Οι εκτιμήσεις του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ για την ελληνική οικονομία.

Print Friendly, PDF & Email

Οι εκτιμήσεις του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ για την ελληνική οικονομία.

Ειδήσεις – Τετάρτη 28 Σεπτεμβρίου 2011

Οι εκτιμήσεις του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ για την ελληνική οικονομία

Την εκτίμηση ότι η πραγματική ανεργία στην Ελλάδα θα φθάσει το 26% ως το 2012, που αντιπροσωπεύει έναν αριθμό 1.250.000 εργαζομένων, εξέφρασε ο κ. Σάββας Ρομπόλης, καθηγητής στο Πάντειο πανεπιστήμιο και επιστημονικός διευθυντής του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ.

Η έκταση της ανεργίας τα επόμενα χρόνια και η σημαντική μείωση αμοιβών και συντάξεων, θα είναι τα μεγαλύτερα προβλήματα, τα οποία θα αντιμετωπίσει η ελληνική οικονομία τα επόμενα χρόνια, σύμφωνα με τα συμπεράσματα της ετήσιας έκθεσης του Ινστιτούτου Εργασίας (ΙΝΕ) της ΓΣΕΕ, για την ελληνική οικονομία και την απασχόληση. Τα συμπεράσματα της έκθεσης παρουσιάστηκαν σήμερα, κατά τη διάρκεια ημερίδας με θέμα «Το μέλλον της ελληνικής οικονομίας και οι εργαζόμενοι».

Εισηγητές ήταν ο κ. Σάββας Ρομπόλης, καθηγητής στο Πάντειο πανεπιστήμιο, επιστημονικός διευθυντής του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ, ο κ. Νίκος Χριστοδουλάκης, καθηγητής στο Οικονομικό πανεπιστήμιο Αθηνών, ο κ. Νικόλαος Φίλιππας, αναπληρωτής καθηγητής στο τμήμα Οργάνωσης και Διοίκησης του πανεπιστήμιου Πειραιώς και ο κ. Γιάννης Δραγασάκης, πρώην βουλευτής, οικονομολόγος.

Την εκτίμηση ότι η πραγματική ανεργία στην Ελλάδα θα φθάσει το 26% ως το 2012, που αντιπροσωπεύει έναν αριθμό 1.250.000 εργαζομένων, και η στατιστική στο 21%, εξέφρασε ο κ. Ρομπόλης, ενώ υποστήριξε ότι μέσα στο επόμενο έτος θα υπάρξει ανάγκη για αναπροσαρμογή του ασφαλιστικού συστήματος και περαιτέρω μείωση των συντάξεων, εξαιτίας της ανεργίας.

Σύμφωνα με τον κ. Ρομπόλη, το έλλειμμα των ασφαλιστικών Ταμείων θα φθάσει στα 6 δισ. ευρώ στο τέλος του 2011, οπότε και θα υπάρξουν δυσκολίες στη χρηματοδότηση του συστήματος. Η συνεχής μείωση των συντάξεων, είπε ο επιστημονικός διευθυντής του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ, θα εγκαθιδρύσει «αρνητική αναλογιστικότητα», δηλαδή οι εργαζόμενοι θα λαμβάνουν συντάξεις μικρότερες από τις εισφορές που έχουν καταβληθεί. Για το θέμα των αμοιβών τόνισε, ότι «το 50% της αγοραστικής δύναμης που κέρδισαν με τις διαπραγματεύσεις τα συνδικάτα, χάθηκε σε δυο χρόνια» και εκτίμησε ότι κατά το 2012 θα υπάρξει νέα μείωση του ΑΕΠ της τάξης του 2% έως 2,5%.

Ο κ. Ρομπόλης συνέκρινε την έκταση της ανεργίας με εκείνη της δεκαετίας του 1950 και έκανε ιδιαίτερη αναφορά στα στοιχεία ανεργίας του 1961, όπου η ανεργία ήταν 26,4%, ποσοστό που αντιστοιχούσε σε 720.000 ανέργους, σε ένα εργατικό δυναμικό 3.640.000. Εν συνεχεία αμφισβήτησε το κατά πόσον οι επενδύσεις στην «πράσινη» ανάπτυξη μπορούν να αποτελέσουν αντίδοτο στην ανεργία εφόσον, σύμφωνα με μελέτη της ΓΣΕΕ, από το 2012 ως το 2020 οι επενδύσεις αυτές μπορούν να δημιουργήσουν συνολικά 90.000 έως 95.000 νέες θέσεις εργασίας σε διάφορες ειδικότητες.

Το ΙΝΕ της ΓΣΕΕ θεωρεί ότι η παραγωγική βάση της ελληνικής οικονομίας είναι σε θνήσκουσα κατάσταση, ενώ ιδιαίτερα ανησυχητική είναι η μείωση κατά 38,2% κατά τα δύο τελευταία χρόνια, των επενδύσεων σε πάγια κεφάλαια, δηλαδή εγκαταστάσεις και μηχανήματα. Η λύση -κατά τον κ. Ρομπόλη- είναι νέο αναπτυξιακό σχέδιο εξειδικευμένο κατά περιοχή ώστε οι επενδύσεις να μην γίνονται αποσπασματικά και να μην σπαταλούνται πολύτιμοι πόροι.

«Δε χρειάζεται να γελάμε ή να κλαίμε, χρειάζεται να καταλαβαίνουμε». Με αυτή τη φράση του Σπινόζα, ξεκίνησε το χαιρετισμό του στην έναρξη της ημερίδας, ο πρόεδρος της ΓΣΕΕ, Γιάννης Παναγόπουλος, και πρόσθεσε ότι η επιστημονική έρευνα και η πολιτική διάσταση που μπορεί να δίνει ο καθένας σε αυτά τα οποία συμβαίνουν, μας οδηγούν να αντιληφθούμε σε ποια κατάσταση βρισκόμαστε και ως χώρα και ως Ευρώπη. «Τότε θα έχουμε κάνει ένα ουσιαστικό βήμα για να αναζητήσουμε σοβαρές και ουσιαστικές λύσεις», τόνισε ο κ. Παναγόπουλος και συνέχισε: «Βλέπουμε μια πολιτική ηγεσία στη χώρα να υπολείπεται των ιστορικών στιγμών, να μην πιάνει το νήμα από κει που πρέπει και να μην αναπτύσσει τις πολιτικές που θα ήταν αναγκαίες, όχι απλά για να περιορίσουμε τα ελλείμματα, αλλά και για να βγει η χώρα από την κρίση. Ταυτόχρονα, βλέπουμε μια ευρωπαϊκή πολιτική ηγεσία περιδεή και άτολμη, η οποία αδυνατεί να αντιμετωπίσει την τεράστια κρίση που είναι κρίση χρέους και διακυβέρνησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης», κατέληξε ο κ. Παναγόπουλος.

Από την πλευρά του, ο κ. Χριστοδουλάκης υποστήριξε ότι το σοβαρότερο πρόβλημα από το χρέος, είναι η ύφεση, και πρόσθεσε ότι εάν η ύφεση του 2009 – 2011 υπερβεί το 5,5% τότε η σωρευτική ύφεση θα ξεπεράσει το 12%, γιατί -όπως είπε- η ύφεση σωρεύεται πολλαπλασιαστικά και όχι αθροιστικά. «Τα προβλήματα τα οποία αντιμετωπίζει η Ελλάδα δεν είναι μόνο δικά της, αλλά αποτελούν σε μεγάλο βαθμό απότοκο των συνεπειών σε ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό περιβάλλον, το οποίο δοκιμάζεται από πολλές προκλήσεις», τόνισε.

Εν συνεχεία αναφέρθηκε στον τρόπο που κατανεμήθηκε η ανάπτυξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση μετά την εισαγωγή του κοινού νομίσματος. Σύμφωνα με τον κ. Χριστοδουλάκη, το μεγαλύτερο μέρος των επενδύσεων σωρεύτηκε στον Ευρωπαϊκό βορά και επιπλέον ήταν διαφορετική η σύνθεση των επενδύσεων. Στο βορά οι επενδύσεις ήταν κυρίως οικονομικές (εργοστάσια, ενέργεια), ενώ στο νότο σε κατοικίες, τουριστικά συγκροτήματα και σε δραστηριότητες ψυχαγωγίας και αναψυχής Ακόμη, οι διαφορές στα φορολογικά συστήματα, οδηγούν πολλές χώρες του βορά να εκμεταλλεύονται τους χαμηλούς φορολογικούς συντελεστές, ενώ αντίθετα η φοροδιαφυγή και η κακή διαχείριση στις χώρες του νότου διευρύνουν τα ελλείμματα.

Υποστήριξε ότι η άποψη που επικρατεί ότι το μισθολογικό κόστος είναι ο κύριος παράγοντας για την ανάπτυξη της ανταγωνιστικότητας αποτελεί «μεγάλη πλάνη» και αναφερόμενος στην αύξηση της φορολογίας τόνισε, ότι η αύξηση των φορολογικών συντελεστών δεν οδηγεί σε αύξηση των δημοσίων εσόδων και αντίθετα επιβαρύνει την ύφεση. «Χώρες οι οποίες έχουν μεγάλα χρέη δεν θα επιτύχουν να λύσουν το πρόβλημα του χρέους, εάν δεν λύσουν προηγουμένως το πρόβλημα της ανάπτυξης», κατέληξε ο κ. Χριστοδουλάκης.

«Όποιος οδηγεί σχολικό λεωφορείο με δεμένα μάτια, δεν πρέπει να οδηγήσει άλλη φορά». Με αυτή τη φράση ξεκίνησε την εισήγησή του ο κ. Νικόλαος Φίλιππας, ο οποίος υποστήριξε ότι η ευθύνη για τη σημερινή κατάσταση, βαραίνει όσους οδήγησαν την παγκόσμια οικονομική ανάπτυξη τα τελευταία 20 χρόνια και τόνισε ότι τα χρηματοπιστωτικά προϊόντα παγκοσμίως είναι δεκαπλάσια από την πραγματική οικονομία και το γεγονός αυτό οδήγησε στην κρίση. Αναφέρθηκε, τέλος, στην ανάγκη για την εκπόνηση μακροπρόθεσμου σχεδίου πραγματικής ανάπτυξης, το οποίο να λαμβάνει υπόψη τις παγκόσμιες αλλαγές και την ισχυροποίηση των οικονομιών της Ανατολής και θα μας βοηθήσει «να ξεφύγουμε από τον εγκλωβισμό τού πότε θα πάρουμε την επόμενη δόση».

Από την πλευρά του, ο κ. Δραγασάκης υποστήριξε ότι οι πολιτικές οι οποίες ακολουθούνται διεθνώς δεν αντιμετωπίζουν το πρόβλημα, το οποίο είναι η διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων.

Η βασική αντίθεση σήμερα είναι ανάμεσα στις πλεονασματικές χώρες και στις ελλειμματικές, είπε ο κ. Δραγασάκης και αναφέρθηκε στις πιθανές προοπτικές που θα καθορίσουν τις εξελίξεις. Στη μία περίπτωση, το πρόβλημα μπορεί να αντιμετωπισθεί με ένα νέο ρόλο της ΕΚΤ ή με την επεκτατική πολιτική των πλεονασματικών χωρών, όπως για παράδειγμα της Γερμανίας στο κέντρο της Ευρώπης.

Στην άλλη, οι ελλειμματικές χώρες θα αναγκασθούν να προχωρήσουν σε στάση πληρωμών ή θα προσπαθήσουν να ελέγξουν το χρέος μέσω του ελεγχόμενου πληθωρισμού, που μπορεί όμως να γίνει ανεξέλεγκτος και να οδηγήσει σε νομισματικό πόλεμο. Σημαντικός παράγοντας κατά τον κ. Δραγασάκη, είναι η στάση των εργαζομένων, την οποία χαρακτήρισε «παθητική» στα πρώτα στάδια της κρίσης.

Πηγή: Καθημερινή

(Visited 9 times, 1 visits today)
Please follow and like us: