λόγο ότι η καταχώριση προσκρούει σε έναν ή περισσότερους λόγους του άρθρου 123  και των παραγράφων 1 και  3 του άρθρου  124 του παρόντος νόμου.
2.    Αν συντρέχουν οι λόγοι απαραδέκτου του άρθρου 123 του παρόντος νόμου η  ανακοπή ασκείται από οποιονδήποτε έχει έννομο συμφέρον. Έννομο συμφέρον έχουν  και τα επιμελητήρια ως και οι ενώσεις καταναλωτών.  
3.    Αν συντρέχουν οι λόγοι απαραδέκτου των παραγράφων 1 και 3 του άρθρου 124 του παρόντος νόμου, η ανακοπή ασκείται από τους δικαιούχους των προγενέστερων σημάτων ή δικαιωμάτων καθώς και από τους εξουσιοδοτημένους προς τούτο κατόχους αδειών χρήσης των σημάτων αυτών, σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις του άρθρου 132 του παρόντος νόμου.
Η ανακοπή ασκείται με δικόγραφο που κατατίθεται ενώπιον της Υπηρεσίας Σημάτων και εκδικάζεται από τη Διοικητική Επιτροπή Σημάτων. Θεωρείται ασκηθείσα μόνον μετά την καταβολή του τέλους ανακοπής.

Άρθρο  141
Στοιχεία της ανακοπής

Το δικόγραφο της ανακοπής συνοδεύεται, από έγγραφο που πιστοποιεί την καταβολή του τέλους ανακοπής και πρέπει να περιέχει:
α) τον αριθμό πρωτοκόλλου της δήλωσης κατά της οποίας στρέφεται και τα στοιχεία του δικαιούχου αυτής,
β) τους λόγους επί των οποίων στηρίζεται με ειδική μνεία του προγενέστερου σήματος ή δικαιώματος ως και των προϊόντων και υπηρεσιών, επί των οποίων βασίζεται η ανακοπή ,
γ) σαφή προσδιορισμό των προϊόντων ή υπηρεσιών της δήλωσης κατά των οποίων στρέφεται η ανακοπή.

Άρθρο  142
Εξέταση της ανακοπής

1.    Η Διοικητική Επιτροπή Σημάτων  ενημερώνει άμεσα τον ανακόπτοντα για την εμπρόθεσμη λήψη της ανακοπής και για τον αριθμό αναφοράς που δόθηκε σε αυτήν.
2.    Αν η ανακοπή δεν πληροί τις υπό α, β και γ προϋποθέσεις του προηγούμενου άρθρου του παρόντος νόμου, ο  ανακόπτων  καλείται να διορθώσει ή συμπληρώσει αυτήν εντός προθεσμίας ενός μηνός.
3.    Αν ο ανακόπτων δεν απαντήσει εντός της προθεσμίας της προηγούμενης παραγράφου ή αν δεν διορθώσει τις διαπιστωθείσες παρατυπίες ή ελλείψεις, η ανακοπή απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Η ανακοπή απορρίπτεται επίσης ως απαράδεκτη αν δεν ασκηθεί εμπρόθεσμα ή αν δεν αποδειχθεί η ύπαρξη και η ισχύς του προγενέστερου σήματος ή δικαιώματος επί των οποίων στηρίζεται ή στην περίπτωση της παραγράφου 4 του άρθρου 143 του παρόντος νόμου.
4.    Εντός της προθεσμίας της παραγράφου 2 και κατά περίπτωση με το ίδιο έγγραφο, ο ανακόπτων καλείται, σε επίρρωση του αιτήματός του, να προβάλει πρόσθετους λόγους ανακοπής, εάν υπάρχουν, να προσκομίσει αποδείξεις, να επικαλεσθεί πραγματικά περιστατικά και να υποβάλει παρατηρήσεις. Αν ο ανακόπτων δηλώσει με το έγγραφο της ανακοπής ότι αυτή είναι πλήρης και η ανακοπή πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 141 του παρόντος νόμου,  η κλήση για συμπλήρωση του φακέλου της ανακοπής παραλείπεται.
5.    Μετά την παρέλευση της προθεσμίας της παραγράφου 2 για συμπλήρωση του φακέλου της ανακοπής, η ανακοπή και όλα τα σχετικά έγγραφα διαβιβάζονται στον καταθέτη της δήλωσης ο οποίος καλείται να υποβάλει τις παρατηρήσεις του και τα έγγραφα που κρίνει αναγκαία για την υποστήριξη αυτών εντός προθεσμίας ενός μηνός.
6.    Μετά την λήξη της προθεσμίας της προηγούμενης παραγράφου,  η Διοικητική Επιτροπή Σημάτων εξετάζει την ανακοπή και αποφαίνεται επ’ αυτής. Αν ο καταθέτης δεν απαντήσει εντός της ταχθείσας προθεσμίας η Διοικητική Επιτροπή Σημάτων αποφασίζει επί της ανακοπής με βάση το αποδεικτικό υλικό  που έχει στη διάθεσή της.
7.    Σε εξαιρετικές περιπτώσεις και αν τούτο δικαιολογείται από την πολυπλοκότητα της υπόθεσης ή όταν ο καταθέτης ζητά απόδειξη χρήσης του προγενέστερου σήματος σύμφωνα με το άρθρο 143 του παρόντος νόμου,  η Διοικητική Επιτροπή Σημάτων δύναται να καλέσει τα μέρη, με τη διαδικασία των παραγράφων 4 και 5 του παρόντος άρθρου, να υποβάλουν περαιτέρω παρατηρήσεις και αποδεικτικό υλικό.  
8.    Εάν, από την εξέταση της ανακοπής, προκύψει ότι η καταχώριση του σήματος δεν μπορεί να γίνει δεκτή  για το σύνολο ή μέρος  των προϊόντων ή υπηρεσιών  που αυτό διακρίνει, η δήλωση απορρίπτεται είτε στο σύνολό της ή εν μέρει  για συγκεκριμένα  προϊόντα ή υπηρεσίες.   Σε αντίθετη περίπτωση η ανακοπή απορρίπτεται και η δήλωση κατάθεσης γίνεται δεκτή.

Άρθρο  143
Απόδειξη χρήσης

1.    Μετά από αίτηση του καταθέτη, ο ανακόπτων, δικαιούχος προγενέστερου σήματος κατά την έννοια της παραγράφου 2 του άρθρου 124 του παρόντος νόμου, οφείλει να αποδείξει είτε ότι κατά την διάρκεια πέντε ετών που προηγήθηκαν της δημοσίευσης της δήλωσης του σήματος είχε γίνει ουσιαστική χρήση του προγενέστερου σήματος εντός της Ελληνικής επικράτειας για τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες για τα οποία καταχωρήθηκε και επί των οποίων βασίζεται η ανακοπή ή ότι υπάρχει εύλογη αιτία για τη μη χρήση, εφόσον, κατά την ημερομηνία αυτή, το προγενέστερο σήμα ήταν καταχωρημένο τουλάχιστον για πέντε έτη.  
2.    Η αίτηση για απόδειξη ουσιαστικής χρήσης πρέπει να υποβάλλεται, επί ποινή απαραδέκτου, εντός της προθεσμίας της παραγράφου 6 του άρθρου 142 του παρόντος νόμου.
3.    Εάν το προγενέστερο σήμα χρησιμοποιήθηκε για μέρος μόνον των προϊόντων ή υπηρεσιών για τα οποία καταχωρήθηκε, τότε, για τους σκοπούς της εξέτασης της ανακοπής, θεωρείται καταχωρημένο μόνον για το μέρος αυτό των προϊόντων ή υπηρεσιών.
4.    Εάν ο ανακόπτων δεν αποδείξει την ουσιαστική χρήση του σήματός του ή ότι υπάρχει εύλογη αιτία για την μη χρήση αυτού, η ανακοπή απορρίπτεται χωρίς να εξετάζεται η ουσία της υπόθεσης.
Άρθρο  144
Προσφυγή ενώπιον της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων

1.    Οι αποφάσεις της Υπηρεσίας Σημάτων που απορρίπτουν ολικά ή εν μέρει την δήλωση κατάθεσης  για τους λόγους που αναφέρονται στα άρθρα 135  και 136 και 139 του παρόντος νόμου υπόκεινται σε προσφυγή εντός προθεσμίας δύο μηνών από την ημέρα κοινοποίησης της προσβαλλόμενης απόφασης.
2.    Η προσφυγή ασκείται ενώπιον της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων και έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα. Θεωρείται ασκηθείσα μόνο μετά την καταβολή του τέλους προσφυγής.
3.    Για την άσκηση της προσφυγής διενεργείται ειδική καταχώρηση στην ηλεκτρονική καρτέλα του σήματος που τηρείται στο διαδικτυακό τόπο της Υπηρεσίας Σημάτων.
4.    Όποιος έχει έννομο συμφέρον μπορεί να παρέμβει κυρίως ή προσθέτως ενώπιον της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων εντός δύο μηνών από την καταχώρηση της προσφυγής κατά την προηγούμενη παράγραφο.

Άρθρο  145
Διοικητική Επιτροπή Σημάτων

1.    Η Διοικητική Επιτροπή Σημάτων εδρεύει στην Αθήνα, συνεδριάζει στο Υπουργείο Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και σε γραφείο οριζόμενο με πράξη του αρμόδιου προϊστάμενου της Διεύθυνσης Εμπορικής και Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας.
2.    Στη σύνθεσή της συμμετέχουν τρία μέλη, δύο τουλάχιστον εκ των οποίων πρέπει να έχουν νομική κατάρτιση . Απαρτίζεται από τμήματα τα οποία συντίθενται από ένα πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ως πρόεδρο, έναν υπάλληλο της Υπηρεσίας Σημάτων και ένα δικηγόρο με προηγούμενη απασχόληση στον κλάδο του δικαίου των σημάτων, ως μέλη. Ο αριθμός των τμημάτων της Επιτροπής και τα μέλη τους καθορίζονται με ισάριθμα αναπληρωματικά, με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας,  Η κατανομή των υποθέσεων στα τμήματα της Επιτροπής καθορίζεται από τον αρχαιότερο πρόεδρο.
3.    Οι συνεδριάσεις της Επιτροπής είναι δημόσιες και τηρούνται πρακτικά. Η Επιτροπή συνεδριάζει σε μέρες και ώρες οριζόμενες από τον αρχαιότερο πρόεδρο στην αρχή κάθε έτους και γνωστοποιούνται με τοιχοκόλληση στο γραφείο της αρμόδιας Υπηρεσίας, καθώς και με ανάρτηση στο διαδικτυακό τόπο της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου. Η συζήτηση γίνεται με βάση το έκθεμα που καταρτίζει ο προϊστάμενος της Υπηρεσίας κατά τη σειρά της υποβολής των δηλώσεων. Το έκθεμα τοιχοκολλάται οκτώ ημέρες πριν από την ημέρα της συνεδρίασης στο γραφείο της αρμόδιας Υπηρεσίας.
4.    Ο πρόεδρος και τα μέλη της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων είναι ανεξάρτητοι κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Δεν μπορούν να απαλλαγούν των καθηκόντων τους κατά την διάρκεια της θητείας τους εκτός αν συντρέχουν σοβαροί προς τούτο λόγοι οι οποίοι κρίνονται από τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια.  
5.    Τα μέλη της ΔΕΣ δεν επιτρέπεται να έχουν συμμετάσχει στην λήψη αποφάσεων της Υπηρεσίας Σημάτων σχετικά με την παραδοχή ή απόρριψη δήλωσης  σήματος.
6.    Οι διάδικοι παρίστανται με δικηγόρο, μπορούν δε να αναπτύξουν τους ισχυρισμούς τους προφορικώς και εγγράφως ενώπιον της Επιτροπής και να υποβάλουν κάθε χρήσιμο για την υποστήριξη της υποθέσεώς τους στοιχείο ή έγγραφο. Από την απουσία των διαδίκων δεν τεκμαίρεται ομολογία. Η Επιτροπή δικάζει ως να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Ενώπιον της Επιτροπής γίνονται δεκτά τα αποδεικτικά μέσα που προβλέπονται από τις διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας. Γίνονται δεκτές ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου με κλήτευση του αντιδίκου προ σαράντα οκτώ (48) ωρών. Η Επιτροπή μπορεί να επιτρέψει την εξέταση μαρτύρων ενώπιόν της.
7.    Οι αποφάσεις της Επιτροπής λαμβάνονται κατά πλειοψηφία, οι δε απορριπτικές πρέπει να είναι ειδικά αιτιολογημένες.
8.    Περιλήψεις των αποφάσεων που δέχονται το σήμα δημοσιεύονται εντός μηνός από τη δημοσίευση της απόφασης στο δελτίο εμπορικής και βιομηχανικής ιδιοκτησίας της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως.  Οι απορριπτικές αποφάσεις κοινοποιούνται με επιμέλεια της Υπηρεσίας προς τους διαδίκους ή τους αντικλήτους αυτών.
9.    Για την αποζημίωση των μελών της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων εισφέρεται ετησίως στον προϋπολογισμό της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου ποσό από τις απολήψεις του Διεθνούς Γραφείου για τη διεθνή καταχώριση σημάτων και με κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Ανάπτυξης και Ναυτιλίας καθορίζεται το ύψος του ποσού αυτού, καθώς και η αποζημίωση του καθενός από τα μέλη.

Άρθρο  146
Προσφυγή ενώπιον των Διοικητικών Δικαστηρίων

1.    Οι αποφάσεις της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων που έχουν κρίνει  επί ανακοπών, σύμφωνα με τα άρθρα 141 έως 143 του παρόντος νόμου, ως και επί προσφυγών, σύμφωνα με το άρθρο 144 του παρόντος νόμου, υπόκεινται σε προσφυγή ενώπιον των Διοικητικών Δικαστηρίων εντός προθεσμίας δύο μηνών από την κοινοποίηση των εν λόγω αποφάσεων.
2.    Η προσφυγή έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα.
3.    Κατά τη συζήτηση ενώπιον των Διοικητικών Δικαστηρίων καλούνται από τον προσφεύγοντα, με ποινή απαραδέκτου της συζήτησης, για άσκηση παρέμβασης αυτοί που έχουν καταστεί διάδικοι ενώπιον της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων και οι δικαιούχοι των προγενέστερων σημάτων και δικαιωμάτων, τα οποία αποτέλεσαν κώλυμα αποδοχής του επίδικου σήματος. Οι νομίμως κλητευθέντες κατά τα ανωτέρω για άσκηση παρέμβασης στερούνται του δικαιώματος ανακοπής ενώπιον της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων, εκτός αν συντρέχουν λόγοι ανωτέρας βίας.

Άρθρο  147
Καταχώριση – Βιβλίο Σημάτων

1.    Οι αποφάσεις του εξεταστή, της διοικητικής επιτροπής σημάτων, και των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων καθώς και οι αιτήσεις ενώπιον του εξεταστή, της διοικητικής επιτροπής σημάτων και τα ένδικα βοηθήματα σημειώνονται στο βιβλίο σημάτων και αναρτώνται στο δικτυακό τόπο της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου. Όταν το σήμα γίνει δεκτό με αμετάκλητη απόφαση, σημειώνεται στο βιβλίο σημάτων η λέξη «καταχωρίσθηκε» με τις τυχόν μεταβολές ως προς τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες στα οποία αναφέρεται το σήμα. Η πράξη καταχώρισης χρονολογείται και υπογράφεται αρμοδίως. Το σήμα που έγινε δεκτό θεωρείται ότι καταχωρήθηκε από την ημέρα υποβολής της δήλωσης.

2.    Στο βιβλίο σημάτων σημειώνονται όλες οι νομικές μεταβολές του σήματος και του δικαιώματος επί του σήματος.

3.    Το βιβλίο σημάτων είναι δημόσιο. Αντίγραφα ή αποσπάσματα των εγγραφών παρέχονται σε κάθε αιτούντα,  στο δε δικαιούχο του σήματος ατελώς.

4.    Το βιβλίο σημάτων μπορεί να έχει ηλεκτρονική μορφή (Ηλεκτρονικό Μητρώο Σημάτων). Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις, η διαδικασία καταχώρισης, οι τεχνικές προδιαγραφές, η τεχνική διαχείριση και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη δημιουργία και την τήρηση του Ηλεκτρονικού Μητρώου Σημάτων. Με την ίδια ως άνω απόφαση διαπιστώνεται η έναρξη λειτουργίας του Ηλεκτρονικού Μητρώου Σημάτων και καταργείται το Βιβλίο Σημάτων.  

Άρθρο 148
Διάρκεια της προστασίας – Ανανέωση

1.    Η προστασία του σήματος διαρκεί για μια δεκαετία που αρχίζει από την ημερομηνία κατάθεσης.
2.    Η προστασία του σήματος μπορεί να παρατείνεται ανά δεκαετία με αίτηση του δικαιούχου και με την εμπρόθεσμη καταβολή του τέλους ανανέωσης.
3.    Η καταβολή του τέλους ανανέωσης γίνεται εντός του τελευταίου έτους της προστασίας. Δύναται επίσης να γίνει εντός πρόσθετης προθεσμίας έξι (6) μηνών μετά τη λήξη της δεκαετίας, υπό τον όρο της καταβολής του τέλους ανανέωσης αυξημένου κατά το ήμισυ.
4.    Με την επιφύλαξη των άρθρων 170 και 174 του παρόντος νόμου, το σήμα διαγράφεται αν εντός της  προθεσμίας που ορίζεται στη παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου δεν καταβληθεί το κατά τον νόμο τέλος ανανέωσης.
5.    Κάθε αμφισβήτηση σχετικά με την παράταση της προστασίας ως και κάθε αντίρρηση ως προς την κατά την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου διαγραφή λύεται από την Διοικητική Επιτροπή Σημάτων με αίτηση του ενδιαφερομένου.

Άρθρο 149
Επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση

1.    Ο καταθέτης ή ο δικαιούχος σήματος ή οποιοσδήποτε άλλος διάδικος σε διαδικασία ενώπιον της Υπηρεσίας Σημάτων ή της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων, ο οποίος, παρότι επέδειξε όλη την επιμέλεια που επιβάλουν οι περιστάσεις, δεν μπόρεσε να τηρήσει μια προθεσμία έναντι της Υπηρεσίας Σημάτων ή της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων  λόγω  ανωτέρας βίας, τυχηρού ή άλλου σπουδαίου λόγου που εκφεύγει της ευθύνης του,  μπορεί να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση και την αποκατάσταση στα δικαιώματά του, εάν το κώλυμα είχε ως άμεση συνέπεια την απώλεια δικαιώματος ή ενδίκου βοηθήματος.
2.    Η προηγούμενη παράγραφος δεν εφαρμόζεται στις προθεσμίες άσκησης ανακοπής  καθώς και στην προθεσμία διεκδίκησης διεθνούς προτεραιότητας σύμφωνα με το άρθρο 176 παρ. 2 του παρόντος νόμου.
3.    Η αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση υποβάλλεται κατά περίπτωση ενώπιον της Υπηρεσίας Σημάτων ή της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων μέσα σε προθεσμία δύο μηνών από την παύση του κωλύματος και σε κάθε περίπτωση το αργότερο εντός έτους από τη λήξη της προθεσμίας που δεν τηρήθηκε.
4.    Η αίτηση υπόκειται στην καταβολή  τέλους.
5.    Η απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων για την επαναφορά δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα από οποιονδήποτε διάδικο.
6.    Ο αιτών που πέτυχε την αποκατάσταση των δικαιωμάτων του, μετά από αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, δεν μπορεί να τα επικαλεσθεί έναντι τρίτων που τυχόν απέκτησαν καλόπιστα δικαίωμα κατά το διάστημα που μεσολάβησε από τη λήξη της προθεσμίας που δεν τηρήθηκε μέχρι την έκδοση απόφασης της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων για την επαναφορά.
7.    Σε περίπτωση απώλειας της προθεσμίας ανανέωσης σήματος, η εξάμηνη περίοδος χάριτος, κατά τις διατάξεις του άρθρου 148 παρ. 3 του παρόντος νόμου, δεν προσμετράται στην προθεσμία ενός έτους κατά την παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε’
ΠΡΟΣΒΟΛΗ ΣΗΜΑΤΟΣ

Άρθρο 150
Αξιώσεις επί προσβολής

1.    Όποιος κατά παράβαση του άρθρου 124 του παρόντος νόμου χρησιμοποιεί, ή κατά οποιοδήποτε άλλο τρόπο προσβάλλει  σήμα που ανήκει σε άλλον μπορεί να εναχθεί για άρση της προσβολής και την παράλειψή της στο μέλλον, καθώς και να υποχρεωθεί σε αποζημίωση.
2.    Με την αξίωση για την άρση της προσβολής ο δικαιούχος μπορεί να ζητήσει μεταξύ άλλων: α) την απόσυρση από το εμπόριο των εμπορευμάτων που κρίθηκε ότι προσβάλλουν δικαίωμα του σήματος και, εφόσον απαιτείται, των υλικών που κυρίως χρησίμευσαν στην προσβολή, β) την αφαίρεση του προσβάλλοντος σήματος ή του διακριτικού γνωρίσματος ή εφόσον τούτο δεν είναι δυνατόν την οριστική απομάκρυνση των εμπορευμάτων που φέρουν το προσβάλλον σημείο από το εμπόριο και γ) την καταστροφή αυτών.  Το δικαστήριο διατάσσει εκτέλεση των μέτρων αυτών με έξοδα του προσβάλλοντος το σήμα , εκτός αν συνηγορούν ειδικοί λόγοι για το αντίθετο.
3.    Εφόσον το δικαστήριο καταδικάσει σε παράλειψη πράξης, απειλεί για κάθε παράβαση χρηματική ποινή τριών (3.000) έως δέκα (10.000) χιλιάδων ευρώ υπέρ του δικαιούχου καθώς και προσωπική κράτηση μέχρι ένα (1) έτος. Το ίδιο ισχύει και όταν η καταδίκη γίνεται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Κατά τα λοιπά ισχύει το άρθρο 947 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.
4.    Τα δικαιώματα του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου έχει ο δικαιούχος και κατά ενδιάμεσου, οι υπηρεσίες του οποίου χρησιμοποιούνται από τρίτο για την προσβολή δικαιωμάτων.
5.    Όποιος υπαιτίως προσβάλλει ξένο σήμα, υποχρεούται σε αποζημίωση και σε ικανοποίηση της ηθικής βλάβης.
6.    Η αποζημίωση δύναται να υπολογισθεί και με βάση το ποσόν το οποίο θα είχε καταβάλει ο προσβάλλων , αν είχε ζητήσει την άδεια  χρήσης από το δικαιούχο.
7.    Το δικαστήριο κατά τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνει, μεταξύ άλλων, υπόψη του τις αρνητικές οικονομικές επιπτώσεις, καθώς και την απώλεια κερδών που υφίσταται ο δικαιούχος και τα τυχόν οφέλη που αποκόμισε ο προσβάλλων το σήμα.
8.    Σε περίπτωση έλλειψης υπαιτιότητας του υπόχρεου, ο δικαιούχος μπορεί να αξιώσει είτε το ποσό κατά το οποίο ο υπόχρεος ωφελήθηκε από την εκμετάλλευση του σήματος χωρίς τη συγκατάθεσή του, είτε την απόδοση του κέρδους που ο υπόχρεος απεκόμισε από την εκμετάλλευση αυτή.
9.    Η αγωγή εγείρεται ενώπιον του αρμοδίου μονομελούς πρωτοδικείου,     ανεξαρτήτως ποσού και δικάζεται κατά την τακτική διαδικασία. Η αξίωση για αποζημίωση παραγράφεται μετά πενταετία από το τέλος του έτους κατά το     οποίο έγινε το πρώτον η προσβολή.
Επί διακοπής της παραγραφής νέα παραγραφή αρχίζει από τη λήξη του έτους στο οποίο συνέπεσε το πέρας της διακοπής.
10.    Οι αξιώσεις της πρώτης παραγράφου δύναται να εισαχθούν και στο αρμόδιο πολυμελές πρωτοδικείο, εφόσον ασκούνται και άλλες αξιώσεις.
11.    Προκειμένου για ταυτόσημο σήμα για ταυτόσημα προϊόντα ή υπηρεσίες, καθώς και για σήμα που διαφέρει ως προς τα στοιχεία που δε μεταβάλλουν το διακριτικό του χαρακτήρα, για την πλήρη απόδειξη προσβολής αρκεί η προσκόμιση του πιστοποιητικού καταχώρισης του προσβαλλόμενου σήματος.

Άρθρο 151
Απόδειξη

1.    Όταν ένας διάδικος έχει προσκομίσει ευλόγως διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία και επαρκή προς στήριξη των ισχυρισμών του περί προσβολής του σήματος,  παράλληλα δε επικαλείται αποδεικτικά στοιχεία που βρίσκονται υπό τον έλεγχο του αντιδίκου, ο πρόεδρος, ύστερα από αίτηση του διαδίκου, μπορεί να διατάξει την προσκόμιση των αποδεικτικών αυτών στοιχείων από τον αντίδικο. Η ύπαρξη ικανής ποσότητας προϊόντων με το προσβάλλον σήμα θεωρείται βάσιμο αποδεικτικό στοιχείο.
2.    Αν συντρέχει προσβολή του σήματος σε εμπορική κλίμακα, το δικαστήριο μπορεί επίσης, ύστερα από αίτηση διαδίκου, να διατάξει την κοινοποίηση τραπεζικών, χρηματοοικονομικών ή εμπορικών εγγράφων που βρίσκονται υπό τον έλεγχο του αντιδίκου.
3.    Το δικαστήριο, σε κάθε περίπτωση κατ’ αίτηση του υπόχρεου προς παροχή πληροφοριών, λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα, ώστε να διασφαλίσει την  προστασία των εμπιστευτικών πληροφοριών.
4.    Επί προσβολής σήματος το Δικαστήριο  ύστερα από αιτιολογημένο αίτημα του διαδίκου που υποβάλλεται με την αγωγή ή και αυτοτελώς στο πλαίσιο δίκης ασφαλιστικών μέτρων, μπορεί και πριν από την ορισμένη δικάσιμο, να διατάσσει την παροχή από τον αντίδικο πληροφοριών για την προέλευση και τα δίκτυα διανομής των εμπορευμάτων ή της παροχής των υπηρεσιών που προσβάλλουν το σήμα. Το ίδιο μπορεί να διατάσσεται και κατά οποιουδήποτε άλλου προσώπου, το οποίο: α) βρέθηκε να κατέχει παράνομα τα εμπορεύματα σε εμπορική κλίμακα, β) βρέθηκε να χρησιμοποιεί τις παράνομες υπηρεσίες σε εμπορική κλίμακα, γ) διαπιστώθηκε ότι παρείχε, σε εμπορική κλίμακα, υπηρεσίες χρησιμοποιούμενες για την προσβολή σήματος ή δ) ευλόγως υποδείχθηκε από πρόσωπο των τριών προηγούμενων περιπτώσεων ως ενεργά εμπλεκόμενο στην παραγωγή, κατασκευή ή διανομή των εμπορευμάτων ή στην παροχή των υπηρεσιών που παράγονται ή προσφέρονται σε εμπορική κλίμακα.
5.    Οι πληροφορίες της παραγράφου 4 περιλαμβάνουν, εφόσον ενδείκνυται: α) τα ονοματεπώνυμα και τις διευθύνσεις των παραγωγών, κατασκευαστών, διανομέων, προμηθευτών και λοιπών προηγούμενων κατόχων του προϊόντος ή της Υπηρεσίας, καθώς και των παραληπτών χονδρεμπόρων και των εμπόρων λιανικής, β) πληροφορίες για τις ποσότητες που παρήχθησαν, κατασκευάστηκαν, παραδόθηκαν, παραλήφθηκαν ή παραγγέλθηκαν, καθώς και για το τίμημα που αφορά στα εν λόγω εμπορεύματα ή υπηρεσίες.  
6.    Τα αναφερόμενα στα άρθρα 401 και 402 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας πρόσωπα δικαιούνται να αρνηθούν να παράσχουν τις αιτούμενες ως άνω πληροφορίες.
7.    Οι παράγραφοι 3 και 4 του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται με την επιφύλαξη άλλων διατάξεων, οι οποίες: α) παρέχουν στο δικαιούχο δικαιώματα πληρέστερης ενημέρωσης, β) διέπουν τη χρήση, στο πλαίσιο αστικής ή ποινικής διαδικασίας, των πληροφοριών που γνωστοποιούνται βάσει των παραγράφων 3 και 4 του παρόντος άρθρου, γ) διέπουν την ευθύνη για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος ενημέρωσης ή δ) διέπουν την προστασία της εμπιστευτικότητας των πηγών πληροφοριών ή την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων.
8.    Αν ο διάδικος κληθεί και αδικαιολόγητα δεν προσκομίσει τα αποδεικτικά στοιχεία κατά τις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου, οι αντίστοιχοι προς απόδειξη ισχυρισμοί του διαδίκου που ζήτησε την προσκόμιση ή την κοινοποίηση των αποδεικτικών στοιχείων θεωρούνται ομολογημένοι. Όποιος αδικαιολόγητα παραβεί διαταγή του δικαστηρίου κατά τις παραγράφους 1 έως 3 του παρόντος άρθρου, καταδικάζεται, εκτός από τα δικαστικά έξοδα και σε χρηματική ποινή ύψους πενήντα χιλιάδων (50.000) έως εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ.
9.    Εφόσον ο υπόχρεος προς πληροφόρηση παράσχει ανακριβείς πληροφορίες  από δόλο ή από βαρεία αμέλεια, ευθύνεται για τη ζημία που εκ του λόγου τούτου  προξένησε.
10.    Οι πληροφορίες που ελήφθησαν σύμφωνα με το παρόν άρθρο δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιηθούν για την ποινική δίωξη του υπόχρεου προς πληροφόρηση.

Άρθρο 152
Δικαστικά έξοδα

Στις υποθέσεις του παρόντος νόμου τα εν γένει δικαστικά έξοδα και τέλη περιλαμβάνουν υποχρεωτικά και κάθε άλλη συναφή δαπάνη, όπως τα έξοδα των μαρτύρων, τις αμοιβές των πληρεξουσίων δικηγόρων, τις αμοιβές των πραγματογνωμόνων και τεχνικών συμβούλων των διαδίκων και τις δαπάνες για την ανακάλυψη των προσβολέων, στις οποίες ευλόγως υποβλήθηκε ο νικήσας διάδικος.  Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 173 επ. του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

Άρθρο 153
Ασφαλιστικά μέτρα

1.    Όποιος έχει αξίωση για άρση και παράλειψη λόγω προσβολής του σήματος  μπορεί να ζητήσει και τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων.
2.    Ο δικαιούχος του σήματος μπορεί να ζητήσει τη συντηρητική κατάσχεση ή την προσωρινή απόδοση των εμπορευμάτων με το προσβάλλον διακριτικό γνώρισμα προκειμένου να εμποδιστεί η είσοδος ή η κυκλοφορία τους στο δίκτυο εμπορικής διανομής.
3.    Σε περίπτωση προσβολών που διαπράττονται σε εμπορική κλίμακα και εφόσον ο δικαιούχος του σήματος αποδεικνύει την ύπαρξη περιστάσεων που είναι δυνατόν να θέσουν σε κίνδυνο την καταβολή της αποζημίωσης που έχει ζητήσει με τακτική αγωγή και προσκομίζει ευλόγως διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία, ότι το σήμα του προσβάλλεται ή επίκειται προσβολή  του,   το  αρμόδιο δικαστήριο δύναται να διατάσσει τη συντηρητική κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων του καθού, συμπεριλαμβανομένης της δέσμευσης των τραπεζικών λογαριασμών του. Για το σκοπό αυτό ζητεί από τον προσβολέα την κοινοποίηση τραπεζικών, χρηματοοικονομικών ή εμπορικών εγγράφων ή την προσήκουσα πρόσβαση στις σχετικές πληροφορίες με τον όρο ότι διασφαλίζεται η προστασία των εμπιστευτικών πληροφοριών.

4.    Τα ασφαλιστικά μέτρα των προηγουμένων παραγράφων δύναται να διαταχθούν και χωρίς προηγούμενη ακρόαση του καθού, ιδίως όταν τυχόν καθυστέρηση θα προκαλούσε ανεπανόρθωτη ζημία στον δικαιούχο του  σήματος.
Προκειμένου το αρμόδιο δικαστήριο να λάβει τα ανωτέρω μέτρα μπορεί να ζητήσει από τον αιτούντα να προσκομίσει κάθε ευλόγως διαθέσιμο αποδεικτικό στοιχείο για να σχηματίσει την πεποίθηση ότι το δικαίωμά του προσβάλλεται ή ότι επίκειται προσβολή του.

5.    Σε κάθε περίπτωση εφαρμόζονται  εν προκειμένω οι παράγραφοι 4 έως 7 του άρθρου 151 του παρόντος νόμου.

6.    Η δήλωση καταθέσεως σήματος από το πρόσωπο, κατά του οποίου  στρέφεται η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, δεν κωλύει τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων κατ` αυτού.

7.    Αρμόδιο για τη λήψη των ασφαλιστικών μέτρων είναι το μονομελές πρωτοδικείο τόσο της περιφέρειας στην οποία ευρίσκονται τα προϊόντα ή παρέχονται οι υπηρεσίες, όσο και της περιφέρειας που εδρεύει η επιχείρηση, της οποίας τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες φέρουν το προσβαλλόμενο σήμα.

8.    Ο δικαιούχος του σήματος  μπορεί να ζητήσει τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων κατά των ενδιαμέσων, οι υπηρεσίες των οποίων χρησιμοποιούνται από τρίτο για την προσβολή του  σήματός του.

Άρθρο 154
Μέτρα προστασίας των αποδεικτικών στοιχείων

1.    Εφόσον επαρκώς πιθανολογείται με ευλόγως διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία προσβολή ή επικείμενη προσβολή του σήματος και κάθε καθυστέρηση δύναται  να προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημία στον δικαιούχο του  σήματος ή υπάρχει αποδεδειγμένος κίνδυνος καταστροφής των αποδεικτικών στοιχείων, το μονομελές πρωτοδικείο μπορεί να διατάσσει ως ασφαλιστικό μέτρο τη συντηρητική κατάσχεση των παράνομων προϊόντων που κατέχονται από τον καθού και, εφόσον ενδείκνυται, των υλικών και των εργαλείων που αποτελούν μέσο τέλεσης ή προϊόν ή απόδειξη της προσβολής. Αντί για συντηρητική κατάσχεση το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την αναλυτική απογραφή των αντικειμένων αυτών, συμπεριλαμβανομένης και της φωτογράφησής τους, τη λήψη δειγμάτων των ανωτέρω προϊόντων, καθώς και σχετικών εγγράφων. Στις παραπάνω περιπτώσεις το δικαστήριο δύναται να συζητήσει την αίτηση χωρίς να κλητεύσει εκείνον κατά του οποίου απευθύνεται  προσωρινή διαταγή κατά το άρθρο 691 παρ. 2 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.
2.    Εφόσον τα μέτρα αυτά είναι πρόσφορα για να θεμελιώσει ο αιτών τις αξιώσεις, λόγω προσβολής του σήματος, το δικαστήριο διατάσσει τα ως άνω μέτρα  διασφαλίζοντας την προστασία των εμπιστευτικών πληροφοριών.
3.    Η αίτηση του δικαιούχου του σήματος δεν απαιτεί λεπτομερή προσδιορισμό των αποδεικτικών στοιχείων, αλλά αρκεί ο προσδιορισμός τους κατά κατηγορία.
4.    Σε περίπτωση που ληφθούν τα ανωτέρω μέτρα χωρίς να ακουστεί ο καθού, τούτος λαμβάνει γνώση με κοινοποίηση το αργότερο μέχρι και την πρώτη εργάσιμη μέρα μετά την εκτέλεση της προσωρινής διαταγής, διαφορετικά οι διαδικαστικές πράξεις που συνιστούν αυτή καθίστανται άκυρες.
5.    Το δικαστήριο μπορεί να διατάσσει τα ανωτέρω μέτρα υπό τον όρο να δοθεί εγγύηση από τον αιτούντα που καθορίζεται με την απόφασή του ή με την προσωρινή διαταγή, προκειμένου να διασφαλισθεί η αποκατάσταση της ζημίας που ενδέχεται να υποστεί ο καθού εξ αυτών των μέτρων.
6.    Στις περιπτώσεις της παραγράφου 1 το δικαστήριο τάσσει υποχρεωτικώς προθεσμία για την άσκηση της αγωγής για την κύρια υπόθεση, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τις τριάντα (30) ημέρες. Αν περάσει άπρακτη η προθεσμία, αίρεται αυτοδικαίως το ασφαλιστικό μέτρο.
7.    Αν τα ανωτέρω ασφαλιστικά μέτρα ανακληθούν ή παύσουν να ισχύουν εξαιτίας οποιασδήποτε πράξης ή παράλειψης του αιτούντος ή αν διαπιστωθεί εκ των υστέρων, ότι δεν υπήρξε προσβολή ή απειλή προσβολής των δικαιωμάτων του διακαιούχου του σήματος  το δικαστήριο μπορεί να καταδικάσει τον αιτούντα, ύστερα από αίτηση του καθού, να καταβάλει  σε αυτόν πλήρη αποζημίωση για κάθε ζημία.

Άρθρο 155
Αναλογικότητα

Οι ρυθμίσεις, οι κυρώσεις και τα μέτρα των άρθρων 150 έως 154 του παρόντος νόμου τελούν υπό την αρχή της αναλογικότητας.

Άρθρο 156
Ποινικές διατάξεις

1.    Διώκεται κατ’ έγκληση και τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και με χρηματική ποινή τουλάχιστον έξι χιλιάδων (6.000) ευρώ: α) όποιος εν γνώσει χρησιμοποιεί σήμα κατά παράβαση του άρθρου 125 παρ. 3 στοιχείο α ή β,  β) όποιος  χρησιμοποιεί σήμα φήμης, κατά παράβαση του άρθρου 125 παρ. 3 στοιχείο γ με πρόθεση να εκμεταλλευτεί ή να βλάψει τη φήμη του, γ) όποιος εν γνώσει θέτει σε κυκλοφορία, κατέχει, εισάγει ή εξάγει προϊόντα που φέρουν αλλότριο σήμα ή προσφέρει υπηρεσίες με αλλότριο σήμα και  δ) όποιος εν γνώσει τελεί μία από τις πράξεις του άρθρου 125 παρ. 4 στοιχεία α’, β’ και γ’ του παρόντος νόμου.
2.    Αν το όφελος που επιδιώχθηκε ή η ζημιά που απειλήθηκε από τις πράξεις της  προηγούμενης παραγράφου είναι ιδιαίτερα μεγάλη και συντρέχει εκμετάλλευση σε εμπορική κλίμακα ή ο υπόχρεος τελεί τις πράξεις αυτές κατ’ επάγγελμα, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστο δύο ετών και χρηματική ποινή  έξι χιλιάδων (6.000) έως τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται μόνον επί προσβολής σήματος με ίδιο διακριτικό γνώρισμα και ταυτότητα ή ομοιότητα προϊόντων.
3.    Όποιος χρησιμοποιεί τα σύμβολα και σημεία που αναφέρονται στο άρθρο 123 παράγραφος 3 περίπτωση  α’ του παρόντος νόμου διώκεται αυτεπαγγέλτως και τιμωρείται με χρηματική ποινή μέχρι δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.

Άρθρο 157
Δημοσίευση αποφάσεων

1.    Αποφάσεις αστικών δικαστηρίων ή τελεσίδικες αποφάσεις ποινικών δικαστηρίων που αφορούν σε δικαιώματα του παρόντος νόμου μπορεί, ύστερα από αίτηση του ενάγοντος και με δαπάνες του προσβάλλοντος το σήμα, να διατάσσουν τα ενδεικνυόμενα μέτρα για τη διάδοση των πληροφοριών σχετικά με την απόφαση, συμπεριλαμβανομένης της ανάρτησης της απόφασης, καθώς και της πλήρους ή μερικής δημοσίευσής της στα μέσα μαζικής ενημέρωσης ή στο διαδίκτυο. Το δικαστήριο αποφασίζει τον προσήκοντα τρόπο πληροφόρησης, τηρώντας την αρχή της αναλογικότητας.
2.    Η αξίωση αυτή αποσβέννυται αν τα μέτρα δημοσιοποίησης της απόφασης δεν εκτελεσθούν μέσα σε  έξι (6) μήνες από τη δημοσίευση της απόφασης.

Άρθρο 158
Αρμοδιότητα πολιτικών δικαστηρίων

1.    Τα πολιτικά δικαστήρια ουδεμία έχουν αρμοδιότητα, όπου καθίστανται κατά τον παρόντα νόμο αρμόδια η Υπηρεσία Σημάτων, η Διοικητική Επιτροπή Σημάτων και τα  Διοικητικά Δικαστήρια.
2.    Οι αποφάσεις της Υπηρεσίας Σημάτων και της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων, κατά των οποίων δε χωρεί προσφυγή και οι τελεσίδικες αποφάσεις των  Διοικητικών Δικαστηρίων που εκδίδονται κατά τον παρόντα νόμο είναι υποχρεωτικές για τα πολιτικά δικαστήρια και κάθε άλλη αρχή.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ’
ΠΑΡΑΙΤΗΣΗ, ΕΚΠΤΩΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ, ΑΚΥΡΟΤΗΤΑ
                        
Άρθρο 159
Απόσβεση του δικαιώματος

1.    Το δικαίωμα στο σήμα αποσβέννυται με δήλωση παραίτησης του δικαιούχου για το σύνολο ή μέρος των προϊόντων ή των υπηρεσιών για τα οποία έχει καταχωρισθεί.
2.    Η παραίτηση δηλώνεται εγγράφως στην Υπηρεσία Σημάτων από τον δικαιούχο του σήματος. Παράγει αποτελέσματα μόνο μετά την καταχώρισή της στα οικεία μητρώα.
3.    Σε περίπτωση που έχουν παραχωρηθεί άδειες χρήσης η υποβολή δήλωσης παραίτησης γίνεται δεκτή μόνον αν ο δικαιούχος του σήματος αποδεικνύει ότι οι κάτοχοι αδειών χρήσης έχουν ενημερωθεί σχετικά με την πρόθεσή του να παραιτηθεί από τα δικαιώματά του στο σήμα.

Άρθρο 160
Λόγοι έκπτωσης

1.    Το σήμα διαγράφεται, ολικά ή μερικά, με απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων ή των αρμόδιων δικαστηρίων:
α. εάν, εντός χρονικού διαστήματος πέντε (5) ετών από την  καταχώριση του σήματος, ο δικαιούχος δεν κάνει ουσιαστική χρήση αυτού για τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες για τις οποίες έχει καταχωρηθεί  ή αν διακόψει τη χρήση του σήματος για πέντε (5) συνεχή έτη,
β. εάν, συνεπεία της συμπεριφοράς ή αδράνειας του δικαιούχου, το σήμα έχει καταστεί κοινόχρηστο ή συνήθης εμπορική ονομασία του προϊόντος ή της Υπηρεσίας για το οποίο έχει καταχωρισθεί,
γ. εάν, λόγω της χρήσης του σήματος από το δικαιούχο ή με τη συγκατάθεση αυτού για τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες για τα οποία τούτο έχει καταχωρισθεί, ενδέχεται να παραπλανηθεί το κοινό, ιδίως ως προς τη φύση, την ποιότητα ή τη γεωγραφική προέλευση των προϊόντων ή των υπηρεσιών.
2.    Αν ο λόγος έκπτωσης αφορά μέρος μόνον των προϊόντων ή υπηρεσιών για τα οποία έχει καταχωρηθεί, ο δικαιούχος κηρύσσεται έκπτωτος των δικαιωμάτων του μόνο για τα συγκεκριμένα προϊόντα ή υπηρεσίες.
3.    Το σήμα δεν διαγράφεται λόγω έκπτωσης:
α. εάν ο δικαιούχος του σήματος αποδείξει ότι η μη χρήση αυτού οφείλεται σε εύλογη αιτία,
β. εάν ο δικαιούχος του σήματος, στο διάστημα που μεσολαβεί μεταξύ της λήξης της πενταετίας μη χρήσης του και της υποβολής της αίτησης διαγραφής, προέβη σε έναρξη ή επανάληψη της ουσιαστικής χρήσης του. Πάντως, η έναρξη ή επανάληψη της χρήσης εντός περιόδου τριών (3) μηνών πριν από την υποβολή της αίτησης διαγραφής, η οποία δεν αρχίζει να τρέχει νωρίτερα από τη συμπλήρωση της συνεχούς πενταετίας μη χρήσης, δε λαμβάνεται υπόψη, εάν οι προπαρασκευαστικές ενέργειες για την έναρξη ή την επανάληψη της χρήσης έλαβαν χώρα, αφού ο δικαιούχος έλαβε γνώση του γεγονότος, ότι είναι πιθανή η υποβολή αίτησης διαγραφής.
4.    Η Διοικητική Επιτροπή Σημάτων ή τα αρμόδια δικαστήρια μπορούν να αντιστρέψουν το βάρος απόδειξης.
5.    Τα αποτελέσματα της απόφασης  διαγραφής του σήματος λόγω εκπτώσεως αρχίζουν από την ημερομηνία που η απόφαση κατέστη τελεσίδικη.
6.    Η τελεσίδικη απόφαση περί διαγραφής του σήματος λόγω έκπτωσης  εγγράφεται στο Βιβλίο Σημάτων και το σήμα διαγράφεται από αυτό.
Άρθρο 161
Λόγοι ακυρότητας

1.    Το σήμα κηρύσσεται άκυρο και διαγράφεται  εάν καταχωρίσθηκε κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 123 και 124 του παρόντος νόμου.
2.    Αν ο λόγος ακυρότητας αφορά μέρος μόνον των προϊόντων ή υπηρεσιών για τα οποία έχει καταχωρισθεί, ο δικαιούχος κηρύσσεται έκπτωτος των δικαιωμάτων του μόνο για τα συγκεκριμένα προϊόντα ή υπηρεσίες.
3.    Το σήμα δε διαγράφεται εάν ο λόγος απαραδέκτου που προβλέπεται στο άρθρο 123 παράγραφος 1 στοιχεία β), γ) και δ) του παρόντος νόμου δεν υφίσταται κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης διαγραφής λόγω του ότι το σήμα απέκτησε διακριτικό χαρακτήρα λόγω της χρήσης του.
4.    Σε ακυρότητα υπόκειται και εθνικό σήμα για το οποίο έχει γίνει δεκτή από την Υπηρεσία Σημάτων αίτηση αρχαιότητας σύμφωνα με τα άρθρα 34 και 35 του Κανονισμού 207/2009/ΕΚ του Συμβουλίου, ακόμη και αν έχει προηγηθεί παραίτηση από το προγενέστερο αυτό εθνικό σήμα ή μη ανανέωση της προστασίας του.
5.    Τα αποτελέσματα διαγραφής του σήματος λόγω ακυρότητας της απόφασης αρχίζουν από την ημερομηνία που αυτή κατέστη τελεσίδικη.
6.    Για τη χρήση του σήματος πριν από τη διαγραφή του δε γεννάται αξίωση για αποζημίωση, εκτός εάν η διαγραφή ασκείται για λόγους κακόπιστης κατάθεσης του σήματος. Για τη χρήση του σήματος πριν από τη διαγραφή του δε χωρεί έγκληση.
7.    Η τελεσίδικη απόφαση περί διαγραφής του σήματος λόγω ακυρότητας εγγράφεται στο Βιβλίο Σημάτων και το σήμα διαγράφεται από αυτά.

Άρθρο 162
Διαδικασία έκπτωσης ή ακυρότητας

1.    Η αίτηση για έκπτωση ή ακυρότητα υποβάλλεται από οποιονδήποτε δικαιολογεί έννομο συμφέρον ενώπιον της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων.
2.    Τα επιμελητήρια και οι ενώσεις καταναλωτών ή μέλη τους μπορούν να υποβάλλουν αίτηση διαγραφής μόνο στις περιπτώσεις των άρθρων 123 και 160 παράγραφος 1 εδάφιο γ’  του παρόντος νόμου.
3.    Δε νομιμοποιείται να ζητήσει διαγραφή για τους λόγους του  άρθρου 124 του παρόντος νόμου εκείνος, ο οποίος τους είχε προβάλει κατά τη διαδικασία καταχώρισης,  εφόσον αυτοί κρίθηκαν κατ’ αντιδικία με το δικαιούχο  του σήματος από τη Διοικητική Επιτροπή Σημάτων ή τα Διοικητικά Δικαστήρια.
4.    Η αίτηση διαγραφής για λόγους απαραδέκτου του άρθρου 123 του παρόντος νόμου ασκείται καθ’ όλη τη διάρκεια της προστασίας του σήματος.
5.    Η αίτηση διαγραφής για λόγους απαραδέκτου του άρθρου 124 του παρόντος νόμου δεν δύναται να ασκηθεί από δικαιούχο προγενέστερου σήματος, κατά την έννοια του άρθρου 124 παράγραφος 2 του παρόντος νόμου, ο οποίος ανέχθηκε τη χρήση μεταγενέστερου σήματος, εκτός αν η κατάθεση του  μεταγενέστερου σήματος έγινε με κακή πίστη.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ’
ΣΥΛΛΟΓΙΚΑ ΣΗΜΑΤΑ

Άρθρο 163
Προϋποθέσεις προστασίας

1.    Συνεταιρισμοί, ενώσεις κατασκευαστών, παραγωγών, παρεχόντων υπηρεσίες ή εμπόρων, οι οποίες κατά το δίκαιο που τις διέπει,  έχουν ικανότητα δικαίου, καθώς επίσης νομικά πρόσωπα που διέπονται από κανόνες δημοσίου δικαίου, μπορούν να καταθέτουν σήματα για να διακρίνουν την προέλευση των προϊόντων  ή των υπηρεσιών των μελών τους από ορισμένη επιχείρηση ή τη γεωγραφική τους προέλευση ή το είδος ή την ποιότητα ή και άλλες ιδιότητές τους.
2.    Το συλλογικό σήμα μπορεί να αποτελείται από ενδείξεις που δύνανται να χρησιμεύουν για τον προσδιορισμό της γεωγραφικής προέλευσης των προϊόντων ή των υπηρεσιών. Εφόσον το συλλογικό σήμα αποτελείται από γεωγραφική ένδειξη, πρέπει να προβλέπεται στο καταστατικό του νομικού προσώπου, ότι κάθε πρόσωπο, του οποίου τα προϊόντα  ή οι υπηρεσίες προέρχονται από την ίδια γεωγραφική περιοχή και πληροί τις προϋποθέσεις χρήσης του συλλογικού σήματος, μπορεί να γίνει μέλος του νομικού προσώπου και να κάνει χρήση του συλλογικού σήματος.
3.    Συλλογικό σήμα που αποτελείται από γεωγραφικές ενδείξεις δε δίνει στο δικαιούχο το δικαίωμα να απαγορεύει σε τρίτους τη χρήση τέτοιων σημείων ή ενδείξεων, ιδίως δε σε τρίτους που επιτρέπεται να χρησιμοποιούν γεωγραφική ονομασία, με την προϋπόθεση ότι οι τρίτοι αυτοί τα χρησιμοποιούν σύμφωνα με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη.
4.    Η δήλωση κατάθεσης συλλογικού σήματος πρέπει να συνοδεύεται από  κανονισμό χρήσης, ο οποίος περιέχει τον τίτλο, την έδρα, το σκοπό, το ονοματεπώνυμο των νόμιμων εκπροσώπων, ονομαστικό κατάλογο των μελών που δικαιούνται τη χρήση, καθώς και τους όρους και κανονισμούς που αφορούν τα δικαιώματα και υποχρεώσεις των μελών για τη χρήση του σήματος από αυτά. Κανονισμός χρήσης απαιτείται επίσης και για κάθε τυχόν μεταβολή των στοιχείων αυτών.
5.    Η άσκηση των αξιώσεων που απορρέουν από την καταχώριση του συλλογικού σήματος ανήκει, αν δεν ορίζεται διαφορετικά στο καταστατικό ή στον κανονισμό χρήσης , στο δικαιούχο νομικό πρόσωπο.
6.    Για τα συλλογικά σήματα τηρείται ειδικό βιβλίο σημάτων, τα δε δικαιώματα κατάθεσης και παράτασης της διάρκειας αυτών ορίζονται στο πενταπλάσιο των δικαιωμάτων που ισχύουν κάθε φορά για τα υπόλοιπα σήματα.
7.    Η χρήση του συλλογικού σήματος γίνεται απαραίτητα με την ένδειξη «συλλογικό σήμα».
8.    Στα συλλογικά σήματα ισχύουν όλες οι διατάξεις του παρόντος, εφόσον δεν αντίκεινται στις διατάξεις του άρθρου αυτού.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η’
ΔΙΕΘΝΗ ΣΗΜΑΤΑ

Άρθρο 164
Κύρωση Πρωτοκόλλου Μαδρίτης

1.    Τα διεθνή σήματα που κατατέθηκαν σύμφωνα με το Πρωτόκολλο σχετικά με την Συμφωνία της Μαδρίτης που αφορά στη διεθνή καταχώριση σημάτων προστατεύονται κατά τις διατάξεις του ν.2783/2000 (ΦΕΚ Α’ 1).
2.    Οι διατάξεις του παρόντος νόμου για τα εθνικά σήματα ισχύουν και για τα διεθνή σήματα εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στο παρόν κεφάλαιο.

Άρθρο 165
Ορισμοί

Για την εφαρμογή του παρόντος νόμου επί διεθνών σημάτων νοούνται ως :
α. «Αίτηση Μετατροπής», η αίτηση του άρθρου 173 του παρόντος,
β. «Βασική Καταχώριση» και «Βασική Αίτηση», η καταχώριση και η αίτηση όπως αυτές αναφέρονται στο άρθρο 166 παρ. 1 στοιχείο β του παρόντος νόμου,
γ. «Γραφείο Προέλευσης»,  το Γραφείο ενός Συμβαλλομένου στο Πρωτόκολλο της Μαδρίτης Μέρους που είναι επιφορτισμένο με την καταχώριση των σημάτων για λογαριασμό του,
δ. «Διεθνής Αίτηση», η αίτηση προς το Διεθνές Γραφείο για καταχώριση ενός σήματος στο Διεθνές Μητρώο,
ε. «Διεθνές Γραφείο»,  το Διεθνές Γραφείο του Παγκόσμιου Οργανισμού Διανοητικής Ιδιοκτησίας,
στ. «Διεθνές Μητρώο», το Μητρώο των σημάτων που τηρείται από το Διεθνές Γραφείο για τους σκοπούς του Πρωτοκόλλου της Μαδρίτης,
ζ. «Διεθνής Καταχώριση»,  η εγγραφή ενός σήματος στο Διεθνές Μητρώο,
η. «Διεθνής Καταχώριση με την οποία ζητείται η προστασία σήματος στην ελληνική επικράτεια», η διεθνής καταχώριση με την οποία ζητείται η επέκταση της προστασίας στην ελληνική επικράτεια βάση του άρθρου 3 τρις (1) ή (2) του Πρωτοκόλλου της Μαδρίτης,
θ. «Εκτελεστικός Κανονισμός»,  ο Κοινός Κανονισμός που υιοθετήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 10 του Πρωτοκόλλου της Μαδρίτης,
ι. «Βιβλίο διεθνών σημάτων», το βιβλίο που αναφέρεται στο άρθρο 171 παρ. 2 του παρόντος νόμου.

Άρθρο 166
Κατάθεση αίτησης

1.    Επί διεθνούς καταχώρισης ελληνικών σημάτων η  Ελλάδα θεωρείται ως χώρα προέλευσης της διεθνούς καταχώρισης, όταν συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις:
α. ο καταθέτης έχει πραγματική και μόνιμη βιομηχανική ή εμπορική εγκατάσταση ή κατοικία στην Ελλάδα ή είναι Έλληνας υπήκοος,
β. έχει κατατεθειμένο ή καταχωρισμένο  σήμα στην Ελλάδα.
2.    Η  αίτηση για διεθνή καταχώριση κατατίθεται στη Γαλλική, Αγγλική ή Ισπανική γλώσσα

Άρθρο 167
Έγγραφα της αίτησης

Η  αίτηση για διεθνή καταχώριση κατατίθεται σε δύο αντίγραφα και πρέπει να παρουσιάζεται επί του εντύπου που προβλέπεται από τον Εκτελεστικό Κανονισμό. Υπογράφεται από τον καταθέτη ή τον πληρεξούσιο δικηγόρο του σύμφωνα με τις έγγραφες οδηγίες που το συνοδεύουν και περιέχει τα απαραίτητα στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο 9 του Εκτελεστικού Κανονισμού.

Άρθρο 168
Εξέταση τυπικών προϋποθέσεων  – Διαβίβαση της αίτησης

1.    Η αίτηση για διεθνή καταχώριση κατατίθεται στην Υπηρεσία Σημάτων, η οποία  ελέγχει αν υφίστανται οι προϋποθέσεις του άρθρου 166 του παρόντος νόμου, δίνει σ’ αυτήν αριθμό πρωτοκόλλου και αναγράφει επ’ αυτής την ημερομηνία παραλαβής, καθώς και τον αριθμό των συνοδευτικών εγγράφων.
2.    Η αίτηση για διεθνή καταχώριση με τα συνημμένα σε αυτήν έγγραφα διαβιβάζεται στο Διεθνές Γραφείο, μέσα σε προθεσμία δύο (2) μηνών από την παραλαβή.

Άρθρο 169
Ημερομηνία διεθνούς καταχώρισης

Η καταχώριση της διεθνούς αίτησης πραγματοποιείται από το Διεθνές Γραφείο. Ως ημερομηνία διεθνούς καταχώρισης θεωρείται η ημερομηνία κατά την οποία παρελήφθη η διεθνής αίτηση από την Υπηρεσία Σημάτων , υπό τον όρο ότι εντός προθεσμίας δύο (2) μηνών από την ημερομηνία παραλαβής το Διεθνές Γραφείο την παρέλαβε σε κανονική και πλήρη μορφή. Εάν η αίτηση για διεθνή καταχώριση δεν παραληφθεί εντός της προθεσμίας αυτής, η διεθνής καταχώριση θα φέρει ως  ημερομηνία καταχώρισης την ημερομηνία κατά την οποία η  αίτηση παρελήφθη από το Διεθνές Γραφείο.

Άρθρο 170
Πληρωμή τελών

Τα οφειλόμενα τέλη για τη διεθνή καταχώριση ή την ανανέωσή της καταβάλλονται απευθείας στο Διεθνές Γραφείο σε ελβετικά φράγκα σύμφωνα με το άρθρο 8 του Πρωτοκόλλου και τον κανόνα 35 του Εκτελεστικού Κανονισμού, είτε με τραπεζική επιταγή σε διαταγή του Διεθνούς Γραφείου, είτε σε τραπεζικό λογαριασμό. Στο ένταλμα πληρωμής πρέπει να αναφέρεται το όνομα και η διεύθυνση του καταθέτη, καθώς και τα στοιχεία του σήματος που αποτελεί το αντικείμενο  της διεθνούς καταχώρισης ή ανανέω¬σης.

Άρθρο 171
Διαδικασία προστασίας διεθνούς καταχώρισης στην ελληνική επικράτεια

1.    Για την παροχή προστασίας διεθνούς καταχώρισης στην ελληνική επικράτεια,  αρμόδια να αποφασίσει είναι η Υπηρεσία Σημάτων.
2.    Η καταχώριση ως και η δήλωση επέκτασης διεθνούς καταχώρισης στην ελληνική επικράτεια εγγράφονται  σε ειδικό έντυπο και αναρτώνται στο διαδικτυακό τόπο της ΓΓΕ.  
3.    Εάν διαπιστωθούν αντιρρήσεις των άρθρων 123 και 124 του παρόντος νόμου επί διεθνών σημάτων, η Υπηρεσία Σημάτων κοινοποιεί με κάθε πρόσφορο μέσο, συμπεριλαμβανομένης τηλεμοιοτυπίας και ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, προσωρινή άρνηση στο Διεθνές Γραφείο σύμφωνα με το άρθρο 5 του Πρωτοκόλλου της Μαδρίτης και τον κανόνα 17 του Εκτελεστικού Κανονισμού.
4.     Σε περίπτωση αντικατάστασης εθνικού σήματος από διεθνή καταχώριση με ισχύ στην Ελλάδα τα ουσιαστικά δικαιώματα που απορρέουν από το διεθνές σήμα ανατρέχουν στο χρόνο καταχώρισης του εθνικού σήματος.

Άρθρο 172
Ένδικα βοηθήματα

1.    Στις διαδικασίες προσφυγής ενώπιον της ΔΕΣ, σύμφωνα με το άρθρο 144 του παρόντος νόμου,  ανακοπής, σύμφωνα με το άρθρο 140, και έκπτωσης ή ακυρότητας, σύμφωνα με το άρθρο 162 του παρόντος νόμου, ο δικαιούχος διεθνούς καταχώρισης, ως αιτών ή καθού η αίτηση των παραπάνω ενδίκων βοηθημάτων, πρέπει να ορίσει πληρεξούσιο και αντίκλητο δικηγόρο εγκατεστημένο στην Ελληνική Επικράτεια, στον οποίο θα γίνονται και όλες οι κοινοποιή¬σεις.  
2.    Σε περίπτωση  μη εκπροσώπησης του αιτούντος διεθνή καταχώριση ή του δικαιούχου διεθνούς καταχώρισης στις διαδικασίες της παραγράφου 1 από πληρεξούσιο δικηγόρο δεν τεκμαίρεται ομολογία και η ΔΕΣ δικάζει ως να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
3.    Σε περίπτωση ανακοπής κατά αίτησης διεθνούς καταχώρισης η Υπηρεσία Σημάτων κοινοποιεί στοιχεία της ανακοπής ως προσωρινή άρνηση στο Διεθνές Γραφείο σύμφωνα με το άρθρο 5 του Πρωτοκόλλου της Μαδρίτης και τον κανόνα 17 του Εκτελεστικού Κανονισμού.
4.    Σε περίπτωση προσωρινής άρνησης αίτησης για διεθνή καταχώριση  οι απορριπτικές αποφάσεις κοινοποιούνται  στο Διεθνές Γραφείο σύμφωνα με τον Κανόνα 17.1 και 17.3 του Εκτελεστικού Κανονισμού του Πρωτοκόλλου. Η κοινοποίηση συνοδεύεται με μετάφραση στην αγγλική ή γαλλική γλώσσα των οικείων διατάξεων του ελληνικού νόμου που προβλέπουν την άσκηση προσφυγής. Η προσφυγή ασκείται εντός προθεσμίας ενενήντα (90) ημερών  που αρχίζει από την επομένη της κοινοποίησης της προσωρινής άρνησης στο Διεθνές Γραφείο.

Άρθρο 173
Διαδικασία μετατροπής διεθνούς σήματος σε εθνικό

1.    Σε περίπτωση που είτε η βασική αίτηση είτε η βασική καταχώριση, στην οποία στηρίζεται δήλωση διεθνούς σήματος με επέκταση στην Ελλάδα, παύσει να ισχύει στη χώρα προέλευσης εντός πενταετίας από την ημερομηνία της διεθνούς καταχώρισης, ο δικαιούχος της διεθνούς καταχώρισης  δικαιούται, εντός προθεσμίας τριών (3) μηνών από την ημερομηνία που ενεγράφη η παύση ισχύος αυτής  στο μητρώο σημάτων του Διεθνούς Γραφείου, να ζητήσει τη μετατροπή της σε εθνική αίτηση.
2.    Η διάταξη της παραγράφου 1 εφαρμόζεται και εάν η παύση ισχύος επέλθει μετά την πάροδο της ως άνω πενταετούς προθεσμίας, με την προϋπόθεση ότι το ένδικο βοήθημα υποβλήθηκε στη χώρα προέλευσης εντός της πενταετίας.
3.    Σε περίπτωση μετατροπής διεθνούς καταχώρισης σε εθνική αίτηση, ο καταθέτης υποβάλλει σε έξι (6) αντίγραφα στην Υπηρεσία Σημάτων ]δήλωση μετατροπής που συνοδεύεται από τα δικαιολογητικά του άρθρου 135 παρ. 1 και του άρθρου 136 παρ. 1 περιπτώσεις γ’ και δ’ του παρόντος νόμου, καθώς και από βεβαίωση του Διεθνούς Γραφείου, από την οποία να προκύπτει το σήμα και τα προϊόντα και/ή  οι υπηρεσίες για τις οποίες είχε ζητηθεί η επέκταση προστασίας του διεθνούς σήματος στην Ελλάδα, πριν τη διαγραφή του από το διεθνές μητρώο και η ημερομηνία διαγραφής του από το διεθνές μητρώο.
4.    Η δήλωση συντάσσεται σε ειδικό έντυπο και καταχωρίζεται στο οικείο βιβλίο σημάτων.  
5.    Η αίτηση μετατροπής διεθνούς καταχώρισης σε εθνική αίτηση καταχωρίζεται χωρίς προέλεγχο, εφόσον έχει παρέλθει η προθεσμία του άρθρου 5 παρ. 2 γ’ του Πρωτοκόλλου της Μαδρίτης και δεν έχει ασκηθεί ένδικο βοήθημα. Εάν η εν λόγω προθεσμία δεν έχει παρέλθει ή εάν έχει ήδη κοινοποιηθεί προσωρινή απόρριψη, η αίτηση μετατροπής εξετάζεται από την Υπηρεσία Σημάτων. Σε περίπτωση που η αίτηση για αρχική ή επιγενόμενη επέκταση προστασίας του διεθνούς σήματος στην Ελλάδα εκκρεμεί ενώπιον της Υπηρεσίας Σημάτων, της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων ή των αρμόδιων δικαστηρίων, η σχετική διαδικασία παύει ή η δίκη καταργείται μετά την υποβολή της αίτησης μετατροπής.
6.    Μετά την υποβολή της αίτησης μετατροπής η διεθνής καταχώριση διαγράφεται με πράξη της Υπηρεσίας Σημάτων  από τα βιβλία διεθνών σημάτων.
7.    Η προστασία σήματος που προέρχεται από μετατροπή διεθνούς καταχώρισης σε αίτηση εθνικού σήματος διαρκεί για μια δεκαετία, που αρχίζει είτε από την ημερομηνία της διεθνούς καταχώρισης, είτε, σε περίπτωση μεταγενέστερης επέκτασης διεθνούς σήματος στην Ελλάδα, από την ημερομηνία εγγραφής στο Διεθνές Μητρώο της αίτησης επέκτασης για την προστασία του διεθνούς σήματος στην Ελλάδα. Για την ανανέωση των σημάτων αυτών κρίσιμη είναι η ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης στην Υπηρεσία Σημάτων.

Άρθρο 174
Διαδικασία διαγραφής διεθνούς σήματος

1.    Το δικαίωμα που παρέχει η διεθνής καταχώριση αποσβέννυται με απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων ή των αρμοδίων Διοικητικών Δικαστηρίων για τους λόγους που προβλέπονται στα  άρθρα 160 και 161 του παρόντος νόμου. Όταν η απόφαση καταστεί τελεσίδικη, η Υπηρεσία Σημάτων ενημερώνει το Διεθνές Γραφείο με δήλωση, στην οποία αναφέρεται το όνομα του δικαιούχου, ο αριθμός της διεθνούς εγγραφής, η δικαστική αρχή και η διαδικασία απώλειας του δικαιώματος, η τελεσιδικία της απόφασης, η έναρξη ισχύος της και τα καλυπτόμενα προϊόντα ή υπηρεσίες κατά τον κανόνα 19 του Εκτελεστικού Κανονισμού.
2.    Το δικόγραφο της αίτησης διαγραφής κατά διεθνούς σήματος κοινοποιείται με επιμέλεια του αιτούντος στο διεθνή καταθέτη ή τον αντιπρόσωπό του, όπως αυτός εμφαίνεται στο Διεθνές Μητρώο, με κάθε πρόσφορο μέσο συμπεριλαμβανομένων της τηλεομοιοτυπίας και του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, τριάντα (30) ημέρες πριν την ορισθείσα πρώτη συζήτηση, μεταφρασμένο από το Υπουργείο Εξωτερικών ή από τον επισπεύδοντα διάδικο στην αγγλική ή γαλλική γλώσσα. Εάν έχει ορισθεί πληρεξούσιος δικηγόρος ή αντίκλητος, η κοινοποίηση του δικογράφου γίνεται υποχρεωτικά μόνο σε αυτόν, με δικαστικό επιμελητή, χωρίς μετάφραση. Πρόσθετοι λόγοι σε αίτηση διαγραφής κατά διεθνούς σήματος κοινοποιούνται δέκα (10) ημέρες πριν την ορισθείσα πρώτη συζήτηση με τον ίδιο τρόπο που ασκείται η αίτηση διαγραφής κατά διεθνούς σήματος. Το αυτό ισχύει και για κοινοποίηση κλήτευσης ένορκης βεβαίωσης ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Θ’
ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΗΜΑ

Άρθρο 175
Προστασία

1.    Στο κοινοτικό σήμα παρέχεται η ίδια προστασία που παρέχεται στο εθνικό σήμα.
2.    Σε περίπτωση που στηρίχθηκε η αρχαιότητα κοινοτικού σήματος σε καταχωρισμένο εθνικό σήμα, τα ουσιαστικά δικαιώματα που απορρέουν από το καταχωρισμένο και σε ισχύ κοινοτικό σήμα ανατρέχουν στο χρόνο καταχώρισης του εθνικού σήματος.

Άρθρο 176
Μετατροπή  κοινοτικού σήματος σε εθνικό
1.    Η αίτηση μετατροπής αίτησης κοινοτικού σήματος ή κοινοτικού σήματος σε εθνικό υποβάλλεται σε έξι (6) αντίγραφα στην Υπηρεσία Σημάτων. Η δήλωση συνοδεύεται από τα δικαιολογητικά του άρθρου 125 παράγραφος 2 στοιχείο ε’ και παράγραφος 3 του παρόντος νόμου, καθώς και από μετάφραση της αίτησης μετατροπής και των συνημμένων εγγράφων στην ελληνική γλώσσα, από πρόσωπο ή αρχή που έχει το δικαίωμα μετάφρασης σύμφωνα με το νόμο.
2.    Η προθεσμία υποβολής των ανωτέρω δικαιολογητικών είναι δύο (2) μήνες και αρχίζει από την ειδοποίηση του καταθέτη ή δικαιούχου από την Υπηρεσία Σημάτων  με έγγραφο επί αποδείξει παραλαβής.
3.    Η δήλωση συντάσσεται σε ειδικό έντυπο, η μορφή και το περιεχόμενο του οποίου καθορίζεται στο συνημμένο ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VΙ με τίτλο ΔΗΛΩΣΗ ΜΕΤΑΤΡΟΠΗΣ ΚΟΙΝΟΤΙΚΟΥ ΣΗΜΑΤΟΣ του παρόντος νόμου. Η δήλωση καταχωρείται στο οικείο βιβλίο σημάτων.
4.    Για την παραδοχή του εθνικού σήματος που προκύπτει από τη μετατροπή αποφασίζει η Υπηρεσία  Σημάτων.
5.    Η προστασία σήματος που προέρχεται από μετατροπή αίτησης κοινοτικού σήματος ή από μετατροπή κοινοτικού σήματος σε εθνικό ανατρέχει στην ημερομηνία κατάθεσης του κοινοτικού σήματος ή στην ημερομηνία προτεραιότητας της αίτησης ή του σήματος και ενδεχομένως στην αρχαιότητα εθνικού σήματος που μπορεί να έχει διεκδικηθεί. Για την ανανέωση των σημάτων αυτών κρίσιμη είναι η ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης μετατροπής στο Γραφείο Εναρμόνισης στην Εσωτερική Αγορά.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι’
ΣΗΜΑΤΑ ΑΛΛΟΔΑΠΩΝ ΚΑΤΑΘΕΤΩΝ

Άρθρο 177
Προστασία

1.    Οι δικαιούχοι σημάτων που έχουν εκτός της Ελλάδος την επαγγελματική τους εγκατάσταση προστατεύονται κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου,
2.    Επί σημάτων που κατατίθενται με διεκδίκηση προτεραιότητας σύμφωνα με τη Διεθνή Σύμβαση των Παρισίων (ν.213/1975), η απόδειξη κατάθεσης του σήματος στην αλλοδαπή πολιτεία μπορεί να υποβάλλεται το αργότερο εντός τριών (3) μηνών από την υποβολή της δήλωσης  κατάθεσης  του σήματος στην ημεδαπή.
3.    Για την προστασία στην Ελλάδα απαιτείται, επιπλέον, η σύμφωνη με τις διατάξεις του παρόντος νόμου κατάθεση.
4.    Η προθεσμία προσφυγής των δικαιούχων αλλοδαπών σημάτων κατά των αποφάσεων της ΔΕΣ παρατείνεται κατά τριάντα (30) ημέρες.
5.    Για την κατάθεση αρκεί ειδικό πληρεξούσιο έγγραφο που περιέχει και δήλωση για υπαγωγή στη δικαιοδοσία των δικαστηρίων της Αθήνας. Η δήλωση αυτή δύναται να αναπληρωθεί και με έγγραφη δήλωση του πληρεξουσίου του αιτούντος στην Υπηρεσία Σημάτων.
6.    Τα ξενόγλωσσα έγγραφα που προσκομίζονται κατά την κατάθεση σήματος πρέπει να συνοδεύονται και με ελληνική μετάφραση που έχει γίνει από πρόσωπο ή αρχή που έχει το δικαίωμα μετάφρασης σύμφωνα με το νόμο.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ  IA’
ΕΙΔΙΚΕΣ, ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 178
Δημοσιεύσεις

Οι δημοσιεύσεις, που προβλέπονται από τον παρόντα νόμο, γίνονται σε ειδικό τεύχος της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως, που εκδίδεται κατά μήνα με τον τίτλο «Δελτίο Εμπορικής και Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας».

Άρθρο  179
Τέλη

1.    Τα υπέρ του δημοσίου τέλη για τα σήματα καθορίζονται ως ακολούθως:
α. Κατάθεση σήματος………………………………………..……….…………………..    110 €
β. Για κάθε επιπλέον κλάση και μέχρι τη δεκάτη ……..……….………………..    20 €
γ. Κατάθεση σήματος από μετατροπή κοινοτικού ή διεθνούς ή από διαίρεση     140 €
δ. Για κάθε επιπλέον κλάση και μέχρι τη δεκάτη……………………………………..    20 €
ε. Παράταση προστασίας σήματος……………………..……………………………….    90 €
στ. Για κάθε επιπλέον κλάση και μέχρι τη δεκάτη……………………………………..    20 €
ζ. Αλλαγή επωνυμίας ή νομικής μορφής ή διεύθυνσης ή έδρας………………….    50 €
η. Περιορισμός προϊόντων ή υπηρεσιών…………………………………………………    20 €
θ. Μεταβίβαση σήματος………………………………………………………………………..    90 €
ι. Παραχώρηση άδειας χρήσης …………………………………………………..    90 €
ια. Εγγραφή περιορισμών του δικαιώματος κατ΄ άρθρο 127………………………    40 €
ιβ. Έλεγχος και διαβίβαση Διεθνούς Αίτησης ……………………………………    15 €
ιγ. Αντικατάσταση εθνικού σήματος από διεθνές……………………………………..    110 €
ιδ. Κατάθεση ενδίκων μέσων παρεμβάσεων και αιτήσεων ενώπιον της διοικητικής επιτροπής σημάτων…………………………………………………………….    70 €

ιε. Παράβολο συζήτησης ένδικων μέσων και αιτήσεων, ενώπιον της
διοικητικής επιτροπής σημάτων…………………………………………………………….    40 €

ιζ. Επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση………………………..    110 €
ιη. Έκδοση αντιγράφου σήματος……………………………………………………………    1 €
2.    Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δύνανται να αναπροσαρμόζονται εκάστοτε τα υπέρ του δημοσίου τέλη, που ορίζονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 180
Ταξινόμηση προϊόντων και υπηρεσιών

Τα προϊόντα και οι υπηρεσίες για τα οποία κατατίθενται τα σήματα, ταξινομούνται σύμφωνα με τη διεθνή ταξινόμηση προϊόντων και υπηρεσιών της Συμφωνίας της Νίκαιας, όπως εκάστοτε ισχύει. Η κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου εφαρμοστέα ταξινόμηση εμφανίζεται  στο  συνημμένο ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VΙI «ΚΛΑΣΕΙΣ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΚΑΙ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ».  
Άρθρο 181
Κανονιστική απόφαση

Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας καθορίζονται τα εξής θέματα του παρόντος νόμου: α) ο αριθμός των τμημάτων της ΔΕΣ, β) τα προσόντα των υπαλλήλων της Υπηρεσίας σημάτων που εκτελούν χρέη εξεταστή, γ) ο διορισμός των μελών, των γραμματέων και των βοηθών τους των τμημάτων της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων, καθώς και των αναπληρωτών τους, δ) οι όροι τήρησης του ηλεκτρονικού μητρώου σημάτων, το οποίο μετά την ολοκλήρωσή του θα αντικαταστήσει το βιβλίο σημάτων, ε) ο τρόπος κατάθεσης και ελέγχου των ηχητικών και τρισδιάστατων σημάτων και στ) κάθε άλλη λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος νόμου.

Άρθρο 182
Μεταβατικές διατάξεις

1.    Σε διαφορές εκκρεμείς, οι διαδικαστικές πράξεις που δεν έχουν συντελεστεί διενεργούνται κατά τις διατάξεις του προϊσχύοντος νόμου.
2.    Η άσκηση ένδικων βοηθημάτων κατ’ αποφάσεων που δημοσιεύονται μετά την έναρξη της ισχύος του παρόντος νόμου και για έξι (6) μήνες, διέπεται από τις διατάξεις του προϊσχύοντος νόμου.
3.    Ως προς την αφετηρία των προθεσμιών εφαρμόζονται οι διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο, κατά τον οποίο συντελέστηκε το γεγονός που τις κίνησε.
4.    Η διάρκεια των προθεσμιών που είχαν αρχίσει πριν από την έναρξη της ισχύος του παρόντος νόμου, υπολογίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του, μόνο αν η προβλεπόμενη από αυτές διάρκειά τους είναι μεγαλύτερη από εκείνη που προβλεπόταν από τις προϊσχύουσες διατάξεις.
5.    Σήματα που δεν έχουν γίνει αμετακλήτως δεκτά κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, κρίνονται ως προς τις προϋποθέσεις παραδεκτού, σύμφωνα με το προϊσχύον δίκαιο.
6.    Η δυνατότητα επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, σύμφωνα με το άρθρο 149 του παρόντος νόμου, ισχύει μόνο στις περιπτώσεις που το κώλυμα που είχε ως συνέπεια την απώλεια δικαιώματος ή προθεσμίας ασκήσεως ενδίκου βοηθήματος, κατά τα οριζόμενα στη διάταξη, επήλθε μετά την έναρξη της ισχύος του παρόντος νόμου.
7.    Η δυνατότητα διαίρεσης ισχύει και για τα σήματα που είχαν δηλωθεί ή καταχωρισθεί πριν από τη θέση σε ισχύ του παρόντος νόμου.
8.    Η δυνατότητα υποβολής έγγραφης συναίνεσης ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων σύμφωνα με το άρθρο 124 παρ. 4 του παρόντος νόμου καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου διαφορές.
9.    Σήματα που έχουν δηλωθεί ή καταχωρισθεί ως παράλληλη κατάθεση ή καταχώριση άλλου, πρότερου σήματος κατά τη θέση σε ισχύ του παρόντος νόμου, ισχύουν και προστατεύονται σύμφωνα με το νόμο αυτό. Το κύρος παράλληλης κατάθεσης ή παράλληλης καταχώρισης σήματος δε θίγεται, εάν παύσει λόγω μη ανανέωσης να ισχύει το πρότερο σήμα, του οποίου αποτελεί παράλληλη κατάθεση ή παράλληλη καταχώριση, εκτός εάν το πρότερο σήμα διαγράφηκε αμετάκλητα για λόγους των άρθρων 123 και 124 του παρόντος νόμου.

Άρθρο 183
Καταργούμενες διατάξεις

Σε έξι (6) μήνες από την έναρξη ισχύος τoυ παρόντος νόμου, καταργούνται:        
α. ο Ν. 2239/94 , το Π.Δ. 353/98, το άρθρο 9 του Β.Δ. 20/27.12.1939, όπως αυτό ισχύει μέχρι σήμερα και η απόφαση της Υπουργού Ανάπτυξης Κ4-307/2001(ΦΕΚ Β/31/18.1.2001),
β. κάθε γενική ή ειδική διάταξη που αντίκειται στον παρόντα νόμο ή αφορά θέματα που ρυθμίζονται από αυτόν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΒ’
ΣΗΜΑ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΚΑΙ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ

Άρθρο 184
Σήμα Ελληνικών Προϊόντων και Υπηρεσιών

1.    Θεσπίζεται προαιρετικό σήμα διάκρισης της προέλευσης των ελληνικών προϊόντων και υπηρεσιών, το οποίο αποτελείται από λεκτικό και εικαστικό τμήμα. Το σήμα είναι ενιαίο για όλες τις κατηγορίες προϊόντων και υπηρεσιών και δεν δύναται να παραπέμπει σε άλλα σήματα. Το ειδικότερο περιεχόμενο  και η απεικόνιση αυτού, καθώς και η τυχόν διαγωνιστική διαδικασία για τον σχηματισμό ενός τέτοιου σήματος καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας.
2.    Το Σήμα καταχωρίζεται, ως επίσημο σήμα του ελληνικού κράτους, από τη Γενική Γραμματεία Εμπορίου του Υπουργείου Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας.
3.    Το Σήμα απονέμεται προαιρετικά σύμφωνα με διαδικασίες, τους όρους και τις προϋποθέσεις που ορίζονται στα άρθρα 189 και 190 του παρόντος νόμου και δηλώνει ότι τα σημαινόμενα με αυτό προϊόντα και υπηρεσίες, έχουν ελληνική προέλευση.

 Άρθρο 185
Επιτροπή Ελληνικού Σήματος
Συγκρότηση – Σύνθεση – Λειτουργία

1.    Συνιστάται «Επιτροπή Ελληνικού Σήματος» (ΕΕΣ), με αντικείμενο τη θέσπιση και το συντονισμό των διαδικασιών για την απονομή του Σήματος Ελληνικών  Προϊόντων – Υπηρεσιών. Η ΕΕΣ, για τις σχέσεις και τις συναλλαγές της με την αλλοδαπή,  αποδίδεται στην αγγλική γλώσσα ως «NATIONAL COMMITTEE OF THE HELLENIC TRADEMARK».
2.    Η ΕΕΣ, συγκροτείται από ως εξής:
α)    Το Γενικό Γραμματέα Εμπορίου, ως Πρόεδρο, με αναπληρωτή το Γενικό Διευθυντή Εσωτερικού Εμπορίου της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου,
β)    Τρεις (3) εκπροσώπους της Γενικής Διεύθυνσης Εσωτερικού Εμπορίου της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου με τους αναπληρωτές τους, εκ των οποίων ένας εκπρόσωπος του Τμήματος Καταχώρισης Σημάτων και ένας εκπρόσωπος της Διεύθυνσης Τιμών Τροφίμων και Ποτών της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου,
γ)    Τρεις (3) εκπροσώπους της  Κεντρικής Ένωσης Επιμελητηρίων με τoυς αναπληρωτές τους,
δ)    Έναν (1) εκπρόσωπο του Εθνικού Συμβουλίου Καταναλωτών με τον αναπληρωτή του,
ε)    Έναν (1) εκπρόσωπο του Οργανισμού Πιστοποίησης και Επίβλεψης Γεωργικών Προϊόντων με τον Αναπληρωτή του,
στ)    Έναν (1) εκπρόσωπο της Γενικής Γραμματείας Βιομηχανίας με τον αναπληρωτή του,
ζ)    Έναν (1) εκπρόσωπο του Ελληνικού Οργανισμού Τυποποίησης (ΕΛΟΤ) με τον αναπληρωτή του.
η)    Έναν (1) εκπρόσωπο του Γενικού Χημείου του Κράτους με τον αναπληρωτή του.
θ)    Έναν (1) εκπρόσωπο του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων με τον αναπληρωτή του.
ι)   Έναν (1) εκπρόσωπο του Εθνικού Φορέα Ελέγχου Τροφίμων (ΕΦΕΤ) με τον αναπληρωτή του.
3.    Τα μέλη της ΕΕΣ υπό στοιχεία ε΄ έως ι΄ συμμετέχουν στην Επιτροπή κατά περίπτωση, εφόσον συζητείται θέμα της αρμοδιότητας τους, μετά από έγγραφη πρόσκληση του Προέδρου προ 10 ημερών, στην οποία αναγράφονται και τα θέματα της ημερήσιας διάταξης. Εφόσον πρόκειται να συζητηθούν θέματα που αφορούν τη λειτουργία της Επιτροπής, γενικού ή διατομεακού ενδιαφέροντος καλούνται υποχρεωτικά όλα τα μέλη.
4.    Ο Πρόεδρος και τα λοιπά μέλη της επιτροπής ορίζονται με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας. Για την έκδοση της απόφασης, οι δημόσιες υπηρεσίες και οι φορείς, εκπρόσωποι των οποίων μετέχουν ως μέλη στην ΕΕΣ, προτείνουν εγγράφως τους εκπροσώπους τους. Ως μέλη της ΕΕΣ επιλέγονται πτυχιούχοι τριτοβάθμιας εκπαίδευσης με ειδικές γνώσεις ή με εμπειρία στους επιδιωκόμενους σκοπούς της. Με την ίδια απόφαση ορίζεται ο γραμματέας της ΕΕΣ και ο αναπληρωτής του, οι οποίοι πρέπει να είναι υπάλληλοι του Υπουργείου Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας. Η Γραμματειακή και διοικητική υποστήριξη της ΕΕΣ παρέχεται από τη Γενική Γραμματεία Εμπορίου.
5.    Η θητεία των μελών της είναι διετής και μπορεί να ανανεωθεί με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας. Τα μέλη είναι δυνατόν να ανακληθούν κατά τη διάρκεια της θητείας τους μετά από υποβολή σχετικού αιτήματος του φορέα που τα πρότεινε προς τον Υπουργό Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας. Οι φορείς προτείνουν στον Υπουργό Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας τα νέα μέλη για τον υπόλοιπο χρόνο της θητείας.
6.    Ανακαλείται αυτοδικαίως ο διορισμός υπό στοιχεία α΄ έως δ΄ μέλους το οποίο απουσίασε αδικαιολόγητα από τρεις διαδοχικές συνεδριάσεις της ΕΕΣ. Για την εφαρμογή της παρούσας στα υπόλοιπα μέλη, απαιτείται να έχει προηγηθεί νόμιμη κλήση σύμφωνα με την παρ. 3 του παρόντος άρθρου. Για το υπόλοιπο της θητείας του αποχωρούντος μέλους ορίζεται νέο, σύμφωνα με την παρ. 4 του παρόντος άρθρου. Ο Υπουργός Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας δύναται με αιτιολογημένη πράξη να παύσει μέλος της ΕΕΣ και να ζητήσει, κατά τα προβλεπόμενα στην παρ. 4 του παρόντος άρθρου, τον ορισμό νέου μέλους.
7.     Η ΕΕΣ συνέρχεται στη Γενική Γραμματεία Εμπορίου τακτικά, τουλάχιστον μία φορά το μήνα και έκτακτα είτε με πρόσκληση του Προέδρου της, είτε ύστερα από αίτηση του ενός τρίτου (1/3) τουλάχιστον των μελών της.
8.    Τα μέλη της ΕΕΣ κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους ενεργούν συλλογικά. Ο Πρόεδρος καθορίζει τα θέματα της ημερήσιας διάταξης, καθώς και τους εισηγητές. Χρέη εισηγητών εκτελούν, κατά περίπτωση, υπάλληλοι των αρμοδίων  Υπηρεσιών, όπως ενδεικτικά του Υπουργείου Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας (Υπ.Α.Α.Ν), Υπουργείου Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής (ΥΠΕΚΑ), του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων (ΥΠΑΑΤ), του Εθνικού Φορέα Ελέγχου Τροφίμων (ΕΦΕΤ), του Ελληνικού Οργανισμού Τυποποίησης (ΕΛΟΤ)  και του Γενικού Χημείου του Κράτους ή εκπρόσωποι ιδιωτικών φορέων, καθώς και μεμονωμένοι επιστήμονες – εμπειρογνώμονες  που ορίζονται με απόφαση της ΕΕΣ.  
9.    Η ΕΕΣ εκπροσωπείται έναντι τρίτων, δικαστικώς και εξωδίκως, στην Ελλάδα και το εξωτερικό από τον Πρόεδρό της ή, σε περίπτωση κωλύματός του, από το νόμιμο αναπληρωτή του, ή μέλος της ΕΕΣ που ορίζεται με απόφασή της.
10.    Η ΕΕΣ δύναται να ζητά κάθε πληροφορία ή έγγραφο χρήσιμο για την άσκηση των αρμοδιοτήτων της ως και να καλεί ενώπιον της υπαλλήλους υπηρεσιών του Δημόσιου Τομέα ή άλλα πρόσωπα για παροχή πληροφοριών.
11.    Η ΕΕΣ δύναται με απόφασή της να συγκροτεί επιτροπές και ομάδες εργασίας ή να δίδει εντολή σε συγκεκριμένα μέλη της για την εξέταση θεμάτων που εμπίπτουν στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της. Στις επιτροπές και ομάδες εργασίας μπορούν να συμμετέχουν και πρόσωπα που δεν αποτελούν μέλη της. Το έργο των επιτροπών και των ομάδων εργασίας κατευθύνεται από μέλη της ΕΕΣ. Οι μελέτες, τα πορίσματα, οι εισηγήσεις και οι γνωμοδοτήσεις των επιτροπών και των ομάδων εργασίας υποβάλλονται στην ΕΕΣ.  
12.    Κατά τα λοιπά, με την επιφύλαξη και όσων ειδικότερα ορίζονται στον Κανονισμό Εσωτερικής Λειτουργίας της ΕΕΣ, εφαρμόζεται ο Κώδικας Διοικητικής Διαδικασίας (ν. 2690/1999 – ΦΕΚ Α΄ 45).
Άρθρο 186
Αρμοδιότητες της ΕΕΣ
1.    Η ΕΕΣ έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες:
α)    Κατόπιν διενέργειας δημόσιας διαβούλευσης, προβαίνει στην έκδοση κανονισμών σχετικά:  
αα) με τα προϊόντα και τις υπηρεσίες για τις οποίες απονέμεται το Σήμα,
αβ) τις διαδικασίες, τους όρους, τις προϋποθέσεις και το τέλος απονομής του,  
αγ)    τους φορείς που απονέμουν το Σήμα, ελέγχουν την τήρηση των όρων και των προϋποθέσεων απονομής και διατήρησής του  και επιβάλλουν κυρώσεις σε περιπτώσεις παράβασής τους,
αδ)     τις προδιαγραφές που πρέπει να τηρούν οι φορείς που απονέμουν το σήμα,
β) Εκδίδει τον Κανονισμό Λειτουργίας της,
γ) Εξετάζει τυχόν ενστάσεις σε περιπτώσεις μη απονομής του Σήματος, μη έγκρισης της μεταβίβασής του ή επιβολής κυρώσεων,
δ) Ενημερώνει και παρέχει πληροφοριακά στοιχεία στις αρμόδιες αρχές, τους καταναλωτές και τις επιχειρήσεις,
ε) Οργανώνει ή συμμετέχει σε σεμινάρια, προγράμματα, συνέδρια, διαλέξεις ή δημόσιες συζητήσεις κ.λπ., για την ανάπτυξη και διάδοση του Σήματος,
στ) Εποπτεύει το Ηλεκτρονικό Μητρώο Ελληνικών Προϊόντων – Υπηρεσιών και  θέτει τις προδιαγραφές λειτουργίας του,
ζ) Τηρεί ιστοσελίδα, στην οποία αναρτώνται οι Κανονισμοί Απονομής του Ελληνικού Σήματος καθώς και κάθε άλλη σχετική με το σήμα πληροφορία.
2.    Για την εκτέλεση των αρμοδιοτήτων της η ΕΕΣ δύναται να ζητά την τεχνική και επιστημονική υποστήριξη Υπηρεσιών του Δημοσίου Τομέα, όπως του ΕΛΟΤ, του ΕΦΕΤ, του Γενικού Χημείου του Κράτους, του ΥΠΑΑΤ ή του ΥΠΕΚΑ, είτε ιδιωτικών φορέων και μεμονωμένων εμπειρογνωμόνων της ημεδαπής ή αλλοδαπής.

Άρθρο 187
Κανονισμοί Απονομής Ελληνικού Σήματος

Η ΕΕΣ εκδίδει Κανονισμούς Απονομής Ελληνικού Σήματος, ανά κατηγορία προϊόντων και υπηρεσιών.  Τα προϊόντα και οι υπηρεσίες για τις οποίες απονέμεται το σήμα δύνανται να φέρουν πρόσθετες ενδείξεις ανάλογα με τη φύση τους, τα χαρακτηριστικά τους  και  την εγχώρια παραγόμενη προστιθέμενη αξία. Η ΕΕΣ πριν την έκδοση των κανονισμών οφείλει να διεξάγει δημόσια διαβούλευση. Οι Κανονισμοί Απονομής Ελληνικού Σήματος περιέχουν κατ’ ελάχιστον:
α)    Τον φορέα που απονέμει το σήμα ανά κατηγορία προϊόντων και υπηρεσιών, διενεργεί ελέγχους για την τήρηση των όρων και των προϋποθέσεων απονομής και διατήρησής του και επιβάλει κυρώσεις,
β) Τα κριτήρια, τις προϋποθέσεις απονομής του σήματος και τις ειδικές προδιαγραφές ή συνοδευτικές λεκτικές επεξηγήσεις, που ενδεχομένως απαιτούνται για κάθε προϊόν και υπηρεσία, καθώς και το ύψος των τελών για την απονομή, τη μεταβίβαση, τη διατήρηση και την ανανέωση του σήματος,   
γ)    Τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αυτών που δικαιούνται να  χρησιμοποιούν το σήμα.
δ)    Τους όρους μεταβίβασης του δικαιώματος  χρήσης του σήματος, έπειτα από αίτημα του ενδιαφερομένου στον φορέα απονομής. Σε περίπτωση μεταβίβασης, ο νέος δικαιούχος θα πρέπει να πληροί τα κριτήρια και τις προϋποθέσεις απονομής του σήματος. Η μεταβίβαση ισχύει μόνο μετά την καταχώρηση της εγκριτικής απόφασης του φορέα απονομής στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Σήματος Ελληνικών Προϊόντων – Υπηρεσιών.  
ε) Τη διαδικασία διενέργειας τακτικών και εκτάκτων ελέγχων από τον φορέα απονομής.
στ)    Τις περιπτώσεις που ο φορέας απονομής διατάσσει την προσωρινή ή οριστική ανάκληση του δικαιώματος της χρήσης του σήματος,
ζ)    Τον Φορέα ή τους Φορείς, που δύνανται στο πλαίσιο των κείμενων διατάξεων, να συνεργάζονται µε την ΕΕΣ για την διενέργεια ελέγχων και την εφαρμογή των αντίστοιχων Κανονισμών.

Άρθρο 188
Κριτήρια Απονομής του Σήματος

1.    Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου τα προϊόντα και οι υπηρεσίες κατατάσσονται σε τρεις (3) κατηγορίες: α) τα φυσικά προϊόντα, β) τα μεταποιημένα φυσικά προϊόντα και γ) τα λοιπά (βιομηχανικά –βιοτεχνικά) προϊόντα και υπηρεσίες.
2.    Για την απονομή του σήματος, τα προϊόντα και οι υπηρεσίες θα πρέπει να πληρούν τις προδιαγραφές που θέτουν οι διεθνείς, κοινοτικές και εθνικές διατάξεις σχετικά με τα χαρακτηριστικά, τις επισημάνσεις, την ασφάλεια και προστασία του καταναλωτή. Επίσης θα πρέπει από την παραγωγή ή/και την επεξεργασία τους να προκύπτει εγχώρια προστιθέμενη αξία.
3.    Ειδικά για τα φυσικά προϊόντα (αγροτικά, κτηνοτροφικά προϊόντα, πρώτες ύλες), ως βασικό κριτήριο για την απονομή του σήματος ορίζεται η παραγωγή, ή εκτροφή ή η συγκομιδή, ανάλογα με το προϊόν, εντός της ελληνικής επικράτειας.
4.    Στα μεταποιημένα φυσικά προϊόντα, για την απονομή του σήματος, πρέπει  ποσοστό της μάζας των συστατικών τους ή/και της μάζας της βασικής πρώτης ύλης που χρησιμοποιείται, να προέρχονται από την Ελλάδα.  Με τον κανονισμό απονομής καθορίζεται, για κάθε κατηγορία προϊόντος, συγκεκριμένα το ποσοστό επί της μάζας του κάθε επιμέρους συστατικού ή / και της βασικής πρώτης ύλης.
5.     Με τον κανονισμό είναι δυνατό να εισάγονται εξαιρέσεις από το κριτήριο αυτό στις ακόλουθες περιπτώσεις:
α) για πρώτες ύλες που δεν υπάρχουν ή δεν είναι δυνατόν να παραχθούν στην Ελληνική Επικράτεια, ή παράγονται σε μη επαρκείς ποσότητες,
β) για προϊόντα, η ελληνικότητα των οποίων συνίσταται στον παραδοσιακό ή / και τον ιδιαίτερο τρόπο παρασκευής και επεξεργασίας τους.
γ) Επίσης, δύνανται να εισάγονται προσωρινές εξαιρέσεις από το κριτήριο, εφόσον παρουσιάζεται έλλειψη σε συγκεκριμένη πρώτη ύλη, που οφείλεται σε αντικειμενικά, έκτακτα και εξαιρετικά γεγονότα, όπως ενδεικτικά φυσικές καταστροφές ή κακές καιρικές συνθήκες.   
6.    Για τα λοιπά (βιομηχανικά – βιοτεχνικά) προϊόντα και υπηρεσίες, ως βασικό κριτήριο απονομής ορίζεται το ποσοστό του κόστους παραγωγής που  πραγματοποιείται στην ελληνική επικράτεια, όπως αυτό εξειδικεύεται με τον κανονισμό απονομής για κάθε προϊόν ή υπηρεσία. Στο κόστος παραγωγής περιλαμβάνονται δαπάνες που αφορούν στην έρευνα και την ανάπτυξη του προϊόντος ή της υπηρεσίας, ενώ αποκλείονται όσες αφορούν την προώθηση, προβολή και διαφήμιση του προϊόντος.     

Άρθρο 189
Υποχρεώσεις του Φορέα Απονομής Σήματος

1.    Ο φορέας απονομής του σήματος τηρεί συγκεκριμένες προδιαγραφές που διασφαλίζουν ότι έχει την διοικητική συγκρότηση και την τεχνική επάρκεια και τεχνογνωσία για την απονομή του σήματος και την διενέργεια ελέγχων για το συγκεκριμένο προϊόν ή υπηρεσία.
2.    Ο Κανονισμός που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 187 του παρόντος νόμου, κατά τον καθορισμό του φορέα απονομής λαμβάνει ιδιαίτερα υπόψη τα κριτήρια του ιδίου άρθρου, τις πιστοποιήσεις που έχει λάβει και τα πρωτόκολλα που τηρεί ο φορέας απονομής, καθώς και την εμπειρία του σε πιστοποίηση προϊόντων και υπηρεσιών.
3.    Το έργο της απονομής και του ελέγχου του σήματος, ανά κατηγορία προϊόντος ή υπηρεσίας δύναται να ανατεθεί σε ένα μόνο φορέα στην επικράτεια ή ανά περιφέρεια ή νομό. Στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του, ο φορέας απονομής δύναται να ζητά πληροφορίες από άλλα ελεγκτικά όργανα ή φορείς, όποτε αυτό κρίνεται αναγκαίο και σκόπιμο. Εφόσον, από την δημόσια διαβούλευση για την έκδοση του Κανονισμού Απονομής, σύμφωνα με το άρθρο 187 του παρόντος νόμου, ή με άλλο τρόπο καταστεί γνωστό στην ΕΕΣ ότι το έργο του φορέα απονομής, δύναται να ανατεθεί στην ίδια γεωγραφική περιφέρεια σε περισσότερους φορείς, διενεργείται από την ΕΕΣ συγκριτική αξιολόγηση των φορέων που εκδηλώνουν εντός συγκεκριμένης προθεσμίας ενδιαφέρον, προκειμένου να επιλεγεί ο φορέας.   
4.    Η ΕΕΣ δύναται να διενεργεί ελέγχους στους φορείς απονομής σχετικά με την τηρούμενη διαδικασία απονομής του σήματος και επιβολής κυρώσεων, να απευθύνει συστάσεις και να εκδίδει οδηγίες. Σε περίπτωση που η ΕΕΣ διαπιστώσει ότι ο φορέας δεν πληροί τις απαιτούμενες από τον Κανονισμό Απονομής ή από το παρόν άρθρο προδιαγραφές, μπορεί να αποφασίσει την αντικατάστασή του.

Άρθρο 190
Ηλεκτρονικό Μητρώο Ελληνικών Προϊόντων – Υπηρεσιών

1.    Στη Διεύθυνση Εμπορικής και Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου τηρείται το Ηλεκτρονικό Μητρώο Ελληνικών Προϊόντων – Υπηρεσιών, στο οποίο καταχωρίζεται ανά κατηγορία προϊόντος και υπηρεσίας κάθε απονομή, ανανέωση, μεταβίβαση και ανάκληση προσωρινή ή οριστική της χρήσης του Σήματος. Το Μητρώο περιλαμβάνει την επωνυμία της επιχείρησης, το είδος και την υποχρεωτική ονομασία πώλησης, εφ’ όσον προβλέπεται, και την κατηγορία των προϊόντων και υπηρεσιών, στα οποία έχει απονεμηθεί το Σήμα. Με κανονισμό της ΕΕΣ δύνανται να  εξειδικεύονται τα στοιχεία τα οποία καταχωρίζονται  στο Μητρώο, ανά κατηγορία προϊόντος ή υπηρεσίας, καθώς και να ρυθμίζονται άλλα ζητήματα τεχνικού και λεπτομερειακού χαρακτήρα σχετικά με την τήρηση του Μητρώου, τις καταχωρήσεις, την ασφαλή πρόσβαση, την πιστοποίηση των χρηστών.
2.    Η καταχώρηση των στοιχείων στην βάση δεδομένων του Μητρώου γίνεται ηλεκτρονικά απευθείας από τον φορέα απονομής, ο οποίος είναι υπεύθυνος για την πληρότητα και ορθότητα των στοιχείων που καταχωρεί. Διόρθωση των στοιχείων επιτρέπεται μετά από αίτημα του δικαιούχου χρήσης του σήματος, εφόσον επικαλείται και προσκομίζει  στον φορέα τα ορθά στοιχεία.
3.    Το τμήμα του Μητρώου που αφορά στα ευρετήρια δικαιούχων του σήματος και ονομασίας πώλησης προϊόντων και παροχής υπηρεσιών είναι δημόσια και ελεύθερα προσβάσιμα.
4.    Η Διεύθυνση Εμπορικής και Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας σε συνεργασία με τη Διεύθυνση Πληροφορικής της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου υποχρεούται να τηρεί όλα τα απαιτούμενα πρωτόκολλα και τις τεχνικές προδιαγραφές προκειμένου να διασφαλίζεται η ασφάλεια και η ακεραιότητα της βάσης δεδομένων του Μητρώου.

Άρθρο 191
Απονομή του Δικαιώματος χρήσης του Ελληνικού Σήματος

1.    Το δικαίωμα χρήσης του Ελληνικού Σήματος παραχωρείται με την καταχώρηση του δικαιούχου στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Ελληνικών Προϊόντων – Υπηρεσιών. Το δικαίωμα χρήσης του σήματος απονέμεται για συγκεκριμένα προϊόντα ή υπηρεσίες.
2.    Η απονομή του σήματος παρέχει στον δικαιούχο τη δυνατότητα:
α) να  επιθέτει το σήμα αποκλειστικά και μόνο στα προϊόντα για τα οποία έχει απονεμηθεί και στη συσκευασία αυτών,
β)  να χαρακτηρίζει με το σήμα τις υπηρεσίες  για τις οποίες  αυτό έχει απονεμηθεί,
γ) να χρησιμοποιεί το σήμα για την προβολή και την προώθηση των  προαναφερόμενων προϊόντων και των υπηρεσιών.  
3.    Ο φορέας απονομής οφείλει κατόπιν αιτήματος του δικαιούχου χρήσης του σήματος να χορηγεί βεβαίωση καταχώρησης στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Ελληνικών Προϊόντων – Υπηρεσιών, η οποία πιστοποιεί το δικαίωμα χρήσης του σήματος για συγκεκριμένο προϊόν ή υπηρεσία και αναφέρει  τους όρους χρήσης σύμφωνα με τον Κανονισμό.

Άρθρο 192
Διαδικασία απονομής Ελληνικού Σήματος

1.    Για την απονομή του δικαιώματος χρήσης του σήματος ο ενδιαφερόμενος υποβάλλει αίτηση – υπεύθυνη δήλωση, έντυπα ή ηλεκτρονικά και καταβάλει τα οριζόμενα κατά περίπτωση τέλη στον φορέα που είναι αρμόδιος σύμφωνα με τους Κανονισμούς του άρθρου 187 του παρόντος νόμου για την απονομή του σήματος.
2.    Η αίτηση– υπεύθυνη δήλωση περιέχει κατ’ ελάχιστο:
α) Επί φυσικών προσώπων, το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και τη διεύθυνση του αιτούντα. Επί νομικών προσώπων, την μορφή, την επωνυμία και τον διακριτικό τίτλο αυτών, την έδρα και τον νόμιμο εκπρόσωπο τους,
β) Τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες τις οποίες πρόκειται το σήμα να διακρίνει,
γ) Δήλωση ότι τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες πληρούν τις προδιαγραφές που τάσσονται με τον Κανονισμό που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 187 του παρόντος νόμου,
δ) Δήλωση ότι πέραν του Κανονισμού τα προϊόντα και οι υπηρεσίες πληρούν τις προδιαγραφές που τάσσονται από την Ελληνική, Ευρωπαϊκή και Διεθνή Νομοθεσία ιδίως όσον αφορά την παραγωγή, τυποποίηση και διανομή τους, την υγιεινή και την ασφάλεια αυτών κατά τη χρήση και ανάλωση τους,
ε) Δήλωση ότι ο αιτών δεν έχει καταδικαστεί αμετάκλητα την τελευταία τριετία για παραβίαση της νομοθεσίας περί διανοητικής ιδιοκτησίας, της αγορανομικής νομοθεσίας και της ειδικότερης νομοθεσίας του αφορά το προϊόν ή την υπηρεσία για την οποία αιτείται την απονομή του σήματος. Σε περίπτωση που την απονομή του  σήματος αιτείται προσωπική εταιρεία, η δήλωση αυτή αφορά, πέραν από τον νόμιμο εκπρόσωπο ή/και τον διαχειριστή της, και τους εταίρους της.
3.    Όπου από τον Κανονισμό του άρθρου 187 του παρόντος νόμου τυχόν απαιτείται η διενέργεια εργαστηριακών ελέγχων στο προϊόν, ο αιτών οφείλει εντός προθεσμίας που τάσσει ο αρμόδιος για την απονομή του σήματος φορέας να προσκομίσει δείγμα του προϊόντος στα γραφεία του φορέα, ή σε εγκεκριμένο για την διενέργεια ελέγχων εργαστήριο.
4.     Όπου από τον Κανονισμό του άρθρου 187 του παρόντος νόμου απαιτείται για την απονομή του σήματος επιτόπιος έλεγχος στις εγκαταστάσεις παραγωγής του προϊόντος ή παροχής της υπηρεσίας, αυτός διενεργείται από υπαλλήλους του φορέα ή τρίτα πρόσωπα, που τους έχει ειδικά ανατεθεί το έργο αυτό και διαθέτουν τις κατάλληλες γνώσεις για τον έλεγχο των εγκαταστάσεων και την πιστοποίηση αυτών. Ο ως άνω επιτόπιος έλεγχος διενεργείται σε εργάσιμες ημέρες και ώρες, εντός προθεσμίας δεκαπέντε (15) ημερών από την υποβολή της αίτησης απονομής του σήματος
5.    Όπου από τον Κανονισμό του άρθρου 187 του παρόντος νόμου απαιτείται, για την απονομή χρήσης του σήματος, η διενέργεια ελέγχου εισροών / εκροών, ο φορέας δύναται να ζητά από τον αιτούντα τα σχετικά τιμολόγια καθώς και τις σχετικές συμβάσεις προμήθειας.
6.    Για τους εργαστηριακούς ελέγχους, τους ελέγχους οικονομικών στοιχείων εισροών / εκροών και τους ελέγχους στις εγκαταστάσεις παραγωγής ή παροχής της υπηρεσίας συντάσσεται έκθεση από τον διενεργούντα τον έλεγχο που υποβάλλεται αμελλητί στον φορέα απονομής, ο οποίος με βάση αυτή δύναται είτε να απονείμει το σήμα, είτε να ανακαλέσει το δικαίωμα χρήσης του σήματος, είτε να απορρίψει αιτιολογημένα το αίτημα, είτε να τάξει προθεσμία εντός της οποίας ο αιτών πρέπει να συμμορφωθεί με τις υποδείξεις του προκειμένου να επανεξεταστεί το αίτημα απονομής. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, δύναται από τον Κανονισμό του άρθρου 187 του παρόντος νόμου να προβλέπεται η καταβολή πρόσθετου τέλους, εφόσον είναι αναγκαία η διενέργεια νέων ελέγχων για την πιστοποίηση της συμμόρφωσης του αιτούντος με τις υποδείξεις του φορέα απονομής.
7.    Ο φορέας απονομής του σήματος δικαιούται να ζητήσει οποιοδήποτε συμπληρωματικό στοιχείο από τον ενδιαφερόμενο προκειμένου να του απονείμει το σήμα.
8.    Το δικαίωμα χρήσης του σήματος απονέμεται για τρία (3) έτη και δύναται να ανανεώνεται για  ισόχρονα διαστήματα, ύστερα από υποβολή σχετικής αίτησης του δικαιούχου στον αρμόδιο φορέα απονομής, τους τελευταίους δύο μήνες κάθε τριετίας. Για την ανανέωση, ο δικαιούχος υποβάλλει ηλεκτρονικά υπεύθυνη δήλωση ότι πληροί τους όρους και τις προϋποθέσεις απονομής σύμφωνα με τον ισχύοντα, κατά τα χρόνο ανανέωσης, Κανονισμό του άρθρου 187 του παρόντος νόμου. Εφόσον, για την ανανέωση απαιτείται η διενέργεια ελέγχων από τον φορέα απονομής, αυτός ορίζει προθεσμία εντός της οποίας προσκομίζεται δείγμα του προϊόντος ή διενεργείται έλεγχος στις εγκαταστάσεις. Στις περιπτώσεις αυτές δύναται να προβλέπεται από τον Κανονισμό του άρθρου 185 του παρόντος νόμου τέλος ανανέωσης.

Άρθρο 193
Διαγραφή δικαιούχου από το Ηλεκτρονικό Μητρώο

Συνεπάγεται την αυτοδίκαιη διαγραφή από το Ηλεκτρονικό Μητρώο Ελληνικών Προϊόντων – Υπηρεσιών:
α) η κήρυξη του δικαιούχου χρήσης του σήματος σε πτώχευση ή η θέση αυτού σε παρόμοιο νομικό καθεστώς,
β) η αμετάκλητη καταδίκη του δικαιούχου για αδικήματα που αναφέρονται στην περ. ε΄ της παρ. 1 του άρθρου 192 του παρόντος νόμου,
γ) η μη ανανέωση του δικαιώματος χρήσης μετά την παρέλευση του χρόνου προστασίας της παρ. 8 του άρθρου 192 του παρόντος νόμου,
δ) η διακοπή παραγωγής και διάθεσης του προϊόντος ή παροχής της υπηρεσίας για την οποία είχε απονεμηθεί το σήμα,
ε) η διακοπή της οικονομικής δραστηριότητας του δικαιούχου,
ε) η υποβολή αιτήματος διαγραφής από τον δικαιούχο,

Άρθρο 194
Κυρώσεις – Ανάκληση του δικαιώματος Χρήσης Ελληνικού Σήματος

1.    Ο φορέας απονομής του σήματος δύναται να επιβάλλει προς τους δικαιούχους χρήσης του σήματος, σε περίπτωση παραβίασης του παρόντος νόμου και των Κανονισμών που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 187 του παρόντος νόμου και ανάλογα με την βαρύτητα και τη διάρκεια αυτής,  τις ακόλουθες κυρώσεις:
α)  έγγραφη σύσταση με τον ορισμό προθεσμίας συμμόρφωσης
β) προσωρινή ή οριστική ανάκληση του δικαιώματος χρήσης του σήματος.
2.    Οι κυρώσεις της παρ. 1 του παρόντος άρθρου επιβάλλονται ιδίως σε περιπτώσεις που από τον έλεγχο προκύψει ότι:
α)    το προϊόν ή η υπηρεσία για τα οποία απονεμήθηκε το σήμα δεν τηρούν τις προδιαγραφές και τις προϋποθέσεις που τάσσει ο Κανονισμός που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 187 του παρόντος νόμου,
β) γίνεται αντικανονική ή παραπλανητική χρήση σε έντυπα ή διαφημιστικό υλικό και
γ) παρέχονται προς τον φορέα απονομής σκοπίμως παραπλανητικές ή ψευδείς πληροφορίες.
3.    Σε περίπτωση προσωρινής ανάκλησης, ο φορέας δύναται να επιβάλει στον δικαιούχο την συμμόρφωση σε συγκεκριμένα μέτρα προκειμένου να αρθεί η ανάκληση. Σε περίπτωση οριστικής ανάκλησης ο φορέας αποφασίζει για τις ενέργειες που πρέπει να γίνουν σχετικά µε τα προϊόντα, που ήδη φέρουν το σήµα και οφείλει να καταστήσει γνωστή, στο ευρύ κοινό µε κάθε πρόσφορο µέσο,  την ανάκληση και τη διαγραφή από το Ηλεκτρονικό Μητρώο. Ιδίως ο φορέας δύναται να διατάξει την αφαίρεση και την καταστροφή των σημάτων από προϊόντα που δεν πληρούν τις τασσόμενες από τον παρόντα νόμο και τους Κανονισμούς του άρθρου 187 του παρόντος νόμου προδιαγραφές.
4.    Σε περίπτωση χρήσης του σήματος από μη δικαιούχο, χωρίς να αποκλείονται τυχόν ποινικές ευθύνες, ο Γενικός Γραμματέας Εμπορίου:
α)  επιβάλλει διοικητικό πρόστιμο το ύψος του οποίου ανέρχεται από 3.000 έως 300.000 ευρώ, ανάλογα με το βάρος, την διάρκεια παράβασης καθώς και την ποσότητα και την αξία των παράνομων  προϊόντων / υπηρεσιών που έχουν πωληθεί ή παρασχεθεί,   
β) διατάσσει την αφαίρεση και την καταστροφή των σημάτων από τα προϊόντα που έχουν παραχθεί και διακινηθεί παράνομα και σε περίπτωση που δεν είναι εφικτό την καταστροφή των προϊόντων
γ) διατάσσει την παύση χρήσης του σήματος για την προώθηση προϊόντων και υπηρεσιών
δ) Καθιστά γνωστή με κάθε πρόσφορο μέσο στο ευρύ κοινό, την παράνομη χρήση του σήματος.
5.    Ο φορέας και ο Γενικός Γραμματέας Εμπορίου, για τις περιπτώσεις της παρ. 4 του παρόντος άρθρου, πριν από την επιβολή κυρώσεων υποχρεούνται να καλέσουν τον ελεγχόμενο να εκφράσει τις απόψεις του.

Άρθρο 195
Ενστάσεις

1.    Κατά των αποφάσεων των φορέων που αφορούν την απονομή, διαγραφή, και μεταβίβαση του σήματος, καθώς και την επιβολή κυρώσεων σύμφωνα με τις παρ. 1 έως 3 του άρθρου 194 του παρόντος νόμου,  δύναται να ασκηθεί ένσταση ενώπιον της ΕΕΣ εντός προθεσμίας τριάντα (20) ημερών, που αρχίζει από την επομένη της γνωστοποίησης της προσβαλλόμενης απόφασης  στον δικαιούχο/ ελεγχόμενο ή από την καταχώρηση της απόφασης στο Ηλεκτρονικό Μητρώο. Η ένσταση κατατίθεται είτε  στη Γραμματεία της ΕΕΣ, στη Γενική Γραμματεία Εμπορείου, είτε στον φορέα απονομής, οποίος οφείλει να διαβιβάσει την ένσταση στην ΕΕΣ εντός τεσσάρων (4) εργάσιμων ημερών. Η ΕΕΣ υποχρεούται να αποφανθεί επ’ αυτής εντός 2 μηνών από την παραλαβή της.  
2.    Η υποβολή ενστάσεως ενώπιον της ΕΕΣ αναστέλλει την εκτέλεση των αποφάσεων των φορέων με τις οποίες επιβάλλονται κυρώσεις. Εφόσον με την απόφαση του φορέα διατάσσεται η αφαίρεση και καταστροφή του σήματος ή των προϊόντων που φέρουν το σήμα, ο Πρόεδρος της ΕΕΣ δύναται να διατάξει, μετά από αίτημα του φορέα απονομής ή οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον ή αυτεπαγγέλτως, μέχρι την έκδοση οριστικής αποφάσεως από την ΕΕΣ:
α) την προσωρινή φύλαξη των σημάτων ή/και των προϊόντων στις εγκαταστάσεις του φορέα ή τρίτου. Στην περίπτωση αυτή η ΕΕΣ δύναται με την έκδοση  της αποφάσεώς της επί της ενστάσεως να καταλογίσει φύλακτρα,  
β) την απαγόρευση πώλησης και διακίνησης προϊόντων ή παροχής υπηρεσίας που φέρουν το σήμα.  
γ) την ενημέρωση του καταναλωτικού κοινού για το ενδεχόμενο παράνομης χρήσης του σήματος.  
Στις περιπτώσεις αυτές η ένσταση εξετάζεται από την ΕΕΣ κατά προτεραιότητα.   
3.    Κατά την εξέταση της ένστασης από την ΕΕΣ δύναται να παρίσταται ο ενιστάμενος και να εκφράσει προφορικά τις απόψεις του.
4.    Κατά των αποφάσεων της ΕΕΣ επί των ενστάσεων επιτρέπεται προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου της Αθήνας εντός προθεσμίας εξήντα (60) ημερών από την επομένη της κοινοποίησης της απόφασης επί της ένστασης κατά τις διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας.

Άρθρο 196
Δημοσίευση Αποφάσεων
Οι πράξεις της ΕΕΣ, με εξαίρεση αυτές του άρθρου 195 του παρόντος νόμου, αναρτώνται υποχρεωτικά στην ιστοσελίδα της ή, εφόσον δεν διαθέτει, στην ιστοσελίδα της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου.

ΜΕΡΟΣ  ΤΕΤΑΡΤΟ
ΜΕΣΙΤΕΣ ΑΚΙΝΗΤΩΝ

Άρθρο 197
Έννοια όρων

1.    Για την εφαρμογή των διατάξεων  του τρίτου μέρους του παρόντος νόμου, οι πιο κάτω αναφερόμενοι όροι έχουν την ακόλουθη έννοια:
     α)  Μεσίτης Ακινήτων είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που παρέχει υπηρεσίες μεσιτείας επί ακινήτων.
     β)  Υπηρεσία Μεσιτείας  είναι η υπόδειξη   ευκαιριών  ή η μεσολάβηση για τη σύναψη συμβάσεων σχετικών με ακίνητα και ιδίως συμβάσεων πώλησης, ανταλλαγής, μίσθωσης, χρηματοδοτικής μίσθωσης, σύστασης δουλείας ή αντιπαροχής ακινήτων.
     γ)   Δόκιμος Μεσίτης Ακινήτων είναι το φυσικό πρόσωπο, το οποίο στο πλαίσιο της μαθητείας του, υποβοηθά το μεσίτη ακινήτων στην εκτέλεση από αυτόν των μεσιτικών εργασιών, εκτός από τη συνομολόγηση συμβάσεων μεσιτείας για λογαριασμό του μεσίτη.
2.    Για την παροχή υπηρεσιών μεσιτείας ακινήτων από  νομικό πρόσωπο απαιτείται σωρευτικά:
     α) Η παροχή υπηρεσιών  μεσιτείας να προβλέπεται στον καταστατικό σκοπό του νομικού προσώπου και
     β) οι προϋποθέσεις άσκησης του επαγγέλματος του μεσίτη ακινήτων, όπως καθορίζονται στo άρθρο 198 του παρόντος νόμου, να συντρέχουν σε ένα τουλάχιστον από τα φυσικά πρόσωπα που εκπροσωπούν νομίμως το νομικό πρόσωπο. Οι παραπάνω προϋποθέσεις πρέπει να συντρέχουν και στον υπεύθυνο του κλάδου μεσιτείας κάθε υποκαταστήματος του νομικού προσώπου.

Άρθρο 198
Προϋποθέσεις άσκησης του επαγγέλματος

1.    Για την άσκηση του επαγγέλματος του μεσίτη ακινήτων απαιτείται να συντρέχουν στο ενδιαφερόμενο φυσικό πρόσωπο ή, προκειμένου για νομικό πρόσωπο, στα πρόσωπα που ορίζονται στην περ. β’ της παρ. 2 του άρθρου 197 του παρόντος νόμου,  οι ακόλουθες προϋποθέσεις :  
     α) Να είναι Έλληνας πολίτης ή πολίτης κράτους – μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή κράτους μέλους του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (Ε.Ο.Χ). Ο  πολίτης τρίτης χώρας απαιτείται να διαθέτει άδεια διαμονής και εργασίας στην Ελλάδα ή άδεια διαμονής για ανεξάρτητη οικονομική δραστηριότητα, σύμφωνα με τον εκάστοτε ισχύοντα νόμο.
     β) Να μην έχει  καταδικαστεί, ούτε να είναι υπόδικος για κακούργημα ή για πλημμέλημα για τα αδικήματα κλοπής, υπεξαίρεσης, απάτης, υπεξαίρεσης στην υπηρεσία, πλαστογραφίας ή κατάχρησης ενσήμων, απιστίας, ψευδορκίας, δόλιας χρεοκοπίας, καταδολίευσης δανειστών, τοκογλυφίας, ή για κάποιο από τα εγκλήματα περί το νόμισμα.
     γ) Να μην έχει υποβληθεί σε ολική ή μερική, στερητική ή επικουρική δικαστική συμπαράσταση (ΑΚ1666-1688).
     δ) Να διαθέτει τουλάχιστον απολυτήριο Λυκείου ή ισότιμο τίτλο της αλλοδαπής.                        ε) Να έχει ολοκληρώσει προϋπηρεσία δόκιμου μεσίτη για ένα (1) έτος στην Ελλάδα ή στην αλλοδαπή.
     στ) Να έχει επιτύχει  στις σχετικές  εξετάσεις. Με Απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας καθορίζονται οι αρμόδιοι για τις εξετάσεις αυτές φορείς και ο τρόπος πιστοποίησής τους, το περιεχόμενο των εξετάσεων, η διαδικασία και ο χρόνος διεξαγωγής τους, οι προϋποθέσεις συμμετοχής των υποψηφίων, το εκδιδόμενο πιστοποιητικό επιτυχίας  και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια.
2.    Η συνδρομή των προϋποθέσεων που τάσσονται στην παρ. 1 του παρόντος άρθρου αποδεικνύεται με τα κάτωθι έγγραφα:
     α) Ταυτότητα ή διαβατήριο, εφόσον πρόκειται για Έλληνα πολίτη ή πολίτη κράτους – μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή κράτους μέλους του  Ε.Ο.Χ,  ή, εφόσον πρόκειται για  πολίτη τρίτης χώρας, άδεια διαμονής και εργασίας στην Ελλάδα ή άδεια διαμονής για ανεξάρτητη οικονομική δραστηριότητα.
     β) Αντίγραφο ποινικού μητρώου ότι δεν έχει καταδικασθεί για τα αδικήματα της περ. β΄ της παρ. 1 του παρόντος άρθρου και πιστοποιητικό ότι δεν είναι υπόδικος για τα αδικήματα αυτά.
     γ) Πιστοποιητικό που βεβαιώνει ότι δεν έχει υποβληθεί σε δικαστική συμπαράσταση.
     δ)  Επίσημο αντίγραφο του τίτλου σπουδών.
       ε)  Βεβαίωση εγγραφής του δόκιμου μεσίτη στο σχετικό μητρώο του άρθρου 199 του παρόντος νόμου και υπεύθυνη δήλωση του μεσίτη τον οποίο υποβοηθά, από τις οποίες να προκύπτει ο χρόνος προϋπηρεσίας του ως δόκιμου μεσίτη.
    στ) i] πτυχίο από ανώτατο ή ανώτερο εκπαιδευτικό ίδρυμα της Ελλάδος ή ομοταγές ίδρυμα του εξωτερικού, ii] πιστοποιητικό κατάρτισης από δημόσιο ή ιδιωτικό ΙΕΚ, iii] απολυτήριο Λυκείου ή ισότιμου σχολείου της αλλοδαπής, βεβαίωση κατάρτισης από δημόσιο ή ιδιωτικό ΚΕΚ σε θέματα ακίνητης περιουσίας και να έχει εργαστεί ως βοηθός μεσίτη για έξι (6) μήνες στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό, iv) απολυτήριο Λυκείου ή ισότιμου σχολείου της αλλοδαπής και να έχει εργαστεί ως βοηθός μεσίτη για ένα (1) έτος στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό, v] πιστοποιητικό επιτυχίας σε εξετάσεις από φορέα που θα ορίσει το Υπουργείο Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας. Με Υπουργική Απόφαση θα καθορισθούν οι προϋποθέσεις συμμετοχής και οι λεπτομέρειες του παραπάνω φορέα και διεξαγωγής των σχετικών εξετάσεων.
3.    Προκειμένου για μεσίτη ακινήτων αναγνωρισμένο από κράτος μέλος της ΕΕ ή κράτος μέλος του  Ε.Ο.Χ. και εγκατεστημένο σε αυτό, ο οποίος επιθυμεί να εγκατασταθεί στην Ελλάδα, μέσω ίδρυσης υποκαταστήματος, γραφείου ή άλλης εγκατάστασης, απαιτείται βεβαίωση εγγραφής του σε μητρώο ή άλλη αρμόδια αρχή ή επαγγελματική οργάνωση, σύμφωνα με τη νομοθεσία της χώρας εγκατάστασής του. Ο μεσίτης αυτός φέρει τον τίτλο της χώρας της κύριας εγκατάστασής του.
4.    Τα ανωτέρω έγγραφα και πιστοποιητικά υποβάλλονται από τον ενδιαφερόμενο  στο αρμόδιο Επιμελητήριο, το οποίο μετά από έλεγχο πληρότητας αυτών, προβαίνει στην εγγραφή στο Μητρώο του Επιμελητηρίου και στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (Γ.Ε.ΜΗ), με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ.7 του παρόντος άρθρου.
5.    Οι προαναφερόμενες προϋποθέσεις πρέπει να πληρούνται σε μόνιμη βάση και  ελέγχονται από το αρμόδιο Επιμελητήριο. Προς τούτο, οι μεσίτες ακινήτων υποχρεούνται: α) να ενημερώνουν, εντός μηνός από  την παύση συνδρομής των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την εγγραφή τους, σύμφωνα με την παρ. 2 του παρόντος άρθρου, το αρμόδιο Επιμελητήριο  και β) να προσκομίζουν στο αρμόδιο Επιμελητήριο, ανά τριετία από την εγγραφή τους, υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του ν. 1599/1986 (ΦΕΚ Α’ 75) ότι εξακολουθούν να ισχύουν οι προϋποθέσεις που προβλέπονται από τα στοιχεία (α), (β) και (γ) της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου. Σε κάθε περίπτωση που εξέλειπε έστω και μία από τις οι προϋποθέσεις αυτές, ή δεν υποβλήθηκε η υπεύθυνη δήλωση της ανωτέρω περ. β’, εντός μηνός από την παρέλευση της τριετίας, ο μεσίτης, στο πρόσωπο του οποίου συντρέχει ένας τουλάχιστον από τους προαναφερόμενους λόγους,  διαγράφεται από το Γ.Ε.ΜΗ και το Μητρώο του Επιμελητηρίου.
6.    Απαγορεύεται η άσκηση του επαγγέλματος του μεσίτη και η εγγραφή στο ΓΕΜΗ σε όσους μεσίτες ακινήτων έχει επιβληθεί η πειθαρχική ποινή της οριστικής στέρησης του δικαιώματος ασκήσεως του επαγγέλματος ή της προσωρινής για όσο ισχύει αυτή ή η παρεπόμενη ποινή της απαγόρευσης ασκήσεως του επαγγέλματος του μεσίτη, για όσο χρόνο ισχύει αυτή.
7.    Μεσίτες αναγνωρισμένοι από κράτος μέλος της Ε.Ε ή κράτος του Ε.Ο.Χ. και εγκατεστημένοι σε αυτό, οι οποίοι εκτελούν στο πλαίσιο της διασυνοριακής παροχής υπηρεσιών, περιστασιακά μεσιτικές πράξεις στην Ελλάδα, όπως ορίζονται στο άρθρο 197 του παρόντος νόμου, δεν έχουν υποχρέωση εγγραφής στο Γ.Ε.ΜΗ, εφόσον πληρούν τις προϋποθέσεις του κράτους προέλευσης για την άσκηση μεσιτικών πράξεων.

Άρθρο 199
Μητρώο Δόκιμων Μεσιτών Ακινήτων

1.    Καθιερώνεται Μητρώο Δόκιμων Μεσιτών Ακινήτων στα κατά τόπους Επιμελητήρια, στο οποίο έχουν υποχρέωση να εγγράφονται οι Δόκιμοι Μεσίτες Ακινήτων. Ως χρόνος έναρξης της περιόδου δοκιμής θεωρείται η ημερομηνία εγγραφής στο Μητρώο.
2.    Για την εγγραφή στο ως άνω μητρώο απαιτείται να συντρέχουν στο ενδιαφερόμενο φυσικό πρόσωπο οι αναφερόμενες προϋποθέσεις στις περιπτώσεις α’, β’, γ’ και δ’ της παρ. 1 του άρθρου 198 του παρόντος νόμου.
3.    Προκειμένου να εγγραφεί ως Δόκιμος Μεσίτης Ακινήτων στο μητρώο του Επιμελητηρίου, ο ενδιαφερόμενος υποβάλλει στην αρμόδια υπηρεσία του Επιμελητηρίου υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του ν. 1599/1986 (ΦΕΚ Α’ 75), στην οποία αναφέρονται:
        α) ότι δεν έχει καταδικασθεί για κακούργημα ή για πλημμέλημα κλοπής, υπεξαίρεσης, απάτης, υπεξαίρεσης στην υπηρεσία, πλαστογραφίας η κατάχρησης ενσήμων, απιστίας, ψευδορκίας, δόλιας χρεοκοπίας, καταδολίευσης δανειστών, τοκογλυφίας, ή για κάποιο από τα εγκλήματα περί το νόμισμα,
        β) ότι δεν έχει υποβληθεί σε ολική ή μερική, στερητική ή επικουρική δικαστική συμπαράσταση,
       γ)  ότι κατέχει απολυτήριο  Λυκείου ή ισότιμο τίτλο της αλλοδαπής και  
       δ) τα στοιχεία του μεσίτη με τον οποίο πρόκειται να συνεργαστεί. Επίσης, υποβάλλεται υπεύθυνη δήλωση του μεσίτη, στην οποία αναφέρεται η δέσμευση της συνεργασίας τους.
4.    Οι Δόκιμοι Μεσίτες Ακινήτων ασφαλίζονται προαιρετικά στον ΟΑΕΕ.

Άρθρο 200
Σύμβαση μεσιτείας

1.    Η σύμβαση μεσιτείας ακινήτων καταρτίζεται εγγράφως. Για την πλήρωση του απαιτούμενου έγγραφου τύπου αρκεί η ανταλλαγή ενυπόγραφων επιστολών, ενυπόγραφων τηλεομοιοτυπιών, καθώς και τα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου.    
2.    Η σύμβαση πρέπει:
α) Να περιλαμβάνει τα στοιχεία των συμβαλλομένων μερών, τον αριθμό φορολογικού τους μητρώου, καθώς και τον αριθμό ΓΕΜΗ του μεσίτη.   Σε περίπτωση διασυνοριακής παροχής μεσιτικών υπηρεσιών, αναγράφεται το μητρώο, η αρμόδια αρχή ή οργάνωση, στην οποία είναι εγγεγραμμένος ο μεσίτης, σύμφωνα με τη νομοθεσία της χώρας εγκατάστασής του.     
β) Να καθορίζει την ταυτότητα του αντικειμένου της μεσολάβησης ή υπόδειξης ευκαιρίας, το είδος της κύριας σύμβασης που πρόκειται να συναφθεί, καθώς και το ποσό ή ποσοστό της μεσιτικής αμοιβής, η οποία είναι ελεύθερα διαπραγματεύσιμη και δεν υπόκειται σε κατώτατα νόμιμα όρια.
 Η χρήση γενικών όρων συναλλαγών στη σύμβαση μεσιτείας διέπεται από τις διατάξεις του ν. 2251/1994 (ΦΕΚ Α’ 191), όπως ισχύει.
3.    Αν δεν έχει οριστεί διαφορετικά, η διάρκεια της σύμβασης μεσιτείας είναι  δώδεκα (12) μηνών, με δικαίωμα παράτασης για έξι (6) ακόμη μήνες, κατόπιν μονομερούς έγγραφης δήλωσης του εντολέα. Μετά τη λήξη της μπορεί να συναφθεί νέα σύμβαση μεταξύ των ιδίων συμβαλλομένων. Αν η διάρκεια της σύμβασης είναι μεγαλύτερη από την ανωτέρω οριζόμενη, οποιοσδήποτε των συμβαλλομένων έχει το δικαίωμα να την καταγγέλλει αζημίως μετά την πάροδο των δώδεκα (12) μηνών. Τα αποτελέσματά της καταγγελίας επέρχονται μετά την πάροδο τριών (3) μηνών.
4.    Επιτρέπεται η σύμβαση αποκλειστικής μεσιτείας, στο πλαίσιο της οποίας ο εντολέας δεν έχει το δικαίωμα να αναθέσει εντολή με το ίδιο περιεχόμενο σε άλλο μεσίτη, ούτε και να δραστηριοποιηθεί ο ίδιος για την αναζήτηση ευκαιρίας για όσο χρόνο ισχύει η σύμβαση και ο μεσίτης έχει την υποχρέωση να δραστηριοποιηθεί για την εκτέλεση της εντολής. Εξαιρέσεις από τη μη δραστηριοποίηση του εντολέα είναι δυνατές μόνο αν αφορούν φυσικά ή νομικά πρόσωπα που κατονομάζονται ρητά στη σύμβαση. Η σύμβαση αποκλειστικής μεσιτείας δεν μπορεί να έχει διάρκεια πάνω από οκτώ (8) μήνες, με δικαίωμα παράτασης για τέσσερις (4) ακόμα μήνες, κατόπιν μονομερούς έγγραφης δήλωσης του εντολέα. Μετά τη λήξη της μπορεί να συναφθεί νέα σύμβαση ακόμη και μεταξύ των ιδίων συμβαλλομένων. Αν η κύρια σύμβαση καταρτίστηκε εντός του χρόνου της αποκλειστικής μεσιτείας, τεκμαίρεται ότι καταρτίστηκε με την υπόδειξη ή μεσολάβηση του αποκλειστικού μεσίτη, εκτός εάν η κατάρτιση της κύριας σύμβασης έγινε με κάποιο από τα ρητά αναφερόμενα στη σύμβαση αποκλειστικής μεσιτείας πρόσωπα, για τα οποία συμφωνήθηκε ότι είναι δυνατή η προσωπική δραστηριοποίηση του εντολέα. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, ο μεσίτης έχει αξίωση αποκατάστασης όλων των δαπανών, στις οποίες έχει υποβληθεί για την προώθηση του ακινήτου, πλέον μιας εύλογης αποζημίωσης, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει το 1/3 της συμφωνηθείσας αμοιβής, χωρίς πάντως το συνολικό ποσό να μπορεί να είναι μεγαλύτερο από το ήμισυ της συμφωνηθείσας αμοιβής. Αν η κύρια σύμβαση καταρτίστηκε εντός τριμήνου από τη λήξη του χρόνου της αποκλειστικής μεσιτείας και στο μεταξύ ο εντολέας έχει δώσει εντολή σε άλλο μεσίτη, τότε αμοιβή στον (πρώτο) αποκλειστικό μεσίτη οφείλεται μόνο αν αποδειχθεί ότι η κατάρτιση της σύμβασης οφείλεται σε δικές του ενέργειες.
5.    Ο μεσίτης ακινήτων δικαιούται να αξιώσει τη συμφωνηθείσα αμοιβή κατά την κατάρτιση της κύριας σύμβασης, εφόσον έχει ο ίδιος μεσολαβήσει στη σύναψή της ή έχει υποδείξει την ευκαιρία σύναψής της ανεξάρτητα από το είδος της κύριας σύμβασης που καταρτίστηκε τελικά για το ακίνητο. Αν περισσότεροι μεσίτες σε συνεργασία μεταξύ τους υπέδειξαν ή μεσολάβησαν, τότε αμοιβή οφείλεται μόνο μία φορά, καταβαλλόμενη από τον εντολέα σε έναν από αυτούς, κατά του οποίου και μόνο έχουν δικαίωμα να στραφούν οι υπόλοιποι και, σε περίπτωση έλλειψης συμφωνίας μεταξύ τους, κατανέμεται μεταξύ των μεσιτών κατά το ποσοστό συμβολής του καθενός στην κατάρτιση της σύμβασης. Αν περισσότεροι μεσίτες προς τους οποίους ο εντολέας παρέσχε διαδοχικά διαφορετικές εντολές υπέδειξαν διαδοχικά την ίδια ευκαιρία, αμοιβή δικαιούται να αξιώσει μόνο αυτός ο οποίος υπέδειξε πρώτος την ευκαιρία. Αν δεν μπορεί να αποδειχτεί το ποσοστό συμβολής κάθε μεσίτη στην κατάρτιση της σύμβασης, τότε αμοιβή κατανέμεται μεταξύ των μεσιτών κατά ίσα μέρη. Επί μεσιτείας για ανοικοδόμηση ακινήτου με αντιπαροχή, ο μεσίτης δικαιούται να αξιώσει πλήρη αμοιβή με την κατάρτιση του εργολαβικού προσυμφώνου, εκτός κι αν έχει συμφωνηθεί διαφορετικά.
6.    Εάν συναφθεί για το ίδιο ακίνητο διαφορετική σύμβαση από την προβλεπόμενη στη σύμβαση μεσιτείας, η σύμβαση που τελικά συνήφθη, τεκμαίρεται ως αποτέλεσμα της διαμεσολάβησης του μεσίτη.
7.    Στη σύμβαση μεσιτείας πρέπει να αναγράφεται ρητά εάν ο μεσίτης μπορεί να ενεργήσει και για τον αντισυμβαλλόμενο του εντολέα του. Εάν, παρά την έλλειψη της πιο πάνω συμφωνίας, ο μεσίτης συμβληθεί και με το άλλο μέρος, ο εντολέας δικαιούται να αρνηθεί την καταβολή της συμφωνηθείσας αμοιβής ή να αξιώσει την επιστροφή της ήδη καταβληθείσας.
8.    Σε κάθε αμφοτεροβαρή σύμβαση επί ακινήτου, η οποία καταρτίζεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο, ενσωματώνεται ως περιεχόμενο, με ποινή απόλυτης ακυρότητας, υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του ν. 1599/1986, των συμβαλλομένων περί μεσολάβησης ή μη μεσίτη ακινήτων στην κατάρτισή της και σε θετική περίπτωση τα στοιχεία του μεσίτη, τον αριθμό ΓΕΜΗ αυτού και τον αριθμό φορολογικού του μητρώου, καθώς και το ποσό ή το ποσοστό της μεσιτικής αμοιβής.
9.    Οι συμβαλλόμενοι σε σύμβαση σχετική με ακίνητα δεν υποχρεούνται σε καταβολή αμοιβής σε πρόσωπα, τα οποία προσέφεραν υπηρεσίες μεσιτείας, χωρίς να πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 198 του παρόντος νόμου και των παρ. 1, 2 και 3 του παρόντος άρθρου.
10.    Ο εντολέας υποχρεούται να ανακοινώσει στο μεσίτη την κατάρτιση της κύριας σύμβασης τουλάχιστον μία μέρα πριν από την κατάρτισή της, άλλως ευθύνεται σε αποκατάσταση κάθε ζημίας του μεσίτη που οφείλεται στη μη έγκαιρη ανακοίνωση.
11.    Κατά τα λοιπά οι σχέσεις των συμβαλλόμενων μερών με τον μεσίτη ρυθμίζονται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα.   

Άρθρο 201
Υποχρεώσεις των μεσιτών ακινήτων

Οι μεσίτες ακινήτων οφείλουν:    
     α) Να ενημερώνουν, πριν από τη σύναψη της κύριας σύμβασης, τους εντολείς τους και τους υποψήφιους αντισυμβαλλομένους, για τις ιδιότητες του ακινήτου της εντολής, καθώς και για τυχόν πραγματικά ή νομικά ελαττώματα αυτού, που έχουν περιέλθει αποδεδειγμένα σε γνώση τους.
    β) Να ενημερώνουν πριν από τη σύναψη της σύμβασης μεσιτείας τους εντολείς τους για κάθε περίπτωση συναλλαγής, στην οποία υπάρχει διπλή εντολή (εντολή και από το άλλο μέρος), ή εμπλέκεται άλλο προσωπικό ή οικονομικό ενδιαφέρον των ιδίων, πέραν εκείνου της συμφωνηθείσας αμοιβής.
    γ) Να προστατεύουν το επαγγελματικό απόρρητο και να μην αποκαλύπτουν σε τρίτους προσωπικά και οικονομικά στοιχεία των εντολέων τους, πέραν αυτών που είναι αναγκαία για την κατάρτιση της σύμβασης με την επιφύλαξη των διατάξεων του ν. 3691/2008.

Άρθρο 202
Ποινικές κυρώσεις

Όποιος, χωρίς να πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 198 του παρόντος νόμου και χωρίς να έχει εγγραφεί στο Γ.Ε.ΜΗ, ενεργεί μεσιτικές πράξεις ή εμφανίζει τον εαυτό του ως μεσίτη αστικών συμβάσεων, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης από έξι (6) μήνες  μέχρι δύο (2) έτη  ή  με χρηματική ποινή από πέντε (5.000) μέχρι τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ, ή με αμφότερες τις ποινές.

Άρθρο 203
Πειθαρχικό Συμβούλιο — Πειθαρχικές ποινές

1.    Με απόφαση του Περιφερειάρχη για τα Επαγγελματικά Επιμελητήρια Αθηνών, Πειραιώς, Θεσσαλονίκης και Ροδόπης και του οικείου Αντιπεριφερειάρχη, για τα λοιπά Επιμελητήρια της Χώρας, συγκροτείται Πειθαρχικό Συμβούλιο, που ασκεί την πειθαρχική εξουσία επί των μεσιτών ακινήτων. Στο Πειθαρχικό Συμβούλιο μετέχουν:
   α) Ένας πρωτοδίκης, ως πρόεδρος, που ορίζεται μαζί με τον αναπληρωτή του από το διευθύνον το οικείο Πρωτοδικείο όργανο.
    β) Ο προϊστάμενος της Διεύθυνσης ή Τμήματος Εμπορίου της Περιφέρειας της έδρας κάθε Επιμελητηρίου.
    γ) Ένα μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου κάθε Επιμελητηρίου, προερχόμενο από τον κλάδο των μεσιτών ακινήτων, με τουλάχιστον 5ετή εμπειρία, ελλείψει δε αυτού, από έναν μεσίτη με τουλάχιστον 5ετή εμπειρία, ο οποίος έχει επαγγελματική έδρα στον ίδιο Νομό και προτείνεται από το Πρωτοβάθμιο Συνδικαλιστικό Όργανο του ίδιου κλάδου, ως μέλος.
     Χρέη Εισηγητού εκτελεί ο προϊστάμενος της Υπηρεσίας Μητρώου κάθε Επιμελητηρίου.
    Χρέη Γραμματέα εκτελεί υπάλληλος του Επιμελητηρίου, οριζόμενος από το Διοικητικό Συμβούλιο αυτού με την ίδια απόφαση.
    Όλοι οι ανωτέρω ορίζονται με τους αναπληρωτές τους.

2.    Οι δαπάνες του Πειθαρχικού Συμβουλίου και η αμοιβή των μελών του βαρύνουν τον προϋπολογισμό του Επιμελητηρίου και καθορίζονται με απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής του.

3.    Οι αποφάσεις των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος άρθρου, κατά την πρώτη εφαρμογή των διατάξεων του νόμου αυτού, εκδίδονται  εντός τριών (3) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου.

4.    Πειθαρχικά αδικήματα είναι τα εξής:
    α) Κάθε παράβαση υποχρέωσης που απορρέει από τις διατάξεις του παρόντος νόμου.
    β) Κάθε ενέργεια από δόλο ή αμέλεια που βλάπτει την επαγγελματική φήμη των μεσιτών αστικών συμβάσεων.
    γ) Η οποιαδήποτε παράβαση των όρων της εντολής που έλαβε ο μεσίτης από τον εντολέα, η παράνομη είσπραξη αμοιβής ή προκαταβολής χρημάτων, καθώς και η αδυναμία επιστροφής χρημάτων στις περιπτώσεις που δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του από τη σύμβαση.
5.    Την πειθαρχική δίωξη ενώπιον του Πειθαρχικού Συμβουλίου ασκεί ο πρόεδρος του Επιμελητηρίου, ύστερα από καταγγελία οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον ή του προέδρου του οικείου Επαγγελματικού Σωματείου ή και αυτεπαγγέλτως. Αν υπάρχουν βάσιμες ενδείξεις για τη διάπραξη πειθαρχικού αδικήματος, η άσκηση της πειθαρχικής δίωξης είναι υποχρεωτική.

6.    Πειθαρχικές ποινές είναι οι εξής:
    α) Έγγραφη επίπληξη.
    β) Πρόστιμο από δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ μέχρι δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ, που εισπράττεται κατά τις διατάξεις περί δημοσίων εσόδων υπέρ του οικείου Επιμελητηρίου.
    γ) Προσωρινή στέρηση του δικαιώματος άσκησης του επαγγέλματος μέχρι (1) ένα έτος.
    δ) Επιβολή προστίμου και προσωρινή στέρηση του δικαιώματος άσκησης του επαγγέλματος,
    ε) Οριστική στέρηση του δικαιώματος άσκησης του επαγγέλματος σε περίπτωση που υποπίπτει στα ποινικά αδικήματα της περίπτωσης β΄ του άρθρου 198 του παρόντος.

7.    Το Πειθαρχικό Συμβούλιο, για τη λήψη της απόφασής του, δικαιούται να καλεί προς εξέταση μάρτυρες, να ζητά την κατάθεση εγγράφων, να παραγγέλλει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης ή αυτοψίας και να ζητά τη συνδρομή κάθε δημοσίας αρχής. Ο εγκαλούμενος καλείται να απολογηθεί εντός ευλόγου χρόνου και δικαιούται να υποβάλλει την απολογία του προφορικώς ή εγγράφως και να παρίσταται ενώπιον του Πειθαρχικού Συμβουλίου με συνήγορο ή να εκπροσωπείται από συνήγορο διορισμένο με απλή έγγραφη εξουσιοδότηση. Αν ο εγκαλούμενος είναι άγνωστης διαμονής, το Πειθαρχικό Συμβούλιο αναρτά την κλήση προς απολογία στον χώρο των ανακοινώσεων του Επιμελητηρίου επί ένα (1) μήνα και εν συνεχεία αποφαίνεται ερήμην αυτού. Στο ίδιο σημείο και για το ίδιο χρονικό διάστημα αναρτά την απόφασή του ή οποιοδήποτε άλλο σχετικό έγγραφο.

8.    Οι αποφάσεις του Πειθαρχικού Συμβουλίου διαβιβάζονται στο Επιμελητήριο και κοινοποιούνται τόσο στον εγκαλούμενο, μέσω του οικείου Επιμελητηρίου, όσο και στο ΓΕΜΗ και στα άλλα Επιμελητήρια της χώρας. Οι αποφάσεις των Πειθαρχικών Συμβουλίων προσβάλλονται ενώπιον των αρμοδίων Διοικητικών Δικαστηρίων.
Άρθρο 204
Τελικές και μεταβατικές διατάξεις

1.    Οι εν ενεργεία μεσίτες, οι οποίοι είναι εγγεγραμμένοι στα οικεία Επιμελητήρια έως τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, διατηρούν την ιδιότητά τους ως Μεσίτες Αστικών Συμβάσεων και υποχρεούνται σε συμμόρφωση με τις διατάξεις του παρόντος νόμου, εξαιρουμένων των διατάξεων των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου  198 του παρόντος νόμου.
2.    Από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου καταργείται:
α) το π.δ. 248/1993 (ΦΕΚ 108 Α’), με εξαίρεση την παρ. 1 του άρθρου 2 αυτού, το οποίο παραμένει σε ισχύ έως την έναρξη λειτουργίας του ΓΕΜΗ,
β) κάθε άλλη διάταξη που αντίκειται στον παρόντα νόμο.
3.    Για τα θέματα που δεν ρυθμίζονται από το παρόντα νόμο, εφαρμόζονται  οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα περί μεσιτείας.

                                        
ΜΕΡΟΣ ΠΕΜΠΤΟ
ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΘΑΛΑΣΣΙΟΥ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄
ΟΡΙΣΜΟΙ

Άρθρο 205
Έννοια όρων

1.    Για την εφαρμογή των διατάξεων του νόμου αυτού, οι όροι που χρησιμοποιούνται έχουν την ακόλουθη έννοια:
α) “Πλοίο αναψυχής”: Κάθε σκάφος ολικού μήκους άνω των επτά (7) μέτρων, το οποίο, είτε διαθέτει είτε όχι χώρους ενδιαίτησης, έχει τη δυνατότητα, από τη γενική κατασκευή του, να χρησιμοποιείται αποκλειστικά για την εκτέλεση ταξιδιών αναψυχής ή και περιήγησης.
 β) “Επαγγελματικό πλοίο αναψυχής”: Το πλοίο αναψυχής, που έχει μεταφορική ικανότητα μέχρι και σαράντα εννέα (49) επιβατών, το οποίο διαθέτει χώρους ενδιαίτησης, πέραν αυτών του πληρώματος, και χρησιμοποιείται αποκλειστικά για την εκτέλεση ταξιδιών αναψυχής ή και περιήγησης με ολική ναύλωση, για χρονική διάρκεια μεγαλύτερη των δώδεκα ωρών. Πλοία με μεταφορική ικανότητα μέχρι ενενήντα εννέα (99) επιβατών, μπορούν να υπάγονται αποκλειστικά στις διατάξεις του παρόντος κατ’ επιλογή του πλοιοκτήτη με τη προβλεπόμενη στο άρθρο 2 διαδικασία.
γ) “Ιστιοφόρο επαγγελματικό πλοίο αναψυχής”: Το επαγγελματικό πλοίο αναψυχής, το οποίο διαθέτει επαρκή ιστιοφορία, ως κύριο μέσο πρόωσης, φέρει  κινητήρα πρόωσης και συγκεντρώνει τα κριτήρια καθορισμού του ως ιστιοφόρου, όπως αυτά ισχύουν.
δ) “Μηχανοκίνητο επαγγελματικό πλοίο αναψυχής”: Το επαγγελματικό πλοίο αναψυχής, το οποίο διαθέτει μηχανή, ως κύριο μέσο πρόωσης για ναυσιπλοΐα, και βοηθητικό μέσο πρόωσης, εάν αυτό απαιτείται από τις κείμενες διατάξεις, το οποίο και αναφέρεται στο πιστοποιητικό ασφαλείας.
ε)  “Ιδιωτικό πλοίο αναψυχής”: Το πλοίο αναψυχής που δεν είναι επαγγελματικό σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού.
στ) “Επαγγελματικό Τουριστικό Ημερόπλοιο»: είναι το πλοίο μεταφορικής ικανότητας τουλάχιστον είκοσι (20) επιβατών, το οποίο εκτελεί ημερήσιες θαλάσσιες περιηγήσεις, με εισιτήριο ή ονομαστική κατάσταση επιβατών, με αφετηρία και επιστροφή στον ίδιο λιμένα χωρίς διανυκτέρευση, διάρκειας μέχρι δεκατεσσάρων (14) ωρών. Στην έννοια των ημερήσιων θαλάσσιων περιηγήσεων περιλαμβάνονται τα κυκλικά ταξίδια που εκτελούν τα επιβατηγά τουριστικά ημερόπλοια μεταξύ του αφετήριου και ενός ή περισσοτέρων ελληνικών λιμένων με αποκλειστικό σκοπό τη θαλάσσια αναψυχή  και την περιήγηση των μεταφερόμενων επιβατών.
Ως ημερόπλοια αναγνωρίζονται πλοία διαφόρων μεγεθών, που εκτελούν ημερήσιους πλόες από τον λιμένα ή όρμο αφετηρίας προς παρακείμενους όρμους και λιμένες για εκδρομή ή θαλάσσιο λουτρό και επιστροφή στον αφετήριο λιμένα, με ενιαίο κατ’ άτομο εισιτήριο ή κατάσταση επιβατών και ενιαίο ναύλο.
ζ) “Παραδοσιακό πλοίο”: Το πρωτότυπο και κάθε μεμονωμένο ομοίωμα ιστορικού πλοίου, που σχεδιάστηκε πριν το έτος 1965 και κατασκευάστηκε κατά το μεγαλύτερο μέρος από τα αρχικά υλικά.
η) “Πλοίαρχος”: Το πρόσωπο στο οποίο έχει ανατεθεί, με σύμβαση ναυτολόγησης, η διακυβέρνηση του πλοίου αναψυχής.  
θ) “Κυβερνήτης”: Το πρόσωπο το οποίο ασκεί τη διακυβέρνηση του πλοίου και διαθέτει την προβλεπόμενη από τις οικείες διατάξεις ναυτική ικανότητα και εμπειρία.
ι) “Πλήρωμα”: Το σύνολο των προσώπων που υπηρετούν με σύμβαση ναυτολόγησης σε πλοίο αναψυχής, εκτός του πλοιάρχου.
ια) “Επιβάτης”: Κάθε πρόσωπο, το οποίο επιβαίνει σε πλοίο αναψυχής, επαγγελματικό ή ιδιωτικό, εκτός του πλοιάρχου, του κυβερνήτη, του πληρώματος και των παιδιών ηλικίας κάτω του ενός έτους.
ιβ) “Επιβαίνοντες”: Ο πλοίαρχος, ο κυβερνήτης, το πλήρωμα, οι επιβάτες και τα παιδιά ηλικίας κάτω του ενός έτους, που επιβαίνουν σε πλοίο αναψυχής.
ιγ) “Χώροι ενδιαίτησης”: Οι κλειστοί χώροι διαμονής, σίτισης και υγιεινής του πλοίου.
ιδ) “Λιμένας αφετηρίας”: Ο ελληνικός λιμένας, από τον οποίο αποπλέει το επαγγελματικό πλοίο αναψυχής με τους επιβαίνοντες και πραγματοποιείται η έναρξη του ταξιδιού για αναψυχή ή και περιήγηση.
ιε) «Ναυλοσύμφωνο»: Το έγγραφο που αποδεικνύει τη σύμβαση ναύλωσης.
ιστ) «Εκναυλωτής»: Το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που διαθέτει το πλοίο στο ναυλωτή έναντι ορισμένης αμοιβής.
ιζ) «Ναύλος»: Η αμοιβή που συμφωνείται να καταβάλει ο ναυλωτής στον εκναυλωτή.
ιη) «Βοηθητικό σκάφος υδατοκαλλιέργειας ή πλωτό βοηθητικό ναυπήγημα υδατοκαλλιέργειας»: κάθε σκάφος ή πλωτό ναυπήγημα, ανεξαρτήτως χωρητικότητας, που προορίζεται  να χρησιμοποιηθεί αποκλειστικά για σκοπούς  βοηθητικούς στην υδατοκαλλιεργητική δραστηριότητα (μεταφορά προσωπικού, ιχθυοτροφών, εφοδίων, ρυμούλκηση κλωβών, δεξαμενών, φύλαξη, κλπ).

2.    Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας (ΥΠ.Α.Α.Ν.) καθορίζονται τα ειδικότερα κριτήρια χαρακτηρισμού επαγγελματικού πλοίου αναψυχής ως ιστιοφόρου, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται αυτά που αφορούν στην κατασκευή και ευστάθεια του πλοίου, στην ιστιοφορία και στον κινητήρα ως μέσο πρόωσης.

3.    Με απόφαση του ΥΠ.Α.Α.Ν. καθορίζονται τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, καθώς και τα ειδικότερα τεχνικά και λεπτομερειακά κριτήρια, για το χαρακτηρισμό επαγγελματικού ή ιδιωτικού πλοίου αναψυχής, ως παραδοσιακού και κάθε άλλο σχετικό θέμα.

 
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄
ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΑ ΠΛΟΙΑ ΑΝΑΨΥΧΗΣ

Άρθρο 206
Άδεια επαγγελματικών πλοίων αναψυχής

1.    α) Με απόφαση του ΥΠ.Α.Α.Ν. εκδίδεται άδεια επαγγελματικού πλοίου αναψυχής ύστερα από αίτηση που καταθέτει στην αρμόδια Διεύθυνση του Υπουργείου Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας ο πλοιοκτήτης ή ο εφοπλιστής. Η άδεια είναι αορίστου χρόνου, με την επιφύλαξη της παρ. 3 εδ. α’  και β’ του παρόντος άρθρου και στο τέλος κάθε πενταετίας από την έκδοσή της, θεωρείται από την αρμόδια διεύθυνση του Υπουργείου Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και βεβαιώνεται η πλήρωση των όρων ισχύος της, όπως αυτοί καθορίζονται στην παρ. 6 του άρθρου 3 του παρόντος Νόμου, εκδιδομένης διαπιστωτικής πράξης της Υπηρεσίας αυτής.
β) Για την έκδοση της αδείας της παρ. 1 α) συνυποβάλλονται με την αίτηση έκδοσης της αδείας και τα ακόλουθα δικαιολογητικά:
αα) Επικυρωμένο αντίγραφο του εγγράφου εθνικότητας του πλοίου αναψυχής, από το οποίο προκύπτει η οριστική νηολόγησή του σε ελληνικό νηολόγιο ή σε νηολόγια που αναφέρονται στην παράγραφο 1 εδαφίου β΄ του άρθρου 3.
ββ) Επικυρωμένο αντίγραφο πιστοποιητικού ασφαλείας, που είναι σε ισχύ και αναγνωρίζεται, σύμφωνα με την ισχύουσα ελληνική νομοθεσία, από το οποίο να προκύπτει ότι το πλοίο αναψυχής είναι κατάλληλο για να χαρακτηριστεί επαγγελματικό κατά τις διατάξεις του νόμου αυτού. Επιπρόσθετα δε, για επαγγελματικά πλοία αναψυχής εγγεγραμμένα σε νηολόγια που αναφέρονται στην παράγραφο 1 εδαφ. β` του άρθρου 3, απαιτείται η προσκόμιση βεβαίωσης από την αρμόδια αρχή του κράτους του λιμένος νηολόγησης, από την οποία να προκύπτει ότι τα πλοία αυτά πληρούν τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την εκτέλεση ενδομεταφορών στα παραπάνω κράτη.
γγ) Θεωρημένο αντίγραφο της βεβαίωσης έναρξης εργασιών με αντικείμενο την εκμετάλλευση επαγγελματικών πλοίων αναψυχής, που εκδίδεται από την αρμόδια δημόσια οικονομική υπηρεσία (Δ.Ο.Υ.).
δδ) Απόδειξη είσπραξης παραβόλου ή έντυπο παράβολο.
εε) Βεβαίωση διαγραφής από προηγούμενο Μητρώο, εφόσον το σκάφος δεν είναι καινούργιο.
στ) Βεβαίωση από το Ναυτικό Επιμελητήριο Ελλάδος (ΝΕΕ) περί εγγραφής και μη οφειλής.
2.    Για τη θεώρηση της άδειας προσκομίζονται:
(α) Αίτηση προς την αρμόδια Διεύθυνση της Γενικής Γραμματείας Ναυτιλίας του Υπουργείου Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, , η οποία υποβάλλεται το τελευταίο εξάμηνο πριν από τη συμπλήρωση της πενταετίας και μέχρι και έξι (6) μήνες μετά την συμπλήρωση της πενταετίας από: αα)  την έκδοση ή ββ) τυχόν προηγούμενη σχετική διαπιστωτική πράξη  ή  γγ) τη λήξη της παράτασης που τυχόν έχει χορηγηθεί σύμφωνα με την παρ. 3 του παρόντος Άρθρου.
(β) απόδειξη είσπραξης παραβόλου ή έντυπο παραβόλου,
(γ) επικυρωμένο αντίγραφο του Ειδικού Εντύπου Πληροφοριακών Στοιχειών Επαγγελματικού Πλοίου Αναψυχής, θεωρημένου από την αρμόδια Δ.Ο.Υ., με το  οποίο  βεβαιώνεται η εμπρόθεσμη θεώρηση των ναυλοσυμφώνων ώστε τα ναυλοσύμφωνα αυτά να λαμβάνονται υπόψη για τις πραγματοποιηθείσες ημέρες ναύλωσης.
(δ) πιστοποιητικό φορολογικής ενημερότητας του δικαιούχου, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις χορήγησης τέτοιου πιστοποιητικού.

3.    Η ολοκλήρωση της πενταετίας αναστέλλεται:
(α) μέχρι δύο (2) έτη εφόσον κατά τη διάρκειά της ο πλοιοκτήτης δήλωσε στο αρμόδιο λιμεναρχείο και έλαβε βεβαίωση ακινητοποίησης του πλοίου για διάρκεια τουλάχιστον δεκαπέντε συνεχόμενων μηνών μέχρι συνολικά εικοσιτέσσερις μήνες στην πενταετία. Αντίγραφο της βεβαίωσης αυτής κατατίθεται στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. Μετά τη λήξη της ακινητοποίησης ο πλοιοκτήτης θα υποβάλλει εκ νέου επικυρωμένο αντίγραφο επιθεώρησης του πλοίου στην αρμόδια διεύθυνση της Γενικής Γραμματείας Ναυτιλίας του Υπουργείου Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας  μαζί με τη δήλωση λήξης της διάρκειας ακινητοποίησης του πλοίου.
(β)  μέχρι δώδεκα (12) μήνες συνολικά σε κάθε περίπτωση που αποδεικνύεται από βεβαίωση του αρμόδιου Λιμεναρχείου, ότι το επαγγελματικό πλοίο παρέμεινε παροπλισμένο για επισκευή το χρονικό διάστημα από 1η Μαρτίου έως 31η Οκτωβρίου οποιουδήποτε έτους εντός της πενταετίας. Αντίγραφο της βεβαίωσης αυτής κατατίθεται στην αρμόδια Δ.Ο.Υ.

4.    (α) Η άδεια επαγγελματικού πλοίου αναψυχής που χορηγείται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού παύει να ισχύει στις ακόλουθες περιπτώσεις:
(αα) Μετά από αίτηση του δικαιούχου.
(ββ)  Σε περίπτωση που ο δικαιούχος δεν υποβάλει αίτηση θεώρησης κατά το πέρας της πενταετίας, όπως η τελευταία υπολογίζεται με βάση και τις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου.
(γγ) Σε περίπτωση που κατά τη διαδικασία θεώρησης, όπως αυτή ορίζεται με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, διαπιστωθεί ότι δεν πληρούνται όλοι οι όροι ισχύος της αδείας, συντασσομένης σχετικής βεβαίωσης της αρμόδιας Υπηρεσίας.
(δδ)  Αν διαγραφεί το πλοίο από το νηολόγιο στο οποίο είναι εγγεγραμμένο.
(εε) Σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 18 του παρόντος.

(β) Στις προαναφερόμενες περιπτώσεις, για την παύση ισχύος εκδίδεται εντός τριμήνου από τη διαπίστωση συνδρομής των ως άνω προϋποθέσεων αιτιολογημένη απόφαση του ΥΠΑΑΝ,  στην οποία ορίζεται και ο χρόνος της παύσης.

5.    (α) Σε περίπτωση μεταβολής της πλοιοκτησίας ή του εφοπλισμού ή των στοιχείων του επαγγελματικού πλοίου αναψυχής που αναγράφονται στην άδεια, αυτή σημειώνεται στην άδεια. Για τη σημείωση της μεταβολής αυτής κατατίθεται από τον δικαιούχο σχετική αίτηση στην αρμόδια διεύθυνση της Γενικής Γραμματείας Ναυτιλίας του Υπουργείου Ανάπτυξης Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας εντός προθεσμίας εξήντα (60) ημερών από την ημερομηνία που επήλθε η μεταβολή, στην οποία επισυνάπτονται η άδεια του επαγγελματικού πλοίου αναψυχής και τα δικαιολογητικά της παραγράφου 1 περίπτωση β` υποπεριπτώσεις αα` και ββ` του άρθρου αυτού. Αν αλλάξει η πλοιοκτησία ή ο εφοπλισμός, επισυνάπτονται και τα δικαιολογητικά της παραγράφου 1 περίπτωση β` υποπεριπτώσεις γγ` και  εε` του άρθρου αυτού.

(β) Σε περίπτωση μεταβολής της πλοιοκτησίας ή του εφοπλισμού, ο νέος πλοιοκτήτης ή εφοπλιστής υπεισέρχεται στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του προηγουμένου, που απορρέουν από τις διατάξεις του νόμου αυτού και αφορούν τη συμπλήρωση του ορίου ημερών ναύλωσης, που προβλέπεται από την παράγραφο 6 του άρθρου 3 σε συνδυασμό με τις διατάξεις των παραγράφων 2, 3 και 4 του άρθρου αυτού.
Οι μεταβολές αυτές γνωστοποιούνται άμεσα στις αρμόδιες φορολογικές αρχές, με την επιμέλεια του αιτούντος.

(γ) Σε περίπτωση απώλειας της αδείας επαγγελματικού πλοίου αναψυχής, γεγονός που βεβαιώνεται με την υποβολή, από τον δικαιούχο, υπεύθυνης δήλωσης του άρθρου 8 του ν. 1599/1986, όπως τροποποιήθηκε με τον ν. 2690/1999, χορηγείται από την αρμόδια Υπηρεσία αντίγραφο της άδειας, στο οποίο αναγράφεται η ένδειξη “Αντίγραφο λόγω απώλειας”.

6.    Η άδεια παύει αυτοδικαίως να ισχύει εφόσον μέσα στις προβλεπόμενες προθεσμίες δεν ζητηθεί θεώρηση των όρων ισχύος της ή δεν υποβληθεί αίτηση μεταβολής στοιχείων, σύμφωνα με τα οριζόμενα ανωτέρω. Για την αυτοδίκαιη παύση εκδίδεται πράξη από την αρμόδια διεύθυνση της Γενικής Γραμματείας Ναυτιλίας του Υπουργείου Ανάπτυξης Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, η οποία κοινοποιείται και στις αρμόδιες φορολογικές ή και τελωνειακές, κατά περίπτωση, αρχές.
Σε περίπτωση μη υποβολής αίτησης καταχώρησης μεταβολής στοιχείων εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 4 (β) για τον καθορισμό της ημερομηνίας  παύσης της ισχύος της άδειας.

7.    Οι δικαιούχοι αδείας που αναφέρονται στις προηγούμενες παραγράφους μπορούν να ενεργούν και με αντιπρόσωπο, στον οποίο έχουν χορηγήσει ειδική έγγραφη πληρεξουσιότητα. Αντίγραφο του πληρεξουσίου κατατίθεται μαζί με τα δικαιολογητικά.

8.    Με απόφαση του ΥΠ.Α.Α.Ν. καθορίζεται ο τύπος της άδειας επαγγελματικού πλοίου αναψυχής καθώς και τα στοιχεία που πρέπει να αναγράφονται σε αυτήν. Με την ίδια απόφαση μπορεί να ρυθμίζονται και οι λεπτομέρειες εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου αυτού.

9.    Με την ίδια απόφαση καθορίζεται ευδιάκριτο ειδικό σήμα το οποίο υποχρεούνται να φέρουν εμφανώς τα επαγγελματικά πλοία αναψυχής ώστε να διακρίνονται από τα ιδιωτικά πλοία αναψυχής. Το ειδικό σήμα χορηγείται από την αρμόδια Υπηρεσία του ΥΠ.Α.Α.Ν., με τη χορήγηση ή την ανανέωση της άδειας. Τυχόν παράβαση της υποχρέωσης αυτής επισύρει τις διοικητικές κυρώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 18 παρ.1, 2 του παρόντος νόμου.

Άρθρο 207
Ναύλωση

1.    α) Η εκτέλεση ταξιδιών αναψυχής ή και περιήγησης με ολική ναύλωση πραγματοποιείται, σύμφωνα με τις διαδικασίες που καθορίζονται στον παρόντα νόμο, από πλοία αναψυχής υπό ελληνική σημαία, που έχουν χαρακτηριστεί επαγγελματικά κατά τις διατάξεις του προηγούμενου άρθρου.
β) Το δικαίωμα εκτέλεσης των ταξιδιών που αναφέρονται στην περίπτωση α)  επεκτείνεται και στα πλοία αναψυχής με ξένη σημαία χώρας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.), του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (Ε.Ο.Χ.) και της Ευρωπαϊκής Ζώνης Ελευθέρων Συναλλαγών (Ε.Ζ.Ε.Σ.), εφόσον τα πλοία αυτά πληρούν τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την εκτέλεση ενδομεταφορών στα κράτη της σημαίας τους και έχουν χαρακτηριστεί επαγγελματικά σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 του παρόντος νόμου.

2.    Η εκμετάλλευση των επαγγελματικών πλοίων αναψυχής επιτρέπεται μόνον με ολική ναύλωση διάρκειας τουλάχιστον δώδεκα (12) ωρών και έχει ως αποκλειστικό σκοπό την αναψυχή ή και την περιήγηση. Ολική ή μερική ναύλωση για μεταφορά προσώπων με εισιτήριο ή πραγμάτων με ναύλο απαγορεύεται.

3.    (α) Δικαίωμα εκναύλωσης έχουν οι πλοιοκτήτες για τα υπό την πλοιοκτησία τους και οι εφοπλιστές για τα υπό τον εφοπλισμό τους επαγγελματικά πλοία αναψυχής.
(β) Δικαίωμα εκναύλωσης έχουν επίσης οι ναυλομεσίτες, οι ναυτικοί πράκτορες και οι κάτοχοι άδειας λειτουργίας γραφείου γενικού τουρισμού. Η άσκηση του δικαιώματος εκναύλωσης από τα πρόσωπα αυτά προϋποθέτει την έγγραφη συγκατάθεση του πλοιοκτήτη ή του εφοπλιστή, με τους οποίους καθίστανται συνυπεύθυνα εις ολόκληρον για την τήρηση των διατάξεων του παρόντος νόμου και των όρων του ναυλοσύμφωνου.
Με Κοινή Απόφαση των Υπουργών Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, Πολιτισμού και Τουρισμού και Οικονομικών καθορίζονται τα προσόντα και η διαδικασία για τη χορήγηση άδειας άσκησης επαγγέλματος ναυλομεσίτη επαγγελματικών πλοίων αναψυχής, οι όροι και οι προϋποθέσεις ίδρυσης και λειτουργίας ναυλομεσιτικών γραφείων και κάθε άλλη λεπτομέρεια.

4.    Επιβίβαση στο επαγγελματικό πλοίο αναψυχής άλλων προσώπων, πέραν αυτών που αναγράφονται στη θεωρημένη, από τη λιμενική αρχή του λιμένα αφετηρίας, κατάσταση επιβαινόντων δεν επιτρέπεται, εκτός εάν η επιβίβαση αυτή προβλέπεται ρητά από το ναυλοσύμφωνο.

5.    Εφόσον η εκναύλωση γίνεται σε υπηκόους τρίτων χωρών, το συνάλλαγμα που εισπράττεται, αποδίδεται από τον εκναυλωτή σύμφωνα με τις σχετικές ρυθμίσεις της Τράπεζας της Ελλάδος.

6.    (α) Το επαγγελματικό πλοίο αναψυχής πρέπει να συμπληρώνει κατώτατο, ανά πενταετία, όριο ημερών ναύλωσης, το οποίο ορίζεται σε διακόσιες σαράντα (240) ημέρες, όταν εκναυλώνεται χωρίς πλοίαρχο και πλήρωμα, σε εκατόν εξήντα (160) ημέρες όταν εκναυλώνεται με πλοίαρχο και πλήρωμα και σε εβδομήντα πέντε (75) ημέρες όταν πρόκειται για χαρακτηρισμένο ως παραδοσιακό επαγγελματικό πλοίο αναψυχής, ανεξάρτητα αν αυτό εκναυλώνεται με ή χωρίς πλοίαρχο και πλήρωμα. Για τη συμπλήρωση των ορίων αυτών υπολογίζονται οι ημέρες ναύλωσης που πραγματοποιούνται μέσα ή έξω από την ελληνική επικράτεια, εφόσον αποδεικνύονται ή πιστοποιούνται, όπως προβλέπεται στην παρ. ε του παρόντος άρθρου. Οι ημέρες ναύλωσης μέσα στην ελληνική επικράτεια αποδεικνύονται από το «Ειδικό Έντυπο Πληροφοριακών Στοιχείων Επαγγελματικού Πλοίου Αναψυχής».
(β) Μετά την πρώτη πενταετία, τυχόν πλεόνασμα στις ημέρες ναύλωσης της περίπτωσης (α) προστίθεται στις ημέρες ναύλωσης της επόμενης πενταετίας, προκειμένου για τη συνδρομή των όρων θεώρησης ανά πενταετία της ισχύος της αδείας.
Σε περίπτωση κατά την οποία με τη συμπλήρωση της πενταετίας οι πραγματοποιηθείσες ημέρες ναύλωσης υπολείπονται κατά ποσοστό μέχρι 15% των οριζόμενων για την κατηγορία του πλοίου, λαμβανομένου υπόψη και του τυχόν πλεονάσματος της προηγούμενης πενταετίας, θεωρείται ότι πληρούνται οι όροι ισχύος της αδείας, αλλά ο πλοιοκτήτης υποχρεούται να πραγματοποιήσει τις ημέρες ναύλωσης που υπολείπονται, κατά την επόμενη πενταετία, ως προϋπόθεση θεώρησης της άδειας του  στο τέλος της επόμενης πενταετίας.
(γ) Τα κατώτατα όρια της παρ. 6α του παρόντος, μειώνονται κατά ποσοστό 5% για κάθε πενταετία κατοχής άδειας επαγγελματικού σκάφους μετά την πρώτη πενταετία, αλλά όχι πέραν ποσοστού 30% συνολικά του ανωτάτου ορίου της πρώτης πενταετίας.
(δ) Επαγγελματικό πλοίο αναψυχής δεν επιτρέπεται να εκτελεί πλόες χωρίς ναύλο για τη μεταφορά του πλοιοκτήτη ή των μετόχων ή των εταίρων του ή των μελών του Δ.Σ. πλοιοκτήτριας εταιρίας και συγγενών των παραπάνω προσώπων μέχρι δευτέρου βαθμού, πέραν των 10 ημερών για την περίοδο μεταξύ 1ης Ιουνίου και 30ης Σεπτεμβρίου και 20 ημερών κατά την υπόλοιπη περίοδο και υπό την προϋπόθεση υπογραφής ναυλοσυμφώνου, μηδενικού ναύλου και καταβολής του Φ.Π.Α. που αναλογεί με βάση τον κατώτατο ημερήσιο ναύλο της περίπτωσης στ), υποπερίπτωση (στ.β), της παραγράφου 6 του παρόντος άρθρου.
Στις ανωτέρω περιπτώσεις δεν παρέχεται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις απαλλαγή από το δασμό, τον ειδικό φόρο κατανάλωσης και τον Φ.Π.Α των καυσίμων και λιπαντικών με τα οποία εφοδιάζονται τα πλοία των περιπτώσεων αυτών. Επιτρέπεται η εκτέλεση ταξιδιών για λογαριασμό του Δημοσίου και Φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα με σκοπό την προβολή του θαλάσσιου τουρισμού, ύστερα από έγκριση της αρμόδιας Διεύθυνσης της Γενικής Γραμματείας Ναυτιλίας του  Υπουργείου Ανάπτυξης Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας. Για την εκτέλεση των ταξιδιών αυτών, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 78 παράγραφος 1β) του ν.2960/2001, δεν παρέχεται απαλλαγή από τον ειδικό φόρο κατανάλωσης, τον δασμό και τον Φ.Π.Α στα καύσιμα και λιπαντικά με τα οποία εφοδιάζονται τα πλοία αυτά.  
Οι ημέρες των ναυλώσεων της παραγράφου αυτής, δεν προσμετρούνται για την συμπλήρωση του κατώτατου ορίου ανά πενταετία, οπότε και διενεργείται η θεώρηση  της άδειας.
(ε) Οι ημέρες ναύλωσης που πραγματοποιούνται έξω από την Ελληνική Επικράτεια από επαγγελματικά πλοία αναψυχής που εκναυλώνονται με ή χωρίς Πλοίαρχο και Πλήρωμα υπολογίζονται για τη συμπλήρωση του κατωτάτου ορίου ημερών ναύλωσης ανά πενταετία σε  εφαρμογή των διατάξεων της παρ. 6 περίπτωση (α) του παρόντος άρθρου ως ακολούθως:
(εα)  Χωρίς πλοίαρχο και πλήρωμα:
(i) Οι ημέρες ναύλωσης προκύπτουν από ναύλο σύμφωνα με τα αποδεικτικά καταβολής τελών (λιμενικών κ.λ.π.) στους λιμένες που προσέγγισε το πλοίο, και
(ii) Τα πρωτότυπα των αναγκαίων δικαιολογητικών επιδεικνύονται σε Λιμενική Αρχή Εσωτερικού με τον κατάπλου του πλοίου προς έλεγχο και καταχώρηση στο «Ειδικό ΄Εντυπο Πληροφοριακών Στοιχείων Επαγγελματικού Πλοίου Αναψυχής» προ της καταληκτικής ημερομηνίας θεώρησης της άδειας του επαγγελματικού πλοίου αναψυχής.
Σε περίπτωση που ο κατάπλους του πλοίου σε ελληνικό λιμένα δεν είναι εφικτός μέχρι την καταληκτική αυτή ημερομηνία, η προσκόμιση, ο έλεγχος και η καταχώρηση μπορεί να γίνει σε Ελληνική Προξενική Αρχή εξωτερικού με μέριμνα του εκπροσώπου της πλοιοκτήτριας εταιρείας, η οποία πιστοποιεί στο «Ειδικό ΄Εντυπο Πληροφοριακών Στοιχείων Επαγγελματικού Πλοίου Αναψυχής» τη συνδρομή των προϋποθέσεων της σχετικής καταχώρησης σύμφωνα με τα ανωτέρω, ήτοι ότι το πλοίο ευρίσκεται στη χώρα που αυτή εδρεύει ή στην περιοχή δικαιοδοσίας της και τα προσκομισθέντα στοιχεία που λήφθηκαν υπόψη στην πράξη της καταχώρησης των ημερών ναύλωσης.
(iii) Αν το σύνολο των ημερών ναύλωσης αφορά το ίδιο ναυλοσύμφωνο και η επιβίβαση και οριστική αποβίβαση των επιβατών πραγματοποιήθηκαν μέσα στην Ελληνική Επικράτεια, απαιτείται εκτός από την εγγραφή των στοιχείων του ναυλοσυμφώνου στο «Ειδικό Έντυπο Πληροφοριακών Στοιχείων Επαγγελματικών Πλοίων Αναψυχής» από την Λιμενική Αρχή επιβίβασης, και η εγγραφή της οικείας Λιμενικής Αρχής στη στήλη παρατηρήσεων του ίδιου εντύπου για την οριστική αποβίβαση και για τις ημέρες ναύλωσης που έγιναν στο εξωτερικό.
(iv) Όλα τα δικαιολογητικά που αναφέρονται ανωτέρω υπό στοιχείο αα., ενδεικτικά ναυλοσύμφωνα, αποδεικτικά καταβολής τελών, στοιχεία, βεβαιώσεις,,  προσκομίζονται σε επικυρωμένα αντίγραφα και καταχωρούνται στον ατομικό φάκελο του πλοίου, μαζί με το «Ειδικό Έντυπο Πληροφοριακών Στοιχείων Επαγγελματικού Πλοίου Αναψυχής» κατά τη θεώρηση της άδειας του πλοίου.
(εβ) Με πλοίαρχο και πλήρωμα:
(i) Οι ημέρες ναύλωσης προκύπτουν από τα εξής δικαιολογητικά, τα οποία υποβάλλονται σε Λιμενική Αρχή του Εσωτερικού ή στις Ελληνικές προξενικές Αρχές:
(1) Φωτοαντίγραφα οικείων σελίδων του Ημερολογίου του πλοίου που αντιστοιχούν σε εγγραφές που πραγματοποιήθηκαν κατά το χρονικό διάστημα της ναύλωσης έξω από την Ελληνική Επικράτεια, και
(2) Επικυρωμένα φωτοαντίγραφα αντίστοιχων σελίδων ναυτολογίου.
(ii) Κατά τα λοιπά ισχύουν οι ίδιοι όροι και οι προϋποθέσεις των υπό στοιχεία ii) iii), iv) της υποπερίπτωσης (εα) της παρούσας παραγράφου.
στ) Με κοινή απόφαση των Υπουργών Ανάπτυξης Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και Οικονομικών, που εκδίδεται ύστερα από γνώμη του Ν.Ε.Ε., μπορεί:
(στ.α) Να τροποποιούνται τα κατώτατα όρια ημερών ναύλωσης της περίπτωσης 6α του παρόντος.
(στ.β) Να ορίζεται κατώτατο ημερήσιο όριο ναύλου των επαγγελματικών πλοίων αναψυχής, ανάλογα με την κατηγορία, τη χωρητικότητα, το μήκος ή τη μεταφορική ικανότητα σε επιβάτες του πλοίου, μετά από πρόταση των επαγγελματικών ενώσεων που εκπροσωπούν την κατηγορία του πλοίου.

Άρθρο 208
Ναυλοσύμφωνο

1.    Η σύμβαση ολικής ναύλωσης έχει ως αντικείμενο τη χρήση του  επαγγελματικού σκάφους αναψυχής μόνο για αναψυχή ή και περιήγηση. Η σύμβαση αποδεικνύεται εγγράφως  με την κατάρτιση ναυλοσυμφώνου.
Με κοινή απόφαση των Υπουργών  Ανάπτυξης Ανταγωνιστικότητας Ναυτιλίας και Οικονομικών, που εκδίδεται ύστερα από γνώμη του Ναυτικού Επιμελητηρίου Ελλάδας (Ν.Ε.Ε.), καθορίζεται υπόδειγμα του ναυλοσύμφωνου, ο τρόπος θεώρησής του, οι βασικοί του όροι καθώς και κάθε  άλλη λεπτομέρεια. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών δύναται να καθορίζεται και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια αρμοδιότητας του Υπουργείου Οικονομικών σχετικά με τη συμπλήρωση του ναυλοσυμφώνου.

2.    (α) Το επαγγελματικό πλοίο αναψυχής, όταν είναι ναυλωμένο, πρέπει να είναι εφοδιασμένο με αντίγραφο ναυλοσύμφωνου πριν από τον απόπλου του από το λιμένα αφετηρίας. Το αντίγραφο αυτό θεωρείται από τη λιμενική αρχή του λιμένα αφετηρίας, βρίσκεται πάντοτε στο πλοίο και επιδεικνύεται σε κάθε ζήτηση από τις αρμόδιες αρχές. Θεωρημένο αντίγραφο του ναυλοσύμφωνου αυτού κατατίθεται από τον εκναυλωτή, κατά την έννοια της παραγράφου 3 του άρθρου 3, με την υποβολή της εκκαθαριστικής δήλωσης Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.) στην αρμόδια για τη φορολογία του Δ.Ο.Υ. Η κατάθεση αυτή γίνεται και από τον ναυλωτή, εάν υποχρεούται σε υποβολή τέτοιας δήλωσης. Με τις αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών που προβλέπονται από τις διατάξεις της παραγράφου 7 του άρθρου 32 του Ν.2648/1998 (ΦΕΚ 238 Α) μπορεί να καθορίζονται οι υπηρεσίες του Υπουργείου Οικονομικών, στις οποίες υποβάλλονται τα αντίγραφα των ναυλοσυμφώνων, καθώς και διαφορετικός τρόπος και χρόνος υποβολής και έλεγχος αυτών.
(β) Τα ναυλοσύμφωνα φυλάσσονται, με μέριμνα και ευθύνη του εκναυλωτή, επί μία εξαετία από την ημερομηνία θεώρησής τους.
(γ) Το επαγγελματικό πλοίο αναψυχής μπορεί, με ειδική άδεια του προϊσταμένου της αρμόδιας λιμενικής αρχής, να αποπλεύσει χωρίς επιβάτες, αν απαιτείται να πλεύσει προς άλλο λιμένα για την παραλαβή επιβατών ή αν επιστρέψει στο λιμένα του μόνιμου ελλιμενισμού του, μετά την οριστική αποβίβαση των επιβατών. Η ειδική αυτή άδεια αναφέρει τους λιμένες προσέγγισης. Παρέκκλιση είναι δυνατή μόνο για λόγους ανωτέρας βίας ή εκτέλεσης ναυλοσύμφωνου που έχει συναφθεί εκτάκτως, λόγοι για τους οποίους πρέπει να ενημερωθεί η αρχή που χορήγησε την άδεια.
(δ) Οι διατάξεις της προηγούμενης περίπτωσης γ` εφαρμόζονται και για το επαγγελματικό πλοίο αναψυχής, που έχει υποστεί βλάβη και κρίνεται αναγκαίο, από την αρμόδια λιμενική αρχή, να μεταβεί σε άλλο λιμένα για επισκευή. Στην περίπτωση αυτήν η ειδική άδεια του προϊσταμένου της αρμόδιας λιμενικής αρχής αναφέρει και το είδος της βλάβης.

3.    Ως λιμένας αφετηρίας και ελέγχου της σύμβασης ολικής ναύλωσης, στις περιπτώσεις που πραγματοποιείται έναρξη του ταξιδιού στην αλλοδαπή, θεωρείται ο πρώτος ελληνικός λιμένας, στον οποίο ελλιμενίζεται το επαγγελματικό πλοίο αναψυχής.

4.    Πριν από τον απόπλου, ο πλοίαρχος ή ο κυβερνήτης επαγγελματικού πλοίου αναψυχής είναι υποχρεωμένος να καταθέτει στη λιμενική αρχή του λιμένα αφετηρίας, κατάσταση με τα στοιχεία των επιβαινόντων αφού πιστοποιηθούν από τον ίδιο, αντίγραφο της οποίας, θεωρημένο από την ίδια αρχή, πρέπει να φέρει κατά τη διάρκεια του ταξιδίου μαζί με τα λοιπά έγγραφα (διαβατήρια, ταυτότητα ή άλλο ικανό δημόσιο αποδεικτικό με το οποίο πιστοποιείται η ταυτοπροσωπία καθενός από τους επιβάτες). Αν κατά τη διάρκεια της ναύλωσης επέλθει μερική μεταβολή στην κατάσταση επιβαινόντων, ο πλοίαρχος ή ο κυβερνήτης υποβάλει για θεώρηση νέα κατάσταση στην αρμόδια λιμενική αρχή του λιμένος όπου επήλθε η μεταβολή.

5.    Η λιμενική αρχή, σε λιμένα αρμοδιότητας της οποίας είναι ελλιμενισμένο το πλοίο, κατά την έκδοση άδειας επαγγελματικού πλοίου αναψυχής σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 2 του παρόντος, χορηγεί το “Ειδικό Έντυπο Πληροφοριακών Στοιχείων Επαγγελματικού Πλοίου Αναψυχής”. Με απόφαση του ΥΠ.Α.Α.Ν. καθορίζονται το αντίτιμο του εντύπου αυτού, που αποτελεί έσοδο υπέρ του ΕΚΟΕΜ που το χορηγεί, ο τύπος του, τα στοιχεία που αναγράφονται, η ισχύς, η διαδικασία αντικατάστασής του σε περίπτωση απώλειας, τα θέματα ελέγχου και θεώρησής του καθώς και κάθε άλλη  λεπτομέρεια.

Άρθρο 209
Οργανική σύνθεση πληρώματος – Κυβερνήτης

1.    Ιστιοφόρα επαγγελματικά πλοία αναψυχής ολικού μήκους  μέχρι είκοσι μέτρα και μηχανοκίνητα επαγγελματικά πλοία αναψυχής μέχρι δεκαοκτώ μέτρα, επιτρέπεται να εκναυλώνονται χωρίς να υπηρετεί σε αυτά πλοίαρχος και πλήρωμα. Στις περιπτώσεις αυτές, με την απόφαση της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου, μπορεί να ορίζονται πρόσθετα μέτρα ασφάλειας των επιβαινόντων και προστασίας του θαλάσσιου περιβάλλοντος, που αφορούν κυρίως στην επιτρεπόμενη έκταση των πλόων, στον εξοπλισμό ασφαλείας και στη συγκράτηση πετρελαιοειδών και λυμάτων, καθώς και κάθε άλλης ρυπογόνου ουσίας.
    Στις περιπτώσεις αυτές τη διακυβέρνησή τους αναλαμβάνει κυβερνήτης, ο οποίος, αν προσλαμβάνεται από τον ναυλωτή, θεωρείται προστηθείς αυτού, όπως ειδικότερα προβλέπεται στο ναυλοσύμφωνο. Σε κάθε περίπτωση, ένας από τους επιβάτες, πέραν του κυβερνήτη, πρέπει να έχει ναυτική εμπειρία, την οποία βεβαιώνει με υπεύθυνη δήλωσή του, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.1599/1986 ή αυτή βεβαιώνεται με βάση δίπλωμα που κατέχει από οποιαδήποτε επίσημα αναγνωρισμένη αρχή.
    Τα επαγγελματικά πλοία αναψυχής της κατηγορίας αυτής επιτρέπεται να ναυτολογούν πλήρωμα οποιασδήποτε κατηγορίας, ασφαλισμένο στο Ν.Α.Τ., χωρίς να υποχρεούνται έναντι του ΝΑΤ ή των λιμενικών αρχών, να τηρούν οποιαδήποτε οργανική σύνθεση.

2.    Με απόφαση του ΥΠ.Α.Α.Ν., που εκδίδεται ύστερα από γνώμη του Ν.Ε.Ε., καθορίζονται τα προσόντα του κυβερνήτη, ο τρόπος απόδειξης κατοχής τους και κάθε άλλη λεπτομέρεια.

3.    Οι κυβερνήτες επαγγελματικών πλοίων αναψυχής (ιστιοφόρων ή μηχανοκίνητων), που ορίζονται από την παρ. 1 του παρόντος άρθρου και δεν είναι επιβάτες, με την επιφύλαξη της παρ. 2 υπάγονται για την εργασία τους αυτή στην υποχρεωτική  ασφάλιση του Ο.Α.Ε.Ε., σύμφωνα με την παρ.6 άρθρ.16 του ν. 3232/2004, εκτός εάν είναι ήδη ασφαλισμένοι σε άλλο ασφαλιστικό φορέα, ή υπάγονται στο ΝΑΤ αν είναι απογεγραμμένοι ναυτικοί.

4.    Με απόφαση του ΥΠ.Α.Α.Ν. καθορίζεται η οργανική σύνθεση του προσωπικού των επαγγελματικών πλοίων αναψυχής του νόμου αυτού, λαμβανομένων υπόψη των ειδικών χαρακτηριστικών τους.
5.    Για τον καθορισμό της οργανικής σύνθεσης των πληρωμάτων των
επαγγελματικών πλοίων αναψυχής πού είναι εγγεγραμμένα σε
νηολόγια πού αναφέρονται στην παράγραφο 1 εδαφ. β΄ του άρθρου 3 του παρόντος και το καθεστώς της ασφάλισής τους, εφαρμόζονται οι οικείες διατάξεις πού προβλέπονται από το δίκαιο του Κράτους της σημαίας τους.

Άρθρο 210
Μητρώο και αρχείο επαγγελματικών πλοίων αναψυχής

1.    Η Γενική Γραμματεία Ναυτιλίας του Υπουργείου Ανάπτυξης Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας τηρεί για τα επαγγελματικά πλοία αναψυχής Μητρώο και Αρχείο ατομικών φακέλων τους. Στο Μητρώο αυτό καταγράφονται το όνομα και ο αριθμός νηολογίου του επαγγελματικού πλοίου αναψυχής, καθώς και το όνομα ή η επωνυμία του φυσικού ή νομικού προσώπου που αναγράφεται στην άδεια ως πλοιοκτήτης καθώς  και ο αριθμός του φορολογικού μητρώου του. Στον ατομικό φάκελο κάθε πλοίου φυλάσσονται τα δικαιολογητικά που είναι σχετικά με την άδεια του επαγγελματικού πλοίου αναψυχής, αντίγραφο αυτής και κάθε άλλο έγγραφο που αφορά το πλοίο, σχετικό με την εφαρμογή του παρόντος νόμου.

2.    Όταν ο δικαιούχος της παραγράφου 1 εδάφιο β’ του παρόντος άρθρου που αναγράφεται στην άδεια είναι Ν.Ε.ΠΑ. ή άλλης νομικής μορφής νομικό πρόσωπο τότε στο Μητρώο καταχωρούνται:
α) ο αριθμός καταχώρησης της εταιρείας,
β)  ο φάκελος κάθε εταιρείας,
γ)  η μερίδα κάθε εταιρείας και
δ) το ευρετήριο των εταιρειών.

3.    Με απόφαση του ΥΠ.Α.Α.Ν. ρυθμίζονται τα θέματα τήρησης του Μητρώου και του Αρχείου πρόσθετων στοιχείων, χρόνου τήρησης των ατομικών φακέλων μετά την παύση της ισχύος της άδειας ή της διαδικασίας κατά την μεταφορά στο ενιαίο αρχείο και μητρώο, από τα ως σήμερα τηρούμενα αρχεία και κάθε λεπτομέρεια σχετική με την εφαρμογή του άρθρου αυτού.

Άρθρο 211
Παράβολα

1.    Για  την έκδοση νέας άδειας επαγγελματικού πλοίου αναψυχής σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2, καταβάλλεται παράβολο, το ύψος του οποίου ορίζεται σε τριάντα (30) ευρώ ανά μέτρο ολικού μήκους του πλοίου.
2.    Για τον έλεγχο συνδρομής των όρων ισχύος της άδειας ανά πενταετία, καταβάλλεται παράβολο, το ύψος του οποίου ορίζεται σε δέκα πέντε (15) ευρώ ανά μέτρο ολικού μήκους του πλοίου.
3.    Στις περιπτώσεις των προηγούμενων παραγράφων, το κλάσμα μέτρου στρογγυλοποιείται στην πλησιέστερη μονάδα, ενώ το 0,5 στρογγυλοποιείται στην επόμενη μονάδα.
4.    Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας  δύνανται να αυξομειώνονται τα ανωτέρω ποσά των παραβόλων των παραγράφων 1 και 2.

Άρθρο 212
Ειδικές ρυθμίσεις

1.    (α) Η μετακίνηση και κυκλοφορία επαγγελματικών πλοίων αναψυχής επιτρέπεται μόνον αν αυτά είναι ασφαλισμένα τουλάχιστον για:
(αα) Αστική ευθύνη για Θάνατο και σωματικές βλάβες επιβαινόντων και τρίτων από πρόσκρουση, σύγκρουση, ναυάγιο ή οποιαδήποτε άλλη αιτία. Το ασφαλιστικό ποσό καθορίζεται σε διακόσιες χιλιάδες ευρώ (200.000 €) ανά επιβάτη και το οποίο δεν μπορεί να υπερβαίνει τα δύο εκατομμύρια ευρώ (2.000.000 €) ανά συμβάν.
(ββ) Αστική ευθύνη για υλικές ζημίες επιβαινόντων και τρίτων από πρόσκρουση, σύγκρουση, ναυάγιο ή οποιαδήποτε άλλη αιτία. Το ασφαλιστικό ποσό καθορίζεται σε εκατόν πενήντα χιλιάδες ευρώ (150.000 €)
(γγ) Πρόκληση θαλάσσιας ρύπανσης. Τo ασφαλιστικό ποσό καθορίζεται σε ενενήντα χιλιάδες ευρώ (90.000 €).
(β) Με κοινή απόφαση των Υπουργών Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, και Οικονομικών μπορεί να ανακαθορίζεται το ύψος των ασφαλιστικών ποσών της προηγούμενης περίπτωσης, να καθορίζονται ασφαλιστικά ποσά αναλόγως της μεταφορικής ικανότητας του πλοίου και να ρυθμίζεται κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια.

2.    Τα επαγγελματικά πλοία αναψυχής, τα οποία λόγω αργίας ή παροπλισμού δεν διαθέτουν ναυτολόγιο σε ισχύ, μπορούν να μετακινούνται προς ναυπηγεία, καρνάγια, επισκευαστήρια ή να πραγματοποιούν μικρής διάρκειας δοκιμαστικά ταξίδια ή μεθορμίσεις, και προκειμένου να συμμετάσχουν σε σχετικές επαγγελματικές εκθέσεις ή τουριστικές εκδηλώσεις, με άδεια του προϊσταμένου της αρμόδιας κατά τόπο λιμενικής αρχής, με την οποία καθορίζεται και η σύνθεση του προσωπικού τους, που δεν μπορεί να είναι μικρότερη από το μισό της κανονικής σύνθεσης ανά ειδικότητα. Το προσωπικό αυτό πρέπει να είναι ασφαλισμένο σε ασφαλιστική εταιρεία.

3.    Επιτρέπεται η απόκτηση άδειας επαγγελματικού πλοίου αναψυχής, προκειμένου περί πλοίου για το οποίο έχει συναφθεί χρηματοδοτική μίσθωση. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση των Υπουργών Οικονομικών και ΥΠ.Α.Α.Ν., ρυθμίζονται οι ειδικοί όροι που διέπουν τη χρηματοδοτική μίσθωση, τη νηολόγηση των πλοίων αυτών κατ` εξαίρεση της κείμενης νομοθεσίας, ως και κάθε άλλη λεπτομέρεια.
4.    Ως προς τα τέλη διέλευσης της Διώρυγας Κορίνθου τα επαγγελματικά πλοία αναψυχής θεωρούνται επιβατηγά πλοία και υπάγονται στο τιμολογιακό καθεστώς της κατηγορίας αυτής.

5.    Οι κυβερνήτες ή οι πλοίαρχοι επαγγελματικών πλοίων αναψυχής απαλλάσσονται από την υποχρέωσή τους να θεωρούν τα ναυτιλιακά έγγραφα των πλοίων αυτών και να λαμβάνουν άδεια απόπλου από τη Λιμενική Αρχή κάθε λιμένα προσέγγισης. Οι ως άνω θα εκπληρώνουν την υποχρέωση αυτή:
(α) για κάθε ναύλωση και για το χρονικό διάστημά της, μόνον από τη Λιμενική Αρχή του λιμένα αφετηρίας και τελικού κατάπλου,
(β) εφόσον συντρέχει περίπτωση εφαρμογής των διατάξεων της παραγράφου 4 του άρθρου 3 και των υποπαραγράφων (γ) και (δ) της παραγράφου 2 του άρθρου 4 του παρόντος νόμου.

Άρθρο 213
Επαγγελματικά τουριστικά ημερόπλοια

1.     Για την άσκηση της επαγγελματικής δραστηριότητας τα Τουριστικά Ημερόπλοια λαμβάνουν άδεια, που εκδίδεται από την αρμόδια Διεύθυνση του Υπουργείου Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, κατόπιν αίτησης του πλοιοκτήτη ή και εφοπλιστή ή του νόμιμου εκπρόσωπου του με την οποία προσδιορίζεται η περιοχή άσκησης της δραστηριότητος αυτής, σύμφωνα με το ισχύον Πρωτόκολλο Γενικής Επιθεώρησης (Π.Γ.Ε.) του πλοίου ή το πιστοποιητικό ασφαλείας (Π.Α.) του πλοίου.
Η άδεια είναι αορίστου διάρκειας, ανακαλείται δε εφ’ όσον δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης της και ιδιαίτερα η διατήρηση σε ισχύ του Π.Γ.Ε. ή της Π.Α., της σύνθεσης του πληρώματος και της τήρησης των κανόνων του λιμένος. Επίσης στην άδεια επισημαίνεται από την αρμόδια για την έκδοση της υπηρεσία κάθε μεταβολή στην πλοιοκτησία, ή τα χαρακτηριστικά του πλοίου, άλλως η άδεια ανακαλείται.

2.    Με απόφαση του ΥΠ.Α.Α.Ν., ορίζονται τα απαιτούμενα δικαιολογητικά για την έκδοση της άδειας, οι λόγοι και η διαδικασία ανάκλησής της. Με όμοια απόφαση καθορίζεται η σύνθεση πληρώματος ανά κατηγορία ημερόπλοιου ως και η ακτίνα ημερήσιου πλου, ανάλογα με την κατηγορία κάθε πλοίου, το μέγεθός του, το  Π.Γ.Ε., το Π.Α, και κάθε άλλο αναγκαίο για τον καθορισμό των ανωτέρω, στοιχείο αυτού.

3.    Με αιτιολογημένες αποφάσεις της οικείας λιμενικής Αρχής του λιμένα αφετηρίας, καθορίζονται οι όροι εκτέλεσης των πλόων, έκδοσης και ελέγχου εισιτηρίων, τήρησης κανόνων ασφαλείας και η λήψη αναγκαίων μέτρων στην εκτέλεση των πλόων, σε περίπτωση ανεπάρκειας των χώρων και λειτουργικής αδυναμίας εξυπηρέτησης των πλοίων της κατηγορίας αυτής στο λιμένα αφετηρίας ή κατάπλου.

4.    Επιτρέπεται η παραλαβή επιβατών – περιηγητών και από ενδιάμεσους λιμένες μόνο εφόσον:
(α) η τελική αποβίβαση τους γίνεται στο λιμένα επιβίβασης τους και
(β) δεν αποβιβάζονται στον ενδιάμεσο αυτό λιμένα επιβάτες – περιηγητές που βρίσκονται ήδη στο πλοίο, εκτός αν κάτι άλλο απαιτείται για λόγους ασφαλείας, καιρικών συνθηκών ή άλλων απρόβλεπτων συμβάντων.

5.    Με έγκριση των οικείων λιμενικών αρχών του λιμένα αφετηρίας, ύστερα από αίτηση των ενδιαφερομένων δύναται να επιτραπεί η πραγματοποίηση περιηγητικών ταξιδιών κατά τα οποία η κυκλική περιήγηση ολοκληρώνεται σε συνδυασμό με χερσαία μέσα μεταφοράς, υπό την προϋπόθεση ότι οι επιβάτες – περιηγητές καταλήγουν στο σημείο από το οποίο ξεκίνησαν την περιήγηση.

6.    Κατ’ εξαίρεση και μόνο για την εξυπηρέτηση της τουριστικής κίνησης, στην περίπτωση που η ανάγκη αυτή δικαιολογείται από την έλλειψη ή την ανεπάρκεια και ιδιομορφία των υφιστάμενων συγκοινωνιακών εξυπηρετήσεων και συνθηκών, μπορεί με έγκριση της αρμόδιας Διεύθυνσης του Υπουργείου Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, ύστερα από αίτηση των ενδιαφερομένων, να επιτραπεί σε ομάδες επιβατών – περιηγητών, η παραλαβή και αποβίβασή τους σε έναν ή περισσότερους λιμένες και η επιστροφή τους στον αφετήριο λιμένα  με το ίδιο πλοίο κατά το αυτό ή άλλο ταξίδι και σε διαφορετική ημερομηνία. Σε κάθε άλλη περίπτωση που δεν συντρέχουν οι παραπάνω προϋποθέσεις, ο περιηγητής – επιβάτης δεν μπορεί να διακόψει την περιήγησή του, εκτός από την περίπτωση ανωτέρας βίας.     

7.    Επιτρέπεται η παραλαβή επιβατών με πλοία ή σκάφη, μεταφορικής ικανότητας κατώτερης των 20 επιβατών, για ημερήσια εκδρομή από λιμένες ή όρμους και αντιστρόφως. Με απόφαση του ΥΠ.Α.Α.Ν., καθορίζονται οι προϋποθέσεις και κάθε άλλη λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παραγράφου αυτής.

8.    Τα ημερόπλοια της περ. στ της παρ. 1 του άρθρου 1 του παρόντος και οι πλοιοκτήτριες εταιρείες καταχωρούνται στο Μητρώο του άρθρου 6 του παρόντος νόμου, κατά ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων για την καταχώρηση των επαγγελματικών πλοίων αναψυχής και των πλοιοκτητριών εταιρειών.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄
ΙΔΙΩΤΙΚΑ ΠΛΟΙΑ ΑΝΑΨΥΧΗΣ
Άρθρο 214
Γενικές διατάξεις

1.    (α) Απαγορεύεται η εκτέλεση ταξιδιών αναψυχής ή και περιήγησης με καταβολή ναύλου από ιδιωτικά πλοία αναψυχής.
(β) Απαγορεύεται η διαφήμιση, σε οποιαδήποτε χώρα και κατά οποιονδήποτε τρόπο, εκτέλεσης στην Ελλάδα ταξιδιών αναψυχής ή και  περιήγησης με καταβολή ναύλου από ιδιωτικά πλοία αναψυχής με ελληνική και ξένη σημαία.

2.    Η παράγραφος 1 του άρθρου 8 του παρόντος εφαρμόζεται και για τα ιδιωτικά πλοία αναψυχής, καθώς και για τα σκάφη ή άλλα θαλάσσια μέσα αναψυχής, τα οποία θεωρούνται ταχύπλοα, σύμφωνα με τους ισχύοντες κανονισμούς λιμένα.

3.    (α) Τα ιδιωτικά πλοία αναψυχής με ελληνική σημαία ή αυτά που είναι εγγεγραμμένα σε νηολόγια που αναφέρονται στην παράγραφο 1 εδαφ. β` του άρθρου 3, με ολικό μήκος  μεγαλύτερο των δέκα μέτρων εφοδιάζονται με Δελτίο Κίνησης Πλοίου Αναψυχής (ΔΕ.Κ.Π.Α.), που χορηγείται από οποιαδήποτε λιμενική αρχή, ανεξαρτήτως του τόπου ελλιμενισμού ή από τη λιμενική αρχή του λιμένα στον οποίο καταπλέουν για πρώτη φορά στην Ελλάδα.
(β) Οι πλοίαρχοι και κυβερνήτες ιδιωτικών πλοίων αναψυχής με ελληνική ή ξένη σημαία, εφόσον τα πλοία δεν είναι υπόχρεα να διαθέτουν Δελτίο Κίνησης (TRANSIT LOG) ή Δελτίο Κίνησης Πλοίου Αναψυχής (ΔΕ.Κ.Π.Α.), απαλλάσσονται από την υποχρέωση να θεωρούν τα ναυτιλιακά τους έγγραφα και να λαμβάνουν άδεια απόπλου για διάστημα τεσσάρων (4) μηνών, από την τελευταία θεώρηση και χορήγηση άδειας απόπλου. Εξαιρούνται ρητώς από οποιαδήποτε υποχρέωση θεώρησης ναυτιλιακών εγγράφων όλα ανεξαιρέτως τα ιδιωτικά σκάφη αναψυχής τα οποία είτε είναι εγγεγραμμένα σε ελληνικά ΒΕΜΣ (Λεμβολόγιο), είτε φέρουν ξένη σημαία και έχουν ολικό μήκος έως δέκα (10) μέτρα.
(γ) Με κοινή απόφαση των Υπουργών Α.Α.Ν. και Οικονομικών καθορίζονται ο τύπος του ΔΕ.Κ.Π.Α., τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις θεώρησής του, τα προσκομιζόμενα δικαιολογητικά για την έκδοση και την ετήσια θεώρησή του, τα στοιχεία που αναγράφονται σε αυτό, η ισχύς, η διαδικασία αντικατάστασής του σε περίπτωση απώλειας, το αντίτιμό του, που αποτελεί έσοδο του ΕΚΟΕΜΝ, καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια.

4.    Κάθε ιδιωτικό πλοίο αναψυχής με σημαία τρίτης χώρας που καταπλέει σε ελληνικά λιμάνια, προκειμένου να διακινείται στα ελληνικά ύδατα, εφοδιάζεται από την αρμόδια Τελωνειακή Αρχή, κατά την είσοδό του στη χώρα με τριπλότυπο «Δελτίο Κίνησης» (TRANSIT LOG), σύμφωνα με τις ισχύουσες τελωνειακές και φορολογικές διατάξεις.

Άρθρο 215
Πλοία αναψυχής με ξένη σημαία

Με την επιφύλαξη της διάταξης της παραγράφου 1 περίπτωση β` του άρθρου 3 του παρόντος, τα πλοία αναψυχής με ξένη σημαία δεν μπορούν να εκκινούν από ελληνικούς λιμένες ή να παραλαμβάνουν επιβάτες από ελληνικούς λιμένες με σκοπό την εκτέλεση ταξιδιών αναψυχής ή και περιήγησης με καταβολή ναύλου μεταξύ λιμένων ή και ακτών της ελληνικής επικράτειας.

Άρθρο 216
Ναυταθλητικά σκάφη

1.    Ναυταθλητικά σκάφη παντός τύπου, ιστιοφόρα ή κωπήλατα που ανήκουν στους αναγνωρισμένους  ναυτικούς Ομίλους ή ναυτικά σωματεία ή σε μέλη τούτων καταχωρημένα  στα  μητρώα  αυτών  και  προοριζόμενα  είτε  για την προπόνηση  των  ναυταθλητών,  είτε για την συμμετοχή σε πάσης φύσεως αγώνες και φέροντα την Ελληνική σημαία απαλλάσσονται της φορολογίας που επιβάλλεται σε ιδιωτικά πλοία αναψυχής βάσει του ν.27/1975 (ΦΕΚ Α’ 77) με τις προϋποθέσεις της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου.

2.    Για  το  χαρακτηρισμό κάποιου σκάφους ως ναυταθλητικού, απαιτείται, έγγραφη βεβαίωση του οικείου ναυτικού ομίλου, ή σωματείου, εγκεκριμένη  από  τη  Γενική   Γραμματεία  Αθλητισμού, ότι χρησιμοποιείται για εξάσκηση μέλους και συμμετοχή  σε  ναυτικούς αγώνες, θεωρημένη από την οικεία Λιμενική Αρχή.

Άρθρο 217
Πλήρωμα ιδιωτικών πλοίων αναψυχής

1.    Τα ιδιωτικά πλοία αναψυχής, δεν υπόκεινται σε οργανική σύνθεση πληρώματος, τυχόν δε πρόσληψη ναυτικού ασφαλισμένου στο Ν.Α.Τ., δεν δημιουργεί οποιαδήποτε υποχρέωση για συμπλήρωση οργανικής σύνθεσης, ή ασφάλιση στο ΝΑΤ άλλου ναυτικού πλην του προσληφθέντος.

2.    Ο πλοιοκτήτης ιδιωτικού πλοίου αναψυχής δικαιούται να απασχολεί βοηθητικό προσωπικό κατά τις ισχύουσες ασφαλιστικές διατάξεις περί οικιακού βοηθητικού προσωπικού του άρθρου 21 του Ν. 3863/2010 (ΦΕΚ Α’ 155), εφαρμοζόμενες αναλογικά.

Άρθρο 218
Εταιρείες ιδιωτικών πλοίων αναψυχής

1.    Εταιρεία Ιδιωτικών Πλοίων Αναψυχής (Ε.Ι.Π.Α.) είναι η μη κερδοσκοπική εταιρεία, η οποία συνιστάται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου και διέπεται από αυτές και από τα άρθρα 741 έως 784 του Αστικού Κώδικα, στο μέτρο που δεν ορίζεται ειδικότερα στις διατάξεις του παρόντος, έχει δε ως αποκλειστικό σκοπό την κτήση κυριότητας πλοίων αναψυχής με ελληνική σημαία που χαρακτηρίζονται ως ιδιωτικά σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου. Η Ε.Ι.Π.Α. δεν μπορεί να συμμετέχει σε άλλες Ε.Ι.Π.Α. ή σε άλλα ελληνικά ή αλλοδαπά νομικά πρόσωπα, ή να μετατρέπεται σε άλλης μορφής εταιρεία.

2.    Το καταστατικό, με το οποίο συνιστάται η Ε.Ι.Π.Α., καταρτίζεται με ιδιωτικό έγγραφο από έναν τουλάχιστον ιδρυτή φυσικό ή νομικό πρόσωπο και πρέπει να περιέχει διατάξεις για την επωνυμία, την έδρα, το σκοπό, τη διάρκεια της Ε.Ι.Π.Α., το εταιρικό κεφάλαιο και τα εταιρικά μερίδια, τη διαχείριση και τη λύση και εκκαθάριση της εταιρείας. Το καταστατικό καταχωρίζεται στο Μητρώο Εταιρειών (Ε.Ι.Π.Α.) Ιδιωτικών Πλοίων Αναψυχής, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 15 του παρόντος νόμου.

3.     Η Ε.Ι.Π.Α. αποκτά νομική προσωπικότητα από την καταχώριση του καταστατικού της στο Μητρώο Εταιρειών Ιδιωτικών Πλοίων Αναψυχής.

4.    Η επωνυμία της Ε.Ι.Π.Α. πρέπει να περιλαμβάνει τις λέξεις “Εταιρεία Ιδιωτικών Πλοίων Αναψυχής” ή τα αρχικά γράμματα των λέξεων αυτών “Ε.Ι.Π.Α.”, καθώς και διακριτικό με το οποίο θα αποκλείεται η πρόκληση σύγχυσης με άλλη εταιρεία. Έδρα της εταιρίας ορίζεται δήμος της ελληνικής επικράτειας. Για τις διεθνείς συναλλαγές της εταιρείας η επωνυμία μπορεί να αποδίδεται και σε ξένη γλώσσα σε πιστή μετάφραση.
Το κεφάλαιο της ΕΙΠΑ καταβάλλεται από τους ιδρυτές κατά τη σύσταση της εταιρείας και ορίζεται κατ’ ελάχιστον σε 5.000 (πέντε χιλιάδες ευρώ). Η απόκτηση  πλοίου αναψυχής από την ΕΙΠΑ γίνεται στο όνομα της εταιρίας, χωρίς το απαιτούμενο ποσό να συμπεριλαμβάνεται και να εγγράφεται υποχρεωτικά  στο κεφάλαιο της εταιρείας. Ο νόμιμος εκπρόσωπος της Εταιρείας και κάθε εταίρος είναι αλληλεγγύως και εις ολόκληρον υπεύθυνοι έναντι των αρμοδίων αρχών για την τήρηση των φορολογικών και λοιπών διατάξεων που διέπουν την αγορά και κατοχή ιδιωτικού σκάφους αναψυχής στην Ελλάδα.

5.    Τα πρόσωπα που ασκούν τη διαχείριση της Ε.Ι.Π.Α. εκπροσωπούν την εταιρεία και ενεργούν στο όνομα της κάθε πράξη που καλύπτεται από το σκοπό της εταιρείας. Οι διαχειριστές της Ε.Ι.Π.Α. δεν υπάγονται σε κοινωνική ασφάλιση από μόνη τη διαχειριστική τους ιδιότητα. Η διαχείριση που έχει ανατεθεί σε έναν ή περισσότερους εταίρους ή μη μπορεί να ανακληθεί οποτεδήποτε, με απόφαση των εταίρων που λαμβάνεται κατά πλειοψηφία.

6.    Η εταιρική χρήση είναι διάρκειας δώδεκα (12) μηνών και λήγει στις 31 Δεκεμβρίου κάθε έτους. Η πρώτη εταιρική χρήση μπορεί να οριστεί για χρονικό διάστημα που δεν θα υπερβαίνει τους είκοσι τέσσερις (24) μήνες.
Οι ΕΙΠΑ δεν υποχρεούνται σε τήρηση βιβλίων οποιασδήποτε κατηγορίας, υποβάλλουν δε στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. της έδρας τους, το Δεκέμβριο κάθε έτους δήλωση διατήρησης και ετήσιο τέλος €800 (οκτακοσίων ευρώ).
Εντός προθεσμίας δύο μηνών από την παρέλευση άπρακτης της 31ης Δεκεμβρίου εκάστου έτους, και εφόσον δεν υποβληθεί η δήλωση και δεν καταβληθεί το τέλος στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. επιβάλλεται από την τελευταία πρόστιμο ίσο με το δεκαπλάσιο του οφειλόμενου τέλους.
Για τον τρόπο καταβολής και τον τύπο της δήλωσης καθώς και για κάθε άλλο σχετικό θέμα αναφορικά με την δήλωση διατήρησης και την καταβολή του ετησίου τέλους, προβλέπεται η έκδοση σχετικής υπουργικής απόφασης από τον ΥΠ.Α.Α.Ν.

7.    Οι εταίροι δεν δικαιούνται μέρισμα και δεν ευθύνονται με την προσωπική τους περιουσία για τις δημιουργούμενες υποχρεώσεις και τα χρέη της εταιρείας εκτός οφειλών προς το Ελληνικό Δημόσιο και τους ασφαλιστικούς Οργανισμούς. Πόρο της εταιρείας δύναται να αποτελούν οι κατ’ έτος εισφορές σε μετρητά των εταίρων. Η πτώχευση της εταιρείας δεν συνεπάγεται και την πτώχευση των εταίρων αυτής.

8.    Η εισαγωγή και η αγορά καινούργιου ιδιωτικού σκάφους αναψυχής από Ε.Ι.Π.Α. δεν απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής του φόρου προστιθέμενης αξίας ή εισαγωγικού τέλους, που τυχόν του αναλογεί, ο οποίος δεν επιτρέπεται να συμψηφισθεί ή να επιστραφεί. Για την εισαγωγή ή αγορά μεταχειρισμένων ιδιωτικών σκαφών αναψυχής εφαρμόζονται, κατά περίπτωση, οι εκάστοτε ισχύουσες περί Φ.Π.Α διατάξεις
Σε περίπτωση μεταβίβασης ιδιωτικού σκάφους αναψυχής, νομίμως εισαχθέντος ή νομίμως ευρισκόμενου στην Ελλάδα από φυσικό ή νομικό πρόσωπο σε ΕΙΠΑ της οποίας ιδρυτής και αποκλειστικός εταίρος είναι το μεταβιβάζον ιδιωτικό σκάφος φυσικό πρόσωπο ή ο μοναδικός εταίρος ή μέτοχος της μεταβιβάζουσας εταιρίας, η μεταβίβαση αυτή απαλλάσσεται από κάθε φόρο, τέλος ή δικαιώματα τρίτου, συμπεριλαμβανομένου και του Φ.Π.Α, εφόσον για το σκάφος αυτό έχει αποδεδειγμένα καταβληθεί Φ.Π.Α στο εσωτερικό της χώρας ή σε άλλο κράτος μέλος και με την προϋπόθεση ότι δεν έχει μεταβληθεί το ιδιοκτησιακό καθεστώς του σκάφους.

Άρθρο 219
Μητρώο Ε.Ι.ΠΑ.

1.    Στη Γενική Γραμματεία Ναυτιλίας του Υπουργείου Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας τηρείται ειδικό μητρώο (Ειδικό Μητρώο Εταιρειών Ιδιωτικών Πλοίων Αναψυχής)στο οποίο καταχωρίζονται όλες οι Ε.Ι.Π.Α. ( Εταιρείες Ιδιωτικών Πλοίων Αναψυχής) και το οποίο αποτελείται από:
α) το βιβλίο μητρώου Ε.Ι.Π.Α.,
β) το φάκελο κάθε Ε.Ι.Π.Α.,
γ) τη μερίδα κάθε Ε.Ι.Π.Α. και
δ) το ευρετήριο των Ε.Ι.Π.Α.

2.    Για οποιαδήποτε καταχώριση στο Μητρώο υποβάλλεται αίτηση που λαμβάνει αριθμό πρωτοκόλλου, με την προϋπόθεση προσκόμισης βεβαίωσης διαγραφής του πλοίου από τυχόν άλλο Μητρώο. Για την καταχώριση του καταστατικού που αναφέρεται στην παράγραφο 1 προκαταβάλλεται πάγιο τέλος υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου διακοσίων πενήντα (250) ευρώ και εκατό (100) ευρώ υπέρ ΕΚΟΕΜΝ. Για τις καταχωρίσεις αποφάσεων των οργάνων της Ε.Ι.Π.Α. προκαταβάλλεται τέλος υπέρ Ελληνικού Δημοσίου εβδομήντα (70) ευρώ και τριάντα (30) ευρώ υπέρ ΕΚΟΕΜΝ για κάθε καταχώρηση.

3.    Το γνήσιο υπογραφής των ιδρυτών καθώς και των εξουσιοδοτημένων προσώπων προκειμένου να εκδίδουν αντίγραφα αποφάσεων θεωρείται από δημόσια αρχή ή συμβολαιογράφο.

4.    Οι λεπτομέρειες σχετικά με την οργάνωση, τήρηση και λειτουργία του Μητρώου Ε.Ι.Π.Α και κάθε άλλο ζήτημα εφαρμογής του παρόντος άρθρου, καθώς και του άρθρου 14 του παρόντος νόμου, ορίζονται με Κ.Υ.Α των Υπουργών Οικονομικών και Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας  και Ναυτιλίας.

Άρθρο 220
Χρηματοδοτική μίσθωση για επαγγελματικά και ιδιωτικά πλοία αναψυχής

Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 1 του ν. 1665/1986 «(ΦΕΚ Α΄ 194) τροποποιείται ως εξής:
«Στην έννοια των κινητών πραγμάτων της παραγράφου 1 περιλαμβάνονται τα αεροσκάφη, καθώς και τα επαγγελματικά ή ιδιωτικά πλοία αναψυχής, όπως κάθε φορά αυτά ορίζονται από τις κείμενες διατάξεις, και εξαιρούνται λοιπά πλοία και πλωτά ναυπηγήματα, ενώ στην έννοια των ακινήτων πραγμάτων συμπεριλαμβάνονται οι αγροτικές εκτάσεις, οι οριζόντιες και κάθετες ιδιοκτησίες με κτίσματα μετά του ποσοστού του γηπέδου που αναλογεί στα συγκεκριμένα κτίσματα σε σχέση με τη δομήσιμη επιφάνεια του γηπέδου και γενικά τα κτίσματα ή το συγκρότημα κτισμάτων μετά των λοιπών εγκαταστάσεων, συμπεριλαμβανομένου του γηπέδου που αναλογεί στα συγκεκριμένα κτίσματα, σε συνάρτηση με το εμβαδόν του και τη συνολική δομήσιμη επιφάνεια που μπορεί να πραγματοποιηθεί στο γήπεδο και επιπλέον ο ακάλυπτος χώρος που προβλέπεται από τις πολεοδομικές διατάξεις ως χώρος στάθμευσης αυτοκινήτων.»

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄
ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ – ΚΥΡΩΣΕΙΣ

Άρθρο 221
Φόροι που οφείλονται λόγω παύσης ισχύος της άδειας επαγγελματικού πλοίου αναψυχής.

1.    Μετά την πάροδο της προθεσμίας υποβολής αίτησης υπαγωγής στη ρύθμιση του άρθρου 19 του Ν.4002/2011 για τα επαγγελματικά πλοία αναψυχής των οποίων η χορηγούμενη κατά τις κείμενες διατάξεις άδεια παύει να ισχύει για οποιονδήποτε λόγο, οφείλεται κατά το χρόνο παύσης ισχύος της άδειάς τους, στην αρμόδια κατά περίπτωση αρχή, ο φόρος προστιθέμενης αξίας που αναλογεί σε αυτά.

2.    Για τον υπολογισμό του οφειλόμενου φόρου προστιθέμενης αξίας, εφαρμόζεται ο συντελεστής του φόρου που ισχύει κατά την ημέρα της παύσης ισχύος της άδειας επαγγελματικού πλοίου αναψυχής.
Η φορολογητέα αξία διαμορφώνεται  ως ακολούθως:
α) όταν πρόκειται για την εισαγωγή ή την ενδοκοινοτική απόκτηση καινούργιου σκάφους με βάση την αξία που αναγράφεται στο σχετικό παραστατικό τελωνισμού και
β) όταν πρόκειται για την εισαγωγή ή την ενδοκοινοτική απόκτηση μεταχειρισμένου σκάφους και για την αγορά από το εσωτερικό της χώρας καινούργιου ή μεταχειρισμένου σκάφους με βάση την αρχική τιμή πώλησης του σκάφους κατά την κατασκευή του.
Οι προκύπτουσες κατά τα ανωτέρω αξίες μειώνονται λόγω παλαιότητας μετά την πάροδο πενταετίας από την κατασκευή του σκάφους κατά ποσοστό 20% και για κάθε επόμενη πενταετία κατά ποσοστό 15%.  
Οι ανωτέρω μειώσεις της φορολογητέας αξίας του πλοίου παρέχονται υπό την προϋπόθεση ότι το συγκεκριμένο πλοίο πραγματοποίησε ναύλους που αντιστοιχούν τουλάχιστον σε ποσοστό 80% των προβλεπόμενων από τον παρόντα νόμο ελάχιστων ημερών ναύλωσης της κατηγορίας του. Σε κάθε περίπτωση ο αναλογούν φόρος προστιθέμενης αξίας δεν δύναται να υπερβαίνει το φόρο από τον οποίο απαλλάχθηκε κατά τον χαρακτηρισμό του πλοίου ως επαγγελματικού.

3.    Κατά το χρόνο παύσης ισχύος της άδειας των επαγγελματικών πλοίων αναψυχής του παρόντος άρθρου, οφείλονται οι φόροι που αναλογούν στα καύσιμα, λιπαντικά, λοιπά εφόδια και υλικά, για τους οποίους τα πλοία αυτά έτυχαν απαλλαγής τους τελευταίους από την ημέρα ανάκλησης της άδειας δώδεκα μήνες.

4.    Οι διατάξεις του άρθρου 8 του ν.1567/85 (ΦΕΚ 171 Α΄) δεν έχουν εφαρμογή για την καταβολή των επιβαρύνσεων που προσδιορίζονται βάσει των διατάξεων του παρόντος άρθρου.

5.    Κατά την παύση ισχύος της άδειας επαγγελματικού πλοίου αναψυχής, η φορολογική υποχρέωση για την καταβολή του φόρου πολυτελείας γεννάται και ο φόρος καθίσταται απαιτητός εφόσον το πλοίο αυτό έτυχε απαλλαγής από το φόρο προστιθέμενης αξίας λόγω χαρακτηρισμού του ως επαγγελματικό σε χρόνο μεταγενέστερο της θέσης σε ισχύ των διατάξεων του άρθρου 17 του ν.3833/2010 (ΦΕΚ 40 Α΄).  

6.    Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ρυθμίζεται κάθε λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 222
Φορολογικές και Δασμολογικές Απαλλαγές για τα Πλοία

1.    Οι απαλλαγές από το Φόρο Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.) που προβλέπονται από τις ισχύουσες κάθε φορά Κοινοτικές και Εθνικές περί Φ.Π.Α. διατάξεις, ισχύουν και για τα πλοία του παρόντος νόμου.

2.    (α)  Επιπλέον, απαλλάσσεται από το δασμό και τον ειδικό φόρο κατανάλωσης, σύμφωνα με τα οριζόμενα κάθε φορά από τις Κοινοτικές και Εθνικές διατάξεις, η εισαγωγή και η παράδοση τροφοεφοδίων, καυσίμων,  λιπαντικών και των λοιπών αναλώσιμων ειδών που δεν εμπίπτουν στις διατάξεις του ειδικού προορισμού, τα οποία προορίζονται για τον εφοδιασμό των επαγγελματικών πλοίων της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου που εκτελούν επί κέρδη εργασίες, εφόσον πρόκειται να χρησιμοποιηθούν για την εμπορική ναυσιπλοΐα και την εκπλήρωση εν γένει των σκοπών για τους οποίους προορίζονται τα πλοία αυτά, ως και την κάλυψη των αναγκών των επιβαινόντων σε αυτά, ανάλογα με τη διάρκεια του ταξιδιού και τον αριθμό των επιβαινόντων σε αυτά.
(β) Η απαλλαγή της προηγούμενης περίπτωσης α΄ αφορά στις ακόλουθες κατηγορίες επαγγελματικών πλοίων:
(βα) Τα υπό ελληνική ή ξένη σημαία πλοία καθαρής χωρητικότητας δέκα (10) τουλάχιστον κόρων, που εκτελούν πλόες εξωτερικού.
(ββ) Τα υπό ελληνική ή ξένη σημαία πλοία καθαρής χωρητικότητας δέκα (10) τουλάχιστον κόρων, που εκτελούν μικτούς πλόες. Η απαλλαγή για τα τροφοεφόδια και τα λοιπά αναλώσιμα είδη στα ανωτέρω πλοία αφορά μόνο εκείνα τα οποία θα χρησιμοποιηθούν κατά τους πλόες τους στο εξωτερικό.
(βγ) Τα υπό ελληνική ή ξένη σημαία πλοία καθαρής χωρητικότητας δέκα (10) τουλάχιστον κόρων, που εκτελούν πλόες εσωτερικού, με εξαίρεση τα τροφοεφόδια και τα λοιπά αναλώσιμα είδη.
(βδ) Τα αναγνωριζόμενα από τις διατάξεις ως επαγγελματικά τουριστικά πλοία ή πλοιάρια, ανεξαρτήτου χωρητικότητας, με εξαίρεση τα τροφοεφόδια και τα λοιπά αναλώσιμα είδη.
H προβλεπόμενη από τις ισχύουσες κοινοτικές και εθνικές διατάξεις απαλλαγή του ειδικού φόρου κατανάλωσης και του δασμού των καυσίμων που χρησιμοποιούνται για τη ναυσιπλοϊα στα ύδατα της Κοινότητας, δεν παρέχεται για επαγγελματικά πλοία αναψυχής του παρόντος νόμου κάτω των είκοσι (20) μέτρων και για επαγγελματικά πλοία αναψυχής με ξένη σημαία του άρθρου 11 του παρόντος νόμου κάτω των είκοσι (20) μέτρων.
(βε) Τα υπό ελληνική ή ξένη σημαία πλοία, ανεξαρτήτως χωρητικότητας, που εκτελούν θαλάσσιες επιστημονικές έρευνες ή εργασίες εκμετάλλευσης θαλάσσιου υπόγειού πλούτου, με εξαίρεση τα τροφοεφόδια και λοιπά αναλώσιμα είδη.
(β.στ) Τα αλιευτικά και σπογγαλιευτικά σκάφη, ανεξαρτήτως χωρητικότητας, με εξαίρεση τα τροφοεφόδια και λοιπά αναλώσιμα είδη.
(βζ) Άλλα πλοία, πλωτά μέσα και εν γένει ναυπηγήματα υπό ελληνική ή ξένη σημαία, καθαρής χωρητικότητας πέντε τουλάχιστον κόρων, για τις επί κέρδη εργασίες που πραγματοποιούν εκτός λιμένα, με εξαίρεση τα τροφοεφόδια και λοιπά αναλώσιμα είδη.

3.    Σχετικά με τα επαγγελματικά πλοία αναψυχής για τα οποία έχει καταβληθεί ο αναλογών ΦΠΑ στην Ελλάδα ή σε άλλο κράτος – μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης εκ μέρους του πλοιοκτήτη τους πριν αυτά λάβουν άδεια επαγγελματικού πλοίου αναψυχής και για τα οποία ο παραπάνω φόρος δεν έχει συμψηφισθεί ή επιστραφεί στον εν λόγω πλοιοκτήτη κατά οποιονδήποτε τρόπο, ο συγκεκριμένος πλοιοκτήτης δεν υποχρεούται εκ νέου στην καταβολή ΦΠΑ, κατά τη λήξη ισχύος της επαγγελματικής άδειας του πλοίου.

4.    Η σύμβαση σύστασης ναυτικής υποθήκης σε βάρος παντός πλοίου, είτε επαγγελματικού είτε ιδιωτικού και πλωτών ναυπηγημάτων, συντάσσεται ατελώς και χωρίς καμία επιβάρυνση σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.Δ. 4419/64.

5.    Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ή με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομικών και ΥΠ.Α.Α.Ν, κατά περίπτωση, καθορίζεται κάθε λεπτομέρεια για την εφαρμογή του άρθρου αυτού.

Άρθρο 223
Κυρώσεις

1.    Η εκναύλωση πλοίων αναψυχής κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος νόμου και η ανακριβής δήλωση του εισπραττόμενου ναύλου τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών.
2.    Ανεξάρτητα από τις ποινικές κυρώσεις, για κάθε παράβαση των διατάξεων του παρόντος νόμου επιβάλλεται, με αιτιολογημένη απόφαση του προϊσταμένου της αρμόδιας λιμενικής αρχής, πρόστιμο από εκατό Ευρώ (150€ ) μέχρι και χίλια Ευρώ (1.000€).

3.    Ειδικότερα:
(α) η παράβαση των παραγράφων 1 περίπτωση α` του άρθρου 10 και 1 του άρθρου 11, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών. Ακόμη, στους παραβάτες των ίδιων διατάξεων επιβάλλεται από τον ΥΠ.Α.Α.Ν., μετά από εισήγηση του προϊσταμένου της αρμόδιας λιμενικής αρχής, πρόστιμο από δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) € μέχρι και εκατό είκοσι χιλιάδες (120.000) €.,
(β) η παράβαση των παραγράφων 1 περίπτωση β , του άρθρου 10   τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους. Ακόμη στους παραβάτες των ίδιων διατάξεων επιβάλλονται τα πρόστιμα της προηγούμενης περίπτωσης μειωμένα στο μισό.
4.    Σε περίπτωση παραβάσεων καθ` υποτροπή, τα όρια του προστίμου, όπως αυτά καθορίζονται στις προηγούμενες παραγράφους, διπλασιάζονται.  Στην περίπτωση αυτή, ο Υπουργός Α.Α.Ν. μπορεί να ανακαλεί την άδεια του επαγγελματικού πλοίου αναψυχής, που χορηγήθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού. Ως υποτροπή νοείται η τέλεση νέας παράβασης των διατάξεων του νόμου αυτού μέσα σε ένα (1) έτος από την τέλεση της προηγούμενης.
5.    Η διαδικασία επιβολής των παραπάνω διοικητικών κυρώσεων αρχίζει από τη σύνταξη βεβαίωσης της παράβασης από τη λιμενική αρχή που τη διαπίστωσε.
6.    Πριν από την επιβολή του προστίμου οι παραβάτες καλούνται να εκθέσουν τις απόψεις τους μέσα σε προθεσμία που ορίζεται από την επίδοση της κλήσης και δεν μπορεί να είναι μικρότερη των πέντε (5) ημερών από την επίδοση της κλήσης. Από την προθεσμία αυτή μπορούν εγγράφως να παραιτηθούν.
7.    Από τη σύνταξη της παραπάνω βεβαίωσης και μέχρι την πληρωμή του προστίμου σε οποιαδήποτε Δ.Ο.Υ ή την απαλλαγή εκείνου κατά του οποίου βεβαιώθηκε η παράβαση, απαγορεύεται ο απόπλους του πλοίου αναψυχής, με εξαίρεση τον απόπλου του επαγγελματικού πλοίου αναψυχής. Η απαγόρευση απόπλου αίρεται αν κατατεθεί ισόποση προς το πρόστιμο που επιβλήθηκε εγγυητική επιστολή τράπεζας που λειτουργεί νόμιμα στην Ελλάδα. Ο απόπλους μπορεί επίσης να επιτραπεί, χωρίς την καταβολή του προστίμου ή την κατάθεση της εγγυητικής επιστολής τράπεζας, αν παρέχεται άλλη επαρκής ασφάλεια και είναι εκ των πραγμάτων ανέφικτη η άμεση προσκόμιση τραπεζικής εγγύησης.
8.    Κατά των αποφάσεων επιβολής προστίμου που προβλέπονται στις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου αυτού, επιτρέπεται προσφυγή ενώπιον των αρμόδιων δικαστηρίων. Η προσφυγή δεν αναστέλλει την εκτέλεση.
9.    Με κοινή απόφαση των Υπουργών ΥΠ.Α.Α.Ν., και Οικονομικών μπορούν να αυξομειώνονται τα όρια των προστίμων που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου αυτού.
10.    Το ύψος των προστίμων που επιβάλλονται σύμφωνα με τις παραγράφους 2, 3 και 4 του άρθρου αυτού εξαρτάται ιδίως από τις συνθήκες τέλεσης της παράβασης, το βαθμό επανάληψης αυτής, τη βαρύτητά της, την προσωπικότητα του παραβάτη και τη βλάβη που προκλήθηκε στο κράτος ή τον τουρισμό ειδικότερα.

Άρθρο 224
Απαλλαγή επαγγελματικών σκαφών αναψυχής
από την υποχρέωση καταβολής Ειδικού Φόρου και Έκτακτης Εισφοράς

Από 01-01-2012, τα επαγγελματικά σκάφη αναψυχής απαλλάσσονται                                                          από την υποχρέωση καταβολής ειδικού φόρου και έκτακτης εισφοράς, των άρθρων 2 έως και 4 του ν. 3790/2009 «Εταιρεία ιδιωτικών πλοίων αναψυχής, επιβολή ειδικού φόρου και έκτακτης εισφοράς στα πλοία αναψυχής, ρύθμιση φορολογικών θεμάτων…» (ΦΕΚ Α΄ 143).
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε΄
ΡΥΘΜΙΣΗ ΘΕΜΑΤΩΝ ΑΛΙΕΙΑΣ

Άρθρο 225
Ατομική άδεια αλιείας

1. Για την άσκηση οποιασδήποτε μορφής αλιείας, επαγγελματικής, ερασιτεχνικής ή αναψυχής, σε θάλασσα, λίμνες, ποτάμια, λιμνοθάλασσες και λοιπούς υδάτινους σχηματισμούς, απαιτείται ατομική άδεια. Η άδεια αυτή, που χαρακτηρίζει την ιδιότητα του ενδιαφερομένου, επαγγελματία ή ερασιτέχνη, χορηγείται από την αρμόδια για θέματα αλιείας Υπηρεσία της αποκεντρωμένης διοίκησης, μετά από αίτηση του ενδιαφερομένου. Η ατομική άδεια αλιείας είναι διετούς διάρκειας και ανανεώνεται από την ως άνω αρμόδια υπηρεσία στο τέλος κάθε διετίας, εφόσον εξακολουθούν να συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσής της. Για την χορήγηση και ανανέωση της άδειας, ο ενδιαφερόμενος καταβάλλει τέλος υπέρ του Δημοσίου, με διπλότυπο είσπραξης.

2 . Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Οικονομικών και  Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας καθορίζονται τα κριτήρια για την ιδιότητα του ενδιαφερομένου ως επαγγελματία ή ερασιτέχνη, το ύψος του τέλους χορήγησης της άδειας, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια.
3. Σε περίπτωση ανάκλησης της άδειας, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων της παρ.10 του άρθρου 233,  ο ενδιαφερόμενος δύναται να υποβάλλει εκ νέου σχετικό αίτημα με τα σχετικά δικαιολογητικά για έκδοση νέας άδειας αλιείας μετά την παρέλευση ενός (1) έτους από την ανάκληση..

Άρθρο 226
Βοηθητικά σκάφη υδατοκαλλιεργειών

1.    Κάθε βοηθητικό σκάφος υδατοκαλλιεργειών ή πλωτό βοηθητικό ναυπήγημα υδατοκαλλιεργειών εφοδιάζεται με άδεια από τις αρμόδιες λιμενικές αρχές, μετά από αίτηση του ενδιαφερομένου υδατοκαλλιεργητή και την έγκριση της αρμόδιας για θέματα αλιείας υπηρεσίας της αποκεντρωμένης διοίκησης, εφόσον πρόκειται για σκάφος ή ναυπήγημα που θα δραστηριοποιηθεί στην θάλασσα, ή την έγκριση της οικείας υπηρεσίας αλιείας της αποκεντρωμένης διοίκησης, εφόσον πρόκειται για σκάφος ή ναυπήγημα που θα δραστηριοποιηθεί σε εσωτερικά ύδατα (λίμνες ποτάμια, λιμνοθάλασσες και λοιπούς υδάτινους σχηματισμούς). Η άδεια θεωρείται από την αρμόδια αρχή στο τέλος κάθε πενταετίας. Για την χορήγηση και ανανέωση της άδειας, ο ενδιαφερόμενος καταθέτει διπλότυπο είσπραξης τέλους υπέρ του Δημοσίου, το ύψος του οποίου ορίζεται σε δέκα πέντε (15) Ευρώ. Αλλαγή στην χρήση του βοηθητικού σκάφους υδατοκαλλιεργειών ή του πλωτού ναυπηγήματος βοηθητικού των υδατοκαλλιεργειών επιφέρει κατάργηση της άδειας.

2.    Με κοινή Απόφαση των Υπουργών Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και Προστασίας του Πολίτη, καθορίζονται τα ειδικότερα τεχνικά και λεπτομερειακά κριτήρια για τον χαρακτηρισμό σκάφους ή πλωτού ναυπηγήματος ως βοηθητικού υδατοκαλλιεργειών, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα για την χορήγηση άδειας και για την οργανική σύνθεση πληρωμάτων.

3.    Κάτοχοι επί δύο (2) τουλάχιστον χρόνια άδειας χειριστή ταχύπλοου σκάφους ή άδειας διακυβέρνησης ιδιωτικού πλοίου αναψυχής επιτρέπεται να κυβερνούν βοηθητικά σκάφη υδατοκαλλιεργειών ή πλωτά βοηθητικά ναυπηγήματα υδατοκαλλιεργειών μικρότερα των δέκα πέντε (15) μέτρων και των είκοσι πέντε (25) κόρων.

4.    Η άδεια βοηθητικού σκάφους υδατοκαλλιεργειών ή πλωτού βοηθητικού ναυπηγήματος υδατοκαλλιεργειών ανακαλείται με αιτιολογημένη απόφαση του οργάνου που την εξέδωσε, εάν ο υπεύθυνος για το βοηθητικό σκάφος υδατοκαλλιεργειών ή το πλωτό βοηθητικό ναυπήγημα υδατοκαλλιεργειών δεν συμμορφώθηκε κατ’ εξακολούθηση με τους κανονισμούς του παρόντος άρθρου ή παρέβη την ισχύουσα σχετική νομοθεσία. Μετά το πέρας ενός (1) έτους από την ανάκληση, ο ενδιαφερόμενος δύναται να υποβάλει εκ νέου δικαιολογητικά και να ακολουθήσει τη διαδικασία για την έκδοση νέας άδειας.

5.    Μέχρι την έκδοση της κοινής απόφασης της παρ. 3 του παρόντος άρθρου, τα βοηθητικά σκάφη και ναυπηγήματα συνεχίζουν να λειτουργούν σύμφωνα με τις προϊσχύουσες διατάξεις.

Άρθρο 227
Εθνικό Πρόγραμμα Συλλογής Αλιευτικών Δεδομένων

1.    Η ευθύνη συλλογής πρωτογενών βιολογικών, τεχνικών περιβαλλοντικών και κοινωνικο-οικονομικών δεδομένων που αφορούν τον τομέα της αλιείας στο πλαίσιο πολυετούς εθνικού προγράμματος, συμπεριλαμβανομένων των προπαρασκευαστικών ενεργειών σύνταξης και υποβολής προτάσεων σε όλα τα στάδια του Εθνικού Προγράμματος Συλλογής Αλιευτικών Δεδομένων, της δημιουργίας, τήρησης ασφαλούς αποθήκευσης σε ηλεκτρονική βάση δεδομένων, όπως καθορίζεται και περιγράφεται στον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 199/2008 του συμπεριλαμβανομένων Συμβουλίου της 25ης Φεβρουαρίου 2008, «σχετικά με τη θέσπιση κοινοτικού πλαισίου για τη συλλογή, διαχείριση και χρήση δεδομένων στον τομέα της αλιείας και τη στήριξη όσον αφορά τις επιστημονικές γνωμοδοτήσεις για την κοινή αλιευτική πολιτική», όπως κάθε φορά ισχύει, ανατίθεται εφεξής, στο Ινστιτούτο Αλιευτικής Έρευνας (ΙΝΑΛΕ) του Ελληνικού Γεωργικού Οργανισμού – «ΔΗΜΗΤΡΑ», ν.π.ι.δ. που εποπτεύεται από το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων.
2.    Για την εκτέλεση του προγράμματος το στο Ινστιτούτο Αλιευτικής Έρευνας του Ελληνικού Γεωργικού Οργανισμού – «ΔΗΜΗΤΡΑ» υποχρεούται να συμπράττει και με το Ελληνικό Κέντρο Θαλάσσιων Ερευνών (ΕΛΚΕΘΕ), ν.π.δ.δ. που εποπτεύεται από τη Γενική Γραμματεία Έρευνας και Τεχνολογίας του Υπουργείου Παιδείας Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων.

3.    Από τον ετήσιο προϋπολογισμό του, το Υπουργείο Ανάπτυξης Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας αναλαμβάνει να προκαταβάλει στην αρχή κάθε έτους τις προβλεπόμενες από το πρόγραμμα συνολικές δαπάνες με ειδική για τον σκοπό αυτόν επιχορήγηση προς τον ειδικό λογαριασμό του Ινστιτούτου Αλιευτικής Έρευνας (ΙΝΑΛΕ) του Ελληνικού Γεωργικού Οργανισμού – «ΔΗΜΗΤΡΑ», ο οποίος διαβιβάζει προς το Ελληνικό Κέντρο Θαλάσσιων Ερευνών (ΕΛΚΕΘΕ) το μέρος της επιχορήγησης που του αναλογεί βάσει του ετήσιου προσυμφωνηθέντος προγραμματισμού εργασιών που υποβλήθηκε στο πλαίσιο των υποχρεώσεων της χώρας στις υπηρεσίες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής μετά από εισήγηση της Γενικής Διεύθυνσης Αλιείας και έγκρισης του Υπουργείου Ανάπτυξης Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας.
4.    Το Ινστιτούτο Αλιευτικής Έρευνας (ΙΝΑΛΕ) του Ελληνικού Γεωργικού Οργανισμού – «ΔΗΜΗΤΡΑ» και το Ελληνικό Κέντρο Θαλάσσιων Ερευνών (ΕΛΚΕΘΕ), υποχρεούνται να προβούν στις απαραίτητες ενέργειες προκειμένου να εξασφαλισθεί η Κοινοτική χρηματοδοτική συνδρομή για το πρόγραμμα και να υποβληθούν αιτήματα επιστροφής στο ελληνικό δημόσιο, για τις δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν για την υλοποίηση των εθνικών προγραμμάτων, σύμφωνα με τους κανόνες που θεσπίσθηκαν με τον  κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 861/2006 του Συμβουλίου «για τη θέσπιση κοινοτικών χρηματοδοτικών μέτρων για την εφαρμογή της κοινής αλιευτικής πολιτικής καθώς και στον τομέα του Δικαίου της Θάλασσας», όπως κάθε φορά ισχύει, όσον αφορά τις δαπάνες στις οποίες υποβάλλονται τα κράτη μέλη για τη συλλογή και διαχείριση των βασικών δεδομένων αλιείας.
5.    Το Υπουργείο Ανάπτυξης Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας διατηρεί την                                                                   κυριότητα και ευθύνη διάθεσης του συνόλου των πρωτογενών και επεξεργασμένων, λεπτομερών και συγκεντρωτικών δεδομένων του Εθνικού Προγράμματος Συλλογής Αλιευτικών Δεδομένων.
6.    Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, Παιδείας Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων και Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων καθορίζονται οι λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος.

Άρθρο 228
Σύσταση  Υπηρεσιών  Ελέγχου

1.    Στον Αερολιμένα Αθηνών συνιστάται Ειδική Αποκεντρωμένη Υπηρεσία «Σταθμός Ελέγχου Αλιευτικών Προϊόντων» που υπάγεται στην Γενική Διεύθυνση Αλιείας της Γενικής Γραμματείας Ναυτιλίας του Υπουργείου Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, με σκοπό την διενέργεια ελέγχων και  επιθεωρήσεων επί των εισαγόμενων αλιευτικών προϊόντων από τρίτες χώρες, στο πλαίσιο εφαρμογής της Αλιευτικής Νομοθεσίας.

2.    Με προεδρικά διατάγματα που εκδίδονται με πρόταση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης, Οικονομικών και Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας μπορεί να συνιστώνται και άλλες Ειδικές Αποκεντρωμένες Υπηρεσίες    «Σταθμοί Ελέγχου Αλιευτικών Προϊόντων» και σε άλλα σημεία εισόδου αλιευτικών προϊόντων από τρίτες χώρες.

3.    Με Προεδρικό Διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης, Οικονομικών και Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας καθορίζεται η οργάνωση, η διάρθρωση και η στελέχωση  των ως άνω Υπηρεσιών,  καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια.

Άρθρο 229
Παροχή υπηρεσιών ιχθυολόγων και λοιπών υπαλλήλων

Οι  ιχθυολόγοι ΠΕ και ΤΕ των διαφόρων κλάδων (για την Γενική Διεύθυνση Αλιείας οι κλάδοι Ιχθυολόγων ΠΕ4 και Τεχνολόγων Ιχθυοκομίας – Αλιείας ΤΕ5, και για τους άλλους φορείς οι αντίστοιχοι κλάδοι όπως αυτοί αναφέρονται στους οικείους οργανισμούς τους) καθώς και το προσωπικό άλλων ειδικοτήτων που υπηρετούν στις Διευθύνσεις της Γενικής Διεύθυνσης Αλιείας και στις Ειδικές Αποκεντρωμένες Υπηρεσίες της Γενικής Γραμματείας Ναυτιλίας του Υπουργείου Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, στις Υπηρεσίες Αλιείας των Περιφερειακών Ενοτήτων και της Περιφερειακής Διοίκησης, στις Υπηρεσίες Αλιείας της Αποκεντρωμένης Διοίκησης και της Αυτοδιοίκησης, και ασχολούνται  με ελέγχους, επιθεωρήσεις, των δραστηριοτήτων του τομέα αλιείας  και της εμπορίας προϊόντων του τομέα αλιείας και της  εισαγωγής αυτών, με την τεχνητή παραγωγή υδρόβιων οργανισμών γόνου και  με την υλοποίηση προγραμμάτων, σε εφαρμογή της Αλιευτικής Νομοθεσίας, υποχρεούνται να παρέχουν τις υπηρεσίες τους και εκτός  του κανονικού ωραρίου κατά τις εργάσιμες ημέρες καθώς επίσης  και κατά τις εξαιρέσιμες, τις αργίες και Κυριακές, εφόσον τούτο επιβάλλεται από υπηρεσιακές ανάγκες.

Άρθρο 230
Τέλη αλιευτικών ελέγχων  και επιθεωρήσεων

1.    Για τη διενέργεια ελέγχων και επιθεωρήσεων των δραστηριοτήτων του τομέα αλιείας  και της εμπορίας προϊόντων του τομέα αλιείας και της  εισαγωγής αυτών που προβλέπονται στην Αλιευτική Νομοθεσία,  επιβάλλεται κατ’ αποκοπή τέλος υπέρ του Δημοσίου και διατίθεται αποκλειστικά για τους προβλεπόμενους ελέγχους.

2.    Με Προεδρικό Διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Οικονομικών και Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, καθορίζονται το ύψος των τελών αυτών, οι υπόχρεοι καταβολής τους, η αρμόδια για την είσπραξή τους αρχή, η διαδικασία είσπραξης και διαχείρισής τους, οι αναλυτικοί σκοποί για τους οποίους διατίθενται, η αναπροσαρμογή των τελών  καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα.
3.    Δεν επιτρέπεται  αναπροσαρμογή των τελών πριν την παρέλευση διετίας.    

Άρθρο 231
Πρόσθετα τέλη για την κάλυψη αποζημιώσεων και οδοιπορικών εξόδων

1.  Οι έλεγχοι και οι επιθεωρήσεις  των δραστηριοτήτων του τομέα αλιείας  και της εμπορίας προϊόντων του τομέα αλιείας και της  εισαγωγής αυτών στο πλαίσιο εφαρμογής της Αλιευτικής Νομοθεσίας, διενεργούνται κατά τις εργάσιμες ημέρες και εντός του κανονικού ωραρίου των δημόσιων υπηρεσιών, από τους εξουσιοδοτημένους υπαλλήλους ελεγκτές και επιθεωρητές των  οριζόμενων  γι’ αυτό το σκοπό  Υπηρεσιών Αλιείας όλων των επιπέδων της Διοίκησης, στους οποίους ανατίθενται τα αναλογούντα  καθήκοντα.
2.  Οι έλεγχοι και οι επιθεωρήσεις της προηγούμενης παραγράφου   διενεργούνται και εκτός του κανονικού ωραρίου των δημοσίων υπηρεσιών κατά τις εργάσιμες ημέρες, καθώς επίσης και  κατά τις εξαιρέσιμες, τις αργίες και Κυριακές, εφόσον τούτο επιβάλλεται.
3.  Για τους ελέγχους  και τις επιθεωρήσεις και της περίπτωσης β΄ εκτός του κανονικού ωραρίου των δημοσίων υπηρεσιών κατά τις εργάσιμες ημέρες, καθώς επίσης και  κατά τις εξαιρέσιμες, τις αργίες και Κυριακές, επιβάλλονται πρόσθετα τέλη τα οποία έχουν ανταποδοτικό χαρακτήρα και διατίθενται αποκλειστικά για την κάλυψη αποζημιώσεων και οδοιπορικών εξόδων των επιθεωρητών, ελεγκτών που διενεργούν τους ως άνω  ελέγχους και επιθεωρήσεις
4. Το τέλος ορίζεται για κάθε ώρα απασχόλησης του ελεγκτή, επιθεωρητή, ανά ελεγχόμενη περίπτωση στο ένα τρίτο (1/3) της κανονικής και πλήρους ημερήσιας αποζημίωσης του άρθρου 9 του ν.2685/1999 και προσαυξάνεται με οδοιπορικά έξοδα μετάβασης και επιστροφής τους από τον τόπο διαμονής ή την έδρα της Υπηρεσίας τους, όπως αυτά υπολογίζονται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες σχετικές διατάξεις. Ανεξάρτητα από τη χρονική διάρκεια του ελέγχου, το καταβαλλόμενο τέλος ανά ελεγχόμενη περίπτωση, δεν μπορεί να είναι κατώτερο του αναλογούντος σε έλεγχο διάρκειας μιας ( 1 ) ώρας  
5.  Το τέλος εισπράττεται σε χωριστό Κωδικό Αριθμό Εσόδου του Κρατικού Προϋπολογισμού μόνο με την έκδοση αποδεικτικού διπλότυπου τύπου Β΄ από την αρμόδια για την παραλαβή της αίτησης Υπηρεσία Αλιείας
6. Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο υπόκειται στην καταβολή τελών για τις επιθεωρήσεις και ελέγχους που διενεργούνται είτε στους χώρους ή τόπους άσκησης των  δραστηριοτήτων τους ,ή για τα προϊόντα του τομέα αλιείας  στα σημεία εισόδου και εκτελωνισμού, και σε άλλους ειδικούς χώρους που ορίζονται  για τις εισαγωγές και τις εξαγωγές αλιευτικών προϊόντων.
7.  Κάθε ενδιαφερόμενος της περίπτωσης στ’ του παρόντος άρθρου  υποχρεούται να υποβάλλει εκ των προτέρων και έγκαιρα στην αρμόδια για την επιθεώρηση και τον έλεγχο Υπηρεσία Αλιείας  αίτηση. Η αίτηση πρέπει  όλα τα αναγκαία στοιχεία για την διεξαγωγή του ελέγχου ή της επιθεώρησης (τόπος, χρόνος, είδος, βάρος προϊόντων αλιείας).Με βάση την αίτηση αυτή, την εκτιμώμενη διάρκεια του ελέγχου και τα οδοιπορικά έξοδα μετάβασης και επιστροφής καθορίζεται από τον οικείο Προϊστάμενο της αρμόδιας Υπηρεσίας Αλιείας  το ακριβές ποσό του τέλους, συντασσόμενου προς τούτο ειδικού σημειώματος. Στη συνέχεια εκδίδεται από τον Προϊστάμενο έγγραφη εντολή πραγματοποίησης του ελέγχου ή της επιθεώρησης.
8. Η πληρωμή των δικαιούχων  γίνεται ανά δίμηνο με ξεχωριστή μισθοδοτική κατάσταση , η οποία συντάσσεται από τον Προϊστάμενο της αρμόδιας Υπηρεσίας Αλιείας, ανάλογα με τους ελέγχους που πραγματοποίησε ο καθένας.
9. Οι δικαιούχοι κατά τα ανωτέρω δικαιούνται να λαμβάνουν μηνιαίως αποζημίωση μέχρι το ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ και επιπλέον τις δαπάνες των οδοιπορικών εξόδων.

Άρθρο 232
Κάλυψη αποζημιώσεων και οδοιπορικών εξόδων για την υλοποίηση προγραμμάτων

1.    Στους  υπαλλήλους  που υπηρετούν στις Διευθύνσεις της Γενικής Διεύθυνσης Αλιείας και στις Ειδικές Αποκεντρωμένες Υπηρεσίες της Γενικής Γραμματείας Ναυτιλίας του Υπουργείου Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, στις Υπηρεσίες Αλιείας των Περιφερειακών Ενοτήτων και της Περιφερειακής Διοίκησης, στις Υπηρεσίες Αλιείας  της Αποκεντρωμένης Διοίκησης και της Αυτοδιοίκησης, οι οποίοι  συμμετέχουν στην υλοποίηση προγραμμάτων του τομέα αλιείας τα οποία χρηματοδοτούνται από εθνικούς και κοινοτικούς πόρους και εργάζονται εκτός του κανονικού ωραρίου των δημοσίων υπηρεσιών κατά τις εργάσιμες ημέρες, καθώς  και κατά τις εξαιρέσιμες, τις αργίες και Κυριακές, λόγω των απαιτήσεων του προγράμματος, χορηγείται αμοιβή για την κάλυψη την κάλυψη αποζημιώσεων και οδοιπορικών εξόδων τους  από τις Πιστώσεις του Προγράμματος.

2.    Η αμοιβή της παραγράφου 1 καθορίζεται για κάθε ώρα απασχόλησης του υπαλλήλου στο ένα τρίτο (1/3) της κανονικής και πλήρους ημερήσιας αποζημίωσης του άρθρου 9 του ν. 2685/1999 και προσαυξάνεται με οδοιπορικά έξοδα μετάβασης και επιστροφής τους από τον τόπο διαμονής ή την έδρα της Υπηρεσίας τους, όπως αυτά υπολογίζονται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες σχετικές διατάξεις.  Αν ο χρόνος  απασχόλησης υπολείπεται της μιας (1) ώρας, η αμοιβή που καταβάλλεται στον υπάλληλο δεν μπορεί να είναι κατώτερο της αναλογούσας αμοιβής για απασχόληση  διάρκειας μιάς ( 1 ) ώρας.  

         
Άρθρο 233
Παραβάσεις και κυρώσεις

1.    Παραβάσεις της αλιευτικής νομοθεσίας  θεωρούνται:  
(α) οι επιχειρηματικές δραστηριότητες, συμπεριλαμβανομένου του εμπορίου ή  της  εισαγωγής αλιευτικών προϊόντων που  συνδέονται με την  Παράνομη Λαθραία και Άναρχη  αλιεία
(β)  η παραποίηση εγγράφων εμπορίας, διακίνησης, εισαγωγής, εξαγωγής αλιευτικών προϊόντων  και  του εγγράφου  αλιευμάτων τόνου ή η χρήση τέτοιων παραποιημένων ή άκυρων εγγράφων
(γ)  η εισαγωγή  φορτίου αλιευτικών προϊόντων  από Τρίτη Χώρα χωρίς να συνοδεύεται από συμπληρωμένο και επικυρωμένο από την αρμόδια αρχή της τρίτης χώρας  Πιστοποιητικό  Αλιευμάτων καθώς και  από τα λοιπά  απαιτούμενα δικαιολογητικά  που αφορούν την εισαγωγή
(δ) η  εξαγωγή σε  Τρίτη Χώρα φορτίου αλιευτικών προϊόντων  που έχουν αλιευθεί από ελληνικό αλιευτικό σκάφος  χωρίς να συνοδεύεται απο συμπληρωμένο και επικυρωμένο από την αρμόδια αρχή Πιστοποιητικό Αλιευμάτων ,όταν αυτό απαιτείται από τη Τρίτη χώρα
(ε) η εμπορία αλιευμάτων τόνου (Thunnus thynnus) στο εγχώριο ή κοινοτικό εμπόριο καθώς και η  εξαγωγή, η εισαγωγή ή η επαναεξαγωγή του είδους όταν το φορτίο δεν συνοδεύεται από συμπληρωμένο και επικυρωμένο από την αρμόδια αρχή Έγγραφο Αλιευμάτων Τόνου, ή τα δικαιολογητικά που ισχύουν ως  προσωρινό Έγγραφο Αλιευμάτων
(στ) η εμπορία, η εισαγωγή, η εξαγωγή ή η επαναεξαγωγή αλιευμάτων συγκεκριμένων ειδών  για τα οποία το  φορτίο τους πρέπει να συνοδεύεται  από προβλεπόμενα δικαιολογητικά
(ζ) η άρνηση ή η κωλυσιεργία στην διενέργεια ελέγχων, επιθεωρήσεων για τις προαναφερόμενες περιπτώσεις, η μη παροχή πληροφοριών ή η παροχή ψευδών πληροφοριών.

2.    Οι αρμόδιες αρχές που ασκούν τον έλεγχο και την επιθεώρηση των περιπτώσεων της παραγράφου 1 είναι οι αρμόδιες διευθύνσεις  της Γενικής Δ/νσης Αλιείας και  οι Ειδικές Αποκεντρωμένες Υπηρεσίες Αλιείας της Γενικής Γραμματείας Ναυτιλίας του Υπουργείου Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, οι Υπηρεσίες Αλιείας των Περιφερειακών Ενοτήτων των Περιφερειών της Χώρας ή της Περιφερειακής Διοίκησης.     

3.    (α) Οι παραβάτες των παραγράφων 1 α και 1 β τιμωρούνται με  κυρώσεις σύμφωνα με τις διατάξεις του Καν(ΕΚ) 1005/2009  και συγκεκριμένα:
i.    με τα άμεσα μέτρα επιβολής των παραγράφων 1γ, 1στ, του άρθρου 43, προκειμένου να προλαμβάνεται η συνέχιση της σοβαρής παράβασης  και
ii.    με τα χρηματικά πρόστιμα της παραγράφου 2 του άρθρου 44,   
iii.    επιπλέον μπορούν να επιβάλλονται και οι  κυρώσεις της περίπτωσης 7 και 8 του άρθρου 45.
(β) ι. Οι παραβάτες των παραγράφων 1δ,1 ε, 1 στ ,1ζ, τιμωρούντα με χρηματικό πρόστιμο από χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ  μέχρι δέκα  χιλιάδες (10.000) ευρώ
ιι. Εκτός από την κύρωση της προηγούμενης παραγράφου για τις παραβάσεις των παραγράφων 1 ε και 1 στ , οι αρμόδιες για την βεβαίωση της παράβασης και την επιβολή της κύρωσης αρχές προβαίνουν στην κατάσχεση και εκποίηση του φορτίου των αλιευτικών προϊόντων ή στην  κατάσχεση και καταστροφή του φορτίου των αλιευτικών προϊόντων  
(γ) ι. Οι παραβάτες των παραγράφων 1γ  τιμωρούνται με με  χρηματικό πρόστιμο από χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ  μέχρι δέκα  χιλιάδες (10.000) ευρώ
(δ) ι. Ειδικότερα  για το το φορτίο των αλιευτικών προϊόντων στις περιπτώσεις  της άρνησης εισαγωγής του  από τρίτες χώρες για τους λόγους  του άρθρου 18 του Καν (ΕΚ)1005/2008, οι αρμόδιες αρχές ελέγχου  αποφασίζουν ή την  επιστροφή τους στη χώρα προέλευσης ή προβαίνουν στην κατάσχεση και εκποίηση τους και το κέρδος από την εκποίηση το διαθέτουν για φιλανθρωπικούς σκοπούς, ή στην κατάσχεση και στην καταστροφή τους  ή  στην διάθεσή τους.
Όλα τα έξοδα για τις προαναφερόμενες ενέργειες  βαρύνουν τον εισαγωγέα.
ιι. Σε περίπτωση που ο εισαγωγέας δεν καλύψει τα έξοδα της εκποίησης ή της καταστροφής των κατασχεθέντων αλιευτικών προϊόντων, ή δεν προβεί σε ενέργειες επιστροφής των αλιευτικών προϊόντων στη χώρα προέλευσης, αυτά κατάσχονται και εκποιούνται ή καταστρέφονται. Οι δαπάνες για την εκποίηση ή την καταστροφή καταλογίζονται σε βάρος του κατόχου των δεσμευθέντων προϊόντων και εισπράττονται με τη διαδικασία περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων.

4.    (α) Οι κυρώσεις  της παραγράφου 3 επιβάλλονται  με αποφάσεις των προϊσταμένων των αρμόδιων αρχών της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου.
(β) Η βεβαίωση των παραβάσεων γίνεται από τις ως άνω αρμόδιες αρχές  καθώς επίσης και από τους εξουσιοδοτημένους για τον έλεγχο και επιθεώρηση υπαλλήλους αυτών.
(γ) Οι αποφάσεις επιβολής κυρώσεων πρέπει να είναι αιτιολογημένες και εκδίδονται μετά την έγγραφη ενημέρωση του εικαζόμενου ως «παραβάτη» και τον ορισμό προθεσμίας 15 ημερών για την υποβολή των απόψεών του, την έγγραφη αποστολή των απόψεων ή την άπρακτη παρέλευση αυτής και την αξιολόγηση των στοιχείων του φακέλου.

5.    (α)  Κατά των αποφάσεων επιβολής κυρώσεων για τις παραβάσεις των παραγράφων 3α, 3β και 3γ οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να υποβάλλουν προσφυγή εντός προθεσμίας δέκα πέντε (15) εργάσιμων ημερών από την κοινοποίηση της απόφασης επιβολής κυρώσεων στο Συμβούλιο Αλιείας, εφόσον καταβληθεί ποσό ίσο ή μεγαλύτερο του  20% του επιβαλλόμενου προστίμου .
 Η προσφυγή συνοδεύεται με την κατάθεση παραβόλου.
(β) Κατά των αποφάσεων επιβολής κυρώσεων για τις παραβάσεις της παραγράφου 3δ  ο εισαγωγέας μπορεί να υποβάλλει προσφυγή εντός προθεσμίας μιας εργάσιμης ημέρας από την κοινοποίηση της απόφασης στην Γενική Δ/νση Αλιείας της Γενικής Γραμματείας Ναυτιλίας του Υπουργείου Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας. Η προσφυγή συνοδεύεται με την κατάθεση παραβόλου. Εάν δεν υποβληθεί προσφυγή εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, η απόφαση επιβολής των κυρώσεων  θεωρείται οριστική.
 Η Γενική Δ/νση Αλιείας  αποφαίνεται οριστικά με σχετική απόφασή της για τη διατήρηση της απόφασης  απαγόρευσης εισαγωγής και τον χειρισμό του φορτίου των αλιευτικών προϊόντων το αργότερο  εντός τριών  εργάσιμων ημερών από την υποβολή της προσφυγής. Το φορτίο των αλιευτικών προϊόντων  μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας εξέτασης της προσφυγής αποθηκεύεται   και το  κόστος αποθήκευσης βαρύνει τον εισαγωγέα.
(γ)  το ποσό του παραβόλου της παραγράφου 4δ εδάφια ι και ιι , ορίζεται σε ποσοστό δέκα στα εκατό (10%) επί  του ποσού του χρηματικού  προστίμου της απόφασης της αρμόδιας αρχής ελέγχου που αφορά η προσφυγή. Το παράβολο αποτελεί τέλος για την εκδίκαση της προσφυγής, δεν επιστρέφεται ακόμα και αν γίνει δεκτή αυτή και αποτελεί δημόσιο έσοδο.

6.    (α) Η είσπραξη των χρηματικών προστίμων του παρόντος άρθρου  ακολουθεί την διαδικασία περί είσπραξης των δημοσίων εσόδων.
(β) τα χρηματικά πρόστιμα  και τα παράβολα του παρόντος άρθρου διατίθενται αποκλειστικά για τους προβλεπόμενους ελέγχους του παρόντος άρθρου.  

7.    Οι διοικητικές ποινές που προβλέπονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 8 του ν. 2332/1995 (ΦΕΚ Α’ 181) και στην παράγραφο 2 του άρθρου 9 του ν. 2732/1999 (ΦΕΚ Α’ 154)  επιβάλλονται από τις αρμόδιες κατά περίπτωση αρχές ελέγχου εκτός αν έχει ορισθεί  με άλλη διάταξη ο αρμόδιος επιβολής των κυρώσεων. Οι ως άνω αρμόδιες αρχές ή οι εξουσιοδοτημένοι υπάλληλοι αυτών είναι αρμόδιοι για την βεβαίωση των παραβάσεων.

8.    Με κοινές αποφάσεις  των Υπουργών Οικονομικών και Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας καθορίζονται οι λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος άρθρου.

9.    Οι παραβάτες των διατάξεων του άρθρου 226 του παρόντος νόμου τιμωρούνται με τις διοικητικές ποινές που προβλέπει το άρθρο 11 του ν.δ 420/1970 (ΦΕΚ Α΄27), όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 3 του ν.1740/1987 (ΦΕΚ Α΄ 221) και την παρ. 2 του άρθρου 9 του ν.2040/1992 (ΦΕΚ Α΄ 70), καθώς και με τις κυρώσεις, που επιβάλλονται από άλλες διατάξεις, σχετικές με τις επί μέρους παραβάσεις.

10.    Στους παραβάτες των διατάξεων του άρθρου 225 του παρόντος νόμου επιβάλλονται οι διοικητικές κυρώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 11 του ν.δ. 420/1970 (ΦΕΚ Α’ 27 ), όπως αντικαταστάθηκε  με την παρ. 3 του άρθρου 3 του ν. 1740/1987 (ΦΕΚ Α’ 221) και την παρ. 2 του άρθρου 9 του ν. 2040/1992 (ΦΕΚ Α’ 70), καθώς και οι κυρώσεις που επιβάλλονται από λοιπές διατάξεις, που προβλέπονται κάθε φορά για τις επί μέρους παραβάσεις. Σε περίπτωση υποτροπής, δύναται να ανακαλείται η ατομική άδεια αλιείας με αιτιολογημένη απόφαση του οργάνου που την εξέδωσε.

Άρθρο 234
Μετατροπή Διοικητικών Κυρώσεων
1.    Οι έχοντες υποβάλλει ενδικοφανή προσφυγή ενώπιον του Συμβουλίου Εκδίκασης Αλιευτικών Προσφυγών για διοικητικές κυρώσεις που έχουν επιβληθεί κατ’αυτών για παραβάσεις της αλιευτικής νομοθεσίας,  δύνανται με αίτηση τους, που υποβάλλεται προς την αρχή που τις επέβαλε εντός έξι μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος, να ζητήσουν την παύση της διαδικασίας εξέτασης της προσφυγής τους και την μετατροπή των επιβληθεισών κυρώσεων, ως ακολούθως:
α.  Για διοικητικές κυρώσεις που επεβλήθησαν έως την 31/12/2006 και συνίστανται τόσο σε χρηματικό πρόστιμο όσο και σε ημέρες αφαίρεσης αδείας σκάφους και αφαίρεσης ατομικής αδείας κυβερνήτη του σκάφους  σωρευτικά, εφόσον καταβληθεί το χρηματικό πρόστιμο που έχει επιβληθεί, διαγράφονται οι ημέρες αφαίρεσης αδείας σκάφους καθώς και οι ημέρες αφαίρεσης ατομικής άδειας του κυβερνήτη του σκάφους.
β. Για διοικητικές κυρώσεις που επεβλήθησαν μετά την 01/01/2007 και έως και την 31/12/2011 και συνίστανται τόσο σε χρηματικό πρόστιμο όσο και σε ημέρες αφαίρεσης αδείας σκάφους και αφαίρεσης ατομικής αδείας κυβερνήτη του σκάφους σωρευτικά, εφόσον καταβληθεί το χρηματικό πρόστιμο που έχει επιβληθεί, διαγράφονται οι μισές ημέρες αφαίρεσης αδείας σκάφους καθώς και οι μισές ημέρες αφαίρεσης ατομικής άδειας του κυβερνήτη του σκάφους. Οι υπόλοιπες μισές ημέρες αφαίρεσης άδειας σκάφους, καθώς και οι μισές ημέρες αφαίρεσης ατομικής άδειας του κυβερνήτη του σκάφους, μετατρέπονται σε χρηματικό πρόστιμο, ανάλογο με το εργαλείο που χρησιμοποιούσε το αλιευτικό σκάφος κατά την τέλεση της παράβασης. Ειδικότερα:
α. για παράβαση με μηχανότρατα: Χρηματικό πρόστιμο εβδομήντα (70) ευρώ ανά ημέρα αφαίρεσης αδειών,
β. για παράβαση με γρι γρι: χρηματικό πρόστιμο πενήντα (50) ευρώ ανά ημέρα αφαίρεσης αδειών,
γ. για παράβαση με βιντζότρατα: χρηματικό πρόστιμο σαράντα (40) ευρώ ανά ημέρα αφαίρεσης αδειών,
δ. για παράβαση με λοιπά εργαλεία: χρηματικό πρόστιμο είκοσι (20) ευρώ ανά ημέρα αφαίρεσης αδειών.
2.    Οι ανωτέρω ρυθμίσεις δεν εφαρμόζονται για παραβάσεις που συνίστανται σε αλιεία με δυναμίτιδα και λοιπές εκρηκτικές και τοξικές κ.α. ουσίες, κατά τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν.δ. 420/1970 «Αλιευτικός Κώδιξ» (ΦΕΚ Α’ 27), όπως αντικαταστάθηκε από την παρ. 1 του άρθρου 8 του ν. 2332/1995 ««περί Μητρώου Αγροτών και Αγροτικών Εκμεταλλεύσεων και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α’ 181).

Άρθρο 235
Τροποποίηση και συμπλήρωση του Π.Δ. 127/2010

1.    Η περίπτωση β΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 2 του Π.Δ. 127/2010 «Ανακατανομή αρμοδιοτήτων των Υπουργείων, Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Προστασίας του Πολίτη και θαλάσσιων Υποθέσεων, Νήσων και Αλιείας» (ΦΕΚ Α΄ 214) τροποποιείται ως εξής:
«β) Οι ακόλουθες ειδικές αποκεντρωμένες Υπηρεσίες Αλιείας σε επίπεδο Τμήματος (άρθρο 8 παρ. 1 και 2 του Π.Δ. 398/1990)
– Οι κρατικοί ιχθυογεννητικοί σταθμοί,
– Το Πειραματικό Κυπρινοτροφείο – Χελοτροφείο Άρτας,
– Το Εργαστήριο Αλιευτικής Τεχνολογίας και Εφαρμογών.»

2.    Η περίπτωση (η) της παραγράφου 2 του άρθρου 2 του Π.Δ. 127/2010                                                                  τροποποιείται ως ακολούθως:
«(η) Το Ταμείο Γεωργίας και Κτηνοτροφίας (άρθρο 12 παρ. 1 και 2 ν. 3889/2010 , ΦΕΚ Α΄ 182) εξακολουθεί, έως τη συγκρότηση αντίστοιχου φορέα στη Γενική Γραμματεία Ναυτιλίας του Υπουργείου Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, να καλύπτει τις δαπάνες και να εξυπηρετεί λειτουργικά τις ανάγκες όλων των Υπηρεσιών Αλιείας που μεταφέρθηκαν από το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων σε αυτήν. Κατά το μέρος αυτό το Ταμείο εποπτεύεται από τη Γενική Γραμματεία Ναυτιλίας του Υπουργείου Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας. Κατά τα λοιπά η εποπτεία του Ταμείου παραμένει στο Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων.».

3.    Οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος άρθρου μπορούν να τροποποιούνται και με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας.  

Άρθρο 236
Σύνθεση του Συμβουλίου Αλιείας

Το άρθρο 17 του ν. 3147/2003 «Σύνθεση του Συμβουλίου Αλιείας» (ΦΕΚ Α’ 3147) τροποποιείται ως ακολούθως:
«Άρθρο 17
1. Το Συμβούλιο Αλιείας που λειτουργεί στη Γενική Γραμματείας Ναυτιλίας συγκροτείται από:
α) Τον Γενικό Γραμματέα Ναυτιλίας ως Πρόεδρο.
β) Τον προϊστάμενο του οικείου Γραφείου Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με αναπληρωτή του Νομικό Σύμβουλο του Κράτους ή τον αρχαιότερο των Παρέδρων που υπηρετεί στο Γραφείο αυτό.
γ) Έναν ιχθυολόγο από κάθε Διεύθυνση της Γενικής Διεύθυνσης Αλιείας.
δ) Έναν εκπρόσωπο του Ελληνικού Κέντρου Θαλάσσιων Ερευνών (ΕΛΚΕΘΕ) της Γενικής Γραμματείας Έρευνας και Τεχνολογίας, που προτείνεται με τον αναπληρωτή του από αυτό.
ε) Έναν εκπρόσωπο της Διεύθυνσης Ελέγχου Αλιείας, του Αρχηγείου Λ.Σ. – ΕΛ.ΑΚΤ του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη με τον αναπληρωτή του.
στ) Έναν εκπρόσωπο του Πανελληνίου Συλλόγου Ιχθυολόγων Δημοσίου με τον αναπληρωτή του.
ζ) Έναν εκπρόσωπο της Πανελλήνιας Ένωσης Πτυχιούχων Ιχθυολόγων Ανώτατης Εκπαίδευσης Δημοσίου με τον αναπληρωτή του.
η) Έναν εκπρόσωπο της Συνομοσπονδίας Αλιευτικών Αγροτικών Συλλόγων, που έχει συσταθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του Ν. 1361/1983 (ΦΕΚ 66 Α΄), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 51 του Ν. 2538/1997 (ΦΕΚ 242 Α΄), που προτείνεται με τον αναπληρωτή του από αυτή.
θ) Έναν εκπρόσωπο της Πανελλήνιας Ένωσης Πλοιοκτητών Μέσης Αλιείας (ΠΕΠΜΑ) με τον αναπληρωτή του, που ορίζονται από αυτή.
ι) Έναν εκπρόσωπο της Πανελλήνιας Συνομοσπονδίας Ενώσεων Αγροτικών Συνεταιρισμών (ΠΑΣΕΓΕΣ), που προτείνεται με τον αναπληρωτή του από αυτή.
ια) Έναν εκπρόσωπο της Πανελλήνιας Ένωσης Κτηνιάτρων Δημοσίων Υπαλλήλων κατά περίπτωση, που προτείνεται με τον αναπληρωτή του από αυτή.
Σε περίπτωση απουσίας ή κωλύματος του Γενικού Γραμματέα Ναυτιλίας, προεδρεύει του Συμβουλίου ο Αλιείας ο παριστάμενος Νομικός Σύμβουλος του Κράτους ή ο αναπληρωτής του.
2. Τα θέματα στο Συμβούλιο Αλιείας εισηγούνται ανάλογα με τις ιδιότητές τους προς τα εισηγούμενα θέματα, υπάλληλοι των καθ’ ύλη αρμόδιων Τμημάτων των Διευθύνσεων της Γενικής Διεύθυνσης Αλιείας.
3. Τα μέλη και οι εισηγητές των προηγούμενων παραγράφων ορίζονται με τους αναπληρωτές τους με την απόφαση συγκρότησης του Συμβουλίου Αλιείας.»

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ’
ΡΥΘΜΙΣΗ ΛΙΜΕΝΙΚΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ

Άρθρο 237
Τροποποίηση διατάξεων του ν. 2932/2001

1.    Η παράγραφος 3 του άρθρου 19 του Ν. 2932/2001 «Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών στις θαλάσσιες ενδομεταφορές, Σύσταση Γενικής Γραμματείας Λιμένων και Λιμενικής Πολιτικής –  Μετατροπή Λιμενικών Ταμείων σε Ανώνυμες εταιρίες και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α’ 145), όπως είχε προστεθεί με την παρ. 2 του άρθρου 35 του Ν. 3153/2003 (ΦΕΚ Α’ 153), αντικαθίσταται ως εξής:

«3.   Για τη σύνταξη της θετικής γνωμοδότησης ή της αρνητικής απόφασης Προκαταρκτικού Προσδιορισμού Περιβαλλοντικών Απαιτήσεων, όλων των λιμενικών έργων, που προβλέπεται στο άρθρο 3 παρ. 2α), περίπτωση στστ) του Ν. 4014/2011, απαιτείται η σύμφωνη γνώμη της Επιτροπής Σχεδιασμού και Ανάπτυξης Λιμένων. Εάν δεν επιλέγεται από τον υπόχρεο φορέα η διαδικασία της γνωμοδότησης με την υποβολή φακέλου ΠΠΠΑ, για την έκδοση Απόφασης Έγκρισης Περιβαλλοντικών όρων όλων των λιμενικών έργων, που προβλέπεται από τα άρθρα 3 παρ. 2β)  και 4  παρ. 3ζ) του Ν. 4014/2011, απαιτείται σύμφωνη γνώμη της Επιτροπής Σχεδιασμού και Ανάπτυξης Λιμένων, επί της Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων. Η σύμφωνη αυτή γνώμη υποκαθιστά τις γνωμοδοτήσεις των συναρμοδίων υπηρεσιών που προβλέπονται στο άρθρο 14 παρ. 2 του Ν. 2971/2001 και στο άρθρο 3 παρ. 2α) περίπτωση δδ) κατά τη διαδικασία του Προκαταρκτικού Προσδιορισμού Περιβαλλοντικών Απαιτήσεων. Οι προθεσμίες που προβλέπονται από τα άρθρα 3 και 4 του Ν. 4014/2011 είναι, όσον αφορά στην παροχή σύμφωνης γνώμης από την ΕΣΑΛ, ενδεικτικές.»

2.    Στο άρθρο 19 του νόμου 2932/2001 (ΦΕΚ Α΄145), όπως τροποποιήθηκε με τα άρθρα 35 και 44 του νόμου 3153/2003 (ΦΕΚ Α΄153) , προστίθεται παράγραφος 6 ως εξής:

«6. Οι αποφάσεις της Επιτροπής Σχεδιασμού και Ανάπτυξης Λιμένων, με εξαίρεση τις αποφάσεις της παραγράφου 3, δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.»

3.    Οι κανονιστικές αποφάσεις της Επιτροπής Σχεδιασμού και Ανάπτυξης Λιμένων του άρθρου 19 του Ν. 2932/2001, που δεν έχουν δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, κυρώνονται με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Οι αποφάσεις αυτές τροποποιούνται με απόφαση της Επιτροπής Σχεδιασμού και Ανάπτυξης Λιμένων που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

4.    Στην παρ. 9 του άρθρου εικοστού πρώτου του Ν. 2932/2001 προστίθεται νέα περίπτωση (γ) ως εξής:
«γ)Επισκευές – επεμβάσεις τοπικού χαρακτήρα και εργασίες συντήρησης στις περιοχές αρμοδιότητας των ΑΕ εκτελούνται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου, μετά από εισήγηση της Διεύθυνσης Έργων, η οποία κοινοποιείται προς γνώση στην Διεύθυνση Λιμενικών Υποδομών της Γενικής Γραμματείας Λιμένων και Λιμενικής Πολιτικής, εφόσον συντρέχουν σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
αα) αποσκοπούν στη συντήρηση υπάρχοντος εξοπλισμού ή στην αποκατάσταση φθορών, ζημιών ή βλαβών που θέτουν σε κίνδυνο την ασφάλεια των εργαζομένων και των χρηστών και προκαλούνται από συνήθη χρήση κατά την εκτέλεση θεμελιωδών δραστηριοτήτων του λιμένα ή της λιμενικής εγκατάστασης (φόρτο-εκφόρτωση και κυκλοφορία βαρέων οχημάτων, από-επιβίβαση συναλλασσόμενων, συνήθη καιρικά φαινόμενα κλπ) ή και από έκτακτες καταστάσεις (θεομηνίες, πρόσκρουση πλοίων κ.λ.π.,) όπως ιδίως υποσκαφές (σπηλαιώσεις), πάσης φύσεως φθορές ή ζημιές σε κρηπιδώματα και προβλήτες, καθιζήσεις ανωδομών, εξοπλισμός που χρήζει αντικατάστασης, τοπικές αστοχίες θωράκισης – προστασίας εξωτερικών λιμενικών έργων (βραχισμός).
ββ) δεν τροποποιούν με οποιοδήποτε τρόπο τα γεωμετρικά χαρακτηριστικά των λιμένων ή των λιμενικών εγκαταστάσεων
γγ) ο προϋπολογισμός δαπάνης δημοπράτησής τους  δεν υπερβαίνει το ποσό των 100.000,00  ευρώ (€) πλέον δαπάνης Φ.Π.Α., και
δδ) συνδέονται άρρηκτα με την ομαλή και ασφαλή λειτουργία του λιμένα ή της λιμενικής εγκατάστασης
Για την έναρξη εκτέλεσης των επισκευών – επεμβάσεων της παραγράφου αυτής  απαιτείται αστυνομικής φύσεως άδεια της αρμόδιας λιμενικής αρχής.»

Άρθρο 238
Συμπλήρωση διατάξεων του ν. 2688/1999

1.    Η παρ. 4 του άρθρου 2 του ν. 2688/1999 «Μετατροπή του Οργανισμού Λιμένος Πειραιώς και του Οργανισμού Λιμένος Θεσσαλονίκης σε ανώνυμες εταιρίες» (ΦΕΚ Α’ 40), όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει, αναριθμείται σε 5 και προστίθεται νέα παράγραφος 4 ως εξής:
«4. Επισκευές – επεμβάσεις τοπικού χαρακτήρα και εργασίες συντήρησης στην περιοχή αρμοδιότητας του ΟΛΠ ΑΕ, εκτελούνται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Ο.Λ.Π. Α.Ε., μετά από εισήγηση της Διεύθυνσης Έργων, η οποία κοινοποιείται προς γνώση στην Διεύθυνση Λιμενικών Υποδομών της Γενικής Γραμματείας Λιμένων και Λιμενικής Πολιτικής, εφόσον συντρέχουν σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) αποσκοπούν στη συντήρηση υπάρχοντος εξοπλισμού ή στην αποκατάσταση φθορών, ζημιών ή βλαβών που θέτουν σε κίνδυνο την ασφάλεια των εργαζομένων και των χρηστών και προκαλούνται από συνήθη χρήση κατά την εκτέλεση θεμελιωδών δραστηριοτήτων του λιμένα ή της λιμενικής εγκατάστασης (φόρτο-εκφόρτωση και κυκλοφορία βαρέων οχημάτων, από-επιβίβαση συναλλασσόμενων, συνήθη καιρικά φαινόμενα κλπ) ή και από έκτακτες καταστάσεις (θεομηνίες, πρόσκρουση πλοίων κ.λ.π.,) όπως ιδίως υποσκαφές (σπηλαιώσεις), πάσης φύσεως φθορές ή ζημιές σε κρηπιδώματα και προβλήτες, καθιζήσεις ανωδομών, εξοπλισμός που χρήζει αντικατάστασης, τοπικές αστοχίες θωράκισης – προστασίας εξωτερικών λιμενικών έργων (βραχισμός).
β) δεν τροποποιούν με οποιοδήποτε τρόπο τα γεωμετρικά χαρακτηριστικά των λιμένων ή των λιμενικών εγκαταστάσεων
γ) ο προϋπολογισμός δαπάνης δημοπράτησής τους  δεν υπερβαίνει το ποσό των 100.000,00  ευρώ (€) πλέον δαπάνης Φ.Π.Α., και
δ) συνδέονται άρρηκτα με την ομαλή και ασφαλή λειτουργία του λιμένα ή της λιμενικής εγκατάστασης
Για την έναρξη εκτέλεσης των επισκευών – επεμβάσεων της παραγράφου αυτής  απαιτείται αστυνομικής φύσεως άδεια της αρμόδιας λιμενικής αρχής.»

2.    Η παρ. 4 του άρθρου 7 του Ν. 2688/99, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, αναριθμείται σε 5 και προστίθεται νέα παρ. 4 ως εξής:

«4. Επισκευές – επεμβάσεις τοπικού χαρακτήρα και εργασίες συντήρησης στην περιοχή αρμοδιότητας του ΟΛΘ ΑΕ, εκτελούνται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις,  με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Ο.Λ.Θ Α.Ε. μετά από εισήγηση της Διεύθυνσης Έργων, η οποία κοινοποιείται προς γνώση στην Διεύθυνση Λιμενικών Υποδομών της Γενικής Γραμματείας Λιμένων και Λιμενικής Πολιτικής,  εφόσον συντρέχουν σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) αποσκοπούν στη συντήρηση υπάρχοντος εξοπλισμού ή στην αποκατάσταση φθορών, ζημιών ή βλαβών που θέτουν σε κίνδυνο την ασφάλεια των εργαζομένων και των χρηστών και προκαλούνται από συνήθη χρήση κατά την εκτέλεση θεμελιωδών δραστηριοτήτων του λιμένα ή της λιμενικής εγκατάστασης (φόρτο-εκφόρτωση και κυκλοφορία βαρέων οχημάτων, από-επιβίβαση συναλλασσόμενων, συνήθη καιρικά φαινόμενα κλπ) ή και από έκτακτες καταστάσεις (θεομηνίες, πρόσκρουση πλοίων κ.λ.π.,) όπως ιδίως υποσκαφές (σπηλαιώσεις), πάσης φύσεως φθορές ή ζημιές σε κρηπιδώματα και προβλήτες, καθιζήσεις ανωδομών, εξοπλισμός που χρήζει αντικατάστασης, τοπικές αστοχίες θωράκισης – προστασίας εξωτερικών λιμενικών έργων (βραχισμός).
β) δεν τροποποιούν με οποιοδήποτε τρόπο τα γεωμετρικά χαρακτηριστικά των λιμένων ή των λιμενικών εγκαταστάσεων
γ) ο προϋπολογισμός δαπάνης δημοπράτησής τους  δεν υπερβαίνει το ποσό των 100.000,00  ευρώ (€) πλέον δαπάνης Φ.Π.Α., και
δ) συνδέονται άρρηκτα με την ομαλή και ασφαλή λειτουργία του λιμένα ή της λιμενικής εγκατάστασης
Για την έναρξη εκτέλεσης των επισκευών – επεμβάσεων της παραγράφου αυτής  απαιτείται αστυνομικής φύσεως άδεια της αρμόδιας λιμενικής αρχής.»

Άρθρο 239
Συμπλήρωση του άρθρου 18 του ν. 2971/2001

Στο άρθρο 18 του Ν. 2971/2001 «Αιγιαλός, παραλία και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α’ 285) προστίθενται παράγραφοι 4 και 5 ως εξής:

«4. Επισκευές – επεμβάσεις τοπικού χαρακτήρα και εργασίες συντήρησης σε υφιστάμενους λιμένες και λιμενικές εγκαταστάσεις εκτελούνται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, κατόπιν απόφασης του Γενικού Γραμματέα Λιμένων και Λιμενικής Πολιτικής του ΥΠ.Π.Α.Α.Ν, κατά παρέκκλιση της παρ. 2, μετά από υποβολή σχετικού αιτήματος του φορέα διοίκησης και εκμετάλλευσης του λιμένα ή της λιμενικής εγκατάστασης, εφόσον συντρέχουν σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) αποσκοπούν στη συντήρηση υπάρχοντος εξοπλισμού ή στην αποκατάσταση φθορών, ζημιών ή βλαβών που θέτουν σε κίνδυνο την ασφάλεια των εργαζομένων και των χρηστών και προκαλούνται από συνήθη χρήση κατά την εκτέλεση θεμελιωδών δραστηριοτήτων του λιμένα ή της λιμενικής εγκατάστασης (φόρτο-εκφόρτωση και κυκλοφορία βαρέων οχημάτων, από-επιβίβαση συναλλασσόμενων, συνήθη καιρικά φαινόμενα κλπ) ή και από έκτακτες καταστάσεις (θεομηνίες, πρόσκρουση πλοίων κ.λ.π.,) όπως ιδίως υποσκαφές (σπηλαιώσεις), πάσης φύσεως φθορές ή ζημιές σε κρηπιδώματα και προβλήτες, καθιζήσεις ανωδομών, εξοπλισμός που χρήζει αντικατάστασης, τοπικές αστοχίες θωράκισης – προστασίας εξωτερικών λιμενικών έργων (βραχισμός).
β) δεν τροποποιούν με οποιοδήποτε τρόπο τα γεωμετρικά χαρακτηριστικά των λιμένων ή των λιμενικών εγκαταστάσεων
γ) ο προϋπολογισμός δαπάνης δημοπράτησής τους  δεν υπερβαίνει το ποσό των 100.000,00  ευρώ (€) πλέον δαπάνης Φ.Π.Α., και
δ) συνδέονται άρρηκτα με την ομαλή και ασφαλή λειτουργία του λιμένα ή της λιμενικής εγκατάστασης
Για την έναρξη εκτέλεσης των επισκευών – επεμβάσεων της παραγράφου αυτής  απαιτείται η προβλεπόμενη από την παρ. 3 αστυνομικής φύσεως άδεια της αρμόδιας λιμενικής αρχής.
5. Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Λιμένων και Λιμενικής Πολιτικής του ΥΠ.Α.Α.Ν. κατά παρέκκλιση της παρ. 2 υλοποιούνται επίσης σε υφιστάμενους λιμένες ή λιμενικές εγκαταστάσεις οι κάτωθι επεμβάσεις / αναβαθμίσεις τοπικού χαρακτήρα, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις :
α) Εξοπλισμός και εργασίες που αποσκοπούν στη δημιουργία υποτυπωδών, μικρής έκτασης εγκαταστάσεων για την εξυπηρέτηση των διακινούμενων επιβατών και εργαζομένων, όπως ψύκτες νερού, σκιάδια, χημικές τουαλέτες,  A.T.M. Τραπεζών, μηχανήματα αυτόματης έκδοσης εισιτηρίων, εξοπλισμός και σήμανση για τη διακίνηση πεζών και οχημάτων κ.λ.π.
β) Η εγκατάσταση συστημάτων ασφαλείας με στόχο τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις του Διεθνούς Κώδικα περί Ασφάλειας Πλοίων και Λιμενικών Εγκαταστάσεων ISPS (International Ship and Port Facility Security), του Ν. 3622/2007  (284 Α΄), της Συνθήκης Schengen, του Κανονισμού  (ΕΚ) 725/2004, της Ευρωπαϊκής Οδηγίας  2005/65 για τη βελτίωση της ασφάλειας των πλοίων, των λιμενικών εγκαταστάσεων και των λιμένων από σκόπιμες παράνομες ενέργειες, και των μελετών Σχεδίου Ασφάλειας Λιμενικής Εγκατάστασης (Σ.Α.Λ.Ε.) που έχουν εκπονηθεί με βάση τη μελέτη Αξιολόγησης Λιμενικών Εγκαταστάσεων (Α.Λ.Ε.), όπως  κινητές περιφράξεις, εγκατάσταση φυλακίων ελέγχου, τοποθέτηση καμερών παρακολούθησης επί στύλων, προστατευτικές μπάρες και άλλες ήσσονος σημασίας παρεμβάσεις, με τις οποίες  δεν τροποποιούνται ή αλλοιώνονται τα υφιστάμενα γεωμετρικά χαρακτηριστικά των λιμένων ή των λιμενικών εγκαταστάσεων και δεν παρακωλύεται η λειτουργία τους.
 Για την έναρξη εκτέλεσης των εργασιών της παραγράφου αυτής  απαιτείται η προβλεπόμενη από την παρ. 3 αστυνομικής φύσεως άδεια της αρμόδιας λιμενικής αρχής.»

Άρθρο 240
Τοποθέτηση προστατευτικών διχτύων

Η τοποθέτηση προστατευτικών διχτύων (πλωτών φραγμάτων) για την προστασία των ακτών και των λουομένων από θαλάσσια ρύπανση (Συστήματα περισυλλογής και συγκράτησης απορριμμάτων σε υδάτινο περιβάλλον) σε θαλάσσιες λουτρικές εγκαταστάσεις, που βρίσκονται εκτός περιοχών NATURA 2000, επιτρέπεται για εποχική χρήση με άδεια της αρμόδιας λιμενικής αρχής, χωρίς πάκτωση στον πυθμένα.

Άρθρο 241
Τροποποίηση του άρθρου 13 του Β.Δ. 14/1939

Η περίπτωση (ε) της παρ. 2 του άρ. 13 του Β.Δ. 14/1939 «Περί κωδικοποιήσεως των περί λιμενικών ταμείων κειμένων διατάξεων» (ΦΕΚ 24 Α), όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 1 άρ. 4 του Ν.Δ. 158/1969 «Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί Λιμενικών Ταμείων κειμένων διατάξεων και συστάσεως Λιμενικού Ταμείου Χαλκιδικής» (ΦΕΚ 63 Α) και ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής:

«ε) Εκτέλεση έργου ή προμήθειας ή εν γένει ανάληψη υποχρέωσης ολικού ποσού 500 ευρώ για έκαστη δαπάνη και μέχρις ετήσιας συνολικής δαπάνης 3.000 ευρώ.»  

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ΄
ΣΥΛΛΟΓΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ

Άρθρο 242
Συμβούλιο Ναυτιλιακής Πολιτικής

1.    Στη Γενική Γραμματεία Ναυτιλίας του Υπουργείου Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας συστήνεται και λειτουργεί το Συμβούλιο Ναυτιλιακής Πολιτικής, υπαγόμενο απευθείας στον Υπουργό Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας.

2.    Το Συμβούλιο Ναυτιλιακής Πολιτικής γνωμοδοτεί επί σχεδίων νόμων και προεδρικών διαταγμάτων που καταρτίζονται από τη Γενική Γραμματεία Ναυτιλίας ή από οποιονδήποτε άλλο συναρμόδιο φορέα και αφορούν την Εμπορική Ναυτιλία, καθώς και σχετικών τροποποιήσεων ή συμπληρώσεων αυτών, που κατά τις κείμενες διατάξεις εισάγονται σ’ αυτό, με μέριμνα των αρμοδίων Υπηρεσιών.

3.    Το Συμβούλιο  Ναυτιλιακής Πολιτικής  δύναται επίσης να γνωμοδοτεί:
α. επί σχεδίων συμβάσεων μεταξύ ξένων κρατών και Υπουργείου Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και αφορούν την Εμπορική Ναυτιλία.
β. για τα μέτρα που ενδείκνυνται κάθε φορά για, την προστασία και την ανάπτυξη της Εμπορικής Ναυτιλίας  καθώς και την αναγκαιότητα ανάληψης σχετικής  νομοθετικής πρωτοβουλίας.
γ) για κάθε άλλο θέμα σχετικό με την Εμπορική Ναυτιλία το οποίο εισάγεται στο Συμβούλιο από τον Υπουργό Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας.
δ) Το Συμβούλιο Ναυτιλιακής Πολιτικής επίσης έχει όλες τις αρμοδιότητες του Συμβουλίου Εθνικής Ναυτιλιακής Πολιτικής, του άρθρου 40 του ν. 3153/2003.

4.    Πρόεδρος του Συμβουλίου Ναυτιλιακής Πολιτικής ορίζεται ο Γενικός Γραμματέας Ναυτιλίας. Τακτικά μέλη του συμβουλίου είναι ο Γενικός Γραμματέας Λιμένων και Λιμενικής Πολιτικής, εκπρόσωπος του Ναυτικού Επιμελητηρίου Ελλάδος, εκπρόσωπος της Πανελλήνιας Ναυτικής Ομοσπονδίας, εκπρόσωπος της Ένωσης Ελλήνων Εφοπλιστών, εκπρόσωπος της Ένωσης Ακτοπλόων καθώς και εκπρόσωποι των λοιπών ναυτιλιακών ενώσεων, καθηγητής Τμήματος Ναυτιλιακών Σπουδών ημεδαπού Πανεπιστημίου καθώς και στελέχη των Διευθύνσεων της Γενικής Γραμματείας Ναυτιλίας και της Γενικής Γραμματείας Λιμένων και Λιμενικής Πολιτικής του Υπουργείου Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, όταν συζητούνται θέματα αρμοδιότητας των Διευθύνσεων αυτών.
5.    Με Απόφαση του ΥΠΑΑΝ καθορίζονται οι λεπτομέρειες σχετικά  με τη σύνθεση του Συμβουλίου Ναυτιλιακής Πολιτικής καθώς και κάθε άλλο ζήτημα σχετικό με τη λειτουργία του.
6.    Από τη δημοσίευση του παρόντος καταργείται το Συμβούλιο Εθνικής Ναυτιλιακής Πολιτικής του άρθρου 40 του ν. 3153/2003 «Ναυτική επαγγελματική εκπαίδευση, κατάρτιση και επιμόρφωση και ρύθμιση άλλων θεμάτων αρμοδιότητας του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας» (ΦΕΚ Α’ 153). Όπου σε διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας αναφέρεται το Συμβούλιο Εθνικής Ναυτιλιακής Πολιτικής νοείται εφεξής το Συμβούλιο Ναυτιλιακής Πολιτικής.
7.    Από τη δημοσίευση του παρόντος καταργείται το «Συμβούλιο Εμπορικού Ναυτικού» του ν. 3141/1955 (ΦΕΚ 43 Α’), όπως ίσχυε με το άρθρο 36 του π.δ. 259/1988 (ΦΕΚ 187 Α’). Όπου σε διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας αναφέρεται το Συμβούλιο Εμπορικού Ναυτικού νοείται εφεξής το Συμβούλιο Ναυτιλιακής Πολιτικής.

Άρθρο 243
Συμβούλιο Νησιωτικής Πολιτικής (ΣΥ.ΝΗ.ΠΟ.)

1.    Συστήνεται Συμβούλιο Νησιωτικής Πολιτικής (ΣΥ.ΝΗ.ΠΟ) ως όργανο διαβούλευσης για θέματα που αφορούν το σχεδιασμό, τη διαμόρφωση και την εναρμόνιση της νησιωτικής πολιτικής σε ευρωπαϊκό, εθνικό και περιφερειακό επίπεδο και στη λήψη εξειδικευμένων μέτρων νησιωτικής πολιτικής.
2.    Ως όργανα του ΣΥ.ΝΗ.ΠΟ. ορίζονται  ο Πρόεδρος, η Ολομέλεια, η Εκτελεστική Επιτροπή και η Γραμματεία.
3.    Ειδικότερα,  το ΣΥ.ΝΗ.ΠΟ   έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες:
α) διασφαλίζει τη συντονισμένη εφαρμογή της νησιωτικής πολιτικής από τις εμπλεκόμενες δημόσιες αρχές και την ευθυγράμμιση των δραστηριοτήτων τους σύμφωνα με το Εθνικό Πρόγραμμα Νησιωτικής Στρατηγικής και Ανάπτυξης, και προτείνει σχετικά μέτρα και διαδικασίες,
β) γνωμοδοτεί για θέματα εφαρμογής της νησιωτικής πολιτικής, καθώς και για κάθε θέμα που παραπέμπεται σε αυτό από τον ΥΠΑΑΝ και έχουν σχέση με την εφαρμογή άλλων διατάξεων, που σχετίζονται με τη νησιωτική πολιτική.
γ) υποβάλλει προτάσεις προς την Κυβέρνηση για θέματα ανάπτυξης των νησιών, θέματα που αφορούν στην προστασία και διαχείριση του νησιωτικού περιβάλλοντος (φυσικού, ανθρωπογενούς, χερσαίου και θαλασσίου),  
στ) Καταρτίζει ετήσιες εκθέσεις σχετικά με την πορεία υλοποίησης της Νησιωτικής Στρατηγικής. Οι εκθέσεις αυτές υποβάλλονται από τον Πρόεδρο του ΣΥ.ΝΗ.ΠΟ  στον Πρωθυπουργό, τον Πρόεδρο της Βουλής και τα μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου  μέχρι τέλη Μαρτίου εκάστου έτους.
4.    Η Ολομέλεια του ΣΥ.ΝΗ.ΠΟ συγκροτείται από τον Γενικό Γραμματέα Αιγαίου
και Νησιωτικής Πολιτικής, ως  Πρόεδρο, τον Γενικό Γραμματέα Ναυτιλίας του Υπουργείου Ανάπτυξης Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας ως Αναπληρωτή Πρόεδρο. τους εκπροσώπους των Νησιωτικών Περιφερειών του άρθρου 205 του ν. 3852/2010 «Νέα Αρχιτεκτονική της Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης − Πρόγραμμα Καλλικράτης» (ΦΕΚ Α΄87), τους εκπροσώπους των Περιφερειών που στη χωρική αρμοδιότητά τους υπάρχουν νησιά, δηλαδή Αττικής, Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, Στερεάς Ελλάδας, Θεσσαλίας,  τους Γενικούς Γραμματείς της Αποκεντρωμένης Διοίκησης στις οποίες υπάγονται Νησιωτικές Περιοχές,  τους εκπροσώπους Νησιωτικών Δήμων του άρθρου 204 του ν. 3852/2010 και των Νησιωτικών Δημοτικών Κοινοτήτων του άρθρου 207 του ν. 3852/2010,  έναν εκπρόσωπο του ελληνικού Δικτύου Μικρών Νησιών και έναν εκπρόσωπο του Συμβουλίου Νησιωτικών Δήμων και Κοινοτήτων Ελλάδας, που ορίζονται από την ΚΕΔΚΕ, ως τακτικά μέλη.
Στη συνεδρίαση της Ολομέλειας καλούνται και συμμετέχουν με δικαίωμα ψήφου οι εκπρόσωποι Υπουργείων, Επιμελητηρίων, της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Ξενοδόχων, των Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων, Οργανισμών Κοινής Ωφέλειας, Επιστημονικών Οργανώσεων, Συλλόγων και Φορέων, της ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ, Μη Κυβερνητικών Οργανισμών στη νησιωτική περιφέρεια κ.λ.π., ανάλογα με τα θέματα της ημερήσιας διάταξης.
5.    Η Εκτελεστική Επιτροπή (Ε.Ε.) αποτελείται από έναν εκπρόσωπο ανά φορέα από τους ανωτέρω τακτικά εκπροσωπούμενους και συνεδριάζει όποτε κρίνεται σκόπιμο, μετά πρόσκληση του Προέδρου ή εφόσον το ζητήσουν τρία (3) τουλάχιστον μέλη της.

6.    Η Γραμματεία αναλαμβάνει τη διοικητική και γραμματειακή υποστήριξη του ΣΥ.ΝΗ.ΠΟ και συγκροτείται από υπαλλήλους της Γενικής Γραμματείας Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής.
7.    Ως έδρα της Εκτελεστικής Επιτροπής του ΣΥ.ΝΗ.ΠΟ. ορίζεται ο Πειραιάς, κτήριο Υπουργείου Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, οδός Γρ. Λαμπράκη 150. Η Ολομέλεια συνεδριάζει τουλάχιστον μια φορά το χρόνο και μετά από πρόσκληση του Προέδρου, ο οποίος και καθορίζει την ημερήσια διάταξη, στην οποία πρόσκληση μεταξύ άλλων ορίζεται και ο τόπος συνεδρίασής του, που μπορεί να είναι άλλος από την έδρα του.
8.    Το ΣΥ.ΝΗ.ΠΟ . λειτουργεί ως συλλογικό όργανο, σύμφωνα με τον εσωτερικό Κανονισμό λειτουργίας του. Ο κανονισμός αυτός εγκρίνεται με απόφαση του ΥΠΑΑΝ. και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Στον Κανονισμό προβλέπονται τα ειδικότερα θέματα σχετικά με τη συγκρότηση της Εκτελεστικής Επιτροπής, τη σύνθεση, τις συνεδριάσεις την εν γένει λειτουργία του, την υποστήριξη στο έργο της από την Γενική Γραμματεία Αιγαίου και Νησιωτικής πολιτικής και των τρόπο έκδοσης των γνωμοδοτήσεων, προτάσεων  και λήψης των αποφάσεών του.
9.    Επιστημονικός Σύμβουλος και αρμόδιος για την τεκμηρίωση των θεμάτων που εντάσσονται στην ημερήσια διάταξη του ΣΥ.ΝΗ.ΠΟ. είναι το Ερευνητικό Ινστιτούτο Νησιωτικής Πολιτικής.
10.    Με απόφαση του ΥΠ.Α.Α.Ν., δύνανται να συστήνονται μη αμειβόμενες Ομάδες Έργου του Ε.ΣΥ.Ν. με συγκεκριμένο αντικείμενο την επεξεργασία αναλυτικότερων προτάσεων και επιχειρησιακών σχεδίων δράσης, με τη συμμετοχή εκπροσώπων των προαναφερόμενων φορέων πολιτικών και υπηρεσιακών παραγόντων.

Άρθρο 244
Συμμετοχή του Γενικού Γραμματέα Ναυτιλίας σε Συλλογικά Όργανα

1.    Το εδ. 2 της  παραγράφου 1 του άρθρου 9 του ν. 2932/2001 «Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών στις θαλάσσιες ενδομεταφορές, Σύσταση Γενικής Γραμματείας Λιμένων και Λιμενικής Πολιτικής – Μετατροπή Λιμενικών Ταμείων σε Ανώνυμες Εταιρείες και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α΄145) τροποποιείται ως ακολούθως:
«Πρόεδρος του Συμβουλίου Ακτοπλοϊκών Συγκοινωνιών (Σ.Α.Σ.) είναι ο Γενικός Γραμματέας Ναυτιλίας, του Υπουργείου Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας.»
2.    Το άρθρο 18 του ν. 3853/2010 τροποποιείται ως ακολούθως:
« Η παράγραφος 1α του άρθρου 10 του ν. 2638/1998 (ΦΕΚ 204 Α΄) τροποποιείται ως ακολούθως:
«1α. Ο Γενικός Γραμματέας Ναυτιλίας του Υπουργείου Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας ως πρόεδρος. Σε περίπτωση απουσίας ή κωλύματος, τον πρόεδρο του Συμβουλίου Ναυτικής Εκπαίδευσης (Σ.Ν.Ε.) αναπληρώνει ο προϊστάμενος της οργανικής μονάδας στην οποία υπάγεται η Διεύθυνση Εκπαίδευσης Ναυτικών.»

Άρθρο 245
Κεντρικό Συντονιστικό Όργανο Πρόληψης και Χειρισμού Κρίσεων Ναυτιλίας

1.    Στο Υπουργείο Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας συγκροτείται,  υπαγόμενο απευθείας στον Υπουργό Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, Κεντρικό Συντονιστικό Όργανο Πρόληψης και Χειρισμού Κρίσεων Ναυτιλίας, με τις ακόλουθες αρμοδιότητες:
(α) Τη συγκέντρωση και επεξεργασία των επί μέρους προτάσεων των αρμοδίων Υπηρεσιών της Γενικής Γραμματείας Ναυτιλίας, της Γενικής Γραμματείας Λιμένων και Λιμενικής Πολιτικής, Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής των εποπτευομένων φορέων, των κοινωνικών εταίρων καθώς και άλλων τυχόν φορέων, για την κατάρτιση του Ετήσιου  Σχεδιασμού Πρόληψης και Χειρισμού Κρίσεων Ναυτιλίας, καθώς και για τη διαμόρφωση του προϋπολογισμού πρόληψης και χειρισμού κρίσεων Ναυτιλίας της χώρας, από πλευράς λειτουργικών και επενδυτικών δαπανών, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του Υπουργείου Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας .
(β) Την Παρακολούθηση, δοκιμασία και αξιολόγηση της εφαρμογής και αποτελεσματικότητας του Ετήσιου  Σχεδιασμού Πρόληψης και Χειρισμού Κρίσεων Ναυτιλίας, καθώς και την εναρμόνιση με εθνικής εμβέλειας σχετικά προγράμματα, σχέδια, μέτρα και δράσεις.
(γ) Το συντονισμό του όλου έργου χειρισμού κρίσεων ναυτιλίας στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του Υπουργείου Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας.
(δ) Την ανάπτυξη συνεργασιών σε εθνικό, ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο και την ανταλλαγή τεχνογνωσίας και βέλτιστων πρακτικών στον τομέα της διαχείρισης κρίσεων ναυτιλίας.
(ε) Επιλαμβάνεται, κατά την κρίση του ΥΠΑΑΝ και κάθε άλλου σχετικού θέματος.

2.    Κατά τη διάρκεια της εξέλιξης κρίσεων ναυτιλίας, το Κεντρικό Συντονιστικό Όργανο Πρόληψης και Χειρισμού Κρίσεων Ναυτιλίας λειτουργεί σε όλη τη διάρκεια του εικοσιτετραώρου και συνεπικουρείται ή από τη Γενική Γραμματεία Ναυτιλίας, ή από τη Γενική Γραμματεία Λιμένων και Λιμενικής Πολιτικής είτε από τη Γενική Γραμματεία Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής, αναλόγως τον τόπο συνεδρίασής του κατά τη συγκεκριμένη κρίση, τη φύση της κρίσης αυτής καθώς και σχετικές οδηγίες- εντολές του Προέδρου του Οργάνου.
3.    Η άσκηση των αρμοδιοτήτων του Κεντρικού Συντονιστικού Οργάνου Πρόληψης και Χειρισμού Κρίσεων Ναυτιλίας στο πλαίσιο του παρόντος άρθρου δεν θίγει αρμοδιότητες και λειτουργίες άλλων συλλογικών οργάνων φορέων, Υπηρεσιών ή Σωμάτων.
4.    Με κοινή Απόφαση των Υπουργών Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, Εσωτερικών, Εξωτερικών, Εθνικής Άμυνας και Προστασίας του Πολίτη ορίζονται τα τακτικά και αναπληρωματικά μέλη του Συντονιστικού Οργάνου και ρυθμίζεται οποιαδήποτε άλλη λεπτομέρεια σχετικά με τη συγκρότηση και τη λειτουργία του.
5.    Η πρόληψη και ο χειρισμός κρίσεων ναυτιλίας, αναφέρεται είτε σε περιπτώσεις όπου το Υπουργείο Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας είναι αρμόδιο για τη συνολική ή επί μέρους αντιμετώπισή τους, είτε λειτουργεί σε συνδρομή προς άλλα Υπουργεία ή φορείς.
6.    Κατά τη διάρκεια της εξέλιξης κρίσεων ναυτιλίας, το προσωπικό των εμπλεκόμενων Υπηρεσιών των Γενικών Γραμματειών Ναυτιλίας, Λιμένων και Λιμενικής Πολιτικής και Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής κατά περίπτωση, δύναται να τεθεί σε εικοσιτετράωρη ετοιμότητα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η’
ΘΕΜΑΤΑ ΤΑΜΕΙΩΝ

Άρθρο 246
Ταμείο Αλληλοβοηθείας Υπαλλήλων Γενικής Γραμματείας Ναυτιλίας και Γενικής Γραμματείας Λιμένων και Λιμενικής Πολιτικής

1.    Στη Γενική Γραμματεία Ναυτιλίας ιδρύεται Ταμείο Αλληλοβοηθείας Υπαλλήλων με έδρα τον Πειραιά.

2.    Το Ταμείο αποτελεί ένωση προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα, με την επωνυμία «Ταμείο Αλληλοβοηθείας Υπαλλήλων Γενικής Γραμματείας Ναυτιλίας και Γενικής Γραμματείας Λιμένων και Λιμενικής Πολιτικής», στο οποίο υπάγονται και οι υπάλληλοι: του Ναυτικού Απομαχικού Ταμείου, του Οίκου Ναύτου, του Γραφείου Ευρέσεως Ναυτικής Εργασίας, του Νοσηλευτικού Ιδρύματος Εμπορικού Ναυτικού, του Ναυτικού Επιμελητηρίου Ελλάδος (ΝΕΕ) και της Πλοηγικής Υπηρεσίας. Στο Ταμείο εφαρμόζονται οι διατάξεις που αφορούν τις ενώσεις προσώπων του άρθρου 107 Α.Κ, με τις εξαιρέσεις που εισάγονται με τις παρακάτω παραγράφους.
Μέλη του Ταμείου μπορεί να είναι οι τακτικοί και με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου αορίστου χρόνου υπάλληλοι της Γενικής Γραμματείας Ναυτιλίας και Γενικής Γραμματείας Λιμένων και Λιμενικής Πολιτικής του Υπουργείου Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο. Τα ανωτέρω μέλη μπορούν να διατηρήσουν την ιδιότητά τους αυτή και σε περίπτωση υποχρεωτικής μετάταξής τους.
3.    Σκοπός του Ταμείου είναι η ανάπτυξη αλληλεγγύης και αλληλοβοηθείας των μελών του μέσω:
(α) της συμπληρωματικής κάλυψης δαπάνης νοσοκομειακής και εξωνοσοκομειακής περίθαλψης  τους, καθώς και των συζύγων και τέκνων αυτών.
(β) της καταβολής χρηματικής αρωγής σε περιπτώσεις βαριάς ασθένειας ή ατυχήματος ή βοηθήματος στους κληρονόμους σε περίπτωση θανάτου μέλους, εφόσον ο κληρονόμος είναι σύζυγος ή συγγενής πρώτου βαθμού.
(γ) της παροχής εκτάκτων βοηθημάτων στα μέλη του κατά την περίοδο των Χριστουγέννων.
4.     Έσοδα του Ταμείου είναι:
(α) εισφορές των μελών του που ανέρχονται σε πέντε (5,00) ευρώ μηνιαίως,
(β) δωρεές τρίτων προσώπων, επιχορηγήσεις Ευρωπαϊκής Ένωσης, έσοδα από διενέργεια εκδηλώσεων, κληροδοσίες, καθώς και κάθε άλλη ενίσχυση ή βοήθημα που δεν αντίκειται στους σκοπούς του Ταμείου και στα χρηστά ήθη.
(γ) Κέρδη από διάθεση προϊόντων πνευματικής ιδιοκτησίας του Ταμείου.

Άρθρο 247
Θέματα Ναυτικού Απομαχικού Ταμείου

1.    Η παράγραφος του 1 του άρθρου 27 του ν. 3863/2010 (ΦΕΚ Α’ 115) αντικαθίσταται  ως ακολούθως:
«1. Από 1.1.2012 η εποπτεία του Ναυτικού Απομαχικού Ταμείου (Ν.Α.Τ.), του Κλάδου Επικουρικής Ασφάλισης Ναυτικών (Κ.Ε.Α.Ν.), του Κεφαλαίου Ανεργίας – Ασθενείας Ναυτικών (Κ.Α.Α.Ν.), του Ταμείου Προνοίας Αξιωματικών Εμπορικού Ναυτικού (Τ.Π.Α.Ε.Ν.), του Ταμείου Προνοίας Κατωτέρων Πληρωμάτων Εμπορικού Ναυτικού (Τ.Π.Κ.Π.Ε.Ν.), της Εστίας Ναυτικών (Ε.Ν.),  του Ειδικού Λογαριασμού Οικογενειακών Επιδομάτων (Ε.Λ.Ο.Ε.Ν.), του Κεφαλαίου Δυτών (Κ.Δ.) και του Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης Προσωπικού Ιδρυμάτων Εμπορικού Ναυτικού (ΤΕΑΠΙΕΝ), ασκείται από το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης.
Η αρμοδιότητα και η, μετά την εκκαθάριση των ναυτολογίων, διαχείριση των ειδικών λογαριασμών «Κεφάλαιο Ναυτικής Εκπαίδευσης» (Κ.Ν.Ε.) και «Κεφάλαιο Πλοηγικής Υπηρεσίας» (Κ.Π.Υ.) υπάγονται από 1.1.2012 στη Διεύθυνση Εκπαίδευσης Ναυτικών της Γενικής Γραμματείας Ναυτιλίας και στην Πλοηγική Υπηρεσία της Γενικής Γραμματείας Λιμένων και Λιμενικής Πολιτικής αντίστοιχα, του Υπουργείου Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας.
Με κοινή Απόφαση των Υπουργών Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης ρυθμίζεται κάθε σχετική λεπτομέρεια  διαχείρισης των ως άνω ειδικών λογαριασμών «Κεφάλαιο Ναυτικής Εκπαίδευσης (ΚΝΕ)» και «Κεφάλαιο Πλοηγικής Υπηρεσίας» (Κ.Π.Υ.)».

2.    Το άρθρο 205 του Ν. 3816/1958 «Κώδικας Ιδιωτικού Ναυτικού Δικαίου» (ΦΕΚ Α΄ 32) τροποποιείται ως ακολούθως:
«Είναι προνομιούχοι επί του πλοίου και του ναύλου κατά την κατωτέρω τάξιν μόνον οι ακόλουθοι απαιτήσεις:
α) οι συναφείς προς την ναυσιπλοϊαν φόροι, τα δικαστικά έξοδα τα γενόμενα προς το κοινόν συμφέρον των δανειστών, τα βαρύνοντα το πλοίον τέλη και δικαιώματα ως και τα εκ της ναυτολογήσεων των ναυτικών δικαιώματα του Ναυτικού Απομαχικού Ταμείου και τα πρόστιμα που επιβλήθηκαν ή επιβάλλονται από το Γραφείο Ευρέσεων Ναυτικής Εργασίας υπέρ του Κεφαλαίου Ανεργίας και Ασθενείας Ναυτικών (Κ.Α.Α.Ν.).
β) αι εκ της συμβάσεως εργασίας πηγάζουσαι απαιτήσεις του πλοιάρχου και του πληρώματος ως και από του κατάπλου του πλοίου εις τον τελευταίον λιμένα έξοδα φυλάξεως και συντηρήσεως,
γ) τα έξοδα και αι αμοιβαί λόγω επιθαλασσίου αρωγής διασώσεως και ναυαγιαιρέσεως,
δ) αι λόγω συγκρούσεως ή προσκρούσεως πλοίων οφειλόμεναι αποζημιώσεις εις τα πλοία, τους επιβάτας και τα φορτία.
Τα προνόμια προηγούνται της υποθήκης.»

3.    Η παράγραφος β του άρθρου 3α που προστέθηκε μετά  το άρθρο 3 του Κωδικοποιημένου Νόμου 792/78, σύμφωνα με το άρθρο 1 του Ν. 1085/80 αντικαθίσταται ως ακολούθως:
«3.α. Από τη συνολική «πραγματική ναυτική υπηρεσία» επί πλοίων καθαράς χωρητικότητας άνω των 10 κόρων, τουλάχιστον πενταετής «πραγματική ναυτική υπηρεσία» να έχει πραγματοποιηθεί σε χρονικό διάστημα όχι μεγαλύτερο του τριπλασίου αυτής.»
4.    Συνταξιούχοι Κυβερνήτες της Πλοηγικής Υπηρεσίας της Γενικής Γραμματείας Λιμένων και Λιμενικής Πολιτικής του Υπουργείου Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, υπάγονται στις διατάξεις του άρθρου 13 παράγραφος 1α του ν. 3075/2002 «Τροποποίηση και συμπλήρωση της συνταξιοδοτικής νομοθεσίας του Δημοσίου και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α’ 297), εφόσον καταβάλουν οι ίδιοι την διαφορά των ασφαλιστικών εισφορών (ναυτικού και πλοιοκτήτη) μεταξύ των ειδικοτήτων ναυτολόγησης του τελευταίου 48μήνου της θαλάσσιας υπηρεσίας των και εκείνων που αντιστοιχούν στην ειδικότητα του Ναυκλήρου σε Ε/Γ ακτοπλοϊκά πλοία άνω των 1500 κοχ, αυξημένων κατά το ποσοστό που προβλέπεται στο ΒΔ 198/1966, με την επιφύλαξη του άρθρου 5, παράγραφος 1α του ν. 2575/1998 «Περί ρυθμίσεως θεμάτων αρμοδιότητας Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας» (ΦΕΚ Α’ 23).
5.    Οι Πίνακες I και II που περιέχονται στο Παράρτημα Α του άρθρου 32 του ν. 2166/93 ««Κίνητρα ανάπτυξης επιχειρήσεων, διαρρυθμίσεις στην έμμεση και άμεση φορολογία και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α’ 137 ) και αφορούν το ύψος της εφάπαξ παροχής που χορηγείται από τα ΤΠΑΕΝ και ΤΠΚΠΕΝ αντίστοιχα, στους ασφαλισμένους των, αντικαθίσταται με τους Πίνακες που περιέχονται στο ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VIII του παρόντος νόμου.

Άρθρο 248
Απαλλαγή Ανέργων Γ.Ε.Ν.Ε.
από  υποχρέωση καταβολής ειδικής εισφοράς

Στην παρ. 2 του άρθρου 29 του ν. 3986/2011 «Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής Μεσοπροθέσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2012-2015» (ΦΕΚ Α’ 152), προστίθεται εδάφιο ως ακολούθως:

«Από την υποχρέωση καταβολής ειδικής εισφοράς εξαιρούνται, επίσης, οι μακροχρόνια άνεργοι ναυτικοί που είναι εγγεγραμμένοι στους καταλόγους προσφερομένων προς ναυτολόγηση του Γραφείου Ευρέσεως Ναυτικής Εργασίας (Γ.Ε.Ν.Ε.), συμπεριλαμβανομένων και των Λιμενικών Αρχών που λειτουργούν ως παραρτήματά του, καθώς και όσοι λαμβάνουν επίδομα ανεργείας από τον εν λόγω Φορέα, εφόσον κατά το χρόνο βεβαίωσης δεν έχουν πραγματικά εισοδήματα.»

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Θ’
ΕΙΔΙΚΕΣ ΔΑΠΑΝΕΣ

Άρθρο 249
Στέγαση Γενικού Γραμματέα Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής

Στο τέλος της περίπτωσης (η) της παραγράφου 2 του άρθρου 3 του Ν.3130/2003 (ΦΕΚ Α΄76) προστίθεται το εδάφιο: «τα παραπάνω ισχύουν και για τον Γενικό Γραμματέα της Γενικής Γραμματείας Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής. Ιδία δε όσον αφορά δαπάνες που προκλήθηκαν από τη μίσθωση κατοικίας του εν λόγω Γενικού Γραμματέα της Γενικής Γραμματείας Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής από 1-1-2010 μέχρι της δημοσίευσης του παρόντος και βάσει του ισχύοντος ως άνω μισθώματος, αναγνωρίζονται ως δικαιολογημένες».

Άρθρο 250
Έξοδα υπεράσπισης και πολιτικής αγωγής  προσωπικού Γενικής Γραμματείας Ναυτιλίας και Γενικής Γραμματείας Λιμένων & Λιμενικής Πολιτικής, Υπουργείου Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας

Το εδάφιο β’ της παραγράφου 1 του άρθρου 53 του ν. 2935/2001 (ΦΕΚ Α΄162) τροποποιείται ως ακολούθως:
«Τα έξοδα υπεράσπισης και πολιτικής αγωγής του προσωπικού του προηγούμενου εδαφίου,  το οποίο αποκαθίσταται, καθορίζονται με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του ΥΠ.Α.Α.Ν. Μέχρι την έκδοση του προεδρικού διατάγματος αυτού,  στο ως άνω προσωπικό εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του π.δ.15/2007 (ΦΕΚ Α11),  όπως ισχύει κάθε φορά».

Άρθρο 251
Κάλυψη ειδικών απρόβλεπτων εξόδων του Υπουργείου Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας

1.    Για την κάλυψη των ειδικών απρόβλεπτων εξόδων του Υπουργείου Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, εγγράφεται πίστωση στον προϋπολογισμό του Υπουργείου αυτού σε ξεχωριστό Κωδικό Αριθμού Εξόδων (ΚΑΕ).
2.    Το ποσό της πίστωσης αυτής προσδιορίζεται από τον προϋπολογισμό και είναι δεκτικό αναπλήρωσης και ανάληψης με χρηματικά εντάλματα προπληρωμής.
3.    Οι δαπάνες των πιστώσεων της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου ενεργούνται δια εντολών του ΥΠ.Α.Α.Ν.
4.    Η δικαιολόγηση των δαπανών πραγματοποιείται βάσει πρακτικού, το οποίο συντάσσεται από τριμελή επιτροπή αποτελούμενη από τρεις (03) Μόνιμους Πολιτικούς Υπαλλήλους του Υπουργείου αυτού, Κλάδου Π.Ε. Ο ορισμός των μελών της επιτροπής αυτής πραγματοποιείται με απόφαση του ΥΠ.Α.Α.Ν.
5.    Η κατά την προηγούμενη παράγραφο επιτροπή, αφού ελέγξει τα δικαιολογητικά διαθέσεως των δαπανηθέντων ποσών, βεβαιώνει σε πρακτικό την κανονική διάθεση αυτών χωρίς καμιά περαιτέρω αιτιολογία.
6.    Το σύμφωνα με την παραπάνω παράγραφο πρακτικό αποτελεί το μόνο και οριστικό δικαιολογητικό στοιχείο για τη διάθεση των χρηματικών ποσών από τις πιστώσεις της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου.
7.    Οι σύμφωνες με τις παραπάνω διατάξεις δαπάνες δεν υπόκεινται σε καμία κράτηση ή τέλος χαρτοσήμου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι’
ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 252
Κατάργηση της Α.Ε. με την επωνυμία «ΠΟΣΕΙΔΩΝ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΝΑΥΤΙΚΗΣ ΚΑΤΑΡΤΙΣΗΣ Α.Ε.»

Από τη δημοσίευση του παρόντος καταργείται η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «ΠΟΣΕΙΔΩΝ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΝΑΥΤΙΚΗΣ ΚΑΤΑΡΤΙΣΗΣ Α.Ε.» με έδρα τον Πειραιά, εποπτευόμενη από το Υπουργείο Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, καθώς και οι διατάξεις των άρθρων 1 έως 7 του ν. 3490/2006 «Σύσταση ινστιτούτου ναυτικής κατάρτισης με την επωνυμία “ΠΟΣΕΙΔΩΝ ΙNΣΤΙTOYTO ΝΑΥΤΙΚΗΣ ΚΑΤΑΡΤΙΣΗΣ Α.Ε.” και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α΄ 206) που προβλέπουν τη σύσταση, τις αρμοδιότητες, τα όργανα και λοιπά θέματα που διέπουν την εν γένει λειτουργία της. Το Ελληνικό Δημόσιο υποκαθίσταται στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της καταργούμενης εταιρίας.    

Άρθρο 253
Συμβάσεις ανάθεσης δημόσιας υπηρεσίας

1.    Το άρθρο όγδοο του ν. 2932/2001 (ΦΕΚ Α’ 145), όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση της παραγράφου 5 αυτού με το άρθρο έκτο του ν. 3482/2006 (ΦΕΚ Α’ 163) και τη συμπλήρωσή της με το άρθρο 27 του ν. 3511/2006 (ΦΕΚ Α’ 258), και την κατάργηση της παραγράφου  8, που είχε προστεθεί με το άρθρο 28 του ν. 3153/2003 (ΦΕΚ Α’ 153), με την παράγραφο 3 του άρθρου 19 του ν. 3409/2005 (ΦΕΚ Α’  273), αντικαθίσταται ως εξής :  
«Άρθρο όγδοο
Συμβάσεις ανάθεσης δημόσιας υπηρεσίας
1. Αν δεν υποβληθούν δηλώσεις για δρομο¬λόγηση πλοίου σύμφωνα με τις διατάξεις των πα¬ραγράφων 3 και 5 του άρθρου τέταρτου, όπως ισχύει κάθε φορά  ή οι δηλώσεις που έχουν υποβληθεί δεν πληρούν τις προϋποθέσεις των διατάξεων αυτών ή δεν ανταπο¬κρίνονται στις ανάγκες της συνέχειας και τακτικότητας του δικτύου ακτοπλοϊκών συγκοινωνιών, της πλήρους εξυπηρέτησης του μεταφορικού έργου, της ποιότητας και της τιμολόγησης της παροχής υπηρεσιών στις προ-βλεπόμενες στο νόμο αυτόν περιπτώσεις, ο Υπουργός μπορεί να συνάπτει σύμβαση ή συμβάσεις ανάθεσης δημόσιας υπηρεσίας διάρκειας τριών έως πέντε ετών για την αποκλειστική εξυπηρέτηση συγκεκριμένης γραμμής ή γραμμών.
2. Το Υπουργείο, το αργότερο μέχρι την 30η Απριλίου, με πρό¬σκληση που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, αναρτάται στην οικεία ιστοσελίδα του Υπουρ¬γείου στο Διαδίκτυο  και  δημοσιεύεται σε περίληψη, που περιλαμβάνει τα ουσιώδη αυτής στοιχεία, στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και σε μία τουλάχιστον ημερήσια εφημερίδα πα¬νελλήνιας κυκλοφορίας, καλεί τους πλοιοκτήτες, που οι ίδιοι και τα πλοία τους έχουν τις νόμιμες προϋποθέσεις, να εκδηλώσουν το ενδιαφέρον τους, για τη δρομολόγηση πλοίου τους σε συγκεκριμένη γραμμή ή γραμμές, με σύναψη σχετικής σύμβασης.
3. Στην πρόσκληση αναφέρεται η προθεσμία για την εκ¬δήλωση ενδιαφέροντος, η δρομολογιακή γραμμή ή γραμμές,  η διαδικασία, το όργανο και τα κριτήρια επιλογής των ενδιαφερομένων, τα απαιτούμενα χαρακτηριστικά του πλοίου ή των πλοίων, τυχόν υποχρε¬ώσεις για παροχή συμπληρωματικών υπηρεσιών μεταφο¬ράς, ο χρόνος διάρκειας της σύμβασης, τα δικαιώματα, οι υποχρεώσεις, οι όροι που εξασφαλίζουν τη διενέργεια τα¬κτικών δρομολογίων και την ασφάλεια μεταφοράς, οι περι¬πτώσεις μεταβολής των όρων της σύμβασης, η εγγυητι¬κή επιστολή, οι λόγοι μερικής ή ολικής κατάπτωσης αυτής, η σταδιακή κατά τη διάρκεια εκτέλεσης της σύμβα¬σης απόδοσή της στον εγγυητή, οι κυρώσεις για τις πα¬ραβάσεις των υποχρεώσεων του πλοιοκτήτη και τα αφορώντα το ναύλο.
4. Οι όροι της πρόσκλησης για τη σύναψη σύμβασης ανάθεσης δημόσιας υπηρεσίας, αποτελούν και όρους της σύμβασης, η οποία υπογράφεται μεταξύ του Υπουργού και του πλοιοκτήτη, καθορίζουν τον τρόπο σύναψης αυτής καθώς και το ειδικό νομικό πλαίσιο υλοποίησής της και ρυθμίζουν κάθε άλλη λεπτομέρεια που αφορά στην παροχή των υπηρεσιών αυτών.
5. Σε περίπτωση κατά την οποία παρότι τηρήθηκε η διαδικασία των προηγούμενων παραγράφων, δεν έχουν υποβληθεί προτάσεις ή οι προτάσεις που υποβλήθηκαν δεν ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της πρόσκλησης της παραγράφου 3 και δεν έχουν υποβληθεί δηλώσεις σύμφωνα με την παράγραφο 5 του άρθρου τέταρτου, όπως ισχύει κάθε φορά, που να ικανοποιούν τις ανάγκες της δρομολογιακής γραμμής ή γραμμών στις οποίες αφορά η πρόσκληση, προκηρύσσεται, ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου Ακτοπλοϊκών Συγκοινωνιών (Σ.Α.Σ.), μειοδοτικός διαγωνισμός για τη σύναψη σύμβασης ή συμβάσεων ανάθεσης δημόσιας υπηρεσίας διάρκειας έως  δώδεκα (12) έτη, έναντι μισθώματος.
6. Με την προκήρυξη του διαγωνισμού καλούνται να υποβάλλουν προσφορά οι πλοιοκτήτες εκείνοι, που οι ίδιοι και τα πλοία τους έχουν τις προϋποθέσεις οι οποίες ορίζονται στο άρθρο τρίτο. Η προκήρυξη περιλαμβάνει, εκτός από τα στοιχεία της παραγράφου 3, όλα τα ουσιώδη στοιχεία που ορίζουν οι κείμενες διατάξεις για τις προσφορές στους δημόσιους διαγωνισμούς και δημοσιεύεται όπως ορίζεται στην παράγραφο 2. Σε περίπτωση σύναψης σύμβασης ανάθεσης δημόσιας υπηρεσίας δωδεκαετούς διάρκειας, η ηλικία του πλοίου κατά τη λήξη της δωδεκαετίας δεν μπορεί να υπερβαίνει το εικοστό (20) έτος.
7. Οι όροι της προκήρυξης του διαγωνισμού για τη σύναψη σύμβασης ανάθεσης δημόσιας υπηρεσίας, η οποία υπογράφεται μεταξύ του ΥΠ.Α.Α.Ν και του πλοιοκτήτη, αποτελούν όρους της σύμβασης, καθορίζουν τον τρόπο σύναψης αυτής καθώς και το ειδικό νομικό πλαίσιο υλοποίησής της και ρυθμίζουν κάθε άλλη λεπτομέρεια που αφορά στην παροχή των υπηρεσιών αυτών.
8. Στον πλοιοκτήτη στον οποίο έγινε η κατακύρωση του διαγωνισμού, αποστέλλεται σχετική ανακοίνωση. Με την επιφύλαξη της διάταξης του άρθρου 5 παρ. 2 εδ. α΄ του ν. 3886/2010 (ΦΕΚ Α’ 173)  η σύμβαση θεωρείται συναφθείσα με την ανακοίνωση της κατακύρωσης, περαιτέρω, όμως, τελεί  υπό την αίρεση της θετικής περάτωσης του προβλεπόμενου στην παράγραφο 7 του άρθρου 19 του π.δ. 774/1980 (ΦΕΚ Α’ 189) προ συμβατικού ελέγχου νομιμότητας από το Ελεγκτικό Συνέδριο και την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας υποβολής αίτησης ανάκλησης ή την έκδοση απόφασης επί της αίτησης ανάκλησης. Ο πλοιοκτήτης στον οποίο κατακυρώθηκε το αποτέλεσμα του διαγωνισμού είναι υποχρεωμένος να προσέλθει για την υπογραφή της σύμβασης μέσα στο χρόνο που ορίζεται στην ανακοίνωση της κατακύρωσης ή σε ξεχωριστό έγγραφο που αποστέλλεται σε αυτόν, με την προϋπόθεση της κατάθεσης της σχετικής εγγυητικής επιστολής καλής εκτέλεσης. Το έγγραφο της σύμβασης έχει αποδεικτικό μόνο χαρακτήρα. Αν τα δικαιολογητικά ή ορισμένα από αυτά, τα οποία είχαν υποβληθεί για τη συμμετοχή στο διαγωνισμό έχουν λήξει κατά το χρόνο της κατακύρωσης, ο πλοιοκτήτης, ύστερα από σχετική πρόσκληση της αρμόδιας υπηρεσίας, υποχρεούται να προσκομίσει πριν από την κατακύρωση νέα δικαιολογητικά, τα οποία να είναι σε ισχύ κατά τον χρόνο της κατακύρωσης.
9. Για το χρονικό διάστημα μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας του διαγωνισμού (αρχικού ή και επαναληπτικών) και την υπογραφή του εγγράφου της σχετικής  σύμβασης, ο ΥΠ.Α.Α.Ν. μπορεί, για την εξυπηρέτηση των συγκοινωνιακών αναγκών, να αναθέτει απ’ ευθείας με την υπογραφή σύμβασης ανάθεσης δημόσιας υπηρεσίας, χωρίς την τήρηση διαγωνιστικής διαδικασίας και κατά παρέκκλιση από κάθε άλλη διάταξη,  την διενέργεια δρομολογίων σε πλοιοκτήτη πλοίου που πληροί τις προβλεπόμενες από τον νόμο προϋποθέσεις, έναντι μισθώματος.  Στην περίπτωση αυτή, ο έλεγχος νομιμότητας από το Ελεγκτικό Συνέδριο ενεργείται κατά τις διατάξεις  της παραγράφου 1 του άρθρου έκτου του ν. 3755/2009 (ΦΕΚ Α’ 52). Αν ο έλεγχος αποβεί αρνητικός και η σύμβαση θεωρηθεί μη συναφθείσα, καταβάλλεται στον ανάδοχο το μίσθωμα που αντιστοιχεί στα δρομολόγια που είχε ήδη εκτελέσει κατά το χρονικό διάστημα μέχρι τη γνωστοποίηση στο Υπουργείο της πράξης του Κλιμακίου ή της απόφασης του Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, κατά περίπτωση, ως εάν η σύμβαση είχε συναφθεί μέχρι τότε εγκύρως, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις.
10. Με απόφαση του ΥΠ.Α.Α.Ν., ύστερα από σύμφωνη γνώμη του Συμβουλίου Ακτοπλοϊκών Συγκοινωνιών, οι συμβάσεις ανάθεσης δημόσιας υπηρεσίας που συνάπτονται μετά από διενέργεια μειοδοτικού διαγωνισμού, μπορούν να παρατείνονται, πριν από τη λήξη τους, με τους ίδιους όρους, είτε εφάπαξ είτε αλλεπάλληλα, για χρονικό διάστημα μέχρι και τέσσερις μήνες συνολικά.
11. Σε περίπτωση μη εκτέλεσης των δρομολογίων λόγω αθέτησης της υποχρέωσης του πλοιοκτήτη ή αδυναμίας εκτέλεσης αυτών για οποιονδήποτε λόγο, στο πλαίσιο είτε τακτικής (εμπρόθεσμης ή εκπρόθεσμης) δρομολόγησης είτε με οποιασδήποτε μορφής σύμβαση ανάθεσης δημόσιας υπηρεσίας, αν κρίνεται απολύτως αναγκαίο, για λόγους κοινωνικής, οικονομικής και εδαφικής συνοχής ή  κάλυψης επειγουσών  συγκοινωνιακών αναγκών, ο ΥΠ.Α.Α.Ν. μπορεί, ακόμα και πριν από την κήρυξη του πλοιοκτήτη εκπτώτου, να αναθέτει απ’ ευθείας με την υπογραφή σύμβασης ανάθεσης δημόσιας υπηρεσίας, χωρίς την τήρηση διαγωνιστικής διαδικασίας και κατά παρέκκλιση από κάθε άλλη διάταξη, τη διενέργεια των δρομολογίων σε πλοιοκτήτη άλλου πλοίου, που πληροί τις προβλεπόμενες από τον νόμο προϋποθέσεις, έναντι μισθώματος. Η διάρκεια της σύμβασης σε αυτή την περίπτωση ορίζεται το αργότερο μέχρι την έναρξη της εκτέλεσης δρομολογίων με τακτική (εμπρόθεσμη ή εκπρόθεσμη) δρομολόγηση, διαφορετικά μέχρι τη σύναψη σύμβασης αποκλειστικής εξυπηρέτησης της δρομολογιακής γραμμής και σε περίπτωση που δεν συναφθεί τέτοια σύμβαση μέχρι την προκήρυξη μειοδοτικού διαγωνισμού, οπότε έχει εφαρμογή η διάταξη της παραγράφου 9.  Το καταβλητέο μίσθωμα είναι αυτό της αρχικής σύμβασης που συνήφθη κατόπιν μειοδοτικού διαγωνισμού, ενώ στις άλλες περιπτώσεις ορίζεται ύστερα από σύμφωνη γνώμη του Σ.Α.Σ.  Οι διατάξεις του δευτέρου και τρίτου εδαφίου της παραγράφου 9,  έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση αυτή.  
12. Το άρθρο έβδομο έχει εφαρμογή και στις γραμμές που εξυπηρετούνται με σύμβαση ανάθεσης δημόσιας υπηρεσίας.  
13. Στις συμβάσεις ανάθεσης δημόσιας υπηρεσίας, οι διατάξεις του π.δ. 118/2007 (ΦΕΚ Α’ 150), όπως ισχύει κάθε φορά, εφαρμόζονται συμπληρωματικά και μόνο για τα θέματα που δεν ρυθμίζονται από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, τους όρους της πρόσκλησης ή της προκήρυξης, κατά περίπτωση, και τους όρους της σύμβασης».
2.    Οι διατάξεις του άρθρου όγδοου του ν. 2932/2001 (ΦΕΚ Α’ 145), όπως αντικαθίστανται με το παρόν άρθρο, έχουν εφαρμογή επί συμβάσεων ανάθεσης δημόσιας υπηρεσίας, οι οποίες συνάπτονται είτε απ’ ευθείας είτε κατόπιν προσκλήσεων ή προκηρύξεων που εκδόθηκαν και δημοσιεύθηκαν μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος άρθρου, με εξαίρεση τις διατάξεις των παραγράφων 11 και 12, οι οποίες έχουν εφαρμογή επί συμβάσεων που συνήφθησαν οποτεδήποτε. Συμβάσεις που συνήφθησαν είτε απ’ ευθείας είτε κατόπιν προσκλήσεων ή προκηρύξεων που εκδόθηκαν και δημοσιεύθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος άρθρου, διέπονται από τους όρους αυτών, τους όρους της πρόσκλησης ή της προκήρυξης, κατά περίπτωση, και τις διατάξεις του άρθρου όγδοου του ν. 2932/2001 (ΦΕΚ Α’ 145), όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το παρόν άρθρο.

Άρθρο 254
Παράταση χρόνου εκπλήρωσης συμβατικής υποχρέωσης

H προβλεπόμενη στο άρθρο 17 του ν. 3887/2010 «Οδικές εμπορευματικές μεταφορές» (Α’ 174) διετής παράταση του χρόνου για την εκπλήρωση της συμβατικής υποχρέωσης του αναδόχου προς αντικατάσταση του συμβατικού πλοίου με άλλο ανώτερης κατηγορίας, καθώς και της χρονικής διάρκειας της σύμβασης, δύναται να παραταθεί επί μία ακόμα τριετία από την επομένη της λήξης της διετίας  και, πάντως, όχι πέραν της 31-12-2017, ύστερα από αίτηση του αναδόχου, που υποβάλλεται οπωσδήποτε πριν από τη λήξη της διετίας, και ταυτόχρονη ανανέωση της εγγυητικής επιστολής καλής εκτέλεσης, που προβλέπεται στη σύμβαση, για χρόνο ίσο προς τη διάρκεια της παράτασης. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και επί συμβάσεων που καταρτίσθηκαν μετά την έναρξη ισχύος του άρθρου 17 του ν. 3887/2010 και μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος άρθρου και δεν έχουν λυθεί έως τότε με οποιονδήποτε τρόπο.

Άρθρο 255
Πλήρης απελευθέρωση περιηγητικών πλόων

Τα άρθρα 1 έως 4 του  ν. 3872/2010 «Εκτέλεση περιηγητικών πλόων από πλοία με σημαία τρίτων χωρών με αφετηρία ελληνικό λιμένα και άλ¬λες διατάξεις» (ΦΕΚ Α’ 148) τροποποιούνται ως εξής:
«Άρθρο 1
Προϋποθέσεις
1. Το δικαίωμα εκτέλεσης πλόων που παρέχεται, σύμ¬φωνα με το άρθρο 165 παρ. 3 περ. β΄ του Κώδικα Δη¬μοσίου Ναυτικού Δικαίου που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του ν.δ. 187/1973 (ΦΕΚ 261 Α΄), σε πλοία με κοινοτική σημαία και σημαία χωρών του Ευρωπαϊκού Οικονομι¬κού Χώρου (ΕΟΧ), παρέχεται εφεξής και στα πλοία με σημαία τρίτων χωρών, με την προϋπόθεση ότι τα πλοία, τα οποία διενεργούν τους πλόες, έχουν μεταφορική ικανότητα μεγαλύτερη των 49 επιβατών και εκτελούν κυκλικό περιηγητικό ταξίδι, μεταξύ του αφετήριου ελληνικού λιμένα και ελληνικών ή και ξένων λιμένων, με αποκλειστικό σκοπό την θαλάσσια αναψυχή και περιήγηση των επιβατών, έναντι ενιαίου εισιτηρίου (ναύλου) και υπό τον όρο ότι ο λιμένας της οριστικής αποβίβασης των επιβατών είναι ο αφετήριος λιμένας. Η διάρκεια του ταξιδιού είναι κατ’ ελάχιστον σαράντα οκτώ (48) ώρες.
2. Οι παρεκκλίσεις που προβλέπονται στα άρθρα 2 και 3 του π.δ. 122/1995 (ΦΕΚ 180 Α΄) από τους οριζόμενους περιορισμούς στα περιηγητικά ταξίδια, καθώς και οι όροι ασφαλείας, που προβλέπονται στο π.δ. 23/1999 (ΦΕΚ 17 Α΄), όπως κάθε φορά ισχύουν, εφαρμόζονται αναλόγως και για τα πλοία με σημαία τρίτων χωρών, τα οποία εκτελούν περιηγητικούς πλόες σύμφωνα με την παράγραφο 1

Άρθρο 2
Επιβολή Εισφοράς
α) Στις πλοιοκτήτριες εταιρίες ή τις εταιρίες που εκ¬μεταλλεύονται τα πλοία του άρθρου 1, επιβάλλεται ει¬σφορά ανά επιβάτη υπέρ του Κεφαλαίου Ανεργίας και Ασθενείας Ναυτικών (Κ.Α.Α.Ν.), ν. 6002 της 22/29 Ιαν. 1934 (ΦΕΚ 37 Α΄), η οποία εισπράττεται στο λιμένα αφετηρίας του πλοίου. Το ύψος της εισφοράς, καθώς και οποιαδήποτε σχετική λεπτομέρεια,  προσδιορίζονται με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, Ανταγω¬νιστικότητας και Ναυτιλίας ανά τριετία. Έως την έκδοση νέας Υπουργικής Απόφασης, ισχύει η αρ. 59/2010 (ΦΕΚ 1766 Β/10-11-2010) Απόφαση Υπουργού Θαλασσίων Υποθέσεων, Νήσων και Αλιείας. Η εισφορά μειώνεται κατά ποσοστό 7% για κάθε επιπλέον ελληνικό λιμένα, εκτός από τον αφετήριο, τον οποίο προσεγγίζει το πλοίο κατά τη διάρκεια του ίδιου περιηγητικού πλου.
β) Η Εταιρεία είναι αποκλειστικά υπεύθυνη για την είσπραξη και την καταβολή της εισφοράς. Το συνολι¬κό ποσό, για κάθε ημερολογιακό μήνα, καταβάλλεται από την Εταιρεία στο Φορέα Διαχείρισης του αφετήριου λιμένα έως τη λήξη του μεθεπόμενου μήνα από τον μήνα αναφοράς. Η είσπραξη του ποσού γίνεται βάσει υπεύθυνης δήλωσης της Εταιρίας στην οποία αναφέρεται, ανά κυκλικό περιηγητικό ταξίδι, το συ¬νολικό καταβλητέο ποσό, ο συνολικός αριθμός των επιβιβασθέντων, οι λιμένες προσέγγισης και ο συνο¬λικός αριθμός των Ελλήνων μελών του πληρώματος του πλοίου, εφόσον απασχολούνταν σε αυτό κατά τη διάρκεια του συγκεκριμένου περιηγητικού πλου. Η εν λόγω δήλωση συνοδεύεται, για κάθε κυκλικό ταξίδι, από θεωρημένη, από τις αρμόδιες λιμενικές αρχές, κατάσταση επιβατών (passenger list) και κατάσταση πληρώματος (crew list), εφόσον στο πλοίο απασχολού¬νται Έλληνες Ναυτικοί, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο άρθρο 3 της παρούσης.
γ) Η Εταιρεία, πέραν της ανωτέρω εισφοράς, ευθύ¬νεται για την είσπραξη και καταβολή του τέλους του άρθρου 6 παρ. 2β του ν. 2399/1996 (ΦΕΚ Α΄ 90/27.5.1996), όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, αναλογικώς εφαρμο¬ζόμενων και των διατάξεων ως προς τις συνέπειες της μη καταβολής και για την είσπραξη της εισφοράς του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 3
Πλήρωμα
Οι  Έλληνες ναυτικοί, οι οποίοι απασχολούνται στα πλοία του άρ. 1, εργάζονται με βάση τα αναγνωριζόμενα από την κείμενη ελληνική νομοθεσία προσόντα και ειδικότητες στις αντίστοιχες θέσεις. Οι συμβάσεις των Ελλήνων ναυτικών που προσλαμβάνονται, διέπονται από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας, που ισχύουν εκάστοτε στην Ελλάδα για την ειδικότητά τους και οι εργαζόμενοι παραμένουν ασφαλισμένοι στον φορέα ασφάλισής τους, με τους ίδιους όρους ασφά¬λισης, που προβλέπει η ελληνική νομοθεσία.
Σε περίπτωση που η πλοιοκτήτρια εταιρεία ή η εταιρεία που εκμεταλλεύεται το πλοίο επιλέξει να κάνει χρήση των εκάστοτε δικαιωμάτων που τυχόν προβλέπονται από την Υπουργική Απόφαση  του άρ. 2 :
α) η επιλογή των Ελλήνων μελών τον πληρώματος, η θέση και η οικονομική τους συμφωνία, θα γίνεται απευθείας από την πλοιοκτήτρια εταιρεία ή την εταιρεία που εκμεταλλεύεται το πλοίο  και κάθε εργαζόμενο ατομικά, χωρίς οποιαδήποτε παρέμβαση των Ελληνικών Αρχών ή τρίτων, υπό τις εξής σωρευτικά ισχύουσες προϋπο¬θέσεις:
αα) Ότι η καταβαλλόμενη αμοιβή θα είναι τουλάχιστον η προβλεπόμενη από την ισχύουσα Εθνική/Κλαδική Συλ¬λογική σύμβαση Εργασίας για τον εργαζόμενο και
ββ) Ότι τηρείται η διαδικασία ασφάλισης του εργα¬ζομένου στον οικείο ασφαλιστικό φορέα, σύμφωνα με την ελληνική νομοθεσία.
β) Οι Έλληνες ναυτικοί που απασχολούνται στο πλοίο θα προέρχονται εκ των κλάδων Προσωπικό Καταστρώ¬ματος ή/και Μηχανής ή/και Γενικών Υπηρεσιών.
2. Για όσα μέλη του πληρώματος είναι σύμφωνα με την ελληνική νομοθεσία ασφαλισμένα στο Ν.Α.T., η Εταιρεία της παρ. 1 απολαμβάνει των προνομίων της ρύθμισης του άρθρου 24 του ν. 3409/2005, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει, χωρίς άλλη διατύπωση, με την κα¬τάθεση στο Ν.Α.Τ. των προβλεπομένων δικαιολογητικών και αντιγράφου της παρούσας σύμβασης. Η ρύθμιση της παρούσας παραγράφου εφαρμόζεται και για τα πλοία με κοινοτική σημαία και σημαία χωρών του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (ΕΟΧ).
3. Η απασχόληση των αλλοδαπών ναυτικών στο πλοίο, ρυθμίζεται αποκλειστικά από τις ισχύουσες διατάξεις της σημαίας του πλοίου, καθώς και από τις συλλογικές ή/και ατομικές συμβάσεις εργασίας, που ρυθμίζονται από το δίκαιο της σημαίας του πλοίου και της χώρας προέλευσης των ναυτικών.
4.  Οι αλλοδαποί ναυτικοί, που απασχολούνται στο πλοίο, δεν βαρύνονται με εισφορές για το NAT ή για οποιοδήποτε άλλο Ελληνικό Ασφαλιστικό Ταμείο και δεν αποκτούν δικαίωμα ασφαλιστικής καλύψεως ή άλλης παροχής από τα Ταμεία αυτά.
5. Η Εταιρεία της παρ. 1 δεν βαρύνεται με εισφορές προς οποι¬οδήποτε Ελληνικό Ασφαλιστικό Ταμείο, ούτε με άλλης μορφής ασφαλιστική ή κοινωνική επιβάρυνση για τη χρησιμοποίηση των αλλοδαπών ναυτικών.

Άρθρο 4
Κυρώσεις
Στους παραβάτες των διατάξεων του παρόντος νόμου αλλά και των διατάξεων της νομοθεσίας που ισχύει για την εκτέλεση περιηγητικών πλόων, επιβάλ¬λονται από την αρμόδια Λιμενική Αρχή, οι κυρώσεις που προβλέπονται στην κείμενη νομοθεσία και ιδίως των άρθρων 42, 44, 45, 157 και 180 του Κώδικα Δημοσίου Ναυτικού Δικαίου.»

Άρθρο 256
Προμήθειες πετρελαιοειδών της Πλοηγικής Υπηρεσίας

Στο τέλος της παραγράφου 6 του άρθρου 13 του ν. 2503/1997 (ΦΕΚ Α΄107) προστίθεται νέο εδάφιο ως ακολούθως:

«Η διαδικασία ανάδειξης προμηθευτών για την προμήθεια πετρελαιοειδών και θεώρησης τιμολογίων για την κανονικότητα της τιμής τους, των πλωτών μέσων της Πλοηγικής Υπηρεσίας της Γενικής Γραμματείας Λιμένων και Λιμενικής Πολιτικής του Υπουργείου Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, διενεργείται από την αρμόδια Διεύθυνση Προμηθειών και Κτιριακών Εγκαταστάσεων της Γενικής Γραμματείας Ναυτιλίας του ιδίου Υπουργείου.»

Άρθρο 257
Ινστιτούτο Ιστορίας Εμπορικής Ναυτιλίας

1.    Η παράγραφος 3 του άρθρου 39 του Ν.2008/1992 «Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των διατάξεων του Ν. 1571/1985 “Ρύθμιση θεμάτων πετρελαϊκής πολιτικής και εμπορίας πετρελαιοειδών και άλλες διατάξεις”. Λοιπές διατάξεις αρμοδιότητας Υπουργείου Οικονομικών και συναρμοδίων Υπουργείων» (ΦΕΚ Α’ 16), η οποία αντικατέστησε την παράγραφο 4 του άρθρου 83 του κ.ν. 792/1978 τροποποιείται ως εξής:

«3.  Το αντίτιμο των διατιμημένων εντύπων, που ορίζεται κάθε φορά με απόφαση του Δ.Σ., η οποία εγκρίνεται από τον εποπτεύοντα Υπουργό.
Επί του ανωτέρω αντιτίμου των διατιμημένων εντύπων των πάσης κατηγορίας πλοίων, επιβάλλεται επί πλέον εισφορά δέκα τοις εκατό (10%), της οποίας ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%) αποδίδεται υπέρ του Ινστιτούτου Ιστορίας Εμπορικής Ναυτιλίας, το οποίο εδρεύει στον Πειραιά και συστάθηκε με το άρθρο 32 του ν.2638/98, και ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%) αποδίδεται στο Ναυτικό Μουσείο της Ελλάδας».

2.    H παράγραφος 1 του άρθρου 32 του ν. 2638/1998 (ΦΕΚ Α΄ 204) τροποποιείται ως εξής:

«1. Συνιστάται Ινστιτούτο Ιστορίας Εμπορικής Ναυτιλίας, το οποίο αποτελεί μη κερδοσκοπικό νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, έχει έδρα τον Πειραιά και τελεί υπό την Εποπτεία του Υπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας.»

3.    Η περίπτωση (γ) της παραγράφου 3 του άρθρου 32 του N. 2638/1998 (ΦΕΚ Α’ 204) τροποποιείται ως εξής:

«γ) Το Δ.Σ. του Ινστιτούτου καταρτίζει τον Εσωτερικό Κανονισμό Λειτουργίας του Ινστιτούτου, ο οποίος εγκρίνεται από τον Υπουργό Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας.».

4.    Οι περιπτώσεις α) και β) της παραγράφου 4 του άρθρου 32 του νόμου 2638/1998 (ΦΕΚ Α’ 204) αντικαθίστανται ως εξής:

«α) Το Δ.Σ. συντίθεται από:
αα) Τον Γενικό Γραμματέα Ναυτιλίας ως Πρόεδρο.
ββ) Έναν ανώτατο αξιωματικό του Λιμενικού Σώματος – ΕΛ.ΑΚΤ.
γγ) ‘Έναν εκπρόσωπο της Ενώσεως Ελλήνων Εφοπλιστών.
δδ) Έναν εκπρόσωπο της Ελληνικής Επιτροπής Ναυτιλιακής Συνεργασίας Λονδίνου.
εε) Έναν εκπρόσωπο της Ενώσεως Εφοπλιστών Ναυτιλίας Μικρών Αποστάσεων.
στστ) Έναν εκπρόσωπο της Ενώσεως Εφοπλιστών Ακτοπλοΐας.
ζζ) Έναν εκπρόσωπο του Ναυτικού Επιμελητηρίου Ελλάδος.
ηη) Έναν εκπρόσωπο της Πανελλήνιας Ναυτικής Ομοσπονδίας,
θθ)Τρία πρόσωπα κύρους με γνώση και εμπειρία σε θέματα ιστορίας, αρχαιολογίας, ναυτιλίας ή άλλους τομείς σχετικούς με το έργο του Ινστιτούτου.

β) Τα υπό γγ), δδ), εε), στστ), ζζ) και ηη) μέλη και οι αναπληρωτές τους προτείνονται από τις οικείες οργανώσεις. Το υπό ββ) μέλος και ο αναπληρωτής του προτείνεται από τον Υπουργό Προστασίας του Πολίτη. Τα υπό αα) και θθ) μέλη και οι αναπληρωτές τους ορίζονται με την απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, με την οποία διορίζονται και όλα τα μέλη του Δ.Σ. με τριετή θητεία.»

5.    Η παράγραφος 6 του άρθρου 32 του ν. 2638/1998 (ΦΕΚ Α΄ 204) τροποποιείται ως εξής:

«6. Το Ινστιτούτο λειτουργεί με εξειδικευμένο προσωπικό ή και με προσωπικό το οποίο αποσπάται από Υπηρεσίες του δημόσιου ή ευρύτερου δημόσιου τομέα, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις. Τα θέματα που έχουν σχέση με τη διοικητική στελέχωση του προσωπικού, τα τυπικά προσόντα, τα καθήκοντα και κάθε λειτουργικό θέμα, ρυθμίζονται με τον Εσωτερικό Κανονισμό Λειτουργίας του Ινστιτούτου. Για τα θέματα πρόσληψης εφαρμόζονται οι κείμενες διατάξεις.»

6.    Η παράγραφος 7 του άρθρου 32 του N. 2638/1998 (ΦΕΚ 204 Α΄) τροποποιείται ως εξής:

«7. Κάθε άλλη λεπτομέρεια σχετικά με την οργάνωση, διοίκηση και λειτουργία του Ινστιτούτου καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.».

Άρθρο 258
Ίδρυση πλωτού Μουσείου Νεράϊδα

1.    Ιδρύεται αυτοδιοικούμενο Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου, με κερδοσκοπικού χαρακτήρα με την επωνυμία «Πλωτό Μουσείο Νεράιδα» με έδρα την Κηφισιά Αττικής (Δηλιγιάννη αρ. 59), το οποίο εποπτεύεται από τον Υπουργό Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και από τον Υπουργό Πολιτισμού και Τουρισμού.
2.    Ο σκοπός του Μουσείου είναι κοινωφελής και συνίσταται:
(α) στη συγκέντρωση, διαφύλαξη και συντήρηση κειμηλίων και αντικειμένων ιστορικού ενδιαφέροντος για την ακτοπλοϊκή και ποντοπόρο ναυτιλία και τη ναυτιλιακή και  γενικότερη ιστορία του Ιωάννη Σ. Λάτση.
(β)   στην ανάδειξη της ιστορίας του πλοίου «ΝΕΡΑΪΔΑ» από τη ναυπήγησή του το έτος 1939, τη μετατροπή του σε διασωστικό πλοίο κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, τη δρομολόγησή του ως επιβατηγού πλοίου στη γραμμή Αργοσαρωνικού έως και την ανακαίνισή του με σκοπό τη μετατροπή του σε πλωτό μουσείο που ολοκληρώθηκε το έτος 2010.
(γ) στην έκθεση σε μόνιμη βάση των κειμηλίων και αντικειμένων ιστορικού ενδιαφέροντος σε πλωτό Μουσείο και στην οργάνωση περιοδικών εκθέσεων και παρουσίαση των εκθέσεων σε λιμένες της Ελλάδας ή του εξωτερικού.
(δ) στη χρηματοδότηση και διοργάνωση, στους χώρους του Μουσείου ή και αλλού, διαλέξεων, ξεναγήσεων, προβολών, συνεδρίων, ταξιδίων και άλλων επιστημονικών, πολιτιστικών και φιλανθρωπικών εκδηλώσεων και ειδικότερα για την ιστορία της ελληνικής ναυτιλίας, την προστασία του θαλασσίου περιβάλλοντος και την προσέλκυση νέων στο ναυτικό επάγγελμα.
3.    Για την πραγματοποίηση του σκοπού του, το Μουσείο θα δικαιούται:
(α) να αποκτά κατά  κυριότητα,  με αγορά ή δωρεά, το ιστορικό πλοίο «ΝΕΡΑΪΔΑ» το οποίο θα νηολογηθεί στο όνομά του με ελληνική σημαία και θα χρησιμοποιείται αποκλειστικά για τους σκοπούς του,
(β) να χρησιμοποιεί οποιοδήποτε συναφές και νόμιμο μέσο κατόπιν αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου.
4.    Περιουσία του Μουσείου αποτελούν:
(α) τα εκθέματα τα οποία θα αποκτά κατά κυριότητα με αγορά, δωρεά ή με άλλο νόμιμο τρόπο,
(β) το πλοίο που θα αποκτήσει κατά κυριότητα.
5.    Πόροι του Μουσείου, που θα χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για την εκπλήρωση του σκοπού του είναι:
(α) δωρεές και χορηγίες από το κοινωφελές ίδρυμα “john S. Latsis Public Benefit Foundation», που εδρεύει στο Vaduz του Liechtenstein («Κοινωφελές Ίδρυμα Ιωάννη Λάτση»),
(β) δωρεές, χορηγίες, επιχορηγήσεις, κληρονομίες και κληροδοσίες από οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο,
(γ) έσοδα από τη δραστηριότητα του Μουσείου.
6.    Στο Μουσείο μπορούν να παραχωρούνται εκθέματα κατά χρήση, με ή χωρίς αντάλλαγμα, ιδίως για τη συντήρηση, φύλαξη, έκθεση και ανάδειξη στους χώρους του Μουσείου στο πλαίσιο της μόνιμης εκθέσεώς του ή των περιοδικών εκθέσεών του.
7.    Για το πλοίο που θα αποκτήσει το Μουσείο εφαρμόζονται τα εδάφια 2 και 3 της παρ. 2 του άρθρου 11 Ε του ν. 3816/2010 «Ρύθμιση επιχειρηματικών και επαγγελματικών οφειλών προς τα πιστωτικά ιδρύματα, διατάξεις για την επεξεργασία δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α΄6).
8.    Το Μουσείο διοικείται και εκπροσωπείται από Διοικητικό Συμβούλιο το οποίο:
(α) Aποτελείται από τρία (3) έως επτά (7) μέλη, τα οποία θα ορίζονται από το Εποπτικό Συμβούλιο του «John S. Latsis Public Benefit Foundation» (Κοινωφελούς Ιδρύματος Ιωάννη Σ. Λάτση»), με θητεία που θα ορίζεται από το τελευταίο και θα είναι ελεύθερα ανακλητά. Το Διοικητικό Συμβούλιο λειτουργεί και λαμβάνει αποφάσεις νόμιμα, ακόμη και αν τα μέλη του περιορισθούν, για οποιονδήποτε λόγο, σε τρία (3). Στην περίπτωση αυτή, προς ύπαρξη απαρτίας απαιτείται η παρουσία των τριών (3) μελών.
(β) Tο Διοικητικό Συμβούλιο αποφασίζει για κάθε θέμα που αφορά τη διαχείριση και εκπροσώπηση και εν γένει την επιδίωξη του σκοπού και τη λειτουργία του Μουσείου. Το Διοικητικού Συμβούλιο μπορεί να αναθέτει όλες ή κάποιες από τις ανωτέρω εξουσίες σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα, μέλη του ή μη, ενεργούντα από κοινού ή μεμονωμένα.
(γ) Tο Διοικητικό Συμβούλιο με απόφασή του συγκροτείται σε σώμα εκλέγοντας από τα μέλη του τον Πρόεδρο, τον Αντιπρόεδρο/Ταμία και τον Γραμματέα του.
(δ) O Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου καταρτίζει την ημερήσια διάταξη, συγκαλεί το Διοικητικό Συμβούλιο και προεδρεύει των συνεδριάσεών του. Τον Πρόεδρο απόντα ή κωλυόμενο αναπληρώνει σε κάθε περίπτωση ο Αντιπρόεδρος .
(ε) Tο Διοικητικό Συμβούλιο βρίσκεται σε απαρτία, όταν παρίσταται η πλειοψηφία των μελών του, και συνεδριάζει νόμιμα, στην έδρα του Μουσείου ή στο πλωτό Μουσείο ή σε άλλον τόπο, κατόπιν έγγραφης πρόσκλησης του Προέδρου του. Στην πρόσκληση ορίζονται ο τόπος η ημέρα, η ώρα, καθώς και τα θέματα της ημερήσιας διάταξης. Οι συνεδριάσεις διενεργούνται τακτικά μία φορά το τρίμηνο και εκτάκτως όταν προκύψουν θέματα προς συζήτηση. Η έκτακτη σύγκληση του Διοικητικού Συμβουλίου είναι υποχρεωτική εφόσον τη ζητήσουν τρία (3) τουλάχιστον μέλη του με αίτησή τους προς τον Πρόεδρό του Διοικητικού Συμβουλίου.
(στ) Oι αποφάσεις του διοικητικού Συμβουλίου λαμβάνονται με φανερή ψηφοφορία και με απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων μελών.
(ζ) O Πρόεδρος κηρύσσει την έναρξη και τη λήξη των συνεδριάσεων, διευθύνει τις εργασίες, προεδρεύει των συνεδριάσεων, φροντίζει για την εφαρμογή του νόμου και την εύρυθμη λειτουργία του Διοικητικού Συμβουλίου.
(η)  Για τις συζητήσεις και αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου τηρούνται πρακτικά που καταχωρούνται σε βιβλίο. Τα πρακτικά υπογράφονται από τον Πρόεδρο και τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου που μετέχουν στις συνεδριάσεις.
9.    Το «ΝΕΡΑΪΔΑ» θα μπορεί να εκτελεί πλόες μεταξύ ελληνικών λιμένων και από και προς λιμένες εξωτερικού με επάνδρωση και κανόνες ασφαλείας σύμφωνους με εκείνους που διέπουν ιδιωτικά επιβατηγά πλοία αναψυχής. Ο Υπουργός Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, μπορεί με απόφασή του μετά αίτησή του Μουσείου να καθορίζει ειδικούς κανόνες επάνδρωσης και ασφάλειας στο πλαίσιο των ισχυουσών διεθνών συμβάσεων.
10.    Η λύση του Μουσείου αποφασίζεται με ομόφωνη απόφαση των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου. Σε περίπτωση λύσεως για οποιαδήποτε λόγο η περιουσία του Μουσείου περιέχεται στο «John S. Latsis Public Benefit Foundation» («Κοινωφελές Ίδρυμα Ιωάννη Σ. Λάτση») ή σε άλλο νομικό πρόσωπο που θα συστήσει το τελευταίο ειδικά για το σκοπό αυτό.
11.    Κατά τα λοιπά το Μουσείο διέπεται από τα άρθρα 61 έως 77 του Αστικού Κώδικα. Ο α.ν. 2039/1939 (ΦΕΚ Α’ 455) δεν έχει εφαρμογή στο νομικό πρόσωπο που συνιστάται με τις διατάξεις του παρόντος.
12.    Η εποπτεία του Υπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας συνίσταται στον έλεγχο της ασφαλούς λειτουργίας του πλοίου το οποίο χρησιμοποιεί το Μουσείο για την εκπλήρωση του σκοπού του σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις καθώς και σε έλεγχο νομιμότητας των αποφάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου, οι οποίες αφορούν πράξεις διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων του Μουσείου. Η εποπτεία του Υπουργού Πολιτισμού και Τουρισμού αναφέρεται στα κινητά μνημεία που εκτίθενται στο ανωτέρω Μουσείο και ασκείται με την κείμενη νομοθεσία.

Άρθρο 259
Ωράριο λειτουργίας
Κλάδου Ελέγχου Εμπορικών Πλοίων

1.    Για τις ανάγκες των Υπηρεσιών του Κλάδου Επιθεώρησης Εμπορικών Πλοίων, ο οποίος λειτουργεί σε εικοσιτετράωρη βάση, καθορίζεται ειδικό ωράριο  εργασίας του υπηρετούντος στις ανωτέρω Υπηρεσίες πολιτικού προσωπικού της Γενικής Γραμματείας Ναυτιλίας.

2.    Με κοινή Απόφαση των Υπουργών Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και Οικονομικών, ρυθμίζονται οι σχετικές λεπτομέρειες του ωραρίου, οι φυλακές, οι άδειες καθώς επίσης καθορίζεται αποζημίωση για τη νυχτερινή εργασία και για την εργασία κατά το Σάββατο, την Κυριακή και τις αργίες.   

Άρθρο 260
Εφαρμογή διατάξεων της Διεθνούς Σύμβασης για την αστική ευθύνη για ζημία ρύπανσης από πετρέλαιο κίνησης, 2001

Οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 3 του Ν. 3393/2005 «Κύρωση της Διεθνούς Σύμβασης για την αστική ευθύνη για ζημία ρύπανσης από πετρέλαιο κίνησης, 2001» (ΦΕΚ Α΄ 242) τροποποιούνται ως ακολούθως:

«1. Οι διατάξεις του παρόντος νόμου, της «Σύμβασης» και των προεδρικών διαταγμάτων που εκδίδονται σε εκτέλεσή του, εφαρμόζονται:
  α. στα πλοία υπό ελληνική σημαία, τα οποία έχουν καταμετρηθεί σύμφωνα με τις διατάξεις της Διεθνούς Σύμβασης για τη μέτρηση της χωρητικότητας των πλοίων, 1969 και των οποίων η ολική χωρητικότητα (ο.χ.) υπερβαίνει τα 1000 GT, ανεξάρτητα από τους πλόες που εκτελούν,
 β. στα πλοία υπό ελληνική σημαία, που εκτελούν αποκλειστικά πλόες εσωτερικού και τα οποία δεν υποχρεούνται σε καταμέτρηση σύμφωνα με τη Διεθνή Σύμβαση για τη μέτρηση της χωρητικότητας των πλοίων, 1969, των οποίων η ολική χωρητικότητα (κ.ο.χ.) υπερβαίνει τους 1000 κόρους, καταμετρημένους σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.δ. 973/1971 9ΦΕΚ Α΄ 194) και
 γ. στα πλοία υπό ξένη σημαία, ολικής χωρητικότητας (ο.χ.) πάνω από 1000 GT, σύμφωνα με τις διατάξεις της Διεθνούς Σύμβασης για τη μέτρηση της χωρητικότητας των πλοίων, 1969, για τις περιπτώσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής που προσδιορίζει το άρθρο 2 της «Σύμβασης».
 2. Με Προεδρικό Διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, μπορεί να επεκτείνεται η                                        εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος νόμου και των προεδρικών διαταγμάτων που εκδίδονται σε εκτέλεση αυτού, στα υπό ελληνική σημαία πλοία, τα οποία εκτελούν αποκλειστικά πλόες εσωτερικού, ολικής χωρητικότητας (κ.ο.χ.) μικρότερης των 1000 κόρων, καταμετρημένα σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 973/1971 (ΦΕΚ Α΄ 194).»   

Άρθρο 261
Κεφάλαιο αποζημιώσεων ζημιών ρύπανσης από πετρελαιοειδή

1.    Οι παράγραφοι 1 και 4 του άρθρου τρίτου του ν. 1638/1986 «Κύρωση της Διεθνούς Σύμβασης που υπογράφτηκε στις Βρυξέλλες το 1971 «Ίδρυση διεθνούς κεφαλαίου για την αποζημίωση ζημιών ρύπανσης από πετρελαιοειδή και ρύθμιση συναφών θεμάτων» (ΦΕΚ Α΄ 108), αντικαθίστανται ως εξής :
«1. Κάθε «πρόσωπο», σύμφωνα με τον ορισμό της σύμβασης, το οποίο παραλαμβάνει μέσα στην Επικράτεια «πετρελαιοειδή» μεταφερόμενα με πλοία σε ποσότητα μεγαλύτερη από 150.000 μετρικούς τόνους το χρόνο, οφείλει να καταβάλει σε καθορισμένη προθεσμία στο λογαριασμό που τηρεί το «πρόσωπο» αυτό σε οποιαδήποτε ελληνική τράπεζα ή τράπεζα του εξωτερικού, συνεισφορά στο «Κεφάλαιο», η οποία καθορίζεται από τη συνέλευση του «Κεφαλαίου», σύμφωνα με τα άρθρα 11 και 12 της σύμβασης».
«4. Τα ποσά των συνεισφορών κατατίθενται στο λογαριασμό που τηρεί το οριζόμενο στην σύμβαση «πρόσωπο» σε οποιαδήποτε ελληνική τράπεζα ή τράπεζα του εξωτερικού και στη συνέχεια εμβάζονται στον Διευθυντή του Διεθνούς Κεφαλαίου ή, εναλλακτικά, κατατίθενται απευθείας στον λογαριασμό του «Κεφαλαίου» με την διαδικασία που καθορίζει κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής και Προστασίας του Πολίτη, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως».  

2.    Οι παράγραφοι 1 και 3 του άρθρου δεύτερου του ν. 3482/2006 “Κύρωση του Πρωτοκόλλου του 2003 της Διεθνούς Σύμβασης του 1992 για την ίδρυση Διεθνούς Κεφαλαίου αποζημίωσης ζημιών ρύπανσης από πετρέλαιο και άλλες διατάξεις” (ΦΕΚ Α΄ 163) αντικαθίστανται ως εξής:

«1. Κάθε «πρόσωπο», σύμφωνα με τον ορισμό του Πρωτοκόλλου, το οποίο παραλαμβάνει μέσα στην Επικράτεια «πετρέλαιο» μεταφερόμενο με πλοία σε συνολική ποσότητα μεγαλύτερη από 150.000 μετρικούς τόνους το χρόνο, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 1(α) και (β) του Πρωτοκόλλου, οφείλει να καταβάλει σε καθορισμένη προθεσμία στο λογαριασμό που τηρεί το «πρόσωπο» αυτό σε οποιαδήποτε τράπεζα της Ελλάδος ή τράπεζα του εξωτερικού συνεισφορά στο «Συμπληρωματικό Κεφάλαιο», η οποία καθορίζεται από τη συνέλευση του «Συμπληρωματικού Κεφαλαίου», σύμφωνα με τα άρθρα 10 και 11 του Πρωτοκόλλου».
«3. Τα ποσά των συνεισφορών κατατίθενται στο λογαριασμό που τηρεί το οριζόμενο στην σύμβαση «πρόσωπο» σε οποιαδήποτε ελληνική τράπεζα ή τράπεζα του εξωτερικού και στη συνέχεια εμβάζονται στον Διευθυντή του Συμπληρωματικού Κεφαλαίου ή εναλλακτικά κατατίθενται απευθείας στον λογαριασμό του «Συμπληρωματικού Κεφαλαίου» με την διαδικασία που καθορίζει κοινή απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και των Υπουργών Προστασίας του Πολίτη, Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής και του Υπουργού Οικονομικών».

3.    Μέχρι την έκδοση νέας κοινής υπουργικής απόφασης κατ’ εξουσιοδότηση της παραγράφου 4 του άρθρου τρίτου του ν. 1638/1986, εξακολουθεί να ισχύει η κοινή υπουργική απόφαση, που είχε εκδοθεί κατ’ εξουσιοδότηση της παραγράφου 4 του άρθρου τρίτου του ν. 1638/1986 πριν την τροποποίησή της με το παρόν άρθρο.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΑ’
ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 262
Τροποποιούμενες και καταργούμενες διατάξεις

1.    Η προθεσμία της παραγράφου 1 εδ. ε΄και στ’ του άρθρου 27 του ν. 3182/2003 «Ναυτιλιακή Εταιρεία Πλοίων αναψυχής και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α’ 220) ορίζεται σε δεκαοκτώ (18) αντί έξι (6) μήνες.

2.    Στην περίπτωση ε΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 12 του ν.3842/2010 «Αποκατάσταση φορολογικής δικαιοσύνης, αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α΄ 58) προστίθεται υποπερίπτωση οο΄ ως εξής: «με το άρθρο 37 του ν.3182/2003 (ΦΕΚ Α΄220) για τη Ναυτιλιακή Εταιρεία Πλοίων Αναψυχής και τους μετόχους της».

3.    Η παράγραφος 1 του άρθρου 12 του ν. 27/1975 «Περί φορολογίας  πλοίων επιβολής  εισφοράς  προς  ανάπτυξιν  της  Εμπορικής Ναυτιλίας,  εγκαταστάσεως   αλλοδαπών ναυτιλιακών επιχειρήσεων και ρυθμίσεως συναφών θεμάτων» (ΦΕΚ Α΄ 77) τροποποιείται και ισχύει από τη διαχειριστική χρήση 2011 ως εξής:
«1. Ο φόρος επί των πλοίων της δεύτερης κατηγορίας του άρθρου 3 του παρόντος νόμου υπολογίζεται ετησίως κατά κόρο ολικής χωρητικότητας (GROSS) του πλοίου και καταβάλλεται σε ευρώ με βάση την ακόλουθη κλίμακα:

Κλιμάκιο σε
 κόρους ολικής χωρητικότητας     Φορολογικός συντελεστής κλιμακίου σε ευρώ ανά κόρο ολικής χωρητικότητας     Φόρος κλιμακίου
(σε ευρώ)    Σύνολο
χωρητικότητας
σε κόρους
(GROSS)    Σύνολο
ετήσιου φόρου
(σε ευρώ)
20    0,90    18,00    20,00    18,00
30    1,05    31,50    50,00    49,50
50    1,14    57,00    100,00    106,50
Άνω των 100     1,50            

4.    Στο άρθρο 18 του ν. 2971/2001 «Αιγιαλός, παραλία και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α’ 285) προστίθενται οι ακόλουθες παράγραφοι 4 και 5 ως εξής:

«4. Επισκευές – επεμβάσεις τοπικού χαρακτήρα φθορών ή βλαβών σε νόμιμα υφιστάμενους λιμένες και λιμενικές εγκαταστάσεις που προκαλούνται από τη συνήθη χρήση ή  και έκτακτες καταστάσεις (θεομηνίες, πρόσκρουση πλοίων κ.λ.π.) όπως και ιδίως υποσκαφές (σπηλαιώσεις), και πάσης φύσεως φθορές ή ζημιές σε κρηπιδώματα και προβλήτες, καθιζήσεις ανωδομών, αντικατάσταση βλαβέντος εξοπλισμού, αποκατάσταση τοπικών αστοχιών θωράκισης προστασίας εξωτερικών λιμενικών έργων (βραχισμός), κ.λ.π., προϋπολογισμού δαπάνης δημοπράτησης που δεν υπερβαίνει το ποσό των 100.000,00  ευρώ (€) πλέον δαπάνης Φ.Π.Α., και από τις οποίες δεν τροποποιούνται τα γεωμετρικά χαρακτηριστικά των λιμένων ή των λιμενικών εγκαταστάσεων, εκτελούνται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Λιμένων και Λιμενικής Πολιτικής του Υπουργείου Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας ύστερα από υποβολή σχετικού αιτήματος του φορέα διοίκησης και εκμετάλλευσης, και χορήγηση της αναφερόμενης στην παρ. 3 του παρόντος άρθρου αστυνομικής φύσεως άδειας της αρμόδιας λιμενικής αρχής.  
Η πιο πάνω διαδικασία για επισκευαστικές παρεμβάσεις εφαρμόζεται και σε όλες τις νομίμως υφιστάμενες λιμενικές εγκαταστάσεις οποιασδήποτε φύσης, στις οποίες  φορέας διοίκησης είναι ιδιώτες ή εταιρείες, σε περίπτωση που  οι αναγκαίες επισκευές συντηρήσεις συνδέονται άρρηκτα με την ομαλή λειτουργία της κάθε εγκατάστασης και προξενούνται εξαιτίας θεμελιωδών αυτής δραστηριοτήτων, όπως φόρτο-εκφόρτωση και κυκλοφορία βαρέων οχημάτων, από-επιβίβαση συναλλασσόμενων, σπηλαιώσεις και λοιπές φθορές λόγω καιρικών φαινομένων και η αποκατάσταση του είναι επιβεβλημένη για την ασφάλεια των εργαζομένων και των χρηστών των εγκαταστάσεων αυτών.
5. Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Λιμένων και Λιμενικής Πολιτικής του ΥΠ.Α.Α.Ν. υλοποιούνται επίσης σε νομίμως υφιστάμενους λιμένες η λιμενικές εγκαταστάσεις οι κάτωθι επεμβάσεις / αναβαθμίσεις τοπικού χαρακτήρα :
Α) Εξοπλισμός και εργασίες που αποσκοπούν στη δημιουργία υποτυπωδών, μικρής έκτασης εγκαταστάσεων για την εξυπηρέτηση των διακινούμενων επιβατών και εργαζομένων σε αυτό, όπως ψύκτες νερού, σκιάδια, χημικές τουαλέτες,  A.T.M. Τραπεζών, μηχανήματα αυτόματης έκδοσης εισιτηρίων, εξοπλισμός και σήμανση για τη διακίνηση πεζών και οχημάτων κ.λ.π.
Β) Εργασίες εγκατάστασης συστημάτων προστασίας ποδός των κρηπιδωμάτων και των προβλητών και εγκατάστασης ελαστικών παρεμβυσμάτων (ελαστικών προσκρουστήρων) μετά από εκπόνηση σχετικής Τεχνικής Μελέτης κατηγορίας 11 (Λιμενικά Έργα) του ν. 3316/2005 ««Ανάθεση και εκτέλεση δηµοσίων συµβάσεων εκπόνησης µελετών και παροχής συναφών υπηρεσιών και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α΄ 42). Το ωφέλιμο βάθος των κρηπιδωμάτων / προβλητών θα παραμένει το ίδιο, προ και μετά την εγκατάσταση του συστήματος προστασίας ποδός.
Γ) Η εγκατάσταση συστημάτων ασφαλείας με στόχο οι λιμένες και οι λιμενικές εγκαταστάσεις να συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις του Διεθνούς Κώδικα περί ασφάλειας πλοίων και λιμενικών εγκαταστάσεων ISPS (International Ship and Port Facility Security), και του ν. 3622/2007 (ΦΕΚ 284Α) σκοπός του οποίου είναι ο σχεδιασμός σε  εθνικό επίπεδο των αρμοδιοτήτων και δράσεων καθώς και ο συντονισμός αυτών για τη διασφάλιση της εφαρμογής του Κανονισμού  (ΕΚ) 725/2004 και της Ευρωπαϊκής Οδηγίας  2005/65 για τη βελτίωση της ασφάλειας των πλοίων, των λιμενικών εγκαταστάσεων και των λιμένων από σκόπιμες παράνομες ενέργειες, και να καλύπτουν τις απαιτήσεις των μελετών Σχεδίου Ασφάλειας Λιμενικής Εγκατάστασης (Σ.Α.Λ.Ε.) που έχουν εκπονηθεί με βάση τη μελέτη Αξιολόγησης Λιμενικών Εγκαταστάσεων (Α.Λ.Ε.).  
Δ) Στο θέμα επίσης της ασφάλειας των λιμένων εντάσσεται και ο προβλεπόμενος για τοποθέτηση σε αυτούς εξοπλισμός στα πλαίσια του της εφαρμογής της Συνθήκης Schengen και διαφόρων συστημάτων ασφαλείας. Επισημαίνεται ότι η εγκατάσταση του εξοπλισμού που απαιτείται για την εφαρμογή του κώδικα ISPS, της συνθήκης Schengen και διαφόρων συστημάτων ασφαλείας, στο πλαίσιο εξασφάλισης κρατικής ασφάλειας συνεπάγεται ήσσονος σημασίας παρεμβάσεις όπως κινητές περιφράξεις, διέλευση ηλεκτροφόρων καλωδίων, δημιουργία φυλακίων ελέγχου, τοποθέτηση καμερών παρακολούθησης επί στύλων, προστατευτικές μπάρες κλπ επί των ήδη υπαρχόντων έργων των οποίων σε καμία περίπτωση δεν τροποποιούνται ή αλλοιώνονται τα υφιστάμενα γεωμετρικά  χαρακτηριστικά αυτών και δεν παρακωλύεται η λειτουργία τους.
Πέραν της απόφασης του Γενικού Γραμματέα Ναυτιλίας  για την εκτέλεση των έργων των παραγράφων 4 και 5 του παρόντος απαιτείται επίσης και η αναφερόμενη στην παρ. 3 του παρόντος άρθρου άδεια της αρμόδιας λιμενικής αρχής.»

5.    Από την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος νόμου καταργούνται ο ν. 2743/1999, ο ν. 438/1976,  το άρθρο 3 του ν.603/77, τα άρθρα 11, 43 και 44 του ν. 3182/2003, τα άρθρα 12, 13 και η περ. δ’ παρ. 3 άρθρου 37 του π.δ. 242/1999, καθώς και κάθε διάταξη στο μέρος που αντίκειται στις διατάξεις του παρόντος νόμου.

Άρθρο 263
Μεταβατικές διατάξεις

1.    Επαγγελματικά αναψυχής μηχανοκίνητα από 18 έως 20 μέτρα μήκος, συνεχίζουν να λειτουργούν χωρίς πλήρωμα μέχρι την 31/12/2012.

2.    Μέχρι την έκδοση της ΥΑ της περίπτωσης στ), υποπερίπτωση (στ.β), της παραγράφου 6 του άρθρου 207 του παρόντος νόμου, ως τεκμαρτός ναύλος για την εφαρμογή της περίπτωσης δ), παρ. 6, του ίδιου άρθρου ορίζεται ο μέσος όρος των δηλωθέντων ημερησίων ναύλων του ίδιου επαγγελματικού πλοίου αναψυχής κατά δύο προηγούμενα έτη για το ίδιο χρονικό διάστημα του έτους.

3.    Επαγγελματικά πλοία αναψυχής των οποίων τα έγγραφά τους ελέγχονται από τις αρμόδιες ελεγκτικές, φορολογικές και τελωνειακές αρχές η άδειά τους τελεί σε αναστολή μέχρι την έκδοση τελεσίδικης διοικητικής ή δικαστικής απόφασης ή αναστολής εφαρμογής της παρούσας διάταξης από το καθ’ ύλην αρμόδιο Δικαστήριο.

4.    Όπου στον παρόντα νόμο προβλέπεται η έκδοση Υπουργικών Αποφάσεων, εφαρμόζονται οι εκδοθείσες για τα ίδια θέματα, κατ΄ εξουσιοδότηση του προϊσχύσαντος νόμου μέχρι να εκδοθούν νέες με βάση τις εξουσιοδοτικές διατάξεις του παρόντος.

ΜΕΡΟΣ ΕΚΤΟ
ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 264
Τροποποίηση διατάξεων για τα τεχνικά επαγγέλματα και τις μεταποιητικές δραστηριότητες
1.    Στο τέλος του άρθρου 1 του ν. 3982/2011 «Απλοποίηση της αδειοδότησης τεχνικών επαγγελματικών και μεταποιητικών δραστηριοτήτων και επιχειρηματικών πάρκων και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α΄143), προ της τελείας προστίθεται η εξής φράση:
«καθώς και των απαιτήσεων, οι οποίες συνδέονται με την άσκηση των εν λόγω δραστηριοτήτων και οι οποίες αφορούν στην ίδρυση, στην επέκταση και στον έλεγχο των εγκαταστάσεων, επί των οποίων ασκούνται οι ως άνω επαγγελματικές δραστηριότητες.»

2.    Η παράγραφος 3 του άρθρου 2 του ν.3982/2011 αντικαθίστανται ως εξής:
«3. «Επαγγελματικές Δραστηριότητες»: είναι οι εργασίες α) σύνταξης της μελέτης  μιας εγκατάστασης και των επιμέρους αυτής μελετών, β) επίβλεψης εκτέλεσης της εν λόγω μελέτης, γ) υλοποίησης της εγκατάστασης, δ) επίβλεψης και ελέγχου της καλής λειτουργίας της εγκατάστασης, ε) επιτήρησης, επισκευής-συντήρησης αυτής, στ) τεχνικών υπηρεσιών και ζ) πραγματογνωμοσυνών επί εγκατάστασης καθώς και οι συναφείς προς αυτές εργασίες.»
3.    Στο άρθρο 2 του ν.3982/2011 μετά την παράγραφο 4 προστίθεται νέα παράγραφος 5 ως εξής:
«5. Επίπεδο Επαγγελματικής Δραστηριότητας»: Είναι το επίπεδο το οποίο χαρακτηρίζει τις απαιτήσεις για την άσκηση συγκεκριμένης επαγγελματικής δραστηριότητας σε μια εγκατάσταση και καθορίζεται από το είδος, την έκταση, την τεχνολογική στάθμη και την πολυπλοκότητα της εν λόγω επαγγελματικής δραστηριότητας. Το Επίπεδο Επαγγελματικής Δραστηριότητας προσδιορίζει τις απαιτήσεις επαγγελματικών προσόντων για την εκτέλεση συγκεκριμένης επαγγελματικής δραστηριότητας. Η διαφοροποίηση των εν λόγω απαιτήσεων καθορίζει τον αριθμό των επιπέδων δραστηριότητας σε μια συγκεκριμένη εγκατάσταση. Το Επίπεδο Επαγγελματικής Δραστηριότητας είναι ακέραιος αριθμός, ο οποίος λαμβάνει τις τιμές: 1, 2, 3 και 4, όπου ο αριθμός 1 αντιστοιχεί στο επίπεδο με τις υψηλότερες απαιτήσεις.
4.    Το πρώτο εδάφιο της περίπτωσης (α) της παρ. 1 του άρθρου 3 του ν.3982/2011 αντικαθίσταται ως εξής:
«Κατηγορίες που αφορούν σύνταξη της μελέτης μιας εγκατάστασης και των επιμέρους αυτής μελετών, επίβλεψη εκτέλεσης της εν λόγω μελέτης, υλοποίηση της εγκατάστασης, επίβλεψη και ελέγχου της καλής λειτουργίας της εγκατάστασης, εκτέλεση πραγματογνωμοσύνης επί εγκατάστασης, επιτήρηση, επισκευή-συντήρηση αυτής, καθώς και τον χειρισμό του εξοπλισμού τους.»

5.    Μετά το άρθρο 4 του ν.3982/2011 προστίθεται νέο άρθρο 4Α ως εξής:
«Άρθρο 4Α
Απαιτήσεις για την ίδρυση, την επέκταση, τη λειτουργία και τον έλεγχο εγκαταστάσεων
1. Για την ίδρυση, την επέκταση, τη λειτουργία και τον έλεγχο των εγκαταστάσεων, που αναφέρονται στην υποπαράγραφο (α) της παρ. 1 του άρθρου 3 του παρόντος νόμου απαιτείται αναλόγως, του επιπέδου της κατά περίπτωση επαγγελματικής δραστηριότητας και των απαιτήσεων για έκδοση άδειας εγκατάστασης ή λειτουργίας, σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 19,  η σύνταξη μελέτης της εγκατάστασης και των επιμέρους αυτής μελετών, η επίβλεψη εκτέλεσης της μελέτης, καθώς και η επίβλεψη της λειτουργίας της εγκατάστασης.
2. Με Προεδρικό Διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και των συναρμοδίων Υπουργών:
α) Κατατάσσονται οι ως άνω εγκαταστάσεις και ορίζονται αντίστοιχα επίπεδα επαγγελματικών δραστηριοτήτων.
β) Καθορίζονται οι απαιτήσεις εκπόνησης μελέτης της εγκατάστασης, επίβλεψης της εκτέλεσης της μελέτης και επίβλεψης της λειτουργίας, για κάθε εγκατάσταση.
Με το ίδιο Διάταγμα ρυθμίζονται τα αναφερόμενα στην παρ. 4 του άρθρου 4, αντίστοιχα θέματα.»

6.    Η παρ. 10 του άρθρου 5 του ν.3982/2011 αντικαθίστανται ως εξής:
«10. Αν ο ενδιαφερόμενος, ο οποίος προτίθεται να ασκήσει μία ή περισσότερες επαγγελματικές δραστηριότητες του άρθρου 3 και οι προϋποθέσεις για την άσκηση των εν λόγω δραστηριοτήτων μπορεί να διαπιστωθούν αντικειμενικά, δεν υποχρεούται να εφοδιαστεί με την προβλεπόμενη στην παρ. 1 του άρθρου 4 άδεια, αλλά ακολουθείται η διαδικασία που ορίζεται στην κατωτέρω παρ. 11.
Διπλωματούχοι ή πτυχιούχοι μηχανολόγοι μηχανικοί ή ηλεκτρολόγοι μηχανικοί ή ναυπηγοί μηχανικοί των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, διπλωματούχοι, καθώς και  κάτοχοι ισότιμων τίτλων της αλλοδαπής, αντίστοιχης ειδικότητας με τους ανωτέρω αναφερόμενους, με τη κτήση των διπλωμάτων ή πτυχίων τους και τη χορήγηση αντίστοιχης επαγγελματικής άδειας από το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος, σύμφωνα με τις προβλέψεις της κατωτέρω παρ. 11, συντάσσουν  ηλεκτρομηχανολογικές μελέτες, επιβλέπουν την εκτέλεση των εν λόγω μελετών, υλοποιούν την εγκατάσταση, επιβλέπουν την καλή λειτουργία, επιτηρούν, επισκευάζουν και συντηρούν και διενεργούν πραγματογνωμοσύνες στις εγκαταστάσεις που αναφέρονται στην υποπαράγραφο (α) της παρ. 1 του άρθρου 3 του παρόντος νόμου, όπως τα θέματα αυτά ρυθμίζονται με το προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται δυνάμει της παρ. 2 του άρθρου 4Α.»
7.    Το πρώτο εδάφιο της παρ. 11 του άρθρου 5 του ν.3982/2011 αντικαθίσταται ως εξής:
« Ο ενδιαφερόμενος οφείλει να αναγγείλει εγγράφως στην αρμόδια αρχή της παρ. 1 του παρόντος άρθρου την έναρξη άσκησης των επαγγελματικών δραστηριοτήτων, υποβάλλοντας ταυτόχρονα τα δικαιολογητικά, που πιστοποιούν τη συνδρομή των αντικειμενικά διαπιστούμενων προϋποθέσεων, όπως αυτές θα προσδιοριστούν με τα προεδρικά διατάγματα, που εκδίδονται δυνάμει της παρ. 4 του άρθρου 4.»
8.    Οι παράγραφοι 3 και 4 του άρθρου 14 του ν.3982/2011 καταργούνται.
9.    Το άρθρο 16 του ν.3982/2011 αντικαθίσταται ως εξής:

«Άρθρο 16
 Καταργούμενες διατάξεις
1.    Με την έκδοση του προεδρικού διατάγματος που αναφέρεται στο άρθρο 4Α καταργείται ο ν. 6422/1934 (ΦΕΚ Α΄412).
2. Με την έκδοση των προεδρικών διαταγμάτων που αναφέρονται στην παρ. 4 του άρθρου 4, στην παρ. 2 του άρθρου 4Α και στην παρ.3 του άρθρου 13 καταργούνται τα προεδρικά διατάγματα και οι υπουργικές αποφάσεις που έχουν εκδοθεί κατ’ εξουσιοδότηση του ν.6422/1934 ή άλλου νόμου, τα οποία ρυθμίζουν τα θέματα αδειοδότησης των επαγγελματικών δραστηριοτήτων του παρόντος ή θέματα σχετικά με την καθιέρωση απαιτήσεων για την εκπόνηση και επίβλεψη εκτέλεσης μελετών και την επίβλεψη της λειτουργίας, το χειρισμό και την επιτήρηση των μηχανολογικών ή ηλεκτρικών εγκαταστάσεων, καθώς και κάθε άλλη διάταξη που έρχεται σε αντίθεση με τις διατάξεις του παρόντος νόμου.»

10.    Η παράγραφος 14 του άρθρου 17 του ν. 3982/2011 αντικαθίσταται ως εξής:
«14. Αδειοδοτούσα Αρχή: Η Διεύθυνση Ανάπτυξης της οικείας Περιφερειακής Ενότητας σύμφωνα με το ν. 3852/2010 (Α’ 87) και το π.δ. 78/2006 (Α’ 80), η Διεύθυνση Ανάπτυξης και Συντονισμού του Υπουργείου Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας σύμφωνα με ν.δ. 96/1973 (Α’ 172), η Διεύθυνση Εγκαταστάσεων Πετρελαιοειδών,  σύμφωνα με το π.δ. 381/89 (Α’168), τα κατά τόπον αρμόδια για τις μεταποιητικές και συναφείς δραστηριότητες Επιμελητήρια και οι ενώσεις τους σύμφωνα με το ν. 2081/1992 (Α’ 154), καθώς και το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας σύμφωνα με το προεδρικό διάταγμα της 27.11/14.12.1926 (Α’ 430)».
11.    Οι παράγραφοι 3, 4, 5 του άρθρου 24 του ν. 3982/2011 αντικαθίσταται ως εξής:
«3. Η Διεύθυνση Ανάπτυξης και Συντονισμού της Γενικής Γραμματείας Βιομηχανίας, η Διεύθυνση Εγκαταστάσεων Πετρελαιοειδών της Γενικής Γραμματείας Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, η Διεύθυνση Ανάπτυξης της Περιφέρειας, τα Επιμελητήρια και το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας υποχρεούνται σε ηλεκτρονική διασύνδεση και σε υποχρεωτική λειτουργία ολοκληρωμένου πληροφοριακού συστήματος, στο πλαίσιο του οποίου θα γίνεται και σε ηλεκτρονική μορφή η υποβολή των αιτήσεων, η ηλεκτρονική διακίνησή τους μεταξύ των συναρμόδιων υπηρεσιών και η τελική τους διεκπεραίωση και θα τηρείται συνολικό αρχείο αδειών.
4. Η Γενική Γραμματεία Βιομηχανίας, η Γενική Γραμματεία Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής και όλα τα κέντρα υποδοχής της αίτησης της παραγράφου 1 υποχρεούνται σε λειτουργία δικτυακού τόπου, με σκοπό τη λεπτομερή ενημέρωση των επιχειρηματιών σχετικά με όλες τις διαδικασίες, τα απαιτούμενα δικαιολογητικά και τις διοικητικές πράξεις και γνωμοδοτήσεις που απαιτούνται για την αδειοδότηση των μεταποιητικών και συναφών δραστηριοτήτων.
5. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας καθορίζονται οι προδιαγραφές που πρέπει να ικανοποιούν τα επιλεγμένα Κέντρα Εξυπηρέτησης Πολιτών, ο τρόπος λειτουργίας τους, ο τρόπος λειτουργίας του ολοκληρωμένου πληροφοριακού συστήματος στο οποίο θα συνδέονται ηλεκτρονικά η Διεύθυνση Ανάπτυξης και Συντονισμού της Γενικής Γραμματείας Βιομηχανίας, η Διεύθυνση Εγκαταστάσεων Πετρελαιοειδών της Γενικής Γραμματείας Ενέργειας, οι Διευθύνσεις Ανάπτυξης των Περιφερειακών Ενοτήτων, τα Επιμελητήρια και το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας και ο τρόπος διεκπεραίωσης των αιτήσεων μέσα σε αυτό.»

11. Το τελευταίο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 29 του ν.3982/2011 διαγράφεται και  η παράγραφος 7 του ίδιου άρθρου αντικαθίσταται ως εξής:
«7. Τα πιο πάνω πρόστιμα αποτελούν πόρο της οικείας Περιφέρειας ή του Υπουργείου Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, ή του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, κατά περίπτωση, και εισπράττονται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε.).»

12.    Στο άρθρο 29 του ν.3982/2011 προστίθεται παράγραφος 9 ως εξής:
«9. Όταν η Αδειοδοτούσα Αρχή είναι η Διεύθυνση Ανάπτυξης και Συντονισμού του Υπουργείου Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας ή η Διεύθυνση Εγκαταστάσεων Πετρελαιοειδών του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, οι πράξεις του άρθρου αυτού ανήκουν στην αρμοδιότητα του αντίστοιχου Υπουργού.»

13.    Οι Αποφάσεις χορήγησης αδειών εγκατάστασης και λειτουργίας που έχουν εκδοθεί από τα όργανα της Κεντρικής Διοίκησης του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, κατά το χρονικό διάστημα από 17/6/2011 μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος, θεωρείται ότι έχουν εκδοθεί αρμοδίως.

14.    Στο άρθρο 52 του ν.3982/2011 προστίθεται νέα παράγραφος 11 ως εξής:
«11. Η εισφορά σε χρήμα των ιδιοκτητών ακινήτων που βρίσκονται στα όρια Επιχειρηματικού Πάρκου σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.3982/2011 (Α΄143) εντός της Περιφέρειας Αττικής υπολογίζεται στο εμβαδόν της ιδιοκτησίας, όπως αυτή διαμορφώνεται με την πράξη εφαρμογής και ανέρχεται στο δέκα τοις εκατό (10%) της αξίας που έχει αυτή κατά το χρόνο της έγκρισης της πράξης εφαρμογής. Κατά τα λοιπά ισχύουν τα οριζόμενα στο άρθρο 52 του Ν.3982/2011.»

15. Το  δεύτερο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 56 του Ν.3982/2011 αντικαθίσταται  ως εξής:
«Με απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας προσδιορίζεται η σχετική διαδικασία, οι όροι και οι προϋποθέσεις συμμετοχής σε αυτή, ο τρόπος προσδιορισμού και χρηματοδότησης του έργου και κάθε άλλο σχετικό θέμα».

Άρθρο 265
Εκσυγχρονισμός επαγγελματικών εργαστηρίων

1.    Στο τέλος της παρ. 3 του άρθρου 16 του ν.3325/2005 «Ίδρυση και λειτουργία βιομηχανικών εγκαταστάσεων στο πλαίσιο της αειφόρου ανάπτυξης και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α’ 68) προστίθεται περίπτωση (δ) ως εξής:
«(δ) Για τα επαγγελματικά εργαστήρια και τις μονάδες ανεξαρτήτως βαθμού όχλησης που είναι εγκατεστημένες εντός Οργανωμένων Υποδοχέων Μεταποιητικών και Επιχειρηματικών Δραστηριοτήτων, όπως ορίζονται στην παρ. 4 του άρθρου 41 του ν.3982/2011 (ΦΕΚ Α΄143), επιτρέπεται ο εκσυγχρονισμός σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους καθορισμού του Υποδοχέα χωρίς κανένα άλλο περιορισμό.»

2.    Το άρθρο 18 του ν. 3325/2005 καταργείται.

Άρθρο 266
Διοικητικές κυρώσεις για αγορανομικές παραβάσεις
1.    Το άρθρο 3 του ν. 3668/2008 «Αναθεώρηση των διατάξεων περί κυρώσεων του ν.δ. 136/1946 «Περί Αγορανομικού Κώδικα» και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α’ 115) αντικαθίστανται ως εξής:
«Άρθρο 3
Διαδικασία επιβολής προστίμου

1.    Πρόστιμα μέχρι τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ που προβλέπονται στα άρθρα 1 και 2 του νόμου αυτού επιβάλλονται από τα αρμόδια ελεγκτικά όργανα κατά τη διαπίστωση της παράβασης.
2.    Αν τα πρόστιμα της προηγούμενης παραγράφου υπερβαίνουν το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, τότε, ως προς το υπερβάλλον, επιβάλλονται με απόφαση του Διευθυντή της υπηρεσίας στην οποία υπάγονται τα ελεγκτικά όργανα που διαπίστωσαν την παράβαση. Τα ελεγκτικά όργανα υποχρεούνται να υποβάλουν, εντός πέντε (5) εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία διαπίστωσης τέλεσης της παράβασης, τις σχετικές εκθέσεις στα όργανα που είναι αρμόδια για την επιβολή του προστίμου. Η απόφαση επιβολής προστίμου εκδίδεται μέσα σε προθεσμία δέκα (10) ημερών από την υποβολή της σχετικής έκθεσης και κοινοποιείται αμελλητί στον παραβάτη.
3.    Τα διοικητικά πρόστιμα επιβάλλονται ανεξάρτητα από τυχόν άσκηση ποινικής δίωξης».

2.  Οι παράγραφοι 1, 2 και 3 του άρθρου 4 και το άρθρο 5 του ν. 3668/2008 καταργούνται.
3. Το άρθρο 8 του ν. 3668/2008 αντικαθίστανται ως εξής:
«Άρθρο 8
Διοικητικός και Δικαστικός Έλεγχος αποφάσεων επιβολής προστίμου

1.    Η απόφαση επιβολής διοικητικού προστίμου για παραβάσεις των άρθρων 1 και 2 του παρόντος νόμου υπόκειται σε ενδικοφανή προσφυγή μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την ημέρα κοινοποίησής της.
2.    Η ενδικοφανής προσφυγή ασκείται ενώπιον του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης στην περιφέρεια του οποίου διαπιστώθηκε η παράβαση, εφόσον η διαπίστωση έγινε από ελεγκτικό όργανο της κεντρικής ή αποκεντρωμένης Διοίκησης. Το όργανο που επέβαλε το πρόστιμο οφείλει να διαβιβάσει στον αρμόδιο Γενικό Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης σχετική εισήγηση εντός προθεσμίας δεκαπέντε (15) ημερών από την άσκηση της προσφυγής. Η απόφαση επί της προσφυγής εκδίδεται μέσα σε προθεσμία σαράντα πέντε (45) ημερών από την άσκηση της.
3.    Εάν η παράβαση διαπιστώθηκε από ελεγκτικό όργανο της Περιφέρειας ή εποπτευόμενου από αυτήν φορέα, η ενδικοφανής προσφυγή ασκείται ενώπιον του Περιφερειάρχη στην Περιφέρεια του οποίου διαπιστώθηκε η παράβαση. Η απόφαση του αρμόδιου Περιφερειάρχη επί της προσφυγής εκδίδεται μέσα σε προθεσμία σαράντα πέντε (45) ημερών από την άσκηση της προσφυγής, μετά από γνώμη της αρμόδιας Περιφερειακής Επιτροπής Εμπορίου.
4.    Η Επιτροπή της προηγούμενης παραγράφου συνέρχεται και διατυπώνει τη γνώμη της υποχρεωτικά εντός τριάντα (30) ημερών από την άσκηση της προσφυγής και αφού προηγουμένως καλέσει εγγράφως, τουλάχιστον πέντε (5) εργάσιμες ημέρες πριν τη συνεδρίαση της, τον ενδιαφερόμενο να εκθέσει τις απόψεις του. Αν η Επιτροπή δεν εκδόσει την απόφασή της εντός της ανωτέρω προθεσμίας, η σχετική απόφαση του Περιφερειάρχη εκδίδεται χωρίς τη γνώμη της Επιτροπής.
5.    Η απόφαση του οργάνου των παραγράφων 2 και 3 υπόκειται σε προσφυγή ενώπιον του αρμόδιου Διοικητικού Πρωτοδικείου εντός προθεσμίας εξήντα (60) ημερών από την κοινοποίησή της. Για την παραδεκτή άσκηση της προσφυγής αυτής απαιτείται προκαταβολή ποσού ίσου με το 20% του εκάστοτε επιβαλλόμενου προστίμου».

4. Μετά το άρθρο 8 του ν. 3886/2008 «Αναθεώρηση των διατάξεων περί κυρώσεων του ν.δ. 136/1946 «Περί Αγορανομικού Κώδικα» και άλλες διατάξεις» (Α’ 115) προστίθεται άρθρο 8α ως εξής:
«Άρθρο 8α
1.    Με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 5, παράγραφος 1, και 7, παράγραφος 10, του ν. 2323/1995 (Α΄145), όπως ισχύει, σε όσους παραβαίνουν τις αγορανομικές διατάξεις που εκδίδονται σύμφωνα με τα άρθρα 1, 1α, 2 και 35 του Αγορανομικού Κώδικα, πέραν των ποινικών κυρώσεων που προβλέπονται στην παράγραφο 15 του άρθρου 30 του Κώδικα αυτού, επιβάλλεται πρόστιμο από χίλια (1.000) ευρώ μέχρι τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ, ανάλογα με τη βαρύτητα της παράβασης, τις εν γένει συνέπειες που προκαλούνται σε βάρος των βλαπτομένων από αυτή, το βαθμό υπαιτιότητας και την τυχόν υποτροπή των παραβατών.
2.    Τα άρθρα 3 και 8 του παρόντος νόμου εφαρμόζονται και για την επιβολή προστίμων της προηγούμενης παραγράφου.  
3.    Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας καθορίζεται ειδικότερα το ύψος του προστίμου που επιβάλλεται για καθεμία από τις παραβάσεις της παραγράφου 1 και μπορεί να ρυθμίζεται κάθε ειδικότερο θέμα και σχετική λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων της.
4.    Τα ποσά των προστίμων που επιβάλλονται κατά το παρόν άρθρο εισπράττονται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κ.Ε.Δ.Ε. (ν.δ. 356/1974, ΦΕΚ 90 Α`) και μπορεί να αναπροσαρμόζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Ανάπτυξης».

5. Η παράγραφος 5 του άρθρου 29 του ν. 3377/2005 (Α’ 202), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 του ν. 3557/2007 (Α’ 100) καταργείται.

Άρθρο 267
Απασχόληση ταμιών

Στα καταστήματα λιανικής πώλησης επιτρέπεται η μετά το πέρας του νομίμου ωραρίου λειτουργίας τους απασχόληση επί τριάντα λεπτά της ώρας ενός εργαζόμενου υπεύθυνου ταμείων και μέχρι τριών εργαζόμενων ταμιών αποκλειστικά και μόνο για ταμειακή και λογιστική τακτοποίηση, υπό την προϋπόθεση ότι το κατάστημα είναι κλειστό και δεν εξυπηρετούνται σ’ αυτό πελάτες. Οι εργαζόμενοι αυτοί, κατά τις μέρες της ως άνω απασχόλησής τους, προσέρχονται στην εργασία τους τριάντα λεπτά της ώρας αργότερα από την τυπική έναρξη του ωραρίου τους. Στις καταστάσεις προσωπικού και στα προγράμματα ωρών εργασίας και απασχόλησης προσωπικού που υποβάλλονται στις αρμόδιες υπηρεσίες, αναγράφονται επακριβώς το ονοματεπώνυμο του εργαζόμενου, η ειδικότητα με την οποία απασχολείται, καθώς και οι ημερομηνίες και ώρες της κατά τα παραπάνω απασχόλησης. Οι προβλεπόμενες από τις ισχύουσες διατάξεις διοικητικές και ποινικές κυρώσεις που αφορούν το ωράριο λειτουργίας των καταστημάτων, το ωράριο των εργαζόμενων και την υποβολή των καταστάσεων προσωπικού και των προγραμμάτων εργασίας, εφαρμόζονται και για παράβαση των οριζόμενων στο παρόν άρθρο.

Άρθρο 268
Ρυθμίσεις θεμάτων Ψηφιακής Σύγκλισης

Η παρ. 2 του άρθρου 32 του ν. 3492/2006 «Οργάνωση συστήματος ελέγχου για τη διασφάλιση της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης του Κρατικού Προϋπολογισμού και των εκτός του Κρατικού Προϋπολογισμού φορέων και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α’ 210) αντικαθίσταται ως εξής:
«2. Σκοποί της Ειδικής Γραμματείας Ψηφιακού Σχεδιασμού, πέραν των οριζομένων στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 του ν. 2860/2000, είναι και η διατύπωση εισηγήσεων και προτάσεων, καθώς και ο σχεδιασμός, η διαμόρφωση, η υλοποίηση και διαχείριση έργων και δράσεων για όλα τα θέματα που σχετίζονται με την εκάστοτε ψηφιακή στρατηγική της χώρας και για την προώθηση της πληροφορικής και των ψηφιακών τεχνολογιών σε όλους τους τομείς της οικονομικής και κοινωνικής δραστηριότητας της χώρας.»

Άρθρο 269
Ρυθμίσεις για την ΕΤΕΑΝ Α.Ε.

1.    Στο άρθρο έβδομο του ν.3912/2011 «Σύσταση Εθνικού Ταμείου Επιχειρηματικότητας και Ανάπτυξης» (ΦΕΚ Α’ 17) το υπάρχον κείμενο αριθμείται ως παράγραφος 1 και προστίθεται παράγραφος 2 ως εξής:

« 2. Σε δάνεια και πιστώσεις που χορηγούνται στο πλαίσιο συνεπένδυσης κεφαλαίων, που προέρχονται από προγράμματα συγχρηματοδοτούμενα από την Ευρωπαϊκή Ένωση και διαχειρίζεται η ΕΤΕΑΝ Α.Ε., και κεφαλαίων που προέρχονται από πιστωτικά ιδρύματα, δεν επιβάλλεται η εισφορά του ν.128/1975 «Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως διατάξεων τινών αναφερομένων εις την λειτουργίαν του χρηματοδοτικού συστήματος» (ΦΕΚ Α΄ 178), στο μέρος των κεφαλαίων που προέρχονται από τα συγχρηματοδοτούμενα από την Ε.Ε. προγράμματα. Η παρούσα διάταξη αφορά και δάνεια και πιστώσεις που χορηγήθηκαν στα πλαίσια λειτουργίας της ΤΕΜΠΜΕ Α.Ε.»

2.    Στο προστεθέν με το άρθρο 17 περ. α’ του ν. 4013/2011 (ΦΕΚ Α΄ 204) εδάφιο του άρθρου 19 του ν. 3429/2005 (ΦΕΚ Α΄ 314), όπως αυτό είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 περ. α’ του ν. 3899/2010 (ΦΕΚ Α΄ 212), μετά τις λέξεις «Μ.Ο.Δ. Α.Ε.» προστίθεται οι λέξεις «και η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία Εθνικό Ταμείου Επιχειρηματικότητας και Ανάπτυξης Α.Ε. (Ε.Τ.Ε.ΑΝ. Α.Ε.),».

Άρθρο 270
Θέματα προσωπικού της Μόνιμης Ελληνικής Αντιπροσωπείας στον ΟΟΣΑ

1.    α) Τα τρία τελευταία εδάφια της παρ. 1 του άρθρου 40 του Π.Δ. 178/2000 «Οργανισμός του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας», αντικαθίστανται ως εξής: «Τρεις (3) θέσεις με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, μία (1) θέση ειδικότητας Κλητήρα, μία (1) θέση ειδικότητας καθαρίστριας και μία (1) θέση ειδικότητας οδηγού αυτοκινήτου.»
β) Στο άρθρο 43 του Π.Δ. 178/2000, όπως ισχύει, προστίθεται παρ. 5 ως εξής: «5. Τρεις (3) θέσεις προσωπικού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, μία (1) θέση ειδικότητας κλητήρα, μία (1) θέση ειδικότητας καθαρίστριας και μία (1) θέση  ειδικότητας οδηγού αυτοκινήτου.»

2.     Για την κάλυψη των θέσεων των παραπάνω περιπτώσεων, δύναται να προσλαμβάνονται επιτοπίως, μόνιμοι κάτοικοι του κράτους, όπου εδρεύουν οι ανωτέρω Υπηρεσίες, εφόσον γνωρίζουν και την τοπική γλώσσα. Η περίπτωση ζ’ της παρ. 2 του άρθρου 40 του Π.Δ. 178/2000, καταργείται.

3.    Για την πρόσληψη απαιτείται κοινή απόφαση των Υπουργών Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και Οικονομιών, ύστερα από εισήγηση του Προϊσταμένου της κάθε Υπηρεσίας. Με την ίδια απόφαση καθορίζεται το ύψος της αντιμισθίας των προσλαμβανομένων και αφού ληφθούν υπόψη οι τοπικές συνθήκες εργασίας. Η πρόσληψη γίνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου διάρκειας τριών (3) ετών, η οποία καταρτίζεται από τον Προϊστάμενο της κάθε Υπηρεσίας και η οποία δύναται να ανανεώνεται, κατ΄ εξαίρεση των κειμένων διατάξεων. Για την ανανέωση αυτή απαιτείται προηγούμενη κοινή απόφαση των Υπουργών Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και Οικονομικών, ύστερα από εισήγηση του Προϊσταμένου της κάθε Υπηρεσίας. Κατά τα λοιπά, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις των παρ. 3 και 4 του άρθρου 149 του ν. 3566/2007 (ΦΕΚ Α’ 117).

4.    Στην παρ. 2 του άρθρου 14 του ν. 2190/1994 (ΦΕΚ Α’ 28), όπως ισχύει, προστίθεται περίπτωση ως ακολούθως:
«ιθ. Το προσωπικό της Μόνιμης Ελληνικής Αντιπροσωπείας στον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (Μ.Ε.Α. Ο.Ο.Σ.Α.), καθώς και το προσωπικό του Γραφείου Οικονομικού Συμβούλου στη Μόνιμη Ελληνική Αντιπροσωπεία στους Διεθνείς Οργανισμούς, που προσλαμβάνεται επιτοπίως.»

Άρθρο 271
Θέματα του Οικονομικού Επιμελητηρίου της Ελλάδας

1.    Μετά την παράγραφο 3 του άρθρου 4 του ν. 1100/80 «Περί ιδρύσεως του Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδος» (ΦΕΚ Α’ 295) προστίθενται παρ. 4 και 5 ως εξής:
«4. Τα ταμειακά διαθέσιμα του Οικονομικού Επιμελητηρίου της Ελλάδας κατατίθενται εντόκως σε λογαριασμό όψεως ή προθεσμιακό σε τραπεζικό ή πιστωτικό ίδρυμα που λειτουργεί νόμιμα στην Ελλάδα, το οποίο καθορίζεται με αιτιολογημένη απόφαση της Κεντρικής Διοίκησης του ΟΕΕ με στόχο την επίτευξη ασφαλούς διαχείρισης αυτών και υψηλότερης δυνατής απόδοσης».
«5. Το ΟΕΕ δύναται με απόφαση της Κεντρικής Διοίκησης, μετά από εγκριτική απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, να προβαίνει στην αγορά ακινήτων για τη στέγαση της Κεντρικής του Υπηρεσίας και των Περιφερειακών του Τμημάτων, σύμφωνα με τις διατάξεις του Π.Δ/τος 715/1979, όπως ισχύει. Το τίμημα της αγοράς καταβάλλεται από τους πόρους του ΟΕΕ ή από επιχορηγήσεις που προέρχονται από κοινοτικούς πόρους.»
2.    Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας εγκρίνεται ο Κώδικα Δεοντολογίας Λογιστών Φοροτεχνικών, ο οποίος καταρτίζεται από την Κεντρική Διοίκηση του ΟΕΕ και περιλαμβάνει τους κανόνες επαγγελματικής δεοντολογίας των λογιστών φοροτεχνικών, καθώς και τις διοικητικές κυρώσεις κατά των παραβατών των κανόνων αυτών.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι
ΜΝΗΜΟΝΙΟ ΣΥΝΑΝΤΙΛΗΨΗΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑΣ

ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ
ΕΤΑΙΡΕΙΑ ………………………

ΓΙΑ ΤΑ ΜΕΓΑΛΑ ΙΔΙΩΤΙΚΑ ΕΡΓΑ

Αθήνα  2011

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΠΡΟΟΙΜΙΟ    4
ΑΡΘΡΟ 1: Όροι της συνεργασίας – Προγραμματισμός    5-6
ΑΡΘΡΟ 2: Προγραμματισμός της Αρχαιολογικής έρευνας    6-8
ΑΡΘΡΟ 3: Έκταση και διάρκεια της αρχαιολογικής έρευνας     8-9
ΑΡΘΡΟ 4: Ανασκαφική – αρχαιολογική τεκμηρίωση    9
ΑΡΘΡΟ 5: Αποτύπωση των ευρημάτων    9-10
ΑΡΘΡΟ 6: Φωτογράφηση των ευρημάτων    10
ΑΡΘΡΟ 7:Αποθήκευση, συντήρηση και τεκμηρίωση κινητών ευρημάτων    10-11
ΑΡΘΡΟ 8: Προστασία των αρχαιοτήτων    11-12
ΑΡΘΡΟ 9: Προσωπικό    12-13
ΑΡΘΡΟ 10: Υλικοτεχνική υποδομή    13
ΑΡΘΡΟ 11: Προβολή και εκδόσεις του αρχαιολογικού   έργου
ΑΡΘΡΟ 12: Επί μέρους Μνημόνια Συναντίληψης και Συνεργασίας                                      14
14
ΑΡΘΡΟ 13: Εγγυήσεις    14-15
ΑΡΘΡΟ 14: Τελική διάταξη    15
    

    
ΜΝΗΜΟΝΙΟ ΣΥΝΑΝΤΙΛΗΨΗΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑΣ
ΓΙΑ ΤΑ ΜΕΓΑΛΑ ΙΔΙΩΤΙΚΑ ΕΡΓΑ

Στην Αθήνα, σήμερα την ……………………………………….., οι ακόλουθοι συμβαλλόμενοι:
1.    Το Υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού (εφεξής ΥΠ.ΠΟ.Τ.), που εδρεύει στην Αθήνα, οδός Μπουμπουλίνας 20 – 22 και εκπροσωπείται στο παρόν νόμιμα από τον/την Προϊστάμενο/η της Γενικής Διεύθυνσης Αρχαιοτήτων και Πολιτιστικής Κληρονομιάς, κ./κα ……………………………………………. και τον/την Προϊστάμενο/η της Γενικής Διεύθυνσης Αναστήλωσης, Μουσείων και Τεχνικών Έργων, κ./κα ……………………………………………..
2.    Εταιρεία…………………..
οι οποίοι θα καλούνται εφεξής «τα μέρη»,

Α. Έχοντας υπόψη:
Α) Τις διατάξεις του N. 3028/2002 (ΦΕΚ 153/Α/26.06.2002) «Για την προστασία των Αρχαιοτήτων και εν γένει της Πολιτιστικής Κληρονομιάς».
Β) Το Π.Δ. 191/2003 (ΦΕΚ 146/Α/13.06.2003) περί «Οργανισμού του ΥΠΠΟ».
Γ) Το άρθρο 81 «Τρόπος εκτέλεσης αρχαιολογικών έργων» του Ν. 1958/1991 (ΦΕΚ 122/Α΄) «Αθλητικές ΑΕ και άλλες διατάξεις».
Δ) Το Π.Δ. 99/1992 (ΦΕΚ 46/Α/23.03.1992) περί «Μελέτης και εκτέλεσης αρχαιολογικών εν’ γένει έργων».
Ε) Το Π.Δ. 63/2005 (ΦΕΚ 98/Α/22.04.2005) περί «Κωδικοποίησης της Νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και τα κυβερνητικά όργανα».
Στ) Το Π.Δ. 191/2003 (ΦΕΚ  146/Α/13-06-2003) «Οργανισμός Υπουργείου Πολιτισμού».
Ζ) Το Π.Δ. 186/2009 (ΦΕΚ 213/Α/07.10.2009) «Συγχώνευση των Υπουργείων Πολιτισμού και Τουριστικής Ανάπτυξης».
Η) Την Υ.Α. ΥΠΠΟΤ/ΔΟΕΠΥ/ΤΟΠΥΝΣ/77040/6-8-2010 (ΦΕΚ 1354/Β/01-09-2010) «Σύσταση του μη αυτοτελούς “Γραφείου Συντονισμού και Παρακολούθησης Αρχαιολογικών Ερευνών και Εργασιών στο Πλαίσιο των Μεγάλων Έργων” στο Τμήμα Αρχαιολογικών Χώρων, Μνημείων και Αρχαιογνωστικής Έρευνας, της Διεύθυνσης Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων της Γενικής Διεύθυνσης Αρχαιοτήτων και Πολιτιστικής Κληρονομιάς του Υπουργείου Πολιτισμού και Τουρισμού».
Θ) Τον Ν. 3812/2009 (ΦΕΚ 234/Α/2009) «Αναμόρφωση Συστήματος προσλήψεων στο Δημόσιο Τομέα και άλλες διατάξεις».
Β. Με σεβασμό στις αρχές της Αειφόρου Ανάπτυξης.

δήλωσαν, συμφώνησαν και συναποδέχθηκαν τα ακόλουθα:

ΠΡΟΟΙΜΙΟ
1. Αντικείμενο του Μνημονίου αυτού αποτελεί η περιγραφή των προϋποθέσεων, των συνθηκών και του τρόπου για:
α. τη διεξαγωγή των αρχαιολογικών ερευνών και ανασκαφών κατά τη φάση εφαρμογής του «μεγάλου επενδυτικού σχεδίου», δηλαδή του Ιδιωτικού Έργου – επένδυσης με ενισχυόμενες δαπάνες άνω των …………… εκατομμυρίων ευρώ (…………….. €), καθώς και της προστασίας των αρχαιολογικών ευρημάτων από την άποψη της φύλαξης, συντήρησης, τεκμηρίωσης και ανάδειξής τους, δυνάμει των διατάξεων του  N. 3028/02.
β. τη διαχείριση και προστασία των αρχαιολογικών ευρημάτων και την ανάδειξη μνημείων που βρίσκονται στους χώρους κατασκευής, εντός της ζώνης δραστηριοποίησης του Κυρίου του Έργου, των βασικών και συνοδών έργων, δυνάμει των διατάξεων του ως άνω Νόμου.
γ. την προστασία μνημείων που ενδέχεται να επηρεαστούν από τις εργασίες κατασκευής, δυνάμει των διατάξεων του ως άνω Νόμου.

Σκοπός του παρόντος Μνημονίου είναι η διευκόλυνση, η συστηματοποίηση και η επιτάχυνση των αρχαιολογικών εργασιών, καθώς και των εργασιών προστασίας και ανάδειξης των μνημείων, στο πλαίσιο κατασκευής του Ιδιωτικού Έργου.
2.    Όλοι οι όροι του παρόντος Μνημονίου συνομολογούνται ουσιώδεις και κάθε τροποποίηση αυτών πρέπει να γίνει εγγράφως. Κατά τα λοιπά ισχύουν οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας και της διοικητικής διαδικασίας που διέπουν την προστασία των αρχαιοτήτων, οι οποίες επ’ ουδενί θίγονται από το παρόν.
3.    Το παρόν Μνημόνιο δύναται να αναθεωρείται με κοινή απόφαση των μερών προκειμένου να γίνουν τροποποιήσεις, αν αυτό κριθεί αναγκαίο.

Άρθρο 1
Όροι της συνεργασίας
1.    Η επικοινωνία και κάθε είδους αναγκαία συνεννόηση για οποιοδήποτε ζήτημα προκύπτει σχετικά με την εκτέλεση αρχαιολογικών εργασιών στο πλαίσιο του Ιδιωτικού Έργου, θα γίνεται μεταξύ της Κεντρικής Υπηρεσίας του ΥΠ.ΠΟ.Τ. («Γραφείο Συντονισμού και Παρακολούθησης Αρχαιολογικών Εργασιών στο πλαίσιο Μεγάλων Έργων») ή των αρμοδίων Περιφερειακών Υπηρεσιών του ΥΠ.ΠΟ.Τ. και του ορισμένου από τον Κύριο του Έργου εκπροσώπου του.
2.    Ο βασικός προγραμματισμός του αρχαιολογικού έργου και των έργων προστασίας και ανάδειξης μνημείων, αρχαιολογικών χώρων και ιστορικών τόπων, καθώς και οι προβλεπόμενοι τμηματικοί προγραμματισμοί αποστέλλονται στον Κύριο του Έργου εντός τριάντα (30) ημερών από την υποβολή του σχετικού αιτήματός του συνοδευόμενου από πλήρη φακέλο στο Γραφείο Συντονισμού και Παρακολούθησης Αρχαιολογικών Εργασιών στο πλαίσιο Μεγάλων Έργων της ΔΙ.Π.Κ.Α. (εφεξής : Γραφείο), από τις αρμόδιες Περιφερειακές Υπηρεσίες του ΥΠ.ΠΟ.Τ. μέσω της Διεύθυνσης Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων (Δ.Π.Κ.Α.), της Διεύθυνσης Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Αρχαιοτήτων (Δ.Β.Μ.Α.), της Γενικής Διεύθυνσης Αναστήλωσης, Μουσείων και Τεχνικών Έργων (Γ.Δ.Α.Μ.Τ.Ε.)  και της Διεύθυνσης Νεώτερης και Σύγχρονης Αρχιτεκτονικής Κληρονομιάς (ΔΙ.ΝΕ.Σ.Α.Κ.) του ΥΠ.ΠΟ.Τ.
3.    Η δαπάνη του αρχαιολογικού έργου και των έργων προστασίας, συντήρησης και ανάδειξης μνημείων, αρχαιολογικών χώρων και ιστορικών τόπων, τα οποία διενεργούνται εντός της ζώνης δραστηριοποίησης του έργου για τις ανάγκες του τεχνικού έργου, καθώς και η δαπάνη των εργασιών προστασίας, συντήρησης και ανάδειξης αρχαιολογικών ευρημάτων ή μνημείων, τα οποία θα είναι δυνατόν  να επηρεαστούν από την κατασκευή του τεχνικού έργου, βαρύνει στο σύνολό της τον Κύριο του Έργου, σύμφωνα και με το άρθρο 37 παρ. 6 του Ν. 3028/2002.
4.    Το αρχαιολογικό ανασκαφικό έργο, καθώς και τα έργα προστασίας, συντήρησης και ανάδειξης ανήκουν στην αρμοδιότητα και διαχείριση των Περιφερειακών Υπηρεσιών του ΥΠ.ΠΟ.Τ., οι Προϊστάμενοι των οποίων έχουν υπό την αποκλειστική διεύθυνση, εποπτεία και ευθύνη τους τις ανασκαφές, την κάθε είδους επιστημονική έρευνα, καθώς και τη μέριμνα για την τεκμηρίωση, αξιολόγηση, φύλαξη, συντήρηση, μελέτη και δημοσίευση των ευρημάτων, χωρίς καμία ανάμειξη του Κύριου του Έργου στα επιστημονικά – αρχαιολογικά στοιχεία ή στην αξιοποίηση του ανασκαφικού υλικού, εκτός από ειδικές περιπτώσεις, μετά από έγκριση των αρμοδίων κατά περίπτωση Υπηρεσιών και συλλογικών οργάνων του ΥΠ.ΠΟ.Τ.
5.    Οι μελέτες που θα απαιτηθούν, κατόπιν γνωμοδότησης του αρμόδιου γνωμοδοτικού οργάνου, για την προστασία, τη συντήρηση και την ανάδειξη μνημείων και αρχαιολογικών χώρων στη ζώνη του τεχνικού έργου και του εξασφαλισμένου για τις ανάγκες του χώρου και οι οποίες θα εκπονηθούν υπό την επίβλεψη του ΥΠ.ΠΟ.Τ., είτε με πρόσληψη εξειδικευμένου προσωπικού, είτε με ανάθεση σε εξειδικευμένο γραφείο μελετών, θα βαρύνουν τον Κύριο του Έργου.
6.    Η αρχαιολογική έρευνα και η λήψη μέτρων προστασίας και συντήρησης των μνημείων, όπου κρίνονται αναγκαίες, θα προηγούνται της έναρξης οποιουδήποτε τεχνικού έργου.

Άρθρο 2
Προγραμματισμός της Αρχαιολογικής Έρευνας
1.    Ο Κύριος του Έργου υποχρεούται να ενημερώνει το ΥΠ.ΠΟ.Τ. δύο μήνες πριν την έναρξη των εργασιών κατασκευής του έργου, καθώς και να παράσχει το χρονοδιάγραμμα και τον σχεδιαζόμενο προγραμματισμό των τμημάτων που θα κατασκευαστούν κατά προτεραιότητα. Εντός χρονικού διαστήματος 30 ημερών από την ανωτέρω ενημέρωση οι αρμόδιες Κεντρικές Υπηρεσίες του ΥΠ.ΠΟ.Τ  ενημερώνουν τον Κύριο του Έργου, δια του Γραφείου για τον «βασικό προγραμματισμό – προϋπολογισμό» των εργασιών της αρμοδιότητάς τους, οι οποίες προβλέπεται στο άρθρο 1 του παρόντος να χρηματοδοτηθούν από τον προϋπολογισμό του έργου. Αυτός θα περιλαμβάνει:
–    Τις περιοχές διέλευσης του έργου, όπου απαιτούνται αρχαιολογικές έρευνες με δοκιμαστικές τομές, καθώς και τα υφιστάμενα μνημεία τα οποία ενδέχεται να επηρεαστούν από τις εργασίες κατασκευής.
–    Τις αρμόδιες Περιφερειακές Υπηρεσίες του ΥΠ.ΠΟ.Τ. και τον επικεφαλής αρχαιολόγο για κάθε τμήμα του έργου.
–    Τις τυχόν επιμέρους μελέτες προστασίας και συντήρησης μνημείων που θα απαιτηθούν.
–    Τις υφιστάμενες υποδομές του ΥΠ.ΠΟ.Τ οι οποίες είναι διαθέσιμες για την φύλαξη, συντήρηση κλπ τυχόν ευρημάτων σε κάθε περιοχή.
–    Κατά προσέγγιση προϋπολογισμό των δαπανών έρευνας στις γνωστές περιοχές που απαιτείται αρχαιολογική έρευνα.
Τα παραπάνω θα εντοπίζονται σε γεωγραφικό υπόβαθρο με αποτυπωμένη την ζώνη εκτέλεσης του έργου, το οποίο θα προμηθεύσει ο Κύριος του Έργου.
 Ο «βασικός προγραμματισμός-προϋπολογισμός» θα τροποποιείται ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών, τους τμηματικούς προγραμματισμούς, καθώς και τα ευρήματα των ερευνών ανά 6μηνο με ευθύνη του ΥΠ.ΠΟ.Τ. και σε συνεννόηση με τον Κύριο του Έργου, δια του Γραφείου.
2.    Οι αρμόδιες Εφορείες Αρχαιοτήτων θα παρακολουθούν όλες τις χωματουργικές εργασίες, συμπεριλαμβανομένων των αποψιλώσεων, των επιφανειακών εκχωματώσεων, των εκσκαφών, των διαμορφώσεων χώρων και των επιχωματώσεων, σε όλα τα τμήματα του έργου. Εφόσον από τα στοιχεία της Ε.Α.Α.Τ. προκύπτει ανάγκη άμεσης και συνεχούς παρακολούθησης των εκσκαφικών εργασιών θα προσληφθούν για τις ανάγκες του έργου αρχαιολόγοι πεδίου, οι οποίοι θα οριστούν ως επιβλέποντες και θα παρακολουθούν όλες τις ως άνω εργασίες, σε όλα τα τμήματα του έργου. Αυτοί θα καταθέτουν σε εβδομαδιαία βάση στις αρμόδιες Εφορείες Αρχαιοτήτων έκθεση σχετικά με την πορεία των εργασιών, τον αριθμό των εργαζομένων που απασχολούνται στο αρχαιολογικό έργο, τα τυχόν αρχαιολογικά ευρήματα και το χρονοδιάγραμμα ολοκλήρωσης που αφορά στο κάθε αρχαιολογικό έργο. Τα συνεργεία για την εκτέλεση των παραπάνω εργασιών οφείλουν να ακολουθούν τις οδηγίες των εντεταλμένων υπαλλήλων του ΥΠ.ΠΟ.Τ., ως προς τον τρόπο και τα μέσα των εργασιών, καθώς και, όπου απαιτείται, ως προς το είδος των μηχανημάτων.
3.    Στην περίπτωση, όπου το τεχνικό έργο διέρχεται από περιοχή, όπου δεν υπάρχουν ορατές αρχαιότητες ή επιφανειακές ενδείξεις (όστρακα ή άλλα) και η κατασκευή γίνεται με επίχωμα χωρίς κανενός είδους εκσκαφική εργασία στην επιφάνεια του εδάφους, εκτός από την απομάκρυνση των φυτικών γαιών ή και την κατασκευή εξυγιαντικής στρώσης, τότε επ’ ουδενί δεν διενεργείται δοκιμαστική ανασκαφική έρευνα. Στην περίπτωση που αποκαλυφθούν κατά την απομάκρυνση των φυτικών γαιών αρχαιολογικές ενδείξεις, τότε διεξάγεται δοκιμαστική έρευνα.
4.    Στην περίπτωση που διαπιστώνεται η ύπαρξη αρχαιοτήτων, η εκσκαφή με μηχανικά μέσα θα διακόπτεται και θα ακολουθεί ανασκαφική έρευνα, όπως περιγράφεται παρακάτω στο άρθρο 3.  Σε διαφορετική περίπτωση και μετά την ολοκλήρωση των εκσκαφικών εργασιών ο χώρος θα παραδίδεται από την αρμόδια υπηρεσία του ΥΠ.ΠΟ.Τ. για την εκτέλεση του έργου. Στο πλαίσιο της περίπτωσης του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου και μετά την ολοκλήρωση των ανασκαφικών ερευνών, δηλαδή των ανασκαφικών εργασιών και της τεκμηρίωσης (προκαταρκτική έκθεση αποτελεσμάτων, φωτογραφική και σχεδιαστική αποτύπωση με σκοπό τη χρονολόγηση και ερμηνεία των ευρημάτων), οι αρμόδιες Περιφερειακές Υπηρεσίες του ΥΠ.ΠΟ.Τ. αποστέλλουν (το πολύ εντός 15ημέρου) τον σχετικό φάκελο της υπόθεσης, κατ’ αρμοδιότητα, (α) στη Γραμματεία του αρμόδιου Τοπικού Συμβουλίου Μνημείων, προκειμένου το θέμα να εισαχθεί κατ’ απόλυτη προτεραιότητα στην επόμενη προγραμματισμένη Συνεδρία του, σύμφωνα με τις διατάξεις του αρ. 49 του Ν. 3028/2002, ή (β) στο Γραφείο, προκειμένου το θέμα να εισαχθεί κατ’ απόλυτη προτεραιότητα στην επόμενη προγραμματισμένη Συνεδρία του αρμόδιου κεντρικού γνωμοδοτικού οργάνου του ΥΠ.ΠΟ.Τ., Κ.Α.Σ. ή Κ.Σ.Ν.Μ. αντίστοιχα και κατ’ αρμοδιότητα, σύμφωνα με τις διατάξεις 50 του Ν. 3028/2002, ώστε να μην υπάρχουν καθυστερήσεις στην απόδοση των χώρων και να τηρούνται τα χρονοδιαγράμματα του έργου.
5.    Για την αποφυγή καθυστερήσεων, οι χώροι, στους οποίους πρόκειται να διεξαχθεί αρχαιολογική έρευνα, πρέπει να παραδίδονται άμεσα με ευθύνη του Κυρίου του Έργου περιφραγμένοι και ελεύθεροι από παντός τύπου δίκτυα, βλάστηση ή νεώτερες κατασκευές μετά την τήρηση των οικείων διατάξεων.  Θα πρέπει επίσης να υπάρχει πρόβλεψη απορροής των όμβριων υδάτων και αντιστήριξης πρανών παρακείμενων κτισμάτων και οδών, σε περίπτωση ανασκαφικής έρευνας.
6.    Για την επιτάχυνση και αποτελεσματική διενέργεια της έρευνας, απαραίτητο στοιχείο είναι η έγκαιρη εξασφάλιση, σε σύντομο χρονικό διάστημα, της αναγκαίας υλικοτεχνικής υποδομής από τον Κύριο του Έργου.

Άρθρο 3
Έκταση και διάρκεια της αρχαιολογικής έρευνας
1.    Εάν κατά τη διενέργεια των δοκιμαστικών ανασκαφών ή κατά την διάρκεια των εργασιών, σε οποιοδήποτε τμήμα του έργου, διαπιστωθεί η ύπαρξη αρχαιοτήτων, οι εργασίες θα διακοπούν αμέσως και θα ακολουθήσει σωστική ανασκαφική έρευνα.
2.    Οι Προϊστάμενοι των αρμοδίων Περιφερειακών Υπηρεσιών του ΥΠ.ΠΟ.Τ., πριν από την έναρξη κάθε ανασκαφής ή άλλου αρχαιολογικού έργου, αποφαίνονται κατά προκαταρκτική εκτίμηση για τη χρονική διάρκεια της έρευνας ή της επέμβασης, καθώς και για τον αναγκαίο αριθμό προσωπικού κατά ειδικότητα, σε συνεργασία με τον Κύριο του Έργου, ώστε να τηρούνται, όσο είναι δυνατόν, οι τμηματικές προθεσμίες εκτέλεσης του Έργου. Μετά την εμφάνιση αρχαιοτήτων και, ανάλογα  με την έκταση του σκάμματος, τα προβλεπόμενα βάθη, το είδος των ευρημάτων και τις ενδεχόμενες δυσμενείς καιρικές συνθήκες, είναι δυνατός ο επαναπροσδιορισμός του χρόνου περάτωσης του ανασκαφικού έργου.
3.    Κατά τη διάρκεια των ερευνών θα τηρείται ημερολόγιο εργασιών, το οποίο θα υπογράφεται από τον επικεφαλής αρχαιολόγο και στο οποίο θα καταγράφονται:
α. Οι εργαζόμενοι κατά ειδικότητα και η ανάθεση εργασίας.
β. Οι απαραίτητες μεταφορές ή άλλες εργασίες.
γ. Οι διακοπές εργασιών λόγω καιρικών συνθηκών ή άλλων προβλημάτων.
4.    Σε μηνιαία βάση θα παραδίδεται στον Κύριο του Έργου απολογιστική – προγραμματική έκθεση που θα περιέχει:
α. Τον αριθμό των εργαζομένων.
β. Λοιπά έξοδα σύμφωνα με τις υποχρεώσεις του Κυρίου του Έργου.
γ. Συνοπτική περιγραφή των ανασκαφικών αποτελεσμάτων που θα αποτυπώνονται στο γεωγραφικό υπόβαθρο.
δ. Εκτίμηση ως προς την τήρηση του προγραμματισμού που θα αποτυπώνεται και στο γεωγραφικό υπόβαθρο σε κατάλληλη κλίμακα ώστε να εμφαίνονται η μορφή του έργου, τα όρια της ζώνης κατάληψης του έργου και ο κάνναβος ανασκαφής.
ε. Αιτήματα για επαναπροσδιορισμό του χρόνου ή επέκταση των εργασιών , καθώς και θέματα που αφορούν στη μετά την περάτωση της ανασκαφής προκαταρκτική έκθεση των αποτελεσμάτων με σκοπό τη χρονολόγηση και ερμηνεία τους (καταγραφή, συντήρηση, τεκμηρίωση κλπ), συνοδευόμενα πάντα με τον αναγκαίο προϋπολογισμό.
5.    Τη διεύθυνση, επιστημονική εποπτεία και ευθύνη κάθε είδους αρχαιολογικού έργου ή εργασίας, όπως της επιφανειακής έρευνας, των δοκιμαστικών τομών και της σωστικής ανασκαφής, έχει ο αρμόδιος κατά περίπτωση Προϊστάμενος Εφορείας Αρχαιοτήτων του ΥΠ.ΠΟ.Τ., ο οποίος προγραμματίζει και συντονίζει το αρχαιολογικό έργο και συνεργάζεται με τον Κύριο του Έργου για την επίλυση όλων των προβλημάτων. Αναθέτει επίσης καθήκοντα σε αρχαιολόγους πεδίου, επικεφαλής των οποίων ορίζεται, αναλόγως και κατά τη δυνατότητα της Περιφερειακής Υπηρεσίας, αρχαιολόγος της Υπηρεσίας με μόνιμη ή αορίστου χρόνου σχέση εργασίας.
6.    Οι Εφορείες Αρχαιοτήτων οφείλουν να συνεργάζονται στενά μεταξύ τους, όπως και με το Γραφείο, ώστε να συντονίζουν τις δράσεις τους, προκειμένου να αποφεύγονται χρονοτριβές και γραφειοκρατικά κωλύματα.
7.    Ο Κύριος του Έργου οφείλει να λαμβάνει όλα τα απαραίτητα μέτρα για την παρακολούθηση και την αποφυγή πρόκλησης βλάβης στα υφιστάμενα μνημεία, τα οποία γειτνιάζουν με τη ζώνη κατάληψης του έργου. Την ευθύνη και τη δαπάνη αποκατάστασης των μνημείων και του περιβάλλοντα χώρου αναλαμβάνει ο Κύριος του Έργου. Όπου οι αρμόδιες Υπηρεσίες του ΥΠ.ΠΟ.Τ. κρίνουν αναγκαίο, θα υπάρχει ενόργανη παρακολούθηση των παραμορφώσεων (στατικών και δυναμικών), ώστε να αποφευχθούν βλάβες σε μνημεία και κτίρια.

Άρθρο 4
Ανασκαφική – αρχαιολογική τεκμηρίωση
Η ανασκαφική και αρχαιολογική τεκμηρίωση (τήρηση ημερολογίων ανασκαφής, καθαρισμός και συντήρηση ευρημάτων, καταγραφή, φωτογράφηση, αποτύπωση και τεκμηρίωση, καθώς και η κατάθεση εκτενούς επιστημονικής έκθεσης συνοδευόμενης από κατάλογο ευρημάτων) καλύπτεται από δαπάνες του έργου, σύμφωνα με το άρθρο 37 του Ν. 3028/2002, που αφορά στην παρ. 2 του άρθρου 9 του Ν. 3028/2002.

Άρθρο 5
Αποτύπωση ευρημάτων
1.    Στα τμήματα της επιφανειακής έρευνας, των δοκιμαστικών τομών και της ανασκαφής απαιτείται απασχόληση συνεργείου αποτύπωσης, που θα απαρτίζεται από τοπογράφο και σχεδιαστές, για να αποτυπώνονται τα ευρήματα με την υπόδειξη του αρχαιολόγου πεδίου εγκαίρως και με ακρίβεια (συμβατικά και ψηφιακά) και να εξασφαλίζεται η ταχύτητα και η απρόσκοπτη συνέχιση της ανασκαφής.
2.    Η ομάδα παρακολούθησης της ανασκαφής, με τη συμμετοχή αρχιτέκτονα και σχεδιαστή μέσω συστημάτων των Η/Υ, καταρτίζει τα γενικά σχέδια κάθε τμήματος, τα οποία θα πιστοποιούνται από τον Προϊστάμενο της αρμόδιας Εφορείας και θα κατατίθενται στο αρχείο σχεδίων της αρμόδιας Περιφερειακής Υπηρεσίας του ΥΠ.ΠΟ.Τ. Οι ανάγκες για την αποτύπωση των ευρημάτων θα προσδιορίζονται σε σχετικό αίτημα του επιβλέποντος αρχαιολόγου προς τον Κύριο του Έργου και θα περιλαμβάνονται στη συνέχεια στη μηνιαία απολογιστική έκθεση και στον προγραμματισμό-προϋπολογισμό (Άρθρο 3). Τη δαπάνη αποτύπωσης των ευρημάτων αναλαμβάνει ο Κύριος του Έργου.

Άρθρο 6
Φωτογράφηση ευρημάτων
1.    Η λήψη φωτογραφιών τεκμηρίωσης γίνεται από τους αρχαιολόγους πεδίου. Οι γενικές λήψεις, βιντεοσκοπήσεις, ειδικές φωτογραφήσεις ευρημάτων και χώρων (αεροφωτογραφίες), η ηλεκτρονική επεξεργασία τους και οι εκτυπώσεις, όπου και εάν αυτές κριθούν αναγκαίες, ανατίθενται με δαπάνη του Κυρίου του Έργου σε επαγγελματίες φωτογράφους.
2.    Όλο το φωτογραφικό υλικό με σχετικούς καταλόγους θα παραδίδεται από την ομάδα παρακολούθησης, αφού συσχετισθεί με την τελική έκθεση και τον κατάλογο ευρημάτων στο αρχείο φωτογραφιών της αρμόδιας Περιφερειακής Υπηρεσίας του ΥΠ.ΠΟ.Τ. Τη δαπάνη φωτογράφησης των ευρημάτων αναλαμβάνει ο Κύριος του Έργου.

Άρθρο 7
Αποθήκευση , συντήρηση και τεκμηρίωση κινητών ευρημάτων
1.    Τα κινητά ευρήματα της επιφανειακής έρευνας, των δοκιμαστικών τομών και της ανασκαφής αποθηκεύονται, συντηρούνται και τεκμηριώνονται με ευθύνη των αρμοδίων Περιφερειακών Υπηρεσιών του ΥΠ.ΠΟ.Τ. από κατάλληλο προσωπικό στα εργαστήριά τους ή σε χώρους που θα δημιουργηθούν, εάν τα εργαστήρια αυτά δεν επαρκούν για την υποδοχή των νέων ευρημάτων.
Η ανάγκη εξεύρεσης νέων χώρων αποθήκευσης, η πρόσληψη επιπλέον προσωπικού συντήρησης, η ανάγκη επιπλέον εξοπλισμού των υπαρχόντων εργαστηρίων και το οριστικό χρονοδιάγραμμα χρηματοδότησης των σχετικών δαπανών από τον Κύριο του Έργου, θα αποτελέσουν θέμα συζήτησης των αρμοδίων Υπηρεσιών του ΥΠ.ΠΟ.Τ. με τον Κύριο του Έργου, μετά από σχετικό αίτημα των Υπηρεσιών του ΥΠ.ΠΟ.Τ. Η όλη διαδικασία θα συντονίζεται από το Γραφείο.
2.    Ο Κύριος του Έργου θα εξασφαλίσει το ειδικευμένο και βοηθητικό προσωπικό συντήρησης, καθώς και την αναγκαία υλικοτεχνική υποδομή (μηχανήματα, εργαλεία και υλικά) καθ’ όλο το διάστημα που διαρκεί η ανασκαφή και ύστερα από αίτημα των αρμοδίων Περιφερειακών Υπηρεσιών του ΥΠ.ΠΟ.Τ., σε συνεννόηση με το Γραφείο Συντονισμού και Παρακολούθησης Αρχαιολογικών Εργασιών στο πλαίσιο Μεγάλων Έργων, και έγκριση του Κύριου του Έργου για εύλογο χρονικό διάστημα πέραν αυτής, το οποίο δεν θα υπερβαίνει τους 6 μήνες, προκειμένου να ολοκληρωθεί η τελική ανασκαφική έκθεση και ο κατάλογος των ευρημάτων.
3.    Τα κινητά ευρήματα της επιφανειακής έρευνας, των δοκιμαστικών τομών και της ανασκαφής μεταφέρονται με μέριμνα των αρμοδίων Εφορειών, με ειδικά διατιθέμενο από τον Κύριο του Έργου κατάλληλο μεταφορικό μέσο στις αρχαιολογικές αποθήκες των Περιφερειακών Υπηρεσιών του ΥΠ.ΠΟ.Τ. ή στους χώρους που θα εξασφαλιστούν για το σκοπό αυτό από τον Κύριο του Έργου σύμφωνα με την παράγραφο 1, για εύλογο χρονικό διάστημα, μέχρι την εξεύρεση από το ΥΠ.ΠΟ.Τ. κατάλληλου χώρου. Επιπλέον, στην περίπτωση που ενδεχομένως θα ανακύψουν ανάγκες μεταφοράς αρχαιοτήτων μεγάλου βάρους ή όγκου (αρχιτεκτονικών μελών κλπ.) και συνακόλουθα δαπάνες συντήρησης, φύλαξης, αποθήκευσης και ασφάλισής τους, αυτές θα αντιμετωπιστούν κατόπιν συζήτησης των αρμοδίων Υπηρεσιών του ΥΠ.ΠΟ.Τ. με τον Κύριο του Έργου, μετά από σχετικό αίτημα των Υπηρεσιών του ΥΠ.ΠΟ.Τ.
4.    Με την ανεύρεση αρχαίων σε κάθε ανασκαφικό τομέα και προκειμένου να εξασφαλισθεί η προστασία των κινητών ευρημάτων για το εύλογο χρονικό διάστημα που απαιτείται μέχρι την αποθήκευσή τους, ο Κύριος του Έργου μεριμνά, για όσο χρόνο διαρκέσει η ανασκαφή, για τη φύλαξη της περιοχής και οφείλει για το σκοπό αυτό να προσλαμβάνει και να διαθέτει, κατά τις ανάγκες, φυλακτικό προσωπικό, που θα απασχολείται όλο το 24ωρο με εναλλασσόμενες βάρδιες.
5.    Το σύνολο των δαπανών για τις αρχαιολογικές εργασίες, δηλαδή την παρακολούθηση των εκσκαφικών εργασιών, τη διενέργεια σωστικών ανασκαφών, κατά την έννοια του άρθρου 37 του Ν. 3028/2002, και τη λήψη προληπτικών μέτρων προστασίας των μνημείων έναντι κινδύνων κατά τη διάρκεια της υλοποίησης του έργου ή και κατά τη φάση της λειτουργίας του έρευνας, ανασκαφών, διαχείρισης και ανάδειξης αρχαιολογικών ευρημάτων χρηματοδοτείται από τον Κύριο του Έργου. Εφόσον ο προϋπολογισμός των δαπανών αυτών υπερβαίνει το 5% επί του συνολικού προϋπολογισμού της δαπάνης, εγκρίνεται με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού και Τουρισμού μετά από αιτιολογημένη γνώμη των αρμόδιων Κεντρικών Συμβουλίων του ίδιου Υπουργείου.

Άρθρο 8
Προστασία των αρχαιοτήτων
1.    Για τη διατήρηση και την προστασία των αρχαιοτήτων που αποκαλύπτονται, εφαρμόζονται οι κείμενες διατάξεις της αρχαιολογικής νομοθεσίας και οι σχετικές δαπάνες βαρύνουν τον Κύριο του Έργου.
2.    Εάν για λόγους διατήρησης και προστασίας των αρχαιοτήτων, απαιτηθούν τροποποιήσεις ως προς την εκτέλεση της χωροθέτησης του έργου, μετά από Γνωμοδότηση των αρμοδίων οργάνων του ΥΠ.ΠΟ.Τ.,  ενημερώνεται άμεσα ο Κύριος του Έργου, ώστε να υπάρξουν οι σχετικές συνεννοήσεις και ενέργειες.
3.    Στην περίπτωση όπου, για οποιονδήποτε λόγο, επέρχεται πρόωρη διακοπή ή λύση της σχετικής σύμβασης κατασκευής του έργου, τα ευρήματα θα καταχώνονται άμεσα με όρους και διαδικασία που ορίζονται με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού και Τουρισμού μετά από γνώμη του Κ.Α.Σ.  ή του Κ.Σ.Ν.Μ. και σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στις διατάξεις του Ν. 3028/2002.

Άρθρο 9
Προσωπικό
1.    Ο καθορισμός και η ειδικότητα του αναγκαίου επιστημονικού και εργατοτεχνικού προσωπικού για την εκτέλεση των αρχαιολογικών ερευνών και εργασιών στο πλαίσιο Μ.Ι.Ε. γίνεται από την αρμόδια Διεύθυνση της Γενικής Διεύθυνσης Αρχαιοτήτων και Πολιτιστικής Κληρονομιάς ή της Γενικής Διεύθυνσης Αναστήλωσης, Μουσείων και Τεχνικών Έργων ύστερα από εισήγηση των αρμόδιων Περιφερειακών Υπηρεσιών και κοινοποιείται στον Κύριο του Εργου μαζί με το χρονοδιάγραμμα των εργασιών, που μπορεί να τροποποιείται ανάλογα με την πορεία και το είδος των εργασιών που απαιτούνται σε κάθε στάδιο της αρχαιολογικής έρευνας. Το ανωτέρω προσωπικό επιλέγεται από τον Κύριο του Εργου ύστερα από σύμφωνη γνώμη των αρμόδιων Περιφερειακών Υπηρεσιών του ΥΠ.ΠΟ.Τ, οπότε και προσλαμβάνεται από αυτόν.
2.    Εφόσον επιβάλλεται η αντικατάσταση μέλους ή μελών του επιστημονικού και εργατοτεχνικού προσωπικού για λόγους που επηρεάζουν την πορεία των αρχαιολογικών ερευνών και εργασιών, η αρμόδια Διεύθυνση της παρ. 1 του παρόντος άρθρου προβαίνει στις απαιτούμενες ενέργειες, ύστερα από εισήγηση των αρμόδιων Περιφερειακών Υπηρεσιών του ΥΠ.ΠΟ.Τ. και αφού ο Κύριος του Εργου πληροφορηθεί σχετικώς, εκθέσει τις απόψεις του και προτείνει τον ή τους αντικαταστάτες. Η πρόσληψη του ή των αντικαταστατών είναι υποχρεωτική για τον Κύριο του Εργου.
3.    Με τη διαδικασία της προηγούμενης παραγράφου αυξάνεται ή μειώνεται ο αριθμός ή/και η ειδικότητα του επιστημονικού και εργατοτεχνικού προσωπικού, ανάλογα με την πορεία των αρχαιολογικών ερευνών και εργασιών και το είδος και τον αριθμό των ευρημάτων. Η πληροφόρηση του Κυρίου του Εργου συνίσταται στην αποστολή σε αυτόν τεκμηριωμένης έκθεσης σχετικά με την πορεία των αρχαιολογικών ερευνών και εργασιών και την ανάγκη επαναπροσδιορισμού του αριθμού του προσωπικού με βάση το χρονοδιάγραμμα που τίθεται για την ολοκλήρωση των σωστικών αρχαιολογικών ερευνών και εργασιών.
4.    Σε περίπτωση που ένας εκ των συμβαλλομένων επιθυμεί να επιταχύνει τις εργασίες σε κάποιο συγκεκριμένο τμήμα, ώστε να τηρηθούν οι προθεσμίες, δύναται να θέσει θέμα πρόσληψης επιπλέον προσωπικού ή υπερωριακής απασχόλησης.  Το ΥΠ.ΠΟ.Τ. είναι υπεύθυνο για την οργάνωση και την επίβλεψη των εργασιών κατά την διάρκεια και της υπερωριακής απασχόλησης.
5.    Οι εργαζόμενοι στα αρχαιολογικά έργα, καθώς και στα έργα προστασίας και ανάδειξης μνημείων, αρχαιολογικών χώρων και ιστορικών τόπων, υποχρεούνται να εκτελούν την εργασία που τους ανατίθεται, λαμβάνοντας εντολές και οδηγίες μόνον από τον Προϊστάμενο τ