Monthly Archives: Φεβρουάριος 2011

ΥΠΟΙΚ: Παράταση της προθεσμίας υποβολής δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος Πηγή:www.capital.gr

Προς διευκόλυνση των φορολογουμένων, για τους οποίους εφαρμόζεται για πρώτη φορά η υποχρεωτική ηλεκτρονική υποβολή των δηλώσεων και των λογιστικών γραφείων και γενικότερα προς διευκόλυνση των πολιτών, με απόφαση του Υφυπουργού Οικονομικών, Δημήτρη Κουσελά, δίνεται παράταση στην προθεσμία υποβολής των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος, για τους υπόχρεους του άρθρου 62 του ν. 2238/94 (ατομικές επιχειρήσεις και ελεύθερους επαγγελματίες, όσους απόκτησαν εισοδήματα από συμμετοχή σε ΕΠΕ, από κινητές αξίες, από ακίνητα, τους κατόχους ΕΙΧ κ.λπ. χωρίς εισοδήματα, κ.λπ.), που λήγει την 1η Μαρτίου 2011 και ορίζεται η 4η Απριλίου 2011.

Η υποβολή των δηλώσεων αυτών ολοκληρώνεται μέσα σε έντεκα εργάσιμες μέρες ανάλογα με το τελευταίο ψηφίο του ΑΦΜ, με αρχή για το ψηφίο 1 την 4η Απριλίου 2011, όπως ανακοίνωσε το υπουργείο Οικονομικών.

Η προθεσμία  υποβολής δηλώσεων στοιχείων ακινήτων (έντυπο Ε9), ορίζεται στις ίδιες ημερομηνίες  με τη δήλωση φορολογίας εισοδήματος.

Πηγή:www.capital.gr

Please follow and like us:

Ερωτάται, αν σε περίπτωση υιοθεσίας πρέπει να εκδίδεται νέος απολυτήριος τίτλος ή αν στο αποδεικτικό

Ερωτάται, αν σε περίπτωση υιοθεσίας πρέπει να εκδίδεται νέος απολυτήριος τίτλος ή αν στο αποδεικτικό απολύσεως πρέπει να αναγράφονται τα νέα στοιχεία του υιοθετημένου.

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ

ΝΟΜΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ

Αριθμός Γνωμοδοτήσεως 399 / 2010

ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ

Γ΄ Τμήμα

( Συνεδρίαση της 29.11.2010)

Σύνθεση:

Πρόεδρος: Ιωάννης Σακελλαρίου, Αντιπρόεδρος Ν.Σ.Κ..

Μέλη: Χριστόδουλος Μπότσιος, Ηλίας Ψώνης, Ανδρέας Γραμματικός, Παναγιώτης Σπανός, Νομικοί Σύμβουλοι του Κράτους.

Εισηγήτρια: Ευαγγελία Σκαλτσά, Πάρεδρος Ν.Σ.Κ..

* * *

Αρ. Πρωτ. Ερωτήματος: 91379/Γ2/23-7-2010 της Διεύθυνσης Σπουδών Δ/θμιας Εκπαίδευσης, Τμήμα Γ΄ του Υπουργείου Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων.

Περίληψη Ερωτήματος: Ερωτάται, αν σε περίπτωση υιοθεσίας πρέπει να εκδίδεται νέος απολυτήριος τίτλος ή αν στο αποδεικτικό απολύσεως πρέπει να αναγράφονται τα νέα στοιχεία του υιοθετημένου.

* * *

Επί του ανωτέρω ερωτήματος το Γ΄ Τμήμα Ν.Σ.Κ. γνωμοδότησε τα ακόλουθα:

Ι. 1. Στη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 13 του Ν. 344/1976 «περί ληξιαρχικών πράξεων» (ΦΕΚ Α΄ – 143) ορίζεται ότι «προς διόρθωσιν ληξιαρχικής πράξεως απαιτείται τελεσίδικος δικαστική απόφασις». Στη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 14 του ίδιου νόμου όπως αντικαταστάθηκε από την παρ. 6 του άρθρου 14 του Ν.2503/1997 (ΦΕΚ Α΄- 107) ορίζεται ότι: «Μεταβολές που επέρχονται στην κατάσταση του φυσικού προσώπου μετά τη σύνταξη των ληξιαρχικών πράξεων, ένεκα νομιμοποίησης, αναγνώρισης, αποκήρυξης, αμφισβήτησης, προσβολής της πατρότητας, υιοθεσίας τέκνου και λύση υιοθεσίας, διαζυγίου, ακύρωσης γάμου, προσθήκης ή μεταβολής ονόματος, επωνύμου, ιθαγένειας, θρησκεύματος ή αλλαγής φύλου καταχωρίζονται στο περιθώριο της οικείας ληξιαρχικής πράξης μέσα σε ένα μήνα αφότου αυτές οι μεταβολές έλαβαν χώρα.».

2. Στις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 54 του Β.Δ. της 20 Ιουνίου / 8 Ιουλίου 1955 «Περί των εγγραφών, μετεγγραφών, ποινών, εξετάσεων μαθητών σχολείων Μέσης Εκπαιδεύσεως» (ΦΕΚ Α΄ – 173) ορίζεται ότι:

«1. Οι υπό των σχολείων Μέσης Εκπαιδεύσεως εκδιδόμενοι τίτλοι σπουδών συντάσσονται ως ακολούθως :

α) Εις πτυχία, απολυτήρια, ενδεικτικά και αποδεικτικά σπουδών εν γένει «σχολικής χρήσεως» αναγράφεται κάτωθεν του τίτλου του σχολείου και του είδους του τίτλου σπουδών, το σχολικόν έτος καθ’ ό εκδίδεται ο τίτλος σπουδών. Εις το αριστερόν μέρος, οι αριθμοί μαθητολογίου, βιβλίου σπουδών και πτυχίου ή απολυτηρίου ή ενδεικτικού ή αποδεικτικού. Εις το κείμενον αναγράφεται το ονοματεπώνυμον του μαθητού, το όνομα του πατρός και το επάγγελμα αυτού, ο τόπος καταγωγής του μαθητού …

β) Εις τα αποδεικτικά μετεγγραφής τα οποία χορηγούνται συμφώνως προς τας εκ των κειμένων διατάξεων απορρέουσας διατυπώσεις αναγράφεται…

γ) Εις τα δι’ εξωσχολικήν χρήσιν αποδεικτικά σπουδών μετά το κείμενον και προ της χρονολογίας αναγράφεται η φράσις «δι’ εξωσχολικήν χρήσιν» εις δε τα απολυτήρια ή αποδεικτικά απολύσεως δεν αναγράφεται η φράσις «δια σχολικήν χρήσιν» ή «δι’ εξωσχολικήν χρήσιν.».

δ) … ε) Οι παντός είδους εκδιδόμενοι τίτλοι σπουδών φέρουν τας υπογραφάς των μελών του καθηγητικού συλλόγου πλην των δεδικαιολογημένως απουσιαζόντων.».

ζ) Απολυτήρια και αποδεικτικά απολυθέντων μαθητών ως και αποδεικτικά εξωσχολικής χρήσεως ή μετεγγραφής απασών των τάξεων δέον να φέρωσι την φωτογραφίαν του μαθητού κεκυρωμένην υπό του Διευθυντού του σχολείου, επιτρεπομένης της εκδόσεως αποδεικτικών απολύσεων περισσοτέρων του ενός και άνευ ουδενός περιορισμού».

Περαιτέρω στη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 31 του Π.Δ/τος 60/2006 «Αξιολόγηση των μαθητών του Ενιαίου Λυκείου» (ΦΕΚ Α΄ – 65) ορίζεται ότι το απολυτήριο του Ενιαίου Λυκείου εκδίδεται μία φορά και δεν αλλάζει.

3. Σύμφωνα με το άρθρο 1559 Α.Κ., όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 2447/1996 «Τροποποίηση ΑΚ – Υιοθεσία – Επιτροπεία κλπ.» (ΦΕΚ Α΄ – 278). «Η υιοθεσία ανηλίκων τηρείται μυστική. Στις περιπτώσεις της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 1550 καθώς και του άρθρου 1552 η μυστικότητα ισχύει και έναντι των φυσικών γονέων .

Το θετό τέκνο έχει μετά την ενηλικίωσή του το δικαίωμα να πληροφορείται πλήρως από τους θετούς γονείς και από κάθε αρμόδια αρχή τα στοιχεία των φυσικών γονέων του.».

Στη διάταξη του άρθρου 9 Ν. 2447/1996 (ΦΕΚ Α΄ – 278) ορίζεται ότι:

«Σε όλη τη διαδικασία τέλεσης υιοθεσίας ανηλίκου και ύστερα από αυτήν, απαγορεύεται η δημοσίευση ή διερεύνηση στοιχείων ή γεγονότων ικανών να αποκαλύψουν την υιοθεσία και τα ατομικά χαρακτηριστικά της. Η τήρηση της εχεμύθειας ως προς τα πρόσωπα των θετών γονέων του θετού τέκνου και των φυσικών γονέων του αποτελεί υπηρεσιακό καθήκον των δικαστών, την κοινωνικήν υπηρεσίαν ή οργανώσεων καθώς και των όποιων άλλων υπαλλήλων αναμείχθηκαν στην υιοθεσία ή έλαβαν οπωσδήποτε γνώση της τέλεσής της με την ευκαιρία της άσκησης των καθηκόντων τους. Η δεύτερη παράγραφος του άρθρου 1559 Α.Κ. δεν θίγεται.».

Εξ άλλου στη διάταξη του άρθρου 1582 Α.Κ. ορίζεται ότι: «Το θετό τέκνο παίρνει το επώνυμο του θετού γονέα. ΄Εχει όμως δικαίωμα όταν ενηλικιωθεί, να προσθέσει και το πριν από την υιοθεσία επώνυμό του … ».

4. Στη διάταξη του άρθρου 2 Ν. 2472/1997 «Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων» (ΦΕΚ Α΄ – 50) προβλέπεται ότι:

«Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου νοούνται ως:

α) Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων…

β) «Ευαίσθητα δεδομένα» τα δεδομένα που αφορούν στη φυλετική ή εθνική προέλευση, στα πολιτικά φρονήματα, στις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις, στη συμμετοχή σε συνδικαλιστική οργάνωση, στην υγεία, στην κοινωνική πρόνοια και στην ερωτική ζωή στα σχετικά με ποινικές διώξεις …».

* * *

ΙΙ. Από τις προεκτεθείσες διατάξεις ερμηνευόμενες αυτοτελώς και σε συνδυασμό μεταξύ τους συνάγονται τα ακόλουθα:

Από τις διατάξεις του Ν. 344/1976 προκύπτει ότι οι μεταβολές που επέρχονται στην κατάσταση του φυσικού προσώπου μετά την σύνταξη των ληξιαρχικών πράξεων συνεπεία νομιμοποίησης αμφισβήτησης αναγνώρισης κλπ. της πατρότητας, υιοθεσίας τέκνου, ως και πάσης άλλης αλλαγής προερχόμενης από διάταξη νόμου και μετά από την τήρηση της προβλεπόμενης διαδικασίας καταχωρίζεται στο περιθώριο της οικείας ληξιαρχικής πράξης μέσα σε ένα μήνα αφότου οι μεταβολές αυτές έλαβαν χώρα.

Επομένως, εφ’ όσον επέλθει νομίμως η αλλαγή των στοιχείων της ταυτότητας προσώπου και καταχωρισθούν οι μεταβολές κατά την ως άνω προβλεπομένη διαδικασία από της επελεύσεως της αλλαγής και εντεύθεν το πρόσωπο αυτό φέρει τα νέα στοιχεία ταυτότητας τα οποία χρησιμοποιεί ενώπιον των Αρχών και στις συναλλαγές με τα οποία καθίσταται γνωστό στην κοινωνία, κάθε δε πιστοποιητικό που θα χορηγείται αιτήσει του ενδιαφερομένου θα εκδίδεται με το νέο επώνυμο ή πατρώνυμο ή οποιοδήποτε στοιχείο της επελθούσας μεταβολής.

Περαιτέρω στις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 54 του Β. Δ/τος της 20-6/8-7-1995 προσδιορίζεται ο τρόπος συντάξεως και τα στοιχεία που πρέπει να περιέχουν οι τίτλοι σπουδών.

Οι εκδιδόμενοι τίτλοι σπουδών και επομένως και οι απολυτήριοι πλην των άλλων στοιχείων φέρουν απαραιτήτως τις υπογραφές των μελών του συλλόγου καθηγητών του συγκεκριμένου σχολικού έτους, εκτός των δεδικαιολογημένως απουσιαζόντων. Τα αποδεικτικά σπουδών εξωσχολικής χρήσεως ή μετεγγραφής φέρουν απαραιτήτως την φωτογραφία του μαθητού επικυρωμένη υπό του Διευθυντού του σχολείου, επιτρεπομένης της εκδόσεως αποδεικτικών απολύσεων περισσοτέρων του ενός και άνευ ουδενός περιορισμού, ενώ απολυτήριος τίτλος εκδίδεται μόνον ένας.

Συνεπώς σε περίπτωση επελθούσας μεταβολής των στοιχείων του απολυθέντος μαθητού, λόγω αλλαγής ονόματος επωνύμου ή καταστάσεως αυτού δυνάμει δικαστικής αποφάσεως δεν προβλέπεται η έκδοση νέου απολυτηρίου τίτλου σε αντικατάσταση του παλαιού (βλ. και Γνωμ. Ν.Σ.Κ. 334/1996).

Εξ άλλου, μετά την κύρωση ως κώδικα του Ν. 2447/1996 επήλθαν ορισμένες αλλαγές στο δίκαιο της υιοθεσίας, στην επιτροπεία ανηλίκων και σε συναφείς προστατευτικούς θεσμούς. Ειδικότερα η υιοθεσία των ανηλίκων τηρείται μυστική, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις (αρθ. 1550, παρ. 2, 1552 ΑΚ) η μυστικότητα ισχύει και έναντι των φυσικών γονέω ν.

Το θετό τέκνο έχει μετά την ενηλικίωσή του το δικαίωμα να πληροφορείται πλήρως από τους θετούς γονείς και από κάθε αρμόδια αρχή τα στοιχεία των φυσικών γονέων του.

Ενόψει της μυστικότητας της υιοθεσίας ανηλίκων τηρείται σε κάθε Πρωτοδικείο απόρρητο βιβλίο στο οποίο καταχωρίζονται τα πραγματικά ονοματεπώνυμα αυτών που υιοθετούνται και των θετών γονέων τους, η δικαστική απόφαση με την οποία τελέσθηκε η υιοθεσία καθώς και όσα άλλα στοιχεία είναι απαραίτητα ανάλογα με την περίπτωση (βλ. 3/1997 ΓΝΜΔ ΕΙΣ Πρ. Θεσσαλ. Αρχ. Ν. 2000, 876) .

Εξ άλλου, από τις ως άνω διατάξεις του ΑΚ συνάγεται, όπως έχει ήδη κριθεί (βλ. Σ.τ.Ε. 2194/2010, 4473/1995) ότι ο υιοθετηθείς οφείλει να διατηρήσει πάντοτε το επώνυμο του θετού γονέα .

Περαιτέρω η οικογενειακή σχέση της υιοθεσίας αποτελεί δεδομένο προσωπικού χαρακτήρα, η επεξεργασία του οποίου πρέπει να συνδέεται με ορισμένο νόμιμο σκοπό (βλ. 143/2001 απόφαση της Αρχής Προστασίας δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα) .

* * *

ΙΙΙ. Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από το ανωτέρω έγγραφο της ερωτώσας υπηρεσίας η Διοίκηση για το κρίσιμο ζήτημα εφαρμόζει την με αρ. πρωτ. 3875/Γ2/22-6-2001 εγκύκλιο με θέμα «αλλαγή στοιχείων σε απολυτήριους τίτλους» στην οποία αναφέρεται γενικώς ότι: «σε κάθε περίπτωση, όπως αλλαγή κυρίου ονόματος λόγω βάπτισης , αλλαγή επιθέτου λόγω υιοθεσίας, αλλαγή αριθμού μητρώου αρρένων, διόρθωση ονομάτων λόγω λανθασμένης μετάφρασης για τους αλλοδαπούς, διόρθωση στοιχείων που λανθασμένα έχουν καταχωρισθεί κατά την πρώτη εγγραφή, άλλος απολυτήριος τίτλος δεν εκδίδεται.

Στα αποδεικτικά απόλυσης, όμως, που θα εκδοθούν μετά τις τυχόν αλλαγές θα αναγράφονται τα διορθωμένα στοιχεία με επισημειωματική πράξη με την οποία θα φαίνεται ο τρόπος και ο λόγος της αλλαγής των στοιχείων αυτών. Παράλληλα θα συντάσσεται σχετικό πρακτικό στο βιβλίο πράξεων του συλλόγου των διδασκόντων καθηγητών και θα διορθώνονται τα στοιχεία και στο μητρώο επίσης με επισημειωματική πράξη» .

* * *

IV. Σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν δεν είναι δυνατή η έκδοση νέου απολυτήριου τίτλου σε καμμιά περίπτωση αλλαγής των στοιχείων απολυθέντων μαθητών και επομένως και στην περίπτωση επελθούσας μεταβολής λόγω υιοθεσίας, αφού δεν προβλέπεται η έκδοση άλλου απολυτηρίου τίτλου σπουδών σε αντικατάσταση πρωτοτύπου.

Στα αποδεικτικά, όμως, απόλυσης που εκδίδονται μετά την υιοθεσία πρέπει να αναγράφονται μόνον τα νέα στοιχεία ταυτότητας που απέκτησε ο υιοθετούμενος δια της νομίμου διαδικασίας, χωρίς καμμία αναφορά των παλαιών και χωρίς μνεία του λόγου μεταβολής, εφόσον δηλώσει ότι δεν επιθυμεί την κοινοποίηση των στοιχείων αυτών. Έτσι διασφαλίζεται το απόρρητο της υιοθεσίας και το καθήκον εχεμύθειας που επιβάλλουν οι σχετικές διατάξεις. Η αναγραφή των προβλεπόμενων από την ανωτέρω εγκύκλιο στοιχείων (του γεγονότος της υιοθεσίας και των παλαιότερων στοιχείων του μαθητή) στο αποδεικτικό απόλυσης υπερακοντίζει τον σκοπό του νόμου για τον οποίο εκδίδεται το έγγραφο αυτό, που είναι η βεβαίωση της επιτυχούς φοίτησης του μαθητή στο συγκεκριμένο σχολικό έτος και είναι αντίθετη προς τη νομοθετικά κατοχυρωμένη αρχή της μυστικότητας της υιοθεσίας.

Επισημαίνεται ότι η σύνδεση του αποδεικτικού απόλυσης με τα ως άνω στοιχεία με τον απολυτήριο τίτλο που έχει εκδοθεί προ της υιοθεσίας μπορεί να διασφαλισθεί με αναφορά στο αποδεικτικό απόλυσης του απολυτηρίου και του μητρώου φοίτησης του μαθητή με παράλληλη καταχώρηση με επισημειωματική πράξη στο μητρώο της επελθούσας μεταβολής των στοιχείων, λόγω της υιοθεσίας. ΄Ετσι αποφεύγεται η αναφορά του γεγονότος της υιοθεσίας στο αποδεικτικό απόλυσης που είναι πιστοποιητικό ευρείας χρήσης και τηρούνται οι νομοθετικές διατάξεις που επιβάλλουν την μυστικότητα και την μη δημοσιοποίηση των προσωπικών στοιχείων αυτής .

* * *

V. Εν όψει των προεκτεθέντων διατάξεων δεν είναι δυνατή η έκδοση νέου απολυτηρίου τίτλου σε περίπτωση υιοθεσία ς.

Στα εκδιδόμενα, όμως, αποδεικτικά απόλυσης μετά την τέλεση της υιοθεσίας πρέπει να αναγράφονται τα νέα στοιχεία του υιοθετημένου που απέκτησε δια της νομίμου διαδικασίας, χωρίς επισημειωματική πράξη με αναφορά του λόγου μεταβολής, υπό την προϋπόθεση ότι θα διασφαλίζεται η σύνδεση του αποδεικτικού απόλυσης με τον απολυτήριο τίτλο κατά τον τρόπο που προεκτέθηκε. –

ΘΕΩΡΗΘΗΚΕ

Αθήνα

Ο Πρόεδρος του Τμήματος                         Η Εισηγήτρια

ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ                 ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΣΚΑΛΤΣΑ

Αντιπρόεδρος Ν.Σ.Κ.                                Πάρεδρος Ν.Σ.Κ

Please follow and like us:

ΟΔΗΓΙΑ 2011/7/ΕΕ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 16ης Φεβρουαρίου 2011 για την κα

ΟΔΗΓΙΑ 2011/7/ΕΕ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 16ης Φεβρουαρίου 2011 για την καταπολέμηση των καθυστερήσεων πληρωμών στις εμπορικές συναλλαγές.

L48/23.02.2011

ΟΔΗΓΙΑ 2011/7/ΕΕ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

της 16ης Φεβρουαρίου 2011

για την καταπολέμηση των καθυστερήσεων πληρωμών στις εμπορικές συναλλαγές

(αναδιατύπωση)

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 114,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής ( 1 ),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία ( 2 ),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1) Πρόκειται να γίνουν αρκετές ουσιαστικές αλλαγές στην οδηγία 2000/35/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 2000, για την καταπολέμηση των καθυστερήσεων πληρωμών στις εμπορικές συναλλαγές ( 3 ). Για λόγους σαφήνειας και εξορθολογισμού, είναι επιθυμητή η αναδιατύπωση των εν λόγω διατάξεων.

(2) Η πλειονότητα των αγαθών και των υπηρεσιών παρέχονται στο πλαίσιο της εσωτερικής αγοράς από οικονομικούς φορείς σε άλλους οικονομικούς φορείς και σε δημόσιες αρχές με προθεσμιακή πληρωμή, βάσει της οποίας ο προμηθευτής παρέχει στον πελάτη του χρόνο να πληρώσει το τιμολόγιο, όπως έχει συμφωνηθεί μεταξύ των μερών ή όπως καθορίζεται στο τιμολόγιο του προμηθευτή ή όπως ορίζεται από τη νομοθεσία.

(3) Πολλές πληρωμές στις εμπορικές συναλλαγές μεταξύ των οικονομικών φορέων ή μεταξύ των οικονομικών φορέων και των δημόσιων αρχών γίνονται αργότερα από την ημερομηνία που έχει συμφωνηθεί στη σύμβαση ή που καθορίζεται στους γενικούς εμπορικούς όρους. Παρά το γεγονός ότι τα αγαθά έχουν παραδοθεί ή οι υπηρεσίες έχουν παρασχεθεί, πολλά από τα αντίστοιχα τιμολόγια πληρώνονται πολύ αργότερα από την προθεσμία τους. Αυτού του είδους οι καθυστερήσεις πληρωμών επηρεάζουν αρνητικά τη ρευστότητα και περιπλέκουν τη χρηματοοικονομική διαχείριση των επιχειρήσεων. Επηρεάζουν, επίσης, την ανταγωνιστικότητα και την αποδοτικότητά τους, όταν ο πιστωτής υποχρεώνεται να ζητήσει εξωτερική χρηματοδότηση λόγω των καθυστερήσεων πληρωμών. Ο κίνδυνος αρνητικών επιπτώσεων αυξάνεται κατά πολύ σε περιόδους οικονομικής κάμψης, όταν η πρόσβαση σε χρηματοδότηση είναι δυσκολότερη.

(4) Ο δικαστικός διακανονισμός των απαιτήσεων που συνδέονται με τις καθυστερήσεις πληρωμών διέπεται από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις ( 4 ), τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 805/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 2004, για τη θέσπιση ευρωπαϊκού εκτελεστού τίτλου για μη αμφισβητούμενες αξιώσεις ( 5 ), τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1896/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2006, για τη θέσπιση διαδικασίας ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής ( 6 ), και τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 861/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 2007, για τη θέσπιση ευρωπαϊκής διαδικασίας μικροδιαφορών ( 7 ). Ωστόσο, είναι αναγκαίο να θεσπιστούν συμπληρωματικές διατάξεις, με σκοπό την αποτροπή των καθυστερήσεων πληρωμών στις εμπορικές συναλλαγές.

(5) Οι επιχειρήσεις θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να συναλλάσσονται σε όλη την εσωτερική αγορά υπό συνθήκες που να διασφαλίζουν ότι οι διασυνοριακές συναλλαγές δεν συνεπάγονται μεγαλύτερους κινδύνους από τις εγχώριες πωλήσεις. Η εφαρμογή ουσιωδώς διαφορετικών κανόνων για τις εγχώριες και τις διασυνοριακές συναλλαγές θα οδηγούσε σε στρεβλώσεις του ανταγωνισμού.

( 1 ) ΕΕ C 255 της 22.9.2010, σ. 42.

( 2 ) Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 20ής Οκτωβρίου 2010 (δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα) και απόφαση του Συμβουλίου της 24ης Ιανουαρίου 2001.

( 3 ) ΕΕ L 200 της 8.8.2000, σ. 35.

( 4 ) ΕΕ L 12 της 16.1.2001, σ. 1.

( 5 ) ΕΕ L 143 της 30.4.2004, σ. 15.

( 6 ) ΕΕ L 399 της 30.12.2006, σ. 1.

( 7 ) ΕΕ L 199 της 31.7.2007, σ. 1.

(6) Η Επιτροπή, με την ανακοίνωση της 25ης Ιουνίου 2008 με τίτλο «Προτεραιότητα στις μικρές επιχειρήσεις — Μια “Small Business Act” για την Ευρώπη», υπογράμμισε την ανάγκη να διευκολυνθεί η πρόσβαση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων (ΜΜΕ) στη χρηματοδότηση και να αναπτυχθεί ένα νομικό και επιχειρηματικό περιβάλλον το οποίο να ευνοεί τις έγκαιρες πληρωμές στις εμπορικές συναλλαγές. Θα πρέπει να επισημανθεί ότι οι δημόσιες αρχές έχουν ιδιαίτερη ευθύνη στο πλαίσιο αυτό. Τα κριτήρια για τον καθορισμό των ΜΜΕ καθορίζονται με τη σύσταση 2003/361/ΕΚ της Επιτροπής, της 6ης Μαΐου 2003, σχετικά με τον ορισμό των πολύ μικρών, των μικρών και των μεσαίων επιχειρήσεων ( 1 ).

(7) Μία από τις προτεραιότητες που περιλαμβάνονται στην ανακοίνωση της Επιτροπής της 26ης Νοεμβρίου 2008 με τίτλο «Ένα Ευρωπαϊκό σχέδιο για την ανάκαμψη της οικονομίας» συνίσταται στη μείωση του διοικητικού φόρτου και την προώθηση της επιχειρηματικότητας μέσω, μεταξύ άλλων, της καταρχήν εξασφάλισης ότι εξοφλούνται τα τιμολόγια για τα αγαθά και τις υπηρεσίες, περιλαμβανομένων και των τιμολογίων των ΜΜΕ, εντός ενός μηνός, ώστε να αντιμετωπιστούν οι περιορισμοί ρευστότητας.

(8) Το πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας θα πρέπει να περιορίζεται στις πληρωμές που γίνονται ως αμοιβή για εμπορικές συναλλαγές. Η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να διέπει τις συναλλαγές με τους καταναλωτές, τους τόκους που καταβάλλονται σε σχέση με άλλες πληρωμές, π.χ. πληρωμές δυνάμει της νομοθεσίας για τις επιταγές και τις συναλλαγματικές ή τις πληρωμές στο πλαίσιο αποζημίωσης, συμπεριλαμβανομένων των πληρωμών από τις ασφαλιστικές εταιρείες. Επίσης, τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να εξαιρούν οφειλές που αποτελούν αντικείμενο διαδικασίας αφερεγγυότητας, συμπεριλαμβανομένων διαδικασιών αναδιάρθρωσης χρέους.

(9) Η παρούσα οδηγία θα πρέπει να διέπει όλες τις εμπορικές συναλλαγές, ανεξαρτήτως του εάν αυτές διενεργούνται μεταξύ ιδιωτικών ή δημόσιων επιχειρήσεων ή μεταξύ επιχειρήσεων και δημόσιων αρχών, δεδομένου ότι οι δημόσιες αρχές προβαίνουν σε σημαντικό όγκο πληρωμών προς τις επιχειρήσεις. Κατά συνέπεια, θα πρέπει επίσης να διέπει όλες τις εμπορικές συναλλαγές μεταξύ των κύριων αναδόχων και των προμηθευτών και υπεργολάβων τους.

(10) Το γεγονός ότι τα ελευθέρια επαγγέλματα εμπίπτουν στην παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να οδηγεί τα κράτη μέλη να τα αντιμετωπίζουν ως επιχειρήσεις ή εμπόρους για σκοπούς άσχετους με το πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας.

(11) Στην παράδοση αγαθών και στην παροχή υπηρεσιών έναντι αμοιβής που εμπίπτουν στην παρούσα οδηγία θα πρέπει επίσης να συμπεριληφθούν η σχεδίαση και η εκτέλεση δημόσιων έργων και κτιρίων και τα έργα πολιτικού μηχανικού.

(12) Η καθυστέρηση πληρωμής αποτελεί παράβαση συμβατικής υποχρέωσης η οποία έχει γίνει οικονομικά ελκυστική για τους οφειλέτες στα περισσότερα κράτη μέλη λόγω των χαμηλών ή των ανύπαρκτων τόκων υπερημερίας που επιβάλλονται στις καθυστερήσεις πληρωμών και/ή της βραδύτητας των διαδικασιών είσπραξης. Για να αναστραφεί η τάση αυτή και για να αποθαρρύνονται οι καθυστερήσεις, απαιτείται αποφασιστική μεταστροφή προς την υιοθέτηση νοοτροπίας έγκαιρης πραγματοποίησης των πληρωμών, τέτοια που, μεταξύ άλλων, να θεωρείται πάντα ο αποκλεισμός του δικαιώματος χρέωσης τόκου κατάφωρα καταχρηστική συμβατική ρήτρα ή πρακτική. Η μεταστροφή αυτή θα πρέπει να συμπεριλαμβάνει τον καθορισμό ειδικών ρυθμίσεων σχετικά με τις προθεσμίες πληρωμής και την αποζημίωση των πιστωτών για τις δαπάνες που υφίστανται, επίσης δε θα πρέπει στο πλαίσιο αυτό ο αποκλεισμός του δικαιώματος αποζημίωσης για τα έξοδα είσπραξης να θεωρείται καταφανώς καταχρηστικός.

(13) Θα πρέπει κατά συνέπεια να προβλεφθεί ότι οι συμβατικές προθεσμίες πληρωμής μεταξύ επιχειρήσεων δεν μπορούν, κατά γενικό κανόνα, να υπερβαίνουν τις 60 ημερολογιακές ημέρες. Μπορεί, ωστόσο, να υπάρξουν περιπτώσεις κατά τις οποίες οι επιχειρήσεις χρειάζονται μεγαλύτερες προθεσμίες πληρωμής, για παράδειγμα όταν οι επιχειρήσεις επιθυμούν να παράσχουν εμπορική πίστη στους πελάτες τους. Θα πρέπει, επομένως, να διατηρηθεί η δυνατότητα των μερών να συμφωνούν ρητά για προθεσμίες πληρωμής μεγαλύτερες των 60 ημερών, εφόσον η παράταση αυτή δεν είναι κατάφωρα καταχρηστική για τον πιστωτή.

(14) Για λόγους συνέπειας της ενωσιακής νομοθεσίας, για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας θα πρέπει να ισχύσει ο ορισμός της «αναθέτουσας αρχής» της οδηγίας 2004/17/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης συμβάσεων στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των ταχυδρομικών υπηρεσιών ( 2 ), και της οδηγίας 2004/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών ( 3 ).

(15) Οι οφειλόμενοι νόμιμοι τόκοι υπερημερίας θα πρέπει να υπολογίζονται σε ημερήσια βάση ως απλοί τόκοι, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΟΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1182/71 του Συμβουλίου, της 3ης Ιουνίου 1971, περί καθορισμού των κανόνων που εφαρμόζονται στις προθεσμίες, ημερομηνίες και διορίες ( 4 ).

(16) Η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να υποχρεώνει τους πιστωτές να απαιτούν τόκους υπερημερίας. Σε περίπτωση εκπρόθεσμης πληρωμής, η παρούσα οδηγία θα πρέπει να επιτρέπει στον πιστωτή να χρεώνει τόκους υπερημερίας χωρίς προηγούμενη όχληση για μη εκτέλεση ή άλλη παρεμφερή ειδοποίηση προς τον οφειλέτη σχετικά με την υποχρέωσή του να πληρώσει.

(17) Οι πληρωμές που πραγματοποιεί ο οφειλέτης θα πρέπει να θεωρούνται εκπρόθεσμες, για τον σκοπό της τεκμηρίωσης απαίτησης τόκων υπερημερίας, εφόσον ο πιστωτής δεν έχει στη διάθεσή του το οφειλόμενο ποσό κατά την καταληκτική ημερομηνία, ενώ έχει εκπληρώσει τις νομικές και συμβατικές υποχρεώσεις του.

( 1 ) ΕΕ L 124 της 20.5.2003, σ. 36.

( 2 ) ΕΕ L 134 της 30.4.2004, σ. 1.

( 3 ) ΕΕ L 134 της 30.4.2004, σ. 114.

( 4 ) ΕΕ L 124 της 8.6.1971, σ. 1.

(18) Τα τιμολόγια θεμελιώνουν απαίτηση πληρωμής και συνιστούν σημαντικά έγγραφα στην αλυσίδα των συναλλαγών που αφορούν την προμήθεια αγαθών και υπηρεσιών, μεταξύ άλλων για τον προσδιορισμό προθεσμιών πληρωμής. Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, τα κράτη μέλη θα πρέπει να προωθήσουν συστήματα που να παρέχουν ασφάλεια δικαίου όσον αφορά την ακριβή ημερομηνία παραλαβής των τιμολογίων από τους οφειλέτες, συμπεριλαμβανομένου του τομέα της ηλεκτρονικής τιμολόγησης, στον οποίο η παραλαβή τιμολογίων θα μπορούσε να δημιουργεί ηλεκτρονικό τεκμήριο και ο οποίος υπάγεται εν μέρει στις διατάξεις περί τιμολόγησης της οδηγίας 2006/112/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Νοεμβρίου 2006, σχετικά με το κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας ( 1 ).

(19) Είναι αναγκαία η ικανή αποζημίωση των πιστωτών για τα έξοδα είσπραξης που οφείλονται στις καθυστερήσεις πληρωμών, ώστε να αποτρέπονται τέτοιου είδους καθυστερήσεις. Τα έξοδα είσπραξης θα πρέπει, επίσης, να περιλαμβάνουν την είσπραξη του διοικητικού κόστους και την αποζημίωση για το εσωτερικό κόστος που οφείλεται στην καθυστέρηση της πληρωμής για την οποία η παρούσα οδηγία θα πρέπει να καθορίσει ελάχιστο κατ’ αποκοπήν ποσό το οποίο θα μπορεί να αθροίζεται με τον τόκο υπερημερίας. Η αντιστάθμιση σε μορφή κατ’ αποκοπήν ποσού θα πρέπει να αποσκοπεί στον περιορισμό του διοικητικού και του εσωτερικού κόστους που συνεπάγεται η είσπραξη. Η αποζημίωση για τα έξοδα είσπραξης θα πρέπει να καθορίζεται με την επιφύλαξη των εθνικών διατάξεων, σύμφωνα με τις οποίες το εθνικό δικαστήριο μπορεί να χορηγεί στον πιστωτή αποζημίωση για κάθε πρόσθετη ζημία που συνδέεται με την καθυστερημένη πληρωμή του οφειλέτη.

(20) Εκτός από την απαίτηση καταβολής κατ’ αποκοπήν ποσού για τα έξοδα είσπραξης, οι πιστωτές θα πρέπει να έχουν και δικαίωμα αποζημίωσης για τα άλλα έξοδα είσπραξης που προκύπτουν εξαιτίας της υπερημερίας του οφειλέτη. Στα εν λόγω έξοδα θα πρέπει να συγκαταλέγονται ιδίως αυτά που προέκυψαν για τους πιστωτές εξαιτίας της χρήσης δικηγόρου ή οργανισμού είσπραξης οφειλών.

(21) Η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να θίγει το δικαίωμα των κρατών μελών να προβλέπουν ως αποζημίωση για το κόστος είσπραξης ποσά κατ’ αποκοπήν υψηλότερα και συνεπώς ευνοϊκότερα για τον πιστωτή ή να αυξάνουν τα ποσά αυτά, μεταξύ άλλων προκειμένου να συμβαδίζουν με τον πληθωρισμό.

(22) Η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να εμποδίζει την πραγματοποίηση πληρωμών με δόσεις ή κλιμακωτών πληρωμών. Ωστόσο, κάθε δόση ή πληρωμή θα πρέπει να καταβάλλεται σύμφωνα με τους συμφωνημένους όρους και να υπόκειται στους κανόνες περί εκπρόθεσμων πληρωμών που περιλαμβάνονται στην παρούσα οδηγία.

(23) Κατά γενικό κανόνα, οι δημόσιες αρχές διαθέτουν ασφαλέστερες, προβλέψιμες και συνεχείς ροές εσόδων συγκριτικά με τις επιχειρήσεις. Επιπλέον, πολλές δημόσιες αρχές μπορούν να λάβουν χρηματοδοτήσεις με ελκυστικότερους όρους από τις επιχειρήσεις. Παράλληλα, οι δημόσιες αρχές εξαρτώνται λιγότερο από ό,τι οι επιχειρήσεις από τη διαμόρφωση σταθερών εμπορικών σχέσεων για την επίτευξη των στόχων τους. Οι μεγάλες προθεσμίες πληρωμής και οι καθυστερήσεις στις πληρωμές από δημόσιες αρχές, για εμπορεύματα και υπηρεσίες, προκαλούν αδικαιολόγητο κόστος για τις επιχειρήσεις. Επομένως, είναι σκόπιμο να καθιερωθούν ειδικοί κανόνες για τις εμπορικές συναλλαγές που αφορούν την πώληση εμπορευμάτων ή την παροχή υπηρεσιών από επιχειρήσεις σε δημόσιες αρχές, οι οποίοι θα πρέπει να προβλέπουν ειδικότερα προθεσμίες πληρωμής κατά κανόνα όχι μεγαλύτερες από 30 ημερολογιακές ημέρες, εκτός αν στη σύμβαση προβλέπεται ρητά μεγαλύτερη προθεσμία η οποία τεκμηριώνεται αντικειμενικά υπό το πρίσμα του ιδιαίτερου χαρακτήρα ή των ειδικών χαρακτηριστικών της σύμβασης, και, σε κάθε περίπτωση, όχι μεγαλύτερες από 60 ημερολογιακές ημέρες.

(24) Θα πρέπει, ωστόσο, να ληφθεί υπόψη η ιδιαίτερη κατάσταση των δημόσιων αρχών που ασκούν οικονομική δραστηριότητα βιομηχανικού ή εμπορικού χαρακτήρα, προσφέροντας αγαθά ή υπηρεσίες στην αγορά ως δημόσιες επιχειρήσεις. Για τον σκοπό αυτόν, τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν, κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις, να παρατείνουν τη συμβατική προθεσμία σε 60 ημερολογιακές ημέρες το πολύ.

(25) Ιδιαίτερη ανησυχία σε σχέση με την καθυστέρηση πληρωμής προκαλεί η κατάσταση των υπηρεσιών υγείας σε μεγάλο αριθμό κρατών μελών. Τα συστήματα υγειονομικής περίθαλψης, ως θεμελιώδες συστατικό μέρος της κοινωνικής υποδομής στην Ευρώπη, υποχρεώνονται συχνά να προσαρμόζουν τις ιδιαίτερες ατομικές ανάγκες στα οικονομικά τους, δεδομένου ότι η Ευρώπη γηράζει δημογραφικά, οι προσδοκίες αυξάνονται και η ιατρική προοδεύει. Όλα τα συστήματα έχουν να αντιμετωπίσουν την πρόκληση της κατά προτεραιότητα προώθησης της υγειονομικής μέριμνας κατά τρόπο που να εξισορροπεί τις ανάγκες των επιμέρους ασθενών με τους διαθέσιμους οικονομικούς πόρους. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να είναι συνεπώς σε θέση να δίνουν στους δημόσιους φορείς παροχής ιατρικής μέριμνας τη δυνατότητα κάποιας ευελιξίας όσον αφορά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους. Για τον σκοπό αυτόν, τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να παρατείνουν τη συμβατική προθεσμία σε 60 ημερολογιακές ημέρες το πολύ. Ωστόσο, τα κράτη μέλη θα πρέπει να καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για να διασφαλίζουν ότι οι πληρωμές στον κλάδο υγειονομικής περίθαλψης θα γίνονται εντός των συμβατικών προθεσμιών πληρωμής.

(26) Προκειμένου να μην υπονομευτεί η επίτευξη του στόχου της παρούσας οδηγίας, τα κράτη μέλη θα πρέπει να μεριμνήσουν ώστε η μέγιστη διάρκεια της διαδικασίας αποδοχής ή επαλήθευσης στις εμπορικές συναλλαγές να μην υπερβαίνει, κατά γενικό κανόνα, τις 30 ημερολογιακές ημέρες. Θα πρέπει, πάντως, να είναι δυνατόν η διαδικασία επαλήθευσης να υπερβαίνει τις 30 ημερολογιακές ημέρες, για παράδειγμα στην περίπτωση ιδιαίτερα σύνθετων συμβάσεων, αν τούτο συμφωνείται ρητά στη σύμβαση και σε οποιαδήποτε έγγραφα της διαδικασίας προσφορών και δεν είναι κατάφωρα καταχρηστικό για τον πιστωτή.

(27) Τα θεσμικά όργανα της Ένωσης βρίσκονται σε παρόμοια κατάσταση με τις δημόσιες αρχές των κρατών μελών όσον αφορά τις χρηματοδοτικές και εμπορικές σχέσεις τους. Ο κανονισμός (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002 του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 2002, για τη θέσπιση του δημοσιονομικού κανονισμού που εφαρμόζεται στον γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ( 2 ), καθορίζει ότι οι πράξεις εκκαθάρισης, εντολής πληρωμής και πληρωμής των

( 1 ) ΕΕ L 347 της 11.12.2006, σ. 1.

( 2 ) ΕΕ L 248 της 16.9.2002, σ. 1.

δαπανών από τα θεσμικά όργανα της Ένωσης πρέπει να ολοκληρώνονται εντός των χρονικών ορίων που καθορίζουν οι κανόνες εφαρμογής του. Οι εν λόγω κανόνες εφαρμογής προσδιορίζονται σήμερα με τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2342/2002 της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 2002, για τη θέσπιση των κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002 του Συμβουλίου, για τη θέσπιση του δημοσιονομικού κανονισμού που εφαρμόζεται στον γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ( 1 ), και καθορίζουν τις περιπτώσεις στις οποίες δικαιούνται τόκους υπερημερίας οι πιστωτές οι πληρωμές προς τους οποίους καθυστερούν. Στο πλαίσιο της τακτικής επανεξέτασης των κανονισμών αυτών, θα πρέπει να διασφαλιστεί ότι οι μέγιστες προθεσμίες πληρωμής για τα θεσμικά όργανα της Ένωσης ευθυγραμμίζονται με τις νόμιμες προθεσμίες που ισχύουν για τις δημόσιες αρχές σύμφωνα με την παρούσα οδηγία.

(28) Η παρούσα οδηγία θα πρέπει να απαγορεύει την κατάχρηση της ελευθερίας των συμβάσεων εις βάρος του πιστωτή. Κατά συνέπεια, όταν ένας όρος σύμβασης ή μια πρακτική σε σχέση με την ημερομηνία ή την προθεσμία πληρωμής, το επιτόκιο υπερημερίας ή την αποζημίωση για το κόστος είσπραξης δεν δικαιολογείται με βάση τους όρους που ισχύουν για τον οφειλέτη ή εξυπηρετεί κυρίως τον σκοπό της εξασφάλισης μεγαλύτερης ρευστότητας για τον οφειλέτη εις βάρος του πιστωτή, μπορεί να θεωρηθεί υπό την έννοια αυτή ότι προβλέπεται καταχρηστικώς. Προς τούτο, και σύμφωνα με το ακαδημαϊκό «σχέδιο κοινού πλαισίου αναφοράς», τυχόν συμβατικός όρος ή πρακτική που παρεκκλίνει κατάφωρα από τα συναλλακτικά ήθη και αντιβαίνει στην καλή πίστη και τη συναλλακτική δεοντολογία θα πρέπει να θεωρείται ότι προβλέπεται καταχρηστικώς για τον πιστωτή. Ειδικότερα, ο πλήρης αποκλεισμός του δικαιώματος χρέωσης τόκων θα πρέπει να θεωρείται πάντοτε κατάφωρα καταχρηστικός, ενώ ο αποκλεισμός του δικαιώματος αποζημίωσης για τα έξοδα είσπραξης να εικάζεται ως καταφανώς καταχρηστικός. Η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να θίγει τις εθνικές διατάξεις σχετικά με τον τρόπο σύναψης των συμβάσεων ή τις διατάξεις που ρυθμίζουν την ισχύ συμβατικών ρητρών που είναι καταχρηστικές για τον οφειλέτη.

(29) Στο πλαίσιο της έντασης των προσπαθειών για την πρόληψη της κατάχρησης της συμβατικής ελευθερίας εις βάρος των πιστωτών, οργανώσεις επίσημα αναγνωρισμένες ότι εκπροσωπούν επιχειρήσεις και οργανώσεις που έχουν έννομο συμφέρον στην εκπροσώπηση επιχειρήσεων θα πρέπει να μπορούν να προσφεύγουν σε εθνικά δικαστήρια ή διοικητικές αρχές για να αποτρέπουν τη συνέχιση της εφαρμογής συμβατικών όρων ή πρακτικών κατάφωρα καταχρηστικών για τον πιστωτή.

(30) Ως συμβολή στην επίτευξη του στόχου της παρούσας οδηγίας, τα κράτη μέλη θα πρέπει να προωθήσουν τη διάδοση ορθών πρακτικών, μεταξύ άλλων με την ενθάρρυνση της δημοσίευσης καταλόγου συνεπών πληρωτών.

(31) Είναι επιθυμητό να εξασφαλισθεί στους πιστωτές η δυνατότητα να επικαλούνται ρήτρα παρακράτησης της κυριότητας σε όλη την Ένωση κατά τρόπο που δεν εισάγει διακριτική μεταχείριση, εφόσον η ρήτρα παρακράτησης της κυριότητας είναι έγκυρη με βάση τις εφαρμοστέες εθνικές διατάξεις που ορίζει το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο.

(32) Η παρούσα οδηγία απλώς ορίζει τον όρο «εκτελεστός τίτλος» αλλά δεν θα πρέπει να ρυθμίζει τις διάφορες διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης τέτοιου τίτλου, ούτε τους όρους σύμφωνα με τους οποίους μπορεί να διακοπεί ή να ανασταλεί η αναγκαστική εκτέλεση τέτοιου τίτλου.

(33) Οι συνέπειες των καθυστερήσεων πληρωμών μπορούν να λειτουργήσουν αποτρεπτικά μόνον αν συνοδεύονται από ταχείες και αποτελεσματικές για τον πιστωτή διαδικασίες είσπραξης. Σύμφωνα με την αρχή της αποφυγής των διακρίσεων, που καθορίζεται στο άρθρο 18 της συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στις διαδικασίες αυτές θα πρέπει να έχουν πρόσβαση όλοι οι πιστωτές που είναι εγκατεστημένοι στην Ένωση.

(34) Προκειμένου να διευκολυνθεί η συμμόρφωση προς τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας, τα κράτη μέλη θα πρέπει να ενθαρρύνουν την προσφυγή σε διαμεσολάβηση ή άλλα μέσα εναλλακτικής επίλυσης διαφορών. Η οδηγία 2008/52/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 2008, για ορισμένα θέματα διαμεσολάβησης σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις ( 2 ), ήδη θεσπίζει το πλαίσιο για συστήματα διαμεσολάβησης σε επίπεδο Ένωσης, ιδίως όσον αφορά διασυνοριακές διαφορές, χωρίς να εμποδίζει την εφαρμογή του σε εσωτερικά συστήματα διαμεσολάβησης. Τα κράτη μέλη θα πρέπει επίσης να ενθαρρύνουν τα ενδιαφερόμενα μέρη να καταρτίσουν εθελοντικούς κώδικες συμπεριφοράς, ιδίως ως συμβολή στην εφαρμογή της παρούσας οδηγίας.

(35) Είναι αναγκαίο να διασφαλιστεί ότι οι διαδικασίες είσπραξης για μη αμφισβητούμενες απαιτήσεις που συνδέονται με καθυστερήσεις πληρωμών στις εμπορικές συναλλαγές ολοκληρώνονται εντός βραχείας προθεσμίας, μεταξύ άλλων με την εφαρμογή ταχείας διαδικασίας και ανεξάρτητα από το ποσό της οφειλής.

(36) Δεδομένου ότι ο στόχος της παρούσας οδηγίας, ήτοι η καταπολέμηση των καθυστερήσεων πληρωμών στην εσωτερική αγορά, δεν είναι δυνατόν να επιτευχθεί επαρκώς από τα κράτη μέλη και, συνεπώς, δύναται, λόγω της κλίμακας και των αποτελεσμάτων της, η Ένωση μπορεί να λάβει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας του άρθρου 5 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας του ίδιου άρθρου, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη του εν λόγω στόχου.

(37) Η υποχρέωση μεταφοράς της παρούσας οδηγίας στην εθνική νομοθεσία θα πρέπει να περιοριστεί στις διατάξεις που αντιπροσωπεύουν ουσιώδη αλλαγή ως προς την οδηγία 2000/35/ΕΚ. Η υποχρέωση μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο των διατάξεων που δεν τροποποιούνται απορρέει από την εν λόγω οδηγία.

(38) Η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να θίγει τις υποχρεώσεις των κρατών μελών όσον αφορά τις προθεσμίες μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο και εφαρμογής της οδηγίας 2000/35/ΕΚ.

( 1 ) ΕΕ L 357 της 31.12.2002, σ. 1.

( 2 ) ΕΕ L 136 της 24.5.2008, σ. 3.

(39) Σύμφωνα με το σημείο 34 της διοργανικής συμφωνίας για τη βελτίωση της νομοθεσίας ( 1 ), τα κράτη μέλη παροτρύνονται να καταρτίζουν, προς ιδία χρήση και προς όφελος της Ένωσης, τους δικούς τους πίνακες, οι οποίοι αποτυπώνουν, στο μέτρο του δυνατού, την αντιστοιχία της παρούσας οδηγίας με τα μέτρα που έλαβαν για τη μεταφορά της στο εθνικό δίκαιο και να δημοσιοποιούν τους εν λόγω πίνακες,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:

Άρθρο 1

Αντικείμενο και πεδίο εφαρμογής

1. Σκοπός της παρούσας οδηγίας είναι η καταπολέμηση των καθυστερήσεων πληρωμών στις εμπορικές συναλλαγές, προκειμένου να διασφαλιστεί η απρόσκοπτη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και να ενισχυθεί με τον τρόπο αυτόν η ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων, ιδιαίτερα των ΜΜΕ.

2. Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται σε όλες τις πληρωμές που έχουν χαρακτήρα αμοιβής στο πλαίσιο εμπορικών συναλλαγών.

3. Τα κράτη μέλη μπορούν να εξαιρούν οφειλές που αποτελούν αντικείμενο διαδικασίας αφερεγγυότητας κατά του οφειλέτη, συμπεριλαμβανομένων διαδικασιών αναδιάρθρωσης χρέους.

Άρθρο 2

Ορισμοί

Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

1) «εμπορική συναλλαγή»: κάθε συναλλαγή μεταξύ επιχειρήσεων ή μεταξύ επιχειρήσεων και δημόσιων αρχών, η οποία οδηγεί στην παράδοση αγαθών ή στην παροχή υπηρεσιών έναντι αμοιβής·

2) «δημόσια αρχή»: κάθε αναθέτουσα αρχή, όπως ορίζουν το άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο α) της οδηγίας 2004/17/ΕΚ και το άρθρο 1 παράγραφος 9 της οδηγίας 2004/18/ΕΚ, ανεξαρτήτως του αντικειμένου ή της αξίας της σύμβασης·

3) «επιχείρηση»: οιαδήποτε οργάνωση εκτός των δημόσιων αρχών, που ενεργεί στα πλαίσια της ανεξάρτητης οικονομικής ή επαγγελματικής της δραστηριότητας, ακόμη και αν η δραστηριότητα αυτή ασκείται από ένα και μόνο πρόσωπο·

4) «καθυστέρηση πληρωμής»: η μη πραγματοποίηση πληρωμής μέσα στη συμβατική η εκ του νόμου προθεσμία, εφόσον πληρούνται οι όροι του άρθρου 3 παράγραφος 1 ή του άρθρου 4 παράγραφος 1·

5) «τόκος υπερημερίας»: ο νόμιμος τόκος υπερημερίας ή ο τόκος με επιτόκιο που έχει συμφωνηθεί μεταξύ επιχειρήσεων, υπό τους όρους που καθορίζονται στο άρθρο 7·

6) «νόμιμος τόκος υπερημερίας»: ο απλός τόκος για την καθυστερημένη πληρωμή σε επιτόκιο το οποίο είναι ίσο προς το σύνολο του επιτοκίου αναφοράς συν οκτώ τουλάχιστον επιπλέον ποσοστιαίες μονάδες·

7) «επιτόκιο αναφοράς»: ένα από τα ακόλουθα:

α) για κράτος μέλος που έχει ως νόμισμα το ευρώ, είτε:

i) το επιτόκιο που ορίζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα για τις πλέον πρόσφατες βασικές της πράξεις αναχρηματοδότησης ή

ii) το οριακό επιτόκιο το οποίο προκύπτει από τη διαδικασία της προσφοράς με κυμαινόμενο επιτόκιο για τις πλέον πρόσφατες βασικές πράξεις αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας·

β) για κράτος μέλος που δεν έχει ως νόμισμα το ευρώ, το αντίστοιχο επιτόκιο που ορίζει η κεντρική εθνική του τράπεζα·

8) «οφειλόμενο ποσό»: το κυρίως ποσό που θα έπρεπε να έχει καταβληθεί μέσα στη συμβατική ή τη νόμιμη προθεσμία πληρωμής, συμπεριλαμβανομένων των εφαρμοζόμενων φόρων, δασμών, τελών ή επιβαρύνσεων που καθορίζονται στο τιμολόγιο ή την ισοδύναμη απαίτηση πληρωμής·

9) «παρακράτηση της κυριότητας»: κάθε συμβατική συμφωνία, με βάση την οποία ο πωλητής διατηρεί την κυριότητα των πωλουμένων αγαθών μέχρις ότου εξοφληθεί πλήρως το τίμημα·

10) «εκτελεστός τίτλος»: κάθε απόφαση ή διαταγή πληρωμής που εκδίδεται από δικαστήριο ή άλλη αρμόδια αρχή, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που είναι προσωρινά εκτελεστές, είτε προς άμεση καταβολή είτε κατά δόσεις, η οποία παρέχει τη δυνατότητα στον πιστωτή να απαιτήσει την είσπραξη του χρέους με αναγκαστική εκτέλεση έναντι του οφειλέτη.

Άρθρο 3

Εμπορικές συναλλαγές μεταξύ επιχειρήσεων

1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, στις εμπορικές συναλλαγές μεταξύ επιχειρήσεων, ο πιστωτής δικαιούται τόκο υπερημερίας χωρίς να απαιτείται όχληση, εφόσον πληρούνται οι εξής όροι:

α) ο πιστωτής έχει εκπληρώσει τις συμβατικές και νομικές του υποχρεώσεις· και

β) ο πιστωτής δεν έχει λάβει το οφειλόμενο ποσό εγκαίρως, εκτός εάν ο οφειλέτης δεν ευθύνεται για την καθυστέρηση.

2. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι το επιτόκιο αναφοράς που εφαρμόζεται:

α) για το πρώτο εξάμηνο του σχετικού έτους είναι το επιτόκιο που ίσχυε την 1η Ιανουαρίου του εν λόγω έτους·

β) για το δεύτερο εξάμηνο του σχετικού έτους είναι το επιτόκιο που ίσχυε την 1η Ιουλίου του εν λόγω έτους.

3. Εφόσον πληρούνται οι όροι της παραγράφου 1, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν τα ακόλουθα:

α) ότι ο πιστωτής έχει δικαίωμα τόκου υπερημερίας από την ημέρα που ακολουθεί την ημερομηνία πληρωμής ή το τέλος της προθεσμίας πληρωμής που ορίζει η σύμβαση·

β) εφόσον η ημερομηνία ή η προθεσμία πληρωμής δεν ορίζεται στη σύμβαση, ότι ο πιστωτής έχει δικαίωμα τόκου υπερημερίας κατά την εκπνοή οιουδήποτε από τα εξής χρονικά όρια:

i) 30 ημερολογιακές ημέρες από την ημερομηνία παραλαβής από τον οφειλέτη του τιμολογίου ή άλλης ισοδύναμης αίτησης για πληρωμή·

( 1 ) ΕΕ C 321 της 31.12.2003, σ. 1.

ii) εφόσον η ημερομηνία παραλαβής του τιμολογίου ή της ισοδύναμης αίτησης για πληρωμή δεν είναι βέβαιη, 30 ημερολογιακές ημέρες από την ημερομηνία παραλαβής των αγαθών ή παροχής των υπηρεσιών·

iii) εφόσον ο οφειλέτης παραλάβει το τιμολόγιο ή την ισοδύναμη αίτηση για πληρωμή πριν από τα αγαθά ή τις υπηρεσίες, 30 ημερολογιακές ημέρες από την ημερομηνία παραλαβής των αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών·

iv) εφόσον προβλέπεται από τον νόμο ή τη σύμβαση διαδικασία αποδοχής ή επαλήθευσης, με την οποία διαπιστώνεται η αντιστοιχία των αγαθών ή υπηρεσιών με τα οριζόμενα στη σύμβαση, και εάν ο οφειλέτης παραλάβει το τιμολόγιο ή την ισοδύναμη αίτηση για πληρωμή νωρίτερα από την ημερομηνία ή την ίδια ημερομηνία κατά την οποία διενεργείται η αποδοχή ή η επαλήθευση, 30 ημερολογιακές ημέρες από την ημερομηνία αυτή.

4. Όταν προβλέπεται διαδικασία αποδοχής ή επαλήθευσης, με την οποία διαπιστώνεται η αντιστοιχία των αγαθών ή υπηρεσιών με τα οριζόμενα στη σύμβαση, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η μέγιστη διάρκεια της εν λόγω διαδικασίας δεν υπερβαίνει τις 30 ημερολογιακές ημέρες από την ημερομηνία παραλαβής των αγαθών ή των υπηρεσιών, εκτός εάν ρητά συμφωνήθηκε διαφορετικά στο κείμενο της σύμβασης και υπό την προϋπόθεση ότι δεν είναι κατάφωρα καταχρηστική για τον πιστωτή υπό την έννοια του άρθρου 7.

5. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η προθεσμία πληρωμής που καθορίζεται στη σύμβαση δεν υπερβαίνει τις 60 ημερολογιακές ημέρες, εκτός εάν ρητά συμφωνήθηκε διαφορετικά στο κείμενο της σύμβασης και υπό την προϋπόθεση ότι δεν είναι κατάφωρα καταχρηστική για τον πιστωτή υπό την έννοια του άρθρου 7.

Άρθρο 4

Συναλλαγές μεταξύ επιχειρήσεων και δημόσιων αρχών

1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, κατά τις εμπορικές συναλλαγές στις οποίες ο οφειλέτης είναι δημόσια αρχή, ο πιστωτής δικαιούται, κατά την εκπνοή της προθεσμίας που ορίζουν οι παράγραφοι 3, 4 ή 6, νόμιμο τόκο υπερημερίας, χωρίς να απαιτείται όχληση, εφόσον πληρούνται οι εξής όροι:

α) ο πιστωτής έχει εκπληρώσει τις συμβατικές και νομικές του υποχρεώσεις· και

β) ο πιστωτής δεν έχει λάβει το οφειλόμενο ποσό εγκαίρως, εκτός εάν ο οφειλέτης δεν ευθύνεται για την καθυστέρηση.

2. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι το επιτόκιο αναφοράς που εφαρμόζεται:

α) για το πρώτο εξάμηνο του σχετικού έτους είναι το επιτόκιο που ίσχυε την 1η Ιανουαρίου του εν λόγω έτους·

β) για το δεύτερο εξάμηνο του σχετικού έτους είναι το επιτόκιο που ίσχυε την 1η Ιουλίου του εν λόγω έτους.

3. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι στις εμπορικές συναλλαγές στις οποίες ο οφειλέτης είναι δημόσια αρχή:

α) η προθεσμία πληρωμής δεν υπερβαίνει κανένα από τα ακόλουθα χρονικά όρια:

i) 30 ημερολογιακές ημέρες από την ημερομηνία παραλαβής από τον οφειλέτη του τιμολογίου ή άλλης ισοδύναμης αίτησης για πληρωμή·

ii) εφόσον η ημερομηνία παραλαβής του τιμολογίου ή της ισοδύναμης αίτησης για πληρωμή δεν είναι βέβαιη, 30 ημερολογιακές ημέρες από την ημερομηνία της παραλαβής των αγαθών ή της παροχής των υπηρεσιών·

iii) εφόσον ο οφειλέτης παραλάβει το τιμολόγιο ή την ισοδύναμη αίτηση για πληρωμή πριν από τα αγαθά ή τις υπηρεσίες, 30 ημερολογιακές ημέρες από την ημερομηνία της παραλαβής των αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών·

iv) εφόσον προβλέπεται από τον νόμο ή τη σύμβαση διαδικασία αποδοχής ή επαλήθευσης, με την οποία διαπιστώνεται η αντιστοιχία των αγαθών ή υπηρεσιών με τα οριζόμενα στη σύμβαση, και εάν ο οφειλέτης παραλάβει το τιμολόγιο ή την ισοδύναμη αίτηση για πληρωμή νωρίτερα από την ημερομηνία ή την ίδια ημερομηνία κατά την οποία διενεργείται η αποδοχή ή η επαλήθευση, 30 ημερολογιακές ημέρες από την ημερομηνία αυτή·

β) η ημερομηνία παραλαβής του τιμολογίου δεν αποτελεί αντικείμενο συμβατικής συμφωνίας μεταξύ του οφειλέτη και του πιστωτή.

4. Τα κράτη μέλη μπορούν να παρατείνουν τις προθεσμίες της παραγράφου 3 στοιχείο α) σε 60 το πολύ ημερολογιακές ημέρες, για:

α) κάθε δημόσια αρχή που ασκεί οικονομική δραστηριότητα βιομηχανικής ή εμπορικής φύσης, με την προσφορά αγαθών και υπηρεσιών στην αγορά, και η οποία υπόκειται, ως δημόσια επιχείρηση, στις απαιτήσεις διαφάνειας της οδηγίας 2006/111/ΕΚ της Επιτροπής, της 16ης Νοεμβρίου 2006, για τη διαφάνεια των οικονομικών σχέσεων μεταξύ των κρατών μελών και των δημοσίων επιχειρήσεων καθώς και για τη χρηματοοικονομική διαφάνεια εντός ορισμένων επιχειρήσεων ( 1 )·

β) δημόσιες επιχειρήσεις που παρέχουν υγειονομική μέριμνα και είναι κατάλληλα αναγνωρισμένες για τον σκοπό αυτόν.

Αν κράτος μέλος αποφασίσει να παρατείνει τις προθεσμίες σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, διαβιβάζει στην Επιτροπή έκθεση σχετικά με την εν λόγω παράταση μέχρι τις 16 Μαρτίου 2018.

Στη βάση αυτή, η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, με την οποία αναφέρει ποια κράτη μέλη έχουν παρατείνει τις προθεσμίες τους σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο και λαμβάνοντας υπόψη τον αντίκτυπο στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, ιδίως για τις ΜΜΕ. Η έκθεση αυτή συνοδεύεται ενδεχομένως από κατάλληλες προτάσεις.

5. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η μέγιστη διάρκεια της διαδικασίας αποδοχής ή επαλήθευσης κατά την παράγραφο 3 στοιχείο α) σημείο iv) δεν υπερβαίνει τις 30 ημερολογιακές ημέρες από την ημερομηνία παραλαβής των αγαθών ή των υπηρεσιών, εκτός εάν ρητά συμφωνήθηκε διαφορετικά στο κείμενο της σύμβασης και σε οποιαδήποτε έγγραφα υποβολής προσφοράς και με την προϋπόθεση ότι δεν είναι κατάφωρα καταχρηστική για τον πιστωτή υπό την έννοια του άρθρου 7.

( 1 ) ΕΕ L 318 της 17.11.2006, σ. 17.

6. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η προθεσμία πληρωμής που ορίζεται στη σύμβαση δεν είναι μεγαλύτερη από τα χρονικά όρια που προβλέπονται στην παράγραφο 3, εκτός εάν ρητά συμφωνήθηκε διαφορετικά στο κείμενο της σύμβασης και με την προϋπόθεση ότι τούτο δικαιολογείται αντικειμενικά από την ιδιαίτερη φύση ή τα χαρακτηριστικά της σύμβασης και ότι σε κάθε περίπτωση η προθεσμία δεν υπερβαίνει τις 60 ημερολογιακές ημέρες.

Άρθρο 5

Χρονοδιαγράμματα πληρωμής

Η παρούσα οδηγία ισχύει με την επιφύλαξη της δυνατότητας των συμβαλλομένων να συμφωνήσουν, τηρουμένων των σχετικών διατάξεων της εφαρμοστέας εθνικής νομοθεσίας, σε χρονοδιαγράμματα πληρωμής που θα προβλέπουν την καταβολή του οφειλόμενου ποσού σε δόσεις. Στις περιπτώσεις αυτές, εάν οποιαδήποτε από τις δόσεις δεν καταβληθεί έως τη συμφωνημένη ημερομηνία, ο τόκος και η αποζημίωση που προβλέπει η παρούσα οδηγία υπολογίζονται με αποκλειστική βάση τα ληξιπρόθεσμα ποσά.

Άρθρο 6

Αποζημίωση για τα έξοδα είσπραξης

1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, εφόσον καθίσταται απαιτητός τόκος υπερημερίας σε εμπορικές συναλλαγές σύμφωνα με το άρθρο 3 ή το 4, ο πιστωτής δικαιούται να λάβει από τον οφειλέτη τουλάχιστον το σταθερό ποσό των 40 ευρώ.

2. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι το κατά την παράγραφο 1 κατ’ αποκοπήν ποσό είναι απαιτητό χωρίς να απαιτείται όχληση και ως αποζημίωση για τα έξοδα είσπραξης του πιστωτή.

3. Ο πιστωτής δικαιούται, επιπλέον του κατά την παράγραφο 1 κατ’ αποκοπήν ποσού, να ζητήσει από τον οφειλέτη εύλογη αποζημίωση για οποιαδήποτε σχετικά υπολειπόμενα έξοδα είσπραξης πάνω από το κατ’ αποκοπήν ποσό, που οφείλονται στην καθυστερημένη πληρωμή του οφειλέτη. Τούτο θα μπορούσε να περιλαμβάνει δαπάνες που οφείλονται, μεταξύ άλλων, στη χρήση δικηγόρου ή οργανισμού είσπραξης οφειλών.

Άρθρο 7

Καταχρηστικοί όροι συμβάσεων και πρακτικές

1. Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι συμβατικός όρος ή πρακτική που αφορά την ημερομηνία ή την προθεσμία πληρωμής, το επιτόκιο για την καθυστέρηση της πληρωμής ή την αποζημίωση για τα έξοδα είσπραξης είτε δεν έχει εκτελεστό χαρακτήρα είτε γεννά αξίωση αποζημίωσης, εάν έχει κατάφωρα καταχρηστικό χαρακτήρα για τον πιστωτή.

Για την εκτίμηση του τυχόν καταχρηστικού χαρακτήρα συμβατικού όρου ή πρακτικής για τον πιστωτή, υπό την έννοια του πρώτου εδαφίου, συνεκτιμώνται όλες οι περιστάσεις της υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων:

α) τυχόν κατάφωρης παρέκκλισης από τα συναλλακτικά ήθη, αντίθετης προς την καλή πίστη και τη συναλλακτική δεοντολογία·

β) της φύσης του προϊόντος ή της υπηρεσίας· και

γ) του εάν ο οφειλέτης διαθέτει οιονδήποτε αντικειμενικό λόγο απόκλισης από τον νόμιμο τόκο υπερημερίας, από την προθεσμία πληρωμής κατά το άρθρο 3 παράγραφος 5, το άρθρο 4 παράγραφος 3 στοιχείο α), το άρθρο 4 παράγραφος 4 και το άρθρο 4 παράγραφος 6 ή από το κατ’ αποκοπήν ποσό κατά το άρθρο 6 παράγραφος 1.

2. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, συμβατικός όρος ή πρακτική που αποκλείει τη χρέωση τόκου για την καθυστέρηση της πληρωμής θεωρείται ότι έχει κατάφωρα καταχρηστικό χαρακτήρα.

3. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, συμβατικός όρος ή πρακτική που αποκλείει την αποζημίωση για τα έξοδα είσπραξης σύμφωνα με το άρθρο 6 θεωρείται ότι έχει κατάφωρα καταχρηστικό χαρακτήρα.

4. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν, προς όφελος των δανειστών και των ανταγωνιστών, την ύπαρξη επαρκών και αποτελεσματικών μέσων ώστε να αποτρέπεται η συνέχιση της χρησιμοποίησης συμβατικών όρων και πρακτικών κατάφωρα καταχρηστικών κατά την έννοια της παραγράφου 1.

5. Στα μέσα κατά την παράγραφο 4 περιλαμβάνονται διατάξεις βάσει των οποίων οργανώσεις που είναι επισήμως αναγνωρισμένες ότι εκπροσωπούν τα συμφέροντα επιχειρήσεων ή έχουν έννομο συμφέρον προς τούτο μπορούν να προσφύγουν, σύμφωνα με την ισχύουσα εθνική νομοθεσία, στα δικαστήρια ή στα αρμόδια διοικητικά όργανα ισχυριζόμενες ότι συμβατικοί όροι ή πρακτικές έχουν κατάφωρα καταχρηστικό χαρακτήρα υπό την έννοια της παραγράφου 1, ώστε να μπορούν να εφαρμόσουν κατάλληλα και αποτελεσματικά μέσα για να αποτραπεί η χρήση τους.

Άρθρο 8

Διαφάνεια και αυξημένη επίγνωση

1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν πλήρη διαφάνεια όσον αφορά τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την παρούσα οδηγία, μεταξύ άλλων με τη δημοσίευση του ισχύοντος νόμιμου επιτοκίου υπερημερίας.

2. Η Επιτροπή δημοσιεύει στο διαδίκτυο λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με τα νόμιμα επιτόκια που ισχύουν σε όλα τα κράτη μέλη σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής στο πλαίσιο εμπορικών συναλλαγών.

3. Τα κράτη μέλη χρησιμοποιούν, εφόσον απαιτείται, τον ειδικευμένο τύπο, εκστρατείες πληροφόρησης ή κάθε άλλο αποτελεσματικό μέσο για να αποκτήσουν οι επιχειρήσεις αυξημένη επίγνωση των τρόπων επανόρθωσης για τις καθυστερήσεις πληρωμής μεταξύ επιχειρήσεων.

4. Τα κράτη μέλη μπορούν να ενθαρρύνουν την κατάρτιση κωδίκων έγκαιρης πληρωμής, με πρόβλεψη σαφώς καθορισμένων προθεσμιών πληρωμής και κατάλληλης διαδικασίας για τη διευθέτηση κάθε διαμφισβητούμενης πληρωμής, ή κάθε πρωτοβουλία που αντιμετωπίζει το κρίσιμο ζήτημα των καθυστερήσεων πληρωμής και συμβάλλει στην καλλιέργεια νοοτροπίας έγκαιρων πληρωμών που υποστηρίζει τον στόχο της παρούσας οδηγίας.


Άρθρο 9

Παρακράτηση της κυριότητας

1. Τα κράτη μέλη ορίζουν, σύμφωνα με τις εφαρμοστέες εθνικές διατάξεις ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, ότι ο πωλητής διατηρεί την κυριότητα των αγαθών μέχρις ότου εξοφληθεί πλήρως το τίμημα, εφόσον έχει συμφωνηθεί ρητώς μεταξύ του αγοραστή και του πωλητή, πριν από την παράδοση των αγαθών, ρήτρα παρακράτησης της κυριότητας.

2. Τα κράτη μέλη δύνανται να θεσπίσουν ή να διατηρήσουν διατάξεις όσον αφορά τις προκαταβολές πληρωμών οι οποίες έχουν ήδη πραγματοποιηθεί από τον οφειλέτη.

Άρθρο 10

Διαδικασίες είσπραξης για μη αμφισβητούμενες απαιτήσεις

1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι εκτελεστός τίτλος μπορεί να εκδίδεται, μεταξύ άλλων με ταχεία διαδικασία και ασχέτως του ύψους της οφειλής, κανονικά εντός 90 ημερολογιακών ημερών από την κατάθεση της αγωγής ή αίτησης του δανειστή στο δικαστήριο ή σε άλλη αρμόδια αρχή, εφόσον δεν υπάρχει αμφισβήτηση της οφειλής ή πτυχών της. Τα κράτη μέλη ανταποκρίνονται στην υποχρέωση αυτή σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, τους κανονισμούς και τις διοικητικές διατάξεις τους.

2. Οι εθνικές νομοθεσίες και οι εθνικές κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις πρέπει να επιβάλλουν τους ίδιους όρους σε όλους τους πιστωτές που είναι εγκατεστημένοι στην Ένωση.

3. Κατά τον υπολογισμό της κατά την παράγραφο 1 προθεσμίας δεν λαμβάνονται υπόψη τα εξής:

α) οι προθεσμίες κοινοποίησης ή επίδοσης εγγράφων·

β) οι καθυστερήσεις για τις οποίες ευθύνεται ο πιστωτής, όπως ο χρόνος που δαπανάται για τη διόρθωση αιτήσεων.

4. Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται με την επιφύλαξη των διατάξεων του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1896/2006.

Άρθρο 11

Έκθεση

Έως τις 16 Μαρτίου 2016, η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο σχετικά με την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας. Η έκθεση συνοδεύεται ενδεχομένως από τις κατάλληλες προτάσεις.

Άρθρο 12

Μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο

1. Τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν προς τα άρθρα 1 έως 8 και το άρθρο 10 έως τις 16 Μαρτίου 2013. Κοινοποιούν αμέσως στην Επιτροπή το κείμενο των εν λόγω διατάξεων.

Οι διατάξεις αυτές, όταν θεσπίζονται από τα κράτη μέλη, αναφέρονται στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από την αναφορά αυτήν κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Περιλαμβάνουν επίσης δήλωση που διευκρινίζει ότι οι αναφορές στην καταργούμενη οδηγία, οι οποίες περιέχονται στις ισχύουσες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις, νοούνται ως αναφορές στην παρούσα οδηγία. Ο τρόπος αυτής της αναφοράς και της διατύπωσης αυτής της δήλωσης καθορίζεται από τα κράτη μέλη.

2. Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή το κείμενο των ουσιωδών διατάξεων εσωτερικού δικαίου που θεσπίζουν στον τομέα τον οποίο διέπει η παρούσα οδηγία.

3. Τα κράτη μέλη μπορούν να διατηρήσουν σε ισχύ ή να θεσπίσουν διατάξεις ευνοϊκότερες για τον πιστωτή από τις διατάξεις που απαιτούνται για τη συμμόρφωση με την παρούσα οδηγία.

4. Κατά τη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, τα κράτη μέλη αποφασίζουν σχετικά με την εξαίρεση συμβάσεων που έχουν συναφθεί πριν από τις 16 Μαρτίου 2013.

Άρθρο 13

Κατάργηση

Η οδηγία 2000/35/ΕΚ καταργείται από τις 16 Μαρτίου 2013, με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων των κρατών μελών όσον αφορά τις προθεσμίες για τη μεταφορά της στο εθνικό δίκαιο και την εφαρμογή της. Εντούτοις, παραμένει σε ισχύ για συμβάσεις που συνήφθησαν πριν από την εν λόγω ημερομηνία στις οποίες η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται σύμφωνα με το άρθρο 12 παράγραφος 4.

Οι αναφορές στην καταργούμενη οδηγία λογίζονται ως αναφορές στην παρούσα οδηγία και νοούνται σύμφωνα με τον πίνακα αντιστοιχίας που παρατίθεται στο παράρτημα.

Άρθρο 14

Έναρξη ισχύος

Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσής της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 15

Αποδέκτες

Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.

Στρασβούργο, 16 Φεβρουαρίου 2011.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο Ο Πρόεδρος J. BUZEK

Για το Συμβούλιο Ο Πρόεδρος MARTONYI J.

Please follow and like us:

Σύσταση, οργάνωση και λειτουργία Υπηρεσίας Οικονομικής Αστυνομίας και Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος

Σύσταση, οργάνωση και λειτουργία Υπηρεσίας Οικονομικής Αστυνομίας και Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος.

ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ

ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ

Αρ. Φύλλου 24

21 Φεβρουαρίου 2011

____________________________________________________

ΠΡΟΕΔΡΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΥΠ’ ΑΡΙΘΜ. 9

Σύσταση, οργάνωση και λειτουργία Υπηρεσίας Οικονομικής Αστυνομίας και Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ

ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Έχοντας υπόψη:

1. Τo άρθρο 11 παρ. 1 περιπτ. α΄, β΄, στ΄ και ζ΄ του ν. 1481/1984 «Οργανισμός Υπουργείου Δημόσιας Τάξης» (Α΄ 152), όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 1590/1986 (Α΄ 49).

2. Τα άρθρα 14 παρ. 7 και 28 παρ. 1 του ν. 2800/2000 «Αναδιάρθρωση Υπηρεσιών Υπουργείου Δημόσιας Τάξης, σύσταση Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας και άλλες διατάξεις» (Α΄ 41).

3. Το άρθρο 90 του Κώδικα Νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και τα κυβερνητικά όργανα, που κωδικοποιήθηκε με το άρθρο πρώτο του π.δ. 63/2005 (Α΄ 98).

4. Το άρθρο 22 παρ. 3 του ν. 2362/1995 «Περί δημοσίου λογιστικού ελέγχου των δαπανών του κράτους και άλλες διατάξεις» (Α΄ 247).

5. Το π.δ. 184/2009 «Σύσταση Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη και καθορισμός των αρμοδιοτήτων του» (Α΄ 213).

6. Την 2672/3−12−2009 απόφαση του Πρωθυπουργού και του Υπουργού Οικονομικών «Καθορισμός αρμοδιοτήτων του Υφυπουργού Οικονομικών Φιλίππου Σαχινίδη (Β΄ 2408).

7. Το γεγονός ότι από τις διατάξεις του παρόντος διατάγματος προκαλούνται δαπάνες σε βάρος του κρατικού προϋπολογισμού ύψους 242.650 Ευρώ, περίπου, για το έτος 2011 και 212.000 Ευρώ, περίπου, για το έτος 2012 και καθένα από τα επόμενα έτη. Οι ανωτέρω δαπάνες θα αντιμετωπίζονται από τις πιστώσεις που θα εγγράφονται για το σκοπό αυτό στον τακτικό προϋπολογισμό του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη (Ε.Φ. 43 – 110 «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ» ΚΑΕ των ομάδων 0800, 1100, 1200, 1300, 1400, 1500, 1700, 1900).

8. Την υπ’ αριθμ. 29/2011 γνωμοδότηση του Συμβουλίου της Επικρατείας, ύστερα από πρόταση του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη και του Υφυπουργού Οικονομικών, αποφασίζουμε:

Άρθρο 1

Συγκρότηση Υπηρεσίας Οικονομικής Αστυνομίας και Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος

1. Συνιστάται Υπηρεσία Οικονομικής Αστυνομίας και Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος (ΥΠ.Ο.Α.Δ.Η.Ε.) ως αυτοτελής Κεντρική Υπηρεσία, επιπέδου Αστυνομικής Διεύθυνσης, η οποία υπάγεται στο Αρχηγείο της Ελληνικής Αστυνομίας και εποπτεύεται και ελέγχεται από τον Αρχηγό.

2. Η Υπηρεσία της προηγουμένης παραγράφου εδρεύει στο νομό Αττικής, ασκεί τις αρμοδιότητές της σε όλη την επικράτεια, εκτός από τους χώρους για τους οποίους ειδικές διατάξεις προβλέπουν αρμοδιότητα του Λιμενικού Σώματος και έχει ως αποστολή την πρόληψη και καταστολή οικονομικών εγκλημάτων, καθώς και των εγκλημάτων που διαπράττονται μέσω της χρήσης του διαδικτύου ή άλλων μέσων ηλεκτρονικής επικοινωνίας.

3. Η ΥΠ.Ο.Α.Δ.Η.Ε. διαρθρώνεται ως εξής:

α. Επιτελείο.

β. Υποδιεύθυνση Οικονομικής Αστυνομίας.

γ. Υποδιεύθυνση Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος.

Άρθρο 2

Επιτελείο

1. Το Επιτελείο της ΥΠ.Ο.Α.Δ.Η.Ε. διαρθρώνεται στα ακόλουθα τμήματα:

α. Τμήμα Διοικητικής Υποστήριξης το οποίο είναι αρμόδιο για το χειρισμό θεμάτων προσωπικού, τη διαχείριση του χρηματικού και υλικού, τη γραμματειακή και τεχνική υποστήριξη και γενικά την εξυπηρέτηση των λειτουργικών αναγκών της Υπηρεσίας.

β. Τμήμα Εκπαίδευσης, το οποίο είναι αρμόδιο για τη διαρκή εξειδικευμένη εκπαίδευση και μετεκπαίδευση του προσωπικού της ΥΠ.Ο.Α.Δ.Η.Ε. καθώς και προσωπικού άλλων Υπηρεσιών της Ελληνικής Αστυνομίας σε θέματα καταπολέμησης του οικονομικού και ηλεκτρονικού εγκλήματος. Προς τούτο, καταρτίζει και υλοποιεί σχετικά προγράμματα εκπαίδευσης και μετεκπαίδευσης, σε συνεργασία με τη Διεύθυνση Εκπαίδευσης του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας, καθώς και με άλλες αρμόδιες υπηρεσίες ή φορείς της χώρας μας και άλλων χωρών.

γ. Τμήμα Μελετών, το οποίο είναι αρμόδιο για τη συλλογή, μελέτη, ανάλυση και επεξεργασία πληροφοριών, στοιχείων και δεδομένων σχετικών με την αποστολή της Υπηρεσίας και την προώθηση των επεξεργασμένων στοιχείων στις Υποδιευθύνσεις για επιχειρησιακή αξιοποίηση, κατά λόγο αρμοδιότητας. Επίσης, είναι αρμόδιο για την παρακολούθηση των εξελίξεων σε θέματα οικονομικού και ηλεκτρονικού εγκλήματος, τόσο σε εσωτερικό όσο και σε διεθνές επίπεδο, την εκπόνηση σχετικής ετήσιας μελέτης, με συναγωγή συμπερασμάτων για την εγκληματικότητα επί των αδικημάτων αυτών στη χώρα μας και την υποβολή συγκεκριμένων αιτιολογημένων προτάσεων για την αντιμετώπισή τους.

3. Στο Επιτελείο της ΥΠ.Ο.Α.Δ.Η.Ε. λειτουργεί Κέντρο Επιχειρήσεων το οποίο εξασφαλίζει το συντονισμό και την επικοινωνία του προσωπικού της Υπηρεσίας κατά τη διάρκεια της επιχειρησιακής του δράσης. Επίσης, στο Κέντρο Επιχειρήσεων λειτουργεί σε 24ωρη βάση τηλεφωνικό κέντρο με ειδική γραμμή καταγγελιών καθώς και ηλεκτρονική διεύθυνση για την επικοινωνία των πολιτών με την Υπηρεσία.

Άρθρο 3

Υποδιεύθυνση Οικονομικής Αστυνομίας

1. Η Υποδιεύθυνση Οικονομικής Αστυνομίας (ΥΠ.Ο.Α.) έχει ως αποστολή την πρόληψη, έρευνα και καταστολή οικονομικών εγκλημάτων και, ιδίως, αυτών που τελέστηκαν σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων του Δημοσίου και της εθνικής οικονομίας γενικότερα ή εμφανίζουν τα χαρακτηριστικά του οργανωμένου εγκλήματος.

2. Η ΥΠ.Ο.Α. διαρθρώνεται στα ακόλουθα τμήματα:

α. Τμήμα Προστασίας Δημόσιας Περιουσίας, το οποίο

είναι αρμόδιο για την έρευνα και τη δίωξη οικονομικών εγκλημάτων τα οποία διαπράττονται από φυσικά ή νομικά πρόσωπα και βλάπτουν ή απειλούν τα συμφέροντα του ελληνικού δημοσίου ή του ευρύτερου δημόσιου τομέα και αφορούν, ιδίως:

αα. Στην καθ’ οιονδήποτε τρόπο κατάχρηση της δημόσιας περιουσίας.

ββ. Στην καθ’ οιονδήποτε τρόπο αυθαίρετη καταπάτηση ανταλλάξιμων και δημοσίων κτημάτων, εκτάσεων δασικού χαρακτήρα, κρατικών εγκαταστάσεων και άλλων ακινήτων.

γγ. Στην αδιαφανή, παράνομη ή εκτός των προβλεπομένων διαδικασιών διαχείριση κοινοτικών πόρων και κρατικών χρηματοδοτήσεων και ενισχύσεων.

δδ. Στη σκοπούμενη καταστροφή ή φθορά κινητής ή ακίνητης δημόσιας περιουσίας, μέσων, υλικού και εγκαταστάσεων οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και δημοσίων επιχειρήσεων και οργανισμών καθώς και επιχειρήσεων, ιδρυμάτων, νομικών προσώπων, σωματείων και συλλόγων στα οποία συμμετέχει το Δημόσιο ή επιχορηγούνται από το Κράτος και την Ευρωπαϊκή ΄Ενωση, εφόσον η απειλούμενη ή επελθούσα βλάβη είναι ιδιαιτέρως σημαντική ή τα συνολικά αποτελέσματα της πράξης επιφέρουν σοβαρή αναστάτωση στην κοινωνικοοικονομική ζωή της χώρας.

εε. Σε κάθε παράνομη πράξη από την οποία απειλείται σοβαρά ή βλάπτεται το δημόσιο συμφέρον και η εθνική οικονομία γενικότερα.

β. Τμήμα Προστασίας Οικονομίας, το οποίο είναι αρμόδιο για την έρευνα και τη δίωξη εγκλημάτων τα οποία έχουν δυσμενείς επιπτώσεις στα έσοδα του Δημοσίου και επηρεάζουν σημαντικά την ομαλή λειτουργία της αγοράς και ιδίως:

αα. Η καθ’ οιονδήποτε τρόπο παράνομη νομιμοποίηση εσόδων.

ββ. Η παράνομη διακίνηση και νόθευση αγαθών και άλλων προϊόντων.

γγ. Οι οποιεσδήποτε παράνομες συναλλαγές ή δραστηριότητες που τελούνται στο πλαίσιο λειτουργίας των πιστωτικών και χρηματοδοτικών ιδρυμάτων του άρθρου 2 του ν. 3601/2007 (ΦΕΚ Α΄ 178) των χρηματοπιστωτικών οργανισμών και ομίλων όπως οι έννοιες αυτές ορίζονται στο άρθρο 4 του ν. 3691/2008 (ΦΕΚ Α΄ 166), και του χρηματοπιστωτικού τομέα γενικότερα.

δδ. Η καθ’ οιονδήποτε τρόπο παράνομη μεταφορά κεφαλαίων και διακίνηση χρήματος.

εε. Η παραβίαση κανόνων του ελεύθερου ανταγωνισμού και της αγοράς και ιδίως οι εναρμονισμένες πρακτικές ως προς τις τιμές των προϊόντων.

στστ. Οι παραβάσεις που τελούνται στο πλαίσιο λειτουργίας επιχειρήσεων, οργανισμών, πρακτορείων ή άλλων φορέων διεξαγωγής τυχερών παιγνίων και καζίνο.

ζζ. Κάθε άλλη οικονομική παράβαση, που προβλέπεται σε ποινικό νόμο από την τέλεση της οποίας βλάπτονται τα δημόσια έσοδα και προκαλούνται σημαντικές δυσλειτουργίες στην αγορά.

γ. Τμήμα Φορολογικής Αστυνόμευσης, το οποίο είναι αρμόδιο για τη δίωξη εγκλημάτων που αφορούν στη φορολογική και τελωνειακή νομοθεσία και ιδίως:

αα. Η απόκρυψη ή σκόπιμη αλλοίωση φορολογητέας ύλης ή άλλων στοιχείων, προς το σκοπό αποφυγής του φορολογικού ελέγχου ή μείωσης των προβλεπομένων από τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις φόρων και εισφορών.

ββ. Η λαθραία εισαγωγή και εξαγωγή αγαθών και άλλων προϊόντων.

γγ. Η μη έκδοση των προβλεπομένων αποδείξεων, δελτίων και παραστατικών κατά την πώληση και τη διακίνηση προϊόντων ή την προσφορά υπηρεσιών, κατά περίπτωση.

δ. Τμήμα Κοινωνικής και Ασφαλιστικής Προστασίας, το οποίο είναι αρμόδιο για την έρευνα και τη δίωξη παραβάσεων σε βάρος οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης, πρόνοιας και περίθαλψης των πολιτών και ιδίως:

αα. Η μη καταβολή των προβλεπομένων ασφαλιστικών εισφορών από φυσικά ή νομικά πρόσωπα, εταιρείες, οργανισμούς και γενικά από κάθε υπόχρεο προς τούτο.

ββ. Οι παράνομες συνταγογραφήσεις.

γγ. Οι ψευδείς ιατρικές γνωματεύσεις και πιστοποιήσεις από τις οποίες επέρχεται οικονομική επιβάρυνση σε βάρος των ασφαλιστικών φορέων και του δημοσίου γενικότερα.

δδ. Η μη έκδοση αποδείξεων παροχής ιατρικών ή νοσηλευτικών υπηρεσιών.

εε. Οι υπερτιμολογήσεις φαρμάκων, ιατρικού εξοπλισμού, βοηθημάτων και υλικών.

στστ. Η χρήση εικονικών, πλαστών ή ψευδών στοιχείων, δικαιολογητικών και γνωματεύσεων για παροχή υπηρεσιών υγείας σε μη δικαιούχους.

ζζ. Η χρήση παραποιημένων ή αναληθών δικαιολογητικών ή οποιουδήποτε άλλου στοιχείου, προς το σκοπό χορήγησης ή λήψης παροχών από οποιονδήποτε φορέα ή οργανισμό ασφάλισης και κοινωνικής πρόνοιας.

ηη. Οποιαδήποτε άλλη παράβαση από την οποία προκαλείται οικονομική βλάβη σε βάρος των οργανισμών, φορέων, ταμείων και υπηρεσιών κοινωνικής ασφάλισης και πρόνοιας καθώς και νοσηλευτικών ιδρυμάτων, υπηρεσιών και φορείς παροχής ιατρικής φροντίδας.

3. Η ΥΠ.Ο.Α. προς το σκοπό εκπλήρωσης της αποστολής της συνεργάζεται με το Κέντρο Συλλογής και Διαχείρισης Επιχειρησιακών Πληροφοριών (ΚΕ.ΣΥ.Δ.Ε.Π.) του Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας και τις άλλες υπηρεσίες της Ελληνικής Αστυνομίας και του Λιμενικού Σώματος, καθώς και με άλλες αρμόδιες υπηρεσίες, αρχές και φορείς, στελεχώνεται με το αναγκαίο αστυνομικό και επιστημονικό προσωπικό και εξοπλίζεται με τα απαραίτητα υλικοτεχνικά μέσα. Στο πλαίσιο της επιχειρησιακής της δράσης δύναται να έχει πρόσβαση στα αρχεία οποιασδήποτε αστυνομικής υπηρεσίας, καθώς και σε αρχεία άλλων υπηρεσιών, αρχών, οργανισμών και φορέων, εφόσον η έρευνα σ’ αυτά είναι αναγκαία για τη διερεύνηση παραβάσεων στις οποίες έχει επιληφθεί. Σε κάθε περίπτωση ενημερώνεται σχετικά ο προϊστάμενος των εν λόγω υπηρεσιών, ο οποίος οφείλει να παράσχει κάθε δυνατή συνδρομή. Επίσης, η ΥΠ.Ο.Α. συνεργάζεται με αντίστοιχες υπηρεσίες, οργανισμούς και φορείς της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης και άλλων χωρών, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις και τις διεθνείς συμφωνίες και συμβάσεις.

4. Υπηρεσίες της Ελληνικής Αστυνομίας οι οποίες έχουν επιληφθεί αρχικά υποθέσεων αρμοδιότητας της ΥΠ.Ο.Α. παραδίδουν, διαβιβάζουν ή γνωστοποιούν άμεσα σ’ αυτήν οποιοδήποτε στοιχείο, πληροφορία ή γεγονός που σχετίζεται με τις υποθέσεις αυτές, εφόσον η περαιτέρω διερεύνησή τους αναλαμβάνεται από την εν λόγω Υπηρεσία.

Άρθρο 4

Υποδιεύθυνση Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος

Η Υποδιεύθυνση Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος διαρθρώνεται στα ακόλουθα Τμήματα:

α. Τμήμα Γενικών Υποθέσεων και Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, το οποίο είναι αρμόδιο για τη συνεχή έρευνα του διαδικτύου και των άλλων μέσων ηλεκτρονικής επικοινωνίας και ψηφιακής αποθήκευσης προς ανακάλυψη, εξιχνίαση και δίωξη των εγκληματικών πράξεων που διαπράττονται σ’ αυτά ή μέσω αυτών σε ολόκληρη τη χώρα, πλην αυτών που προβλέπονται στη περίπτωση β΄ του παρόντος άρθρου.

β. Τμήμα Προστασίας Ανηλίκων, το οποίο είναι αρμόδιο για την εξιχνίαση και δίωξη των εγκλημάτων που διαπράττονται κατά των ανηλίκων με τη χρήση του διαδικτύου και των άλλων μέσων ηλεκτρονικής ή ψηφιακής επικοινωνίας και αποθήκευσης.

γ. Τμήμα Προστασίας Λογισμικού και Πνευματικών Δικαιωμάτων, το οποίο είναι αρμόδιο για το χειρισμό υποθέσεων παράνομης διείσδυσης σε υπολογιστικά συστήματα και κλοπής, καταστροφής ή παράνομης διακίνησης λογισμικού υλικού, ψηφιακών δεδομένων και οπτικοακουστικών έργων, που τελούνται σε ολόκληρη τη χώρα, καθώς και για την παροχή συνδρομής σε άλλες αρμόδιες υπηρεσίες που διερευνούν τις υποθέσεις αυτές, κατά την ισχύουσα νομοθεσία.

δ. Τμήμα Ασφάλειας Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών, το οποίο λειτουργεί σύμφωνα με τις διατάξεις της 7001/2/1261−κα από 28−8−2009 κοινής υπουργικής απόφασης των Υπουργών Εσωτερικών, Οικονομίας και Οικονομικών και Δικαιοσύνης (Β΄ 1879).

Άρθρο 5

Αντιστοιχία Υπηρεσιών – Βαθμοί και τίτλοι διοικούντων

1. Η ΥΠ.Ο.Α.Δ.Η.Ε. είναι ισότιμη με τις υπηρεσίες της Ελληνικής Αστυνομίας επιπέδου Αστυνομικής Διεύθυνσης.

2. Οι Υποδιευθύνσεις Οικονομικής Αστυνομίας και Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος είναι μεταξύ τους και προς όλες τις Υπηρεσίες επιπέδου Υποδιεύθυνσης της Ελληνικής Αστυνομίας ισότιμες.

3. Τα Τμήματα του Επιτελείου και των Υποδιευθύνσεων καθώς και το Κέντρο Επιχειρήσεων της ΥΠ.Ο.Α.Δ.Η.Ε. είναι μεταξύ τους και προς όλες τις αυτοτελείς ή μη υπηρεσίες, αντίστοιχου επιπέδου, της Ελληνικής Αστυνομίας ισότιμα.

4. Ο προϊστάμενος της ΥΠ.Ο.Α.Δ.Η.Ε. είναι Ταξίαρχος της Ελληνικής Αστυνομίας και φέρει τον τίτλο του Διευθυντή. Στην ΥΠ.Ο.Α.Δ.Η.Ε. τοποθετούνται ως βοηθοί του Διευθυντή, μέχρι δύο (2) αξιωματικοί με το βαθμό του Αστυνομικού Διευθυντή, οι οποίοι φέρουν τον τίτλο του Υποδιευθυντή και είναι αρχαιότεροι των Διευθυντών των Υποδιευθύνσεων. Σε περίπτωση απουσίας ή κωλύματός του, ο Διευθυντής της Υπηρεσίας αναπληρώνεται από τον κατά βαθμό ανώτερο ή αρχαιότερο Υποδιευθυντή.

5. Οι προϊστάμενοι των Υποδιευθύνσεων Οικονομικής Αστυνομίας και Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος είναι Αστυνομικοί Διευθυντές και φέρουν τον τίτλο του Διευθυντή. Στις Υποδιευθύνσεις Οικονομικής Αστυνομίας και Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος τοποθετούνται ως βοηθοί των Διευθυντών Αστυνομικοί Διευθυντές ή Αστυνομικοί Υποδιευθυντές.

6. Οι προϊστάμενοι των Τμημάτων του Επιτελείου και των Υποδιευθύνσεων είναι Αστυνομικοί Υποδιευθυντές ή Αστυνόμοι Α΄ και φέρουν τον τίτλο του Τμηματάρχη.

Άρθρο 6

Αρμοδιότητες Διευθυντή ΥΠ.Ο.Α.Δ.Η.Ε.

Ο Διευθυντής της ΥΠ.Ο.Α.Δ.Η.Ε. έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες:

α. Διευθύνει συντονίζει, εποπτεύει και ελέγχει το έργο των υπηρεσιών δικαιοδοσίας του.

β. Εφαρμόζει τα προγράμματα δράσης του Αρχηγείου, παρέχει κατευθύνσεις στις Υποδιευθύνσεις δικαιοδοσίας του και θέτει επιμέρους στόχους για την υλοποίησή τους.

γ. Παρακολουθεί την εφαρμογή από τις ως άνω Υποδιευθύνσεις των μέτρων, μεθόδων και διαδικασιών που προβλέπονται από τις ισχύουσες διατάξεις και τις διαταγές της Υπηρεσίας, για την εκπλήρωση της αποστολής τους.

δ. Αξιολογεί τα αποτελέσματα της δράσης των ως άνω Υποδιευθύνσεων, ως προς τη λειτουργία των προγραμμάτων και την επίτευξη των στόχων και εισηγείται τις απαραίτητες διορθώσεις και προσαρμογές.

ε. Παρακολουθεί την πορεία της εγκληματικότητας σε ό,τι αφορά στην αποστολή της Υπηρεσίας του και λαμβάνει ή προτείνει τα αναγκαία μέτρα για την αντιμετώπισή της.

στ. Αναλαμβάνει προσωπικά τη διεύθυνση αστυνομικών επιχειρήσεων, όταν κρίνει τούτο σκόπιμο ή διαταχθεί σχετικά.

ζ. Μεριμνά να μορφώνει ασφαλή γνώμη για την επαγγελματική επάρκεια, τα προσόντα ή τις αδυναμίες, την ικανότητα ως προς την άσκηση της διοίκησης, την ενημέρωση στα υπηρεσιακά θέματα και τη γενικότερη συμπεριφορά όλων των αξιωματικών των υπηρεσιών δικαιοδοσίας του και ιδιαίτερα των διοικούντων, ώστε να είναι σε θέση, σε κάθε περίπτωση, να αποφαίνεται για την επάρκεια και καταλληλότητά τους για τις διάφορες υπηρεσίες, εργασίες και αποστολές.

η. Συνεργάζεται με τις λοιπές υπηρεσίες της Ελληνικής Αστυνομίας καθώς και με τις δικαστικές, στρατιωτικές και άλλες δημόσιες αρχές, φορείς και υπηρεσίες μέσα στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του.

θ. Εκτελεί κάθε άλλη αρμοδιότητα που ανατίθεται σ’ αυτόν από τον οργανισμό και τους κανονισμούς της Ελληνικής Αστυνομίας ή από ειδικές διατάξεις.

ι. Συντάσσει τις εκθέσεις ικανότητας των Υποδιευθυντών της ΥΠ.Ο.Α.Δ.Η.Ε. και γνωματεύει σε εκείνες που συντάσσουν οι τελευταίοι.

Άρθρο 7

Αρμοδιότητες Υποδιευθυντών ΥΠ.Ο.Α.Δ.Η.Ε.

Οι Υποδιευθυντές της ΥΠ.Ο.Α.Δ.Η.Ε. έχουν τα ακόλουθα καθήκοντα:

α. Είναι άμεσοι βοηθοί του Διευθυντή της ΥΠ.Ο.Α.Δ.Η.Ε. και εκτελούν τα καθήκοντά τους, σύμφωνα με τους ισχύοντες νόμους και κανονισμούς και ανάλογα με τις διαταγές και οδηγίες του.

β. Αναλαμβάνουν προσωπικά την εποπτεία και το συντονισμό αστυνομικών επιχειρήσεων ή την ευθύνη υλοποίησης συγκεκριμένων προγραμμάτων σε περιπτώσεις μείζονος σπουδαιότητας ή όταν διαταχθούν σχετικά.

γ. Λαμβάνουν γνώση της εισερχόμενης και εξερχόμενης αλληλογραφίας και διατυπώνουν τη γνώμη τους στις εισηγήσεις των Υποδιευθύνσεων.

δ. Ενεργούν τακτικές ή έκτακτες επιθεωρήσεις στις Υποδιευθύνσεις της ΥΠ.Ο.Α.Δ.Η.Ε. σύμφωνα με τις διαταγές του Διευθυντή της.

ε. Ενημερώνονται για όλα τα λειτουργικά και επιχειρησιακά ζητήματα της Υπηρεσίας και παρεμβαίνουν για την άμεση επίλυση τυχόν προβλημάτων ή εισηγούνται μέτρα και ρυθμίσεις για την αντιμετώπισή τους.

στ. Ο ανώτερος κατά βαθμό ή αρχαιότερος των Υποδιευθυντών συντάσσει τις εκθέσεις ικανότητας των προϊσταμένων των Τμημάτων του Επιτελείου, καθώς και των Διευθυντών των Υποδιευθύνσεων της ΥΠ.Ο.Α.Δ.Η.Ε. και γνωματεύει σ’ εκείνες που συντάσσουν αυτοί.

ζ. Εκτελούν κάθε άλλη αρμοδιότητα που ανατίθεται σ΄αυτούς από τις ισχύουσες διατάξεις και τις διαταγές του προϊσταμένου τους.

Άρθρο 8

Αρμοδιότητες Διευθυντών Υποδιευθύνσεων

1. Οι Διευθυντές των Υποδιευθύνσεων της ΥΠ.Ο.Α.Δ.Η.Ε., έχουν τις ακόλουθες αρμοδιότητες:

α. Προγραμματίζουν και ελέγχουν τη δράση των Υποδιευθύνσεων με τη βοήθεια των Υποδιευθυντών και των προϊσταμένων των Τμημάτων.

β. Μεριμνούν ώστε η δράση των Τμημάτων να έχει κοινή κατεύθυνση.

γ. Καθιερώνουν κριτήρια, με βάση τα οποία αξιολογείται η απόδοση των Τμημάτων των Υποδιευθύνσεων, μεριμνούν για τη μέτρηση της απόδοσής τους, σε καθημερινή και μεγαλύτερων χρονικών περιόδων βάση, μελετούν και αξιολογούν τις σχετικές πληροφορίες και τέλος προβαίνουν στη διόρθωση των παρεκκλίσεων.

δ. Τοποθετούν το προσωπικό σε θέσεις, ανάλογα με τις δυνατότητες και τα προσόντα του, φροντίζουν για την ορθολογική, δίκαιη και αντικειμενική κατανομή της υπηρεσίας και αναθέτουν με διαταγή τους καθήκοντα στους Υποδιευθυντές αυτών.

ε. Φροντίζουν για τη διατήρηση σχέσεων καλής επικοινωνίας, συνεργασίας και αμοιβαίας κατανόησης μεταξύ του προσωπικού καθώς και για τη διατήρηση της συνοχής της Υπηρεσίας.

στ. Ενεργούν συγκεντρώσεις του προσωπικού, στο σύνολό του ή κατά Τμήμα, δίδουν κατευθύνσεις και οδηγίες αναφορικά με την αποστολή και τη δράση της Υποδιεύθυνσης, ελέγχουν την καθαριότητα και κατάσταση του οπλισμού, του υλικοτεχνικού εξοπλισμού, των μέσων και των λοιπών εφοδίων που κατέχει το προσωπικό και διατάσσουν τη λήψη των αναγκαίων μέτρων για τη συντήρησή του.

ζ. Μελετούν την εισερχόμενη αλληλογραφία, επισημαίνουν τα ιδιαίτερης σημασίας και επείγουσας φύσης έγγραφα και σημειώνουν σ΄ αυτά τις τυχόν παρατηρήσεις και οδηγίες τους προς τα αρμόδια Τμήματα.

η. Προκαλούν τις ενέργειες των προϊσταμένων τους για τον εφοδιασμό της Υποδιεύθυνσης με τον αναγκαίο υλικοτεχνικό εξοπλισμό.

θ. Συνεργάζονται αρμονικά με τις αρμόδιες κατά περίπτωση διοικητικές, δικαστικές και αστυνομικές αρχές για την αποτελεσματικότερη εκπλήρωση της αποστολής τους.

ι. Ενημερώνουν τον Υποδιευθυντή ή άλλον αρμόδιο αξιωματικό όταν αναχωρούν από το χώρο εργασίας τους ή το κατάστημα της Υπηρεσίας, για το μέρος στο οποίο σε περίπτωση ανάγκης πρέπει να αναζητηθούν.

ια. Συντάσσουν τις εκθέσεις ικανότητας των Υποδιευθυντών τους και γνωματεύουν σ’ αυτές που συντάσσουν οι τελευταίοι.

ιβ. Συνεργάζονται μεταξύ τους στο πλαίσιο του σχεδιασμού και της αντιμετώπισης κοινού ενδιαφέροντος υποθέσεων και εποπτεύουν άμεσα ή αναλαμβάνουν τη διεύθυνση ιδιαιτέρως σοβαρών υποθέσεων σε περιπτώσεις που εμπλέκονται επιχειρησιακά περισσότερα του ενός Τμήματα της Υποδιεύθυνσής τους.

ιγ. Ασκούν και κάθε άλλη αρμοδιότητα που προβλέπεται από τις ισχύουσες διατάξεις ή τους ανατίθενται με διαταγή των προϊσταμένων τους.

Άρθρο 9

Αρμοδιότητες προϊσταμένων και αναπληρωτών προϊσταμένων Τμημάτων

1. Οι Προϊστάμενοι των Τμημάτων του Επιτελείου και των Υποδιευθύνσεων έχουν τις αρμοδιότητες που ορίζονται στο άρθρο 26 του π.δ. 141/1991 (Α΄ 58). Επίσης, συντάσσουν τις εκθέσεις αξιολόγησης των αξιωματικών της Υπηρεσίας τους και γνωματεύουν στις εκθέσεις ικανότητας που συντάσσουν οι αναπληρωτές αυτών για το λοιπό προσωπικό.

2. Οι αναπληρωτές προϊστάμενοι των ως άνω Τμημάτων έχουν τις ακόλουθες αρμοδιότητες:

α. Είναι άμεσοι βοηθοί των τμηματαρχών και αναπληρώνουν αυτούς σε περίπτωση απουσίας ή κωλύματος.

β. Επιβλέπουν τη διεξαγωγή των εργασιών και συντονίζουν τη δράση στους τομείς ευθύνης που τους ανατίθεται.

γ. Ενημερώνονται για τα προβλήματα των τομέων ευθύνης τους, αξιολογούν αυτά και συμμετέχουν στο σχεδιασμό διάταξης της υπηρεσίας, για την αντιμετώπισή τους.

δ. Λαμβάνουν γνώση της εισερχόμενης αλληλογραφίας και προσυπογράφουν όλα τα έγγραφα τα οποία υπογράφει ο διοικητής, ανάλογα με τους τομείς ευθύνης τους.

ε. Συντάσσουν τις εκθέσεις ικανότητας του προσωπικού του Τμήματος.

στ. Εκτελούν κάθε άλλη αρμοδιότητα που ανατίθεται σ’ αυτούς από τον οργανισμό και κανονισμούς της Ελληνικής Αστυνομίας ή από ειδικές διατάξεις.

Άρθρο 10

Τρόπος άσκησης αρμοδιοτήτων

1. Για την εκπλήρωση της αποστολής της η ΥΠ.Ο.Α.Δ.Η.Ε. συνεργάζεται με τις κατά τόπο αρμόδιες υπηρεσίες της Ελληνικής Αστυνομίας, καθώς και με άλλες αρμόδιες υπηρεσίες, αρχές και φορείς και εξοπλίζονται με τα απαραίτητα υλικοτεχνικά μέσα. Επίσης, στο πλαίσιο της αποστολής της, συνεργάζεται με αντίστοιχες υπηρεσίες, οργανισμούς και φορείς ευρωπαϊκών και άλλων χωρών, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις και τις διεθνείς συμφωνίες και συμβάσεις.

2. Κατά την επεξεργασία και ανταλλαγή πληροφοριακού υλικού και δεδομένων που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο εκπλήρωσης της αποστολής της Υπηρεσίας, εφαρμόζονται οι διατάξεις του νόμου 2472/1997 (Α΄ 50), όπως ισχύει κάθε φορά, σε σχέση με την προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

3. Το προσωπικό της ΥΠ.Ο.Α.Δ.Η.Ε. εκπαιδεύεται και μετεκπαιδεύεται στο εσωτερικό και στο εξωτερικό, για την αποτελεσματική εκπλήρωση της αποστολής του.

4. Οι αρμοδιότητες άλλων κρατικών ή ανεξάρτητων αρχών, υπηρεσιών και φορέων δεν επηρεάζονται από τις ρυθμίσεις του παρόντος διατάγματος.

Άρθρο 11

Υποχρεώσεις προσωπικού και Υπηρεσιών

1. Το προσωπικό της ΥΠ.Ο.Α.Δ.Η.Ε. έχει καθήκον εχεμύθειας για πληροφορίες, στοιχεία ή άλλο διαβαθμισμένο υλικό των οποίων λαμβάνει γνώση στο πλαίσιο της άσκησης των καθηκόντων του. Η παράβαση του καθήκοντος αυτού, πέραν των προβλεπομένων, από τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις, κυρώσεων, αποτελεί και λόγο απομάκρυνσης των παραβατών από την Υπηρεσία.

2. Οι υπηρεσίες της Ελληνικής Αστυνομίας υποχρεούνται να παρέχουν τη συνδρομή τους στην ΥΠ.Ο.Α.Δ.Η.Ε. και να διαβιβάζουν σ’ αυτήν οποιαδήποτε σχετική πληροφορία ή στοιχείο αναφορικά με αδικήματα που ανάγονται στην αποστολή της.

Άρθρο 12

Τροποποίηση διατάξεων

1. Στην παράγραφο 2 του άρθρου 1 του π.δ. 14/2001 (Α΄ 12), όπως αυτή αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 7 του π.δ. 30/2005 (Α΄ 50) και την παράγραφο 1 του άρθρου 1 του π.δ. 2/2010 (Α΄ 1), προστίθεται περίπτωση ιε΄ ως εξής:

«ιε. Υπηρεσία Οικονομικής Αστυνομίας και Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος».

2. Η περίπτωση α΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 1 του ιδίου π.δ., όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 1 του π.δ. 223/2003 (Α΄ 188), την παράγραφο 2 του άρθρου 1 του π.δ. 245/2005 (Α΄ 296), την παράγραφο 1 του άρθρου 1 του π.δ. 189/2006 (Α΄ 194) και την παράγραφο 2 του άρθρου 1 του π.δ. 2/2010 (Α΄ 1), αντικαθίσταται ως εξής:

«α. Οι Υπηρεσίες Ασφαλείας Προέδρου της Δημοκρατίας, Βουλής των Ελλήνων και Οικονομικής Αστυνομίας και Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος, καθώς και οι Διευθύνσεις Εσωτερικών Υποθέσεων, Αντιμετώπισης Ειδικών Εγκλημάτων Βίας και Εγκληματολογικών Ερευνών από τον Αρχηγό».

Άρθρο 13

Έναρξη ισχύος

Η ισχύς του παρόντος διατάγματος αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Στον Υπουργό Προστασίας του Πολίτη αναθέτουμε τη δημοσίευση και εκτέλεση του παρόντος διατάγματος.

Ιωάννινα, 20 Φεβρουαρίου 2011

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

ΚΑΡΟΛΟΣ ΓΡ. ΠΑΠΟΥΛΙΑΣ

ΟΙ ΥΠΟΥΡΓΟΙ

ΥΦΥΠ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ

ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΣΑΧΙΝΙΔΗΣ

ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ

 

ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΠΟΥΤΣΗΣ

Please follow and like us:

Σύσταση, οργάνωση και λειτουργία Υπηρεσίας Οικονομικής Αστυνομίας και Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος

ΠΡΟΕΔΡΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ 9/2011 (ΦΕΚ Α΄ 24/21.02.2011)
Σύσταση, οργάνωση και λειτουργία Υπηρεσίας Οικονομικής Αστυνομίας και Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος.

ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ

ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ

Αρ. Φύλλου 24

21 Φεβρουαρίου 2011

____________________________________________________

ΠΡΟΕΔΡΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΥΠ’ ΑΡΙΘΜ. 9

Σύσταση, οργάνωση και λειτουργία Υπηρεσίας Οικονομικής Αστυνομίας και Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ

ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Έχοντας υπόψη:

1. Τo άρθρο 11 παρ. 1 περιπτ. α΄, β΄, στ΄ και ζ΄ του ν. 1481/1984 «Οργανισμός Υπουργείου Δημόσιας Τάξης» (Α΄ 152), όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 1590/1986 (Α΄ 49).

2. Τα άρθρα 14 παρ. 7 και 28 παρ. 1 του ν. 2800/2000 «Αναδιάρθρωση Υπηρεσιών Υπουργείου Δημόσιας Τάξης, σύσταση Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας και άλλες διατάξεις» (Α΄ 41).

3. Το άρθρο 90 του Κώδικα Νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και τα κυβερνητικά όργανα, που κωδικοποιήθηκε με το άρθρο πρώτο του π.δ. 63/2005 (Α΄ 98).

4. Το άρθρο 22 παρ. 3 του ν. 2362/1995 «Περί δημοσίου λογιστικού ελέγχου των δαπανών του κράτους και άλλες διατάξεις» (Α΄ 247).

5. Το π.δ. 184/2009 «Σύσταση Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη και καθορισμός των αρμοδιοτήτων του» (Α΄ 213).

6. Την 2672/3−12−2009 απόφαση του Πρωθυπουργού και του Υπουργού Οικονομικών «Καθορισμός αρμοδιοτήτων του Υφυπουργού Οικονομικών Φιλίππου Σαχινίδη (Β΄ 2408).

7. Το γεγονός ότι από τις διατάξεις του παρόντος διατάγματος προκαλούνται δαπάνες σε βάρος του κρατικού προϋπολογισμού ύψους 242.650 Ευρώ, περίπου, για το έτος 2011 και 212.000 Ευρώ, περίπου, για το έτος 2012 και καθένα από τα επόμενα έτη. Οι ανωτέρω δαπάνες θα αντιμετωπίζονται από τις πιστώσεις που θα εγγράφονται για το σκοπό αυτό στον τακτικό προϋπολογισμό του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη (Ε.Φ. 43 – 110 «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ» ΚΑΕ των ομάδων 0800, 1100, 1200, 1300, 1400, 1500, 1700, 1900).

8. Την υπ’ αριθμ. 29/2011 γνωμοδότηση του Συμβουλίου της Επικρατείας, ύστερα από πρόταση του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη και του Υφυπουργού Οικονομικών, αποφασίζουμε:

Άρθρο 1

Συγκρότηση Υπηρεσίας Οικονομικής Αστυνομίας και Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος

1. Συνιστάται Υπηρεσία Οικονομικής Αστυνομίας και Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος (ΥΠ.Ο.Α.Δ.Η.Ε.) ως αυτοτελής Κεντρική Υπηρεσία, επιπέδου Αστυνομικής Διεύθυνσης, η οποία υπάγεται στο Αρχηγείο της Ελληνικής Αστυνομίας και εποπτεύεται και ελέγχεται από τον Αρχηγό.

2. Η Υπηρεσία της προηγουμένης παραγράφου εδρεύει στο νομό Αττικής, ασκεί τις αρμοδιότητές της σε όλη την επικράτεια, εκτός από τους χώρους για τους οποίους ειδικές διατάξεις προβλέπουν αρμοδιότητα του Λιμενικού Σώματος και έχει ως αποστολή την πρόληψη και καταστολή οικονομικών εγκλημάτων, καθώς και των εγκλημάτων που διαπράττονται μέσω της χρήσης του διαδικτύου ή άλλων μέσων ηλεκτρονικής επικοινωνίας.

3. Η ΥΠ.Ο.Α.Δ.Η.Ε. διαρθρώνεται ως εξής:

α. Επιτελείο.

β. Υποδιεύθυνση Οικονομικής Αστυνομίας.

γ. Υποδιεύθυνση Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος.

Άρθρο 2

Επιτελείο

1. Το Επιτελείο της ΥΠ.Ο.Α.Δ.Η.Ε. διαρθρώνεται στα ακόλουθα τμήματα:

α. Τμήμα Διοικητικής Υποστήριξης το οποίο είναι αρμόδιο για το χειρισμό θεμάτων προσωπικού, τη διαχείριση του χρηματικού και υλικού, τη γραμματειακή και τεχνική υποστήριξη και γενικά την εξυπηρέτηση των λειτουργικών αναγκών της Υπηρεσίας.

β. Τμήμα Εκπαίδευσης, το οποίο είναι αρμόδιο για τη διαρκή εξειδικευμένη εκπαίδευση και μετεκπαίδευση του προσωπικού της ΥΠ.Ο.Α.Δ.Η.Ε. καθώς και προσωπικού άλλων Υπηρεσιών της Ελληνικής Αστυνομίας σε θέματα καταπολέμησης του οικονομικού και ηλεκτρονικού εγκλήματος. Προς τούτο, καταρτίζει και υλοποιεί σχετικά προγράμματα εκπαίδευσης και μετεκπαίδευσης, σε συνεργασία με τη Διεύθυνση Εκπαίδευσης του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας, καθώς και με άλλες αρμόδιες υπηρεσίες ή φορείς της χώρας μας και άλλων χωρών.

γ. Τμήμα Μελετών, το οποίο είναι αρμόδιο για τη συλλογή, μελέτη, ανάλυση και επεξεργασία πληροφοριών, στοιχείων και δεδομένων σχετικών με την αποστολή της Υπηρεσίας και την προώθηση των επεξεργασμένων στοιχείων στις Υποδιευθύνσεις για επιχειρησιακή αξιοποίηση, κατά λόγο αρμοδιότητας. Επίσης, είναι αρμόδιο για την παρακολούθηση των εξελίξεων σε θέματα οικονομικού και ηλεκτρονικού εγκλήματος, τόσο σε εσωτερικό όσο και σε διεθνές επίπεδο, την εκπόνηση σχετικής ετήσιας μελέτης, με συναγωγή συμπερασμάτων για την εγκληματικότητα επί των αδικημάτων αυτών στη χώρα μας και την υποβολή συγκεκριμένων αιτιολογημένων προτάσεων για την αντιμετώπισή τους.

3. Στο Επιτελείο της ΥΠ.Ο.Α.Δ.Η.Ε. λειτουργεί Κέντρο Επιχειρήσεων το οποίο εξασφαλίζει το συντονισμό και την επικοινωνία του προσωπικού της Υπηρεσίας κατά τη διάρκεια της επιχειρησιακής του δράσης. Επίσης, στο Κέντρο Επιχειρήσεων λειτουργεί σε 24ωρη βάση τηλεφωνικό κέντρο με ειδική γραμμή καταγγελιών καθώς και ηλεκτρονική διεύθυνση για την επικοινωνία των πολιτών με την Υπηρεσία.

Άρθρο 3

Υποδιεύθυνση Οικονομικής Αστυνομίας

1. Η Υποδιεύθυνση Οικονομικής Αστυνομίας (ΥΠ.Ο.Α.) έχει ως αποστολή την πρόληψη, έρευνα και καταστολή οικονομικών εγκλημάτων και, ιδίως, αυτών που τελέστηκαν σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων του Δημοσίου και της εθνικής οικονομίας γενικότερα ή εμφανίζουν τα χαρακτηριστικά του οργανωμένου εγκλήματος.

2. Η ΥΠ.Ο.Α. διαρθρώνεται στα ακόλουθα τμήματα:

α. Τμήμα Προστασίας Δημόσιας Περιουσίας, το οποίο

είναι αρμόδιο για την έρευνα και τη δίωξη οικονομικών εγκλημάτων τα οποία διαπράττονται από φυσικά ή νομικά πρόσωπα και βλάπτουν ή απειλούν τα συμφέροντα του ελληνικού δημοσίου ή του ευρύτερου δημόσιου τομέα και αφορούν, ιδίως:

αα. Στην καθ’ οιονδήποτε τρόπο κατάχρηση της δημόσιας περιουσίας.

ββ. Στην καθ’ οιονδήποτε τρόπο αυθαίρετη καταπάτηση ανταλλάξιμων και δημοσίων κτημάτων, εκτάσεων δασικού χαρακτήρα, κρατικών εγκαταστάσεων και άλλων ακινήτων.

γγ. Στην αδιαφανή, παράνομη ή εκτός των προβλεπομένων διαδικασιών διαχείριση κοινοτικών πόρων και κρατικών χρηματοδοτήσεων και ενισχύσεων.

δδ. Στη σκοπούμενη καταστροφή ή φθορά κινητής ή ακίνητης δημόσιας περιουσίας, μέσων, υλικού και εγκαταστάσεων οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και δημοσίων επιχειρήσεων και οργανισμών καθώς και επιχειρήσεων, ιδρυμάτων, νομικών προσώπων, σωματείων και συλλόγων στα οποία συμμετέχει το Δημόσιο ή επιχορηγούνται από το Κράτος και την Ευρωπαϊκή ΄Ενωση, εφόσον η απειλούμενη ή επελθούσα βλάβη είναι ιδιαιτέρως σημαντική ή τα συνολικά αποτελέσματα της πράξης επιφέρουν σοβαρή αναστάτωση στην κοινωνικοοικονομική ζωή της χώρας.

εε. Σε κάθε παράνομη πράξη από την οποία απειλείται σοβαρά ή βλάπτεται το δημόσιο συμφέρον και η εθνική οικονομία γενικότερα.

β. Τμήμα Προστασίας Οικονομίας, το οποίο είναι αρμόδιο για την έρευνα και τη δίωξη εγκλημάτων τα οποία έχουν δυσμενείς επιπτώσεις στα έσοδα του Δημοσίου και επηρεάζουν σημαντικά την ομαλή λειτουργία της αγοράς και ιδίως:

αα. Η καθ’ οιονδήποτε τρόπο παράνομη νομιμοποίηση εσόδων.

ββ. Η παράνομη διακίνηση και νόθευση αγαθών και άλλων προϊόντων.

γγ. Οι οποιεσδήποτε παράνομες συναλλαγές ή δραστηριότητες που τελούνται στο πλαίσιο λειτουργίας των πιστωτικών και χρηματοδοτικών ιδρυμάτων του άρθρου 2 του ν. 3601/2007 (ΦΕΚ Α΄ 178) των χρηματοπιστωτικών οργανισμών και ομίλων όπως οι έννοιες αυτές ορίζονται στο άρθρο 4 του ν. 3691/2008 (ΦΕΚ Α΄ 166), και του χρηματοπιστωτικού τομέα γενικότερα.

δδ. Η καθ’ οιονδήποτε τρόπο παράνομη μεταφορά κεφαλαίων και διακίνηση χρήματος.

εε. Η παραβίαση κανόνων του ελεύθερου ανταγωνισμού και της αγοράς και ιδίως οι εναρμονισμένες πρακτικές ως προς τις τιμές των προϊόντων.

στστ. Οι παραβάσεις που τελούνται στο πλαίσιο λειτουργίας επιχειρήσεων, οργανισμών, πρακτορείων ή άλλων φορέων διεξαγωγής τυχερών παιγνίων και καζίνο.

ζζ. Κάθε άλλη οικονομική παράβαση, που προβλέπεται σε ποινικό νόμο από την τέλεση της οποίας βλάπτονται τα δημόσια έσοδα και προκαλούνται σημαντικές δυσλειτουργίες στην αγορά.

γ. Τμήμα Φορολογικής Αστυνόμευσης, το οποίο είναι αρμόδιο για τη δίωξη εγκλημάτων που αφορούν στη φορολογική και τελωνειακή νομοθεσία και ιδίως:

αα. Η απόκρυψη ή σκόπιμη αλλοίωση φορολογητέας ύλης ή άλλων στοιχείων, προς το σκοπό αποφυγής του φορολογικού ελέγχου ή μείωσης των προβλεπομένων από τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις φόρων και εισφορών.

ββ. Η λαθραία εισαγωγή και εξαγωγή αγαθών και άλλων προϊόντων.

γγ. Η μη έκδοση των προβλεπομένων αποδείξεων, δελτίων και παραστατικών κατά την πώληση και τη διακίνηση προϊόντων ή την προσφορά υπηρεσιών, κατά περίπτωση.

δ. Τμήμα Κοινωνικής και Ασφαλιστικής Προστασίας, το οποίο είναι αρμόδιο για την έρευνα και τη δίωξη παραβάσεων σε βάρος οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης, πρόνοιας και περίθαλψης των πολιτών και ιδίως:

αα. Η μη καταβολή των προβλεπομένων ασφαλιστικών εισφορών από φυσικά ή νομικά πρόσωπα, εταιρείες, οργανισμούς και γενικά από κάθε υπόχρεο προς τούτο.

ββ. Οι παράνομες συνταγογραφήσεις.

γγ. Οι ψευδείς ιατρικές γνωματεύσεις και πιστοποιήσεις από τις οποίες επέρχεται οικονομική επιβάρυνση σε βάρος των ασφαλιστικών φορέων και του δημοσίου γενικότερα.

δδ. Η μη έκδοση αποδείξεων παροχής ιατρικών ή νοσηλευτικών υπηρεσιών.

εε. Οι υπερτιμολογήσεις φαρμάκων, ιατρικού εξοπλισμού, βοηθημάτων και υλικών.

στστ. Η χρήση εικονικών, πλαστών ή ψευδών στοιχείων, δικαιολογητικών και γνωματεύσεων για παροχή υπηρεσιών υγείας σε μη δικαιούχους.

ζζ. Η χρήση παραποιημένων ή αναληθών δικαιολογητικών ή οποιουδήποτε άλλου στοιχείου, προς το σκοπό χορήγησης ή λήψης παροχών από οποιονδήποτε φορέα ή οργανισμό ασφάλισης και κοινωνικής πρόνοιας.

ηη. Οποιαδήποτε άλλη παράβαση από την οποία προκαλείται οικονομική βλάβη σε βάρος των οργανισμών, φορέων, ταμείων και υπηρεσιών κοινωνικής ασφάλισης και πρόνοιας καθώς και νοσηλευτικών ιδρυμάτων, υπηρεσιών και φορείς παροχής ιατρικής φροντίδας.

3. Η ΥΠ.Ο.Α. προς το σκοπό εκπλήρωσης της αποστολής της συνεργάζεται με το Κέντρο Συλλογής και Διαχείρισης Επιχειρησιακών Πληροφοριών (ΚΕ.ΣΥ.Δ.Ε.Π.) του Αρχηγείου Ελληνικής Αστυνομίας και τις άλλες υπηρεσίες της Ελληνικής Αστυνομίας και του Λιμενικού Σώματος, καθώς και με άλλες αρμόδιες υπηρεσίες, αρχές και φορείς, στελεχώνεται με το αναγκαίο αστυνομικό και επιστημονικό προσωπικό και εξοπλίζεται με τα απαραίτητα υλικοτεχνικά μέσα. Στο πλαίσιο της επιχειρησιακής της δράσης δύναται να έχει πρόσβαση στα αρχεία οποιασδήποτε αστυνομικής υπηρεσίας, καθώς και σε αρχεία άλλων υπηρεσιών, αρχών, οργανισμών και φορέων, εφόσον η έρευνα σ’ αυτά είναι αναγκαία για τη διερεύνηση παραβάσεων στις οποίες έχει επιληφθεί. Σε κάθε περίπτωση ενημερώνεται σχετικά ο προϊστάμενος των εν λόγω υπηρεσιών, ο οποίος οφείλει να παράσχει κάθε δυνατή συνδρομή. Επίσης, η ΥΠ.Ο.Α. συνεργάζεται με αντίστοιχες υπηρεσίες, οργανισμούς και φορείς της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης και άλλων χωρών, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις και τις διεθνείς συμφωνίες και συμβάσεις.

4. Υπηρεσίες της Ελληνικής Αστυνομίας οι οποίες έχουν επιληφθεί αρχικά υποθέσεων αρμοδιότητας της ΥΠ.Ο.Α. παραδίδουν, διαβιβάζουν ή γνωστοποιούν άμεσα σ’ αυτήν οποιοδήποτε στοιχείο, πληροφορία ή γεγονός που σχετίζεται με τις υποθέσεις αυτές, εφόσον η περαιτέρω διερεύνησή τους αναλαμβάνεται από την εν λόγω Υπηρεσία.

Άρθρο 4

Υποδιεύθυνση Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος

Η Υποδιεύθυνση Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος διαρθρώνεται στα ακόλουθα Τμήματα:

α. Τμήμα Γενικών Υποθέσεων και Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, το οποίο είναι αρμόδιο για τη συνεχή έρευνα του διαδικτύου και των άλλων μέσων ηλεκτρονικής επικοινωνίας και ψηφιακής αποθήκευσης προς ανακάλυψη, εξιχνίαση και δίωξη των εγκληματικών πράξεων που διαπράττονται σ’ αυτά ή μέσω αυτών σε ολόκληρη τη χώρα, πλην αυτών που προβλέπονται στη περίπτωση β΄ του παρόντος άρθρου.

β. Τμήμα Προστασίας Ανηλίκων, το οποίο είναι αρμόδιο για την εξιχνίαση και δίωξη των εγκλημάτων που διαπράττονται κατά των ανηλίκων με τη χρήση του διαδικτύου και των άλλων μέσων ηλεκτρονικής ή ψηφιακής επικοινωνίας και αποθήκευσης.

γ. Τμήμα Προστασίας Λογισμικού και Πνευματικών Δικαιωμάτων, το οποίο είναι αρμόδιο για το χειρισμό υποθέσεων παράνομης διείσδυσης σε υπολογιστικά συστήματα και κλοπής, καταστροφής ή παράνομης διακίνησης λογισμικού υλικού, ψηφιακών δεδομένων και οπτικοακουστικών έργων, που τελούνται σε ολόκληρη τη χώρα, καθώς και για την παροχή συνδρομής σε άλλες αρμόδιες υπηρεσίες που διερευνούν τις υποθέσεις αυτές, κατά την ισχύουσα νομοθεσία.

δ. Τμήμα Ασφάλειας Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών, το οποίο λειτουργεί σύμφωνα με τις διατάξεις της 7001/2/1261−κα από 28−8−2009 κοινής υπουργικής απόφασης των Υπουργών Εσωτερικών, Οικονομίας και Οικονομικών και Δικαιοσύνης (Β΄ 1879).

Άρθρο 5

Αντιστοιχία Υπηρεσιών – Βαθμοί και τίτλοι διοικούντων

1. Η ΥΠ.Ο.Α.Δ.Η.Ε. είναι ισότιμη με τις υπηρεσίες της Ελληνικής Αστυνομίας επιπέδου Αστυνομικής Διεύθυνσης.

2. Οι Υποδιευθύνσεις Οικονομικής Αστυνομίας και Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος είναι μεταξύ τους και προς όλες τις Υπηρεσίες επιπέδου Υποδιεύθυνσης της Ελληνικής Αστυνομίας ισότιμες.

3. Τα Τμήματα του Επιτελείου και των Υποδιευθύνσεων καθώς και το Κέντρο Επιχειρήσεων της ΥΠ.Ο.Α.Δ.Η.Ε. είναι μεταξύ τους και προς όλες τις αυτοτελείς ή μη υπηρεσίες, αντίστοιχου επιπέδου, της Ελληνικής Αστυνομίας ισότιμα.

4. Ο προϊστάμενος της ΥΠ.Ο.Α.Δ.Η.Ε. είναι Ταξίαρχος της Ελληνικής Αστυνομίας και φέρει τον τίτλο του Διευθυντή. Στην ΥΠ.Ο.Α.Δ.Η.Ε. τοποθετούνται ως βοηθοί του Διευθυντή, μέχρι δύο (2) αξιωματικοί με το βαθμό του Αστυνομικού Διευθυντή, οι οποίοι φέρουν τον τίτλο του Υποδιευθυντή και είναι αρχαιότεροι των Διευθυντών των Υποδιευθύνσεων. Σε περίπτωση απουσίας ή κωλύματός του, ο Διευθυντής της Υπηρεσίας αναπληρώνεται από τον κατά βαθμό ανώτερο ή αρχαιότερο Υποδιευθυντή.

5. Οι προϊστάμενοι των Υποδιευθύνσεων Οικονομικής Αστυνομίας και Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος είναι Αστυνομικοί Διευθυντές και φέρουν τον τίτλο του Διευθυντή. Στις Υποδιευθύνσεις Οικονομικής Αστυνομίας και Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος τοποθετούνται ως βοηθοί των Διευθυντών Αστυνομικοί Διευθυντές ή Αστυνομικοί Υποδιευθυντές.

6. Οι προϊστάμενοι των Τμημάτων του Επιτελείου και των Υποδιευθύνσεων είναι Αστυνομικοί Υποδιευθυντές ή Αστυνόμοι Α΄ και φέρουν τον τίτλο του Τμηματάρχη.

Άρθρο 6

Αρμοδιότητες Διευθυντή ΥΠ.Ο.Α.Δ.Η.Ε.

Ο Διευθυντής της ΥΠ.Ο.Α.Δ.Η.Ε. έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες:

α. Διευθύνει συντονίζει, εποπτεύει και ελέγχει το έργο των υπηρεσιών δικαιοδοσίας του.

β. Εφαρμόζει τα προγράμματα δράσης του Αρχηγείου, παρέχει κατευθύνσεις στις Υποδιευθύνσεις δικαιοδοσίας του και θέτει επιμέρους στόχους για την υλοποίησή τους.

γ. Παρακολουθεί την εφαρμογή από τις ως άνω Υποδιευθύνσεις των μέτρων, μεθόδων και διαδικασιών που προβλέπονται από τις ισχύουσες διατάξεις και τις διαταγές της Υπηρεσίας, για την εκπλήρωση της αποστολής τους.

δ. Αξιολογεί τα αποτελέσματα της δράσης των ως άνω Υποδιευθύνσεων, ως προς τη λειτουργία των προγραμμάτων και την επίτευξη των στόχων και εισηγείται τις απαραίτητες διορθώσεις και προσαρμογές.

ε. Παρακολουθεί την πορεία της εγκληματικότητας σε ό,τι αφορά στην αποστολή της Υπηρεσίας του και λαμβάνει ή προτείνει τα αναγκαία μέτρα για την αντιμετώπισή της.

στ. Αναλαμβάνει προσωπικά τη διεύθυνση αστυνομικών επιχειρήσεων, όταν κρίνει τούτο σκόπιμο ή διαταχθεί σχετικά.

ζ. Μεριμνά να μορφώνει ασφαλή γνώμη για την επαγγελματική επάρκεια, τα προσόντα ή τις αδυναμίες, την ικανότητα ως προς την άσκηση της διοίκησης, την ενημέρωση στα υπηρεσιακά θέματα και τη γενικότερη συμπεριφορά όλων των αξιωματικών των υπηρεσιών δικαιοδοσίας του και ιδιαίτερα των διοικούντων, ώστε να είναι σε θέση, σε κάθε περίπτωση, να αποφαίνεται για την επάρκεια και καταλληλότητά τους για τις διάφορες υπηρεσίες, εργασίες και αποστολές.

η. Συνεργάζεται με τις λοιπές υπηρεσίες της Ελληνικής Αστυνομίας καθώς και με τις δικαστικές, στρατιωτικές και άλλες δημόσιες αρχές, φορείς και υπηρεσίες μέσα στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του.

θ. Εκτελεί κάθε άλλη αρμοδιότητα που ανατίθεται σ’ αυτόν από τον οργανισμό και τους κανονισμούς της Ελληνικής Αστυνομίας ή από ειδικές διατάξεις.

ι. Συντάσσει τις εκθέσεις ικανότητας των Υποδιευθυντών της ΥΠ.Ο.Α.Δ.Η.Ε. και γνωματεύει σε εκείνες που συντάσσουν οι τελευταίοι.

Άρθρο 7

Αρμοδιότητες Υποδιευθυντών ΥΠ.Ο.Α.Δ.Η.Ε.

Οι Υποδιευθυντές της ΥΠ.Ο.Α.Δ.Η.Ε. έχουν τα ακόλουθα καθήκοντα:

α. Είναι άμεσοι βοηθοί του Διευθυντή της ΥΠ.Ο.Α.Δ.Η.Ε. και εκτελούν τα καθήκοντά τους, σύμφωνα με τους ισχύοντες νόμους και κανονισμούς και ανάλογα με τις διαταγές και οδηγίες του.

β. Αναλαμβάνουν προσωπικά την εποπτεία και το συντονισμό αστυνομικών επιχειρήσεων ή την ευθύνη υλοποίησης συγκεκριμένων προγραμμάτων σε περιπτώσεις μείζονος σπουδαιότητας ή όταν διαταχθούν σχετικά.

γ. Λαμβάνουν γνώση της εισερχόμενης και εξερχόμενης αλληλογραφίας και διατυπώνουν τη γνώμη τους στις εισηγήσεις των Υποδιευθύνσεων.

δ. Ενεργούν τακτικές ή έκτακτες επιθεωρήσεις στις Υποδιευθύνσεις της ΥΠ.Ο.Α.Δ.Η.Ε. σύμφωνα με τις διαταγές του Διευθυντή της.

ε. Ενημερώνονται για όλα τα λειτουργικά και επιχειρησιακά ζητήματα της Υπηρεσίας και παρεμβαίνουν για την άμεση επίλυση τυχόν προβλημάτων ή εισηγούνται μέτρα και ρυθμίσεις για την αντιμετώπισή τους.

στ. Ο ανώτερος κατά βαθμό ή αρχαιότερος των Υποδιευθυντών συντάσσει τις εκθέσεις ικανότητας των προϊσταμένων των Τμημάτων του Επιτελείου, καθώς και των Διευθυντών των Υποδιευθύνσεων της ΥΠ.Ο.Α.Δ.Η.Ε. και γνωματεύει σ’ εκείνες που συντάσσουν αυτοί.

ζ. Εκτελούν κάθε άλλη αρμοδιότητα που ανατίθεται σ΄αυτούς από τις ισχύουσες διατάξεις και τις διαταγές του προϊσταμένου τους.

Άρθρο 8

Αρμοδιότητες Διευθυντών Υποδιευθύνσεων

1. Οι Διευθυντές των Υποδιευθύνσεων της ΥΠ.Ο.Α.Δ.Η.Ε., έχουν τις ακόλουθες αρμοδιότητες:

α. Προγραμματίζουν και ελέγχουν τη δράση των Υποδιευθύνσεων με τη βοήθεια των Υποδιευθυντών και των προϊσταμένων των Τμημάτων.

β. Μεριμνούν ώστε η δράση των Τμημάτων να έχει κοινή κατεύθυνση.

γ. Καθιερώνουν κριτήρια, με βάση τα οποία αξιολογείται η απόδοση των Τμημάτων των Υποδιευθύνσεων, μεριμνούν για τη μέτρηση της απόδοσής τους, σε καθημερινή και μεγαλύτερων χρονικών περιόδων βάση, μελετούν και αξιολογούν τις σχετικές πληροφορίες και τέλος προβαίνουν στη διόρθωση των παρεκκλίσεων.

δ. Τοποθετούν το προσωπικό σε θέσεις, ανάλογα με τις δυνατότητες και τα προσόντα του, φροντίζουν για την ορθολογική, δίκαιη και αντικειμενική κατανομή της υπηρεσίας και αναθέτουν με διαταγή τους καθήκοντα στους Υποδιευθυντές αυτών.

ε. Φροντίζουν για τη διατήρηση σχέσεων καλής επικοινωνίας, συνεργασίας και αμοιβαίας κατανόησης μεταξύ του προσωπικού καθώς και για τη διατήρηση της συνοχής της Υπηρεσίας.

στ. Ενεργούν συγκεντρώσεις του προσωπικού, στο σύνολό του ή κατά Τμήμα, δίδουν κατευθύνσεις και οδηγίες αναφορικά με την αποστολή και τη δράση της Υποδιεύθυνσης, ελέγχουν την καθαριότητα και κατάσταση του οπλισμού, του υλικοτεχνικού εξοπλισμού, των μέσων και των λοιπών εφοδίων που κατέχει το προσωπικό και διατάσσουν τη λήψη των αναγκαίων μέτρων για τη συντήρησή του.

ζ. Μελετούν την εισερχόμενη αλληλογραφία, επισημαίνουν τα ιδιαίτερης σημασίας και επείγουσας φύσης έγγραφα και σημειώνουν σ΄ αυτά τις τυχόν παρατηρήσεις και οδηγίες τους προς τα αρμόδια Τμήματα.

η. Προκαλούν τις ενέργειες των προϊσταμένων τους για τον εφοδιασμό της Υποδιεύθυνσης με τον αναγκαίο υλικοτεχνικό εξοπλισμό.

θ. Συνεργάζονται αρμονικά με τις αρμόδιες κατά περίπτωση διοικητικές, δικαστικές και αστυνομικές αρχές για την αποτελεσματικότερη εκπλήρωση της αποστολής τους.

ι. Ενημερώνουν τον Υποδιευθυντή ή άλλον αρμόδιο αξιωματικό όταν αναχωρούν από το χώρο εργασίας τους ή το κατάστημα της Υπηρεσίας, για το μέρος στο οποίο σε περίπτωση ανάγκης πρέπει να αναζητηθούν.

ια. Συντάσσουν τις εκθέσεις ικανότητας των Υποδιευθυντών τους και γνωματεύουν σ’ αυτές που συντάσσουν οι τελευταίοι.

ιβ. Συνεργάζονται μεταξύ τους στο πλαίσιο του σχεδιασμού και της αντιμετώπισης κοινού ενδιαφέροντος υποθέσεων και εποπτεύουν άμεσα ή αναλαμβάνουν τη διεύθυνση ιδιαιτέρως σοβαρών υποθέσεων σε περιπτώσεις που εμπλέκονται επιχειρησιακά περισσότερα του ενός Τμήματα της Υποδιεύθυνσής τους.

ιγ. Ασκούν και κάθε άλλη αρμοδιότητα που προβλέπεται από τις ισχύουσες διατάξεις ή τους ανατίθενται με διαταγή των προϊσταμένων τους.

Άρθρο 9

Αρμοδιότητες προϊσταμένων και αναπληρωτών προϊσταμένων Τμημάτων

1. Οι Προϊστάμενοι των Τμημάτων του Επιτελείου και των Υποδιευθύνσεων έχουν τις αρμοδιότητες που ορίζονται στο άρθρο 26 του π.δ. 141/1991 (Α΄ 58). Επίσης, συντάσσουν τις εκθέσεις αξιολόγησης των αξιωματικών της Υπηρεσίας τους και γνωματεύουν στις εκθέσεις ικανότητας που συντάσσουν οι αναπληρωτές αυτών για το λοιπό προσωπικό.

2. Οι αναπληρωτές προϊστάμενοι των ως άνω Τμημάτων έχουν τις ακόλουθες αρμοδιότητες:

α. Είναι άμεσοι βοηθοί των τμηματαρχών και αναπληρώνουν αυτούς σε περίπτωση απουσίας ή κωλύματος.

β. Επιβλέπουν τη διεξαγωγή των εργασιών και συντονίζουν τη δράση στους τομείς ευθύνης που τους ανατίθεται.

γ. Ενημερώνονται για τα προβλήματα των τομέων ευθύνης τους, αξιολογούν αυτά και συμμετέχουν στο σχεδιασμό διάταξης της υπηρεσίας, για την αντιμετώπισή τους.

δ. Λαμβάνουν γνώση της εισερχόμενης αλληλογραφίας και προσυπογράφουν όλα τα έγγραφα τα οποία υπογράφει ο διοικητής, ανάλογα με τους τομείς ευθύνης τους.

ε. Συντάσσουν τις εκθέσεις ικανότητας του προσωπικού του Τμήματος.

στ. Εκτελούν κάθε άλλη αρμοδιότητα που ανατίθεται σ’ αυτούς από τον οργανισμό και κανονισμούς της Ελληνικής Αστυνομίας ή από ειδικές διατάξεις.

Άρθρο 10

Τρόπος άσκησης αρμοδιοτήτων

1. Για την εκπλήρωση της αποστολής της η ΥΠ.Ο.Α.Δ.Η.Ε. συνεργάζεται με τις κατά τόπο αρμόδιες υπηρεσίες της Ελληνικής Αστυνομίας, καθώς και με άλλες αρμόδιες υπηρεσίες, αρχές και φορείς και εξοπλίζονται με τα απαραίτητα υλικοτεχνικά μέσα. Επίσης, στο πλαίσιο της αποστολής της, συνεργάζεται με αντίστοιχες υπηρεσίες, οργανισμούς και φορείς ευρωπαϊκών και άλλων χωρών, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις και τις διεθνείς συμφωνίες και συμβάσεις.

2. Κατά την επεξεργασία και ανταλλαγή πληροφοριακού υλικού και δεδομένων που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο εκπλήρωσης της αποστολής της Υπηρεσίας, εφαρμόζονται οι διατάξεις του νόμου 2472/1997 (Α΄ 50), όπως ισχύει κάθε φορά, σε σχέση με την προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

3. Το προσωπικό της ΥΠ.Ο.Α.Δ.Η.Ε. εκπαιδεύεται και μετεκπαιδεύεται στο εσωτερικό και στο εξωτερικό, για την αποτελεσματική εκπλήρωση της αποστολής του.

4. Οι αρμοδιότητες άλλων κρατικών ή ανεξάρτητων αρχών, υπηρεσιών και φορέων δεν επηρεάζονται από τις ρυθμίσεις του παρόντος διατάγματος.

Άρθρο 11

Υποχρεώσεις προσωπικού και Υπηρεσιών

1. Το προσωπικό της ΥΠ.Ο.Α.Δ.Η.Ε. έχει καθήκον εχεμύθειας για πληροφορίες, στοιχεία ή άλλο διαβαθμισμένο υλικό των οποίων λαμβάνει γνώση στο πλαίσιο της άσκησης των καθηκόντων του. Η παράβαση του καθήκοντος αυτού, πέραν των προβλεπομένων, από τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις, κυρώσεων, αποτελεί και λόγο απομάκρυνσης των παραβατών από την Υπηρεσία.

2. Οι υπηρεσίες της Ελληνικής Αστυνομίας υποχρεούνται να παρέχουν τη συνδρομή τους στην ΥΠ.Ο.Α.Δ.Η.Ε. και να διαβιβάζουν σ’ αυτήν οποιαδήποτε σχετική πληροφορία ή στοιχείο αναφορικά με αδικήματα που ανάγονται στην αποστολή της.

Άρθρο 12

Τροποποίηση διατάξεων

1. Στην παράγραφο 2 του άρθρου 1 του π.δ. 14/2001 (Α΄ 12), όπως αυτή αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 7 του π.δ. 30/2005 (Α΄ 50) και την παράγραφο 1 του άρθρου 1 του π.δ. 2/2010 (Α΄ 1), προστίθεται περίπτωση ιε΄ ως εξής:

«ιε. Υπηρεσία Οικονομικής Αστυνομίας και Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος».

2. Η περίπτωση α΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 1 του ιδίου π.δ., όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 1 του π.δ. 223/2003 (Α΄ 188), την παράγραφο 2 του άρθρου 1 του π.δ. 245/2005 (Α΄ 296), την παράγραφο 1 του άρθρου 1 του π.δ. 189/2006 (Α΄ 194) και την παράγραφο 2 του άρθρου 1 του π.δ. 2/2010 (Α΄ 1), αντικαθίσταται ως εξής:

«α. Οι Υπηρεσίες Ασφαλείας Προέδρου της Δημοκρατίας, Βουλής των Ελλήνων και Οικονομικής Αστυνομίας και Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος, καθώς και οι Διευθύνσεις Εσωτερικών Υποθέσεων, Αντιμετώπισης Ειδικών Εγκλημάτων Βίας και Εγκληματολογικών Ερευνών από τον Αρχηγό».

Άρθρο 13

Έναρξη ισχύος

Η ισχύς του παρόντος διατάγματος αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Στον Υπουργό Προστασίας του Πολίτη αναθέτουμε τη δημοσίευση και εκτέλεση του παρόντος διατάγματος.

Ιωάννινα, 20 Φεβρουαρίου 2011

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

ΚΑΡΟΛΟΣ ΓΡ. ΠΑΠΟΥΛΙΑΣ

ΟΙ ΥΠΟΥΡΓΟΙ

ΥΦΥΠ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ

ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΣΑΧΙΝΙΔΗΣ

ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ

 

ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΠΟΥΤΣΗΣ

Please follow and like us:

Έλεγχοι στα βενζινάδικα.

Ειδήσεις – Δευτέρα 28 Φεβρουαρίου 2011

Έλεγχοι στα βενζινάδικα

Να γνωρίζουν οι καταναλωτές την ποσότητα αμόλυβδης βενζίνης που χωράει το ρεζερβουάρ του αυτοκινήτου ή της μηχανής τους, ώστε να μπορούν να προστατευτούν από ενδεχόμενη κλοπή υγρών καυσίμων σε πρατήρια με ”πειραγμένες” αντλίες, συνιστά η πολιτική ηγεσία του υπουργείου Περιφερειακής Ανάπτυξης και Τροφίμων ενώ δηλώνει ότι συνεχίζει με εντατικούς ρυθμούς τον αυστηρό έλεγχο της αγοράς.

Toν εγκαταστάτη του συστήματος παρεμβατικών σταθμών στις αντλίες αμόλυβδης βενζίνης με τον οποίο πρατηριούχος με πρατήριο υγρών καυσίμων επί της λεωφόρου Βάρης Κορωπίου έκλεβε τους καταναλωτές αναζητούν οι αρχές ενώ ήδη έχει επιβληθεί αυστηρή ποινή στον πρατηριούχο και αναμένεται, σύντομα, να του αφαιρεθεί οριστικά η άδεια λειτουργίας.

Κλιμάκιο της Διεύθυνσης Μετρολογίας του υπουργείου Περιφερειακής Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, κατά τη διάρκεια τακτικού έλεγχου που πραγματοποιούσε, το Σάββατο 26 Φεβρουαρίου 2011 και γύρω στις 11 το πρωί, εντόπισε σε αντλίες αμόλυβδης βενζίνης πρατηρίου, δύο παρεμβατικούς μηχανισμούς.

Με τη μέθοδο αυτή, όπως ανέφεραν σε δηλώσεις του σήμερα ο Υφυπουργός Περιφερειακής Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας κ. Ντίνος Ρόβλιας και ο Γενικός Γραμματέας Εμπορίου κ. Στέφανος Κομνηνός, ο πρατηριούχος αλλοίωνε τις ενδείξεις τεσσάρων αντλιών παροχής αμόλυβδης βενζίνης, εξαπατώντας τους καταναλωτές ως προς την παρεχόμενη ποσότητα με ενα ηλεκτρονικό σύστημα επικοινωνίας που είχε εγκαταστήσει.

Κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου σήμερα, αναφέρθηκε από την πολιτική ηγεσία του υπουργείου ότι, χωρίς να υπάρχουν αδιαμφισβήτητα στοιχεία, εντούτοις με βάση μελέτη του Πολυτεχνείου ενδεχόμενως το 10% των αντλιών στα πρατήρια υγρών καυσίμων να είναι ”πειραγμένες”.

Στον ιδιοκτήτη του πρατηρίου καυσίμων, επεβλήθη άμεσα αρχικό πρόστιμο 8.000 ευρώ από το κλιμάκιο Μετρολογίας, ενώ ήδη έχει κινηθεί η διαδικασία σύνταξης του σχετικού φάκελου προκειμένου με απόφαση της αδειοδοτούσας αρχής και συγκεκριμένα της Διεύθυνσης Μεταφορών της Περιφέρειας Αττικής να αφαιρεθεί οριστικά η άδεια λειτουργίας, το συντομότερο δυνατό.

Πηγή: ΑΘΗΝΑΪΚΟ ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΟ ΕΙΔΗΣΕΩΝ-ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΟ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Please follow and like us:

Τα δύο νέα «κρυφά» μηνύματα του αναθεωρημένου Μνημονίου.

Τα δύο νέα «κρυφά» μηνύματα του αναθεωρημένου Μνημονίου.

Ειδήσεις – Δευτέρα 28 Φεβρουαρίου 2011

Τα δύο νέα «κρυφά» μηνύματα του αναθεωρημένου Μνημονίου

Ωρα για επίπονες μεταρρυθμίσεις και αυστηρή δημοσιονομική προσαρμογή

Πρόσω ολοταχώς για επίπονες μεταρρυθμίσεις και προσήλωση στη δημοσιονομική προσαρμογή, ανεξαρτήτως της συνολικής λύσης στην Ευρώπη, αποτελούν τα δύο νέα μηνύματα του αναθεωρημένου Mνημονίου με αποδέκτες την κυβέρνηση και το πολιτικό και το κοινωνικό σύστημα.

Το επικαιροποιημένο Μνημόνιο πηγαίνει ένα βήμα μπροστά τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν. Ολοκληρώθηκε ο κύκλος των μέτρων για μείωση και συγκράτηση του ελλείμματος.

Τώρα πρέπει να προχωρήσουν διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που θα αποδώσουν μελλοντικά πολύ περισσότερα απ’ ό, τι τα μέτρα που έχουν ληφθεί μέχρι σήμερα. Ομως, οι μεταρρυθμίσεις αυτές θα θίξουν συμφέροντα σχεδόν ολόκληρου του κοινωνικού συνόλου.

Ετσι, η μεταρρύθμιση του συστήματος της Yγείας βρίσκεται στην κορυφή της σχετικής ατζέντας, οι αλλαγές στις εργασιακές σχέσεις είναι πολύ πιθανό να συνεχιστούν και η μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού συστήματος έχει και δεύτερη φάση.

Η αναδιάρθρωση των ΔΕΚΟ παραμένει ζητούμενο (μειώσεις μισθών, πωλήσεις επιχειρήσεων), καθώς και το κλείσιμο φορέων του Δημοσίου.

Πηγή: Καθημερινή

Please follow and like us:

Έλεγχοι στους τραπεζικούς λογαριασμούς εκατοντάδων εφοριακών.

Έλεγχοι στους τραπεζικούς λογαριασμούς εκατοντάδων εφοριακών.

Ειδήσεις – Δευτέρα 28 Φεβρουαρίου 2011

Έλεγχοι στους τραπεζικούς λογαριασμούς εκατοντάδων εφοριακών

Ελέγχους στα περιουσιακά στοιχεία και τους τραπεζικούς λογαριασμούς εκατοντάδων εφοριακών που βρίσκονται στη «μαύρη λίστα» των ύποπτων για διαφθορά έχει ξεκινήσει το υπουργείο Οικονομικών, ενώ αναμένεται να προχωρήσει σε παραπομπές υποθέσεων στη Δικαιοσύνη. Των ελέγχων προΐσταται ο γενικός γραμματέας του υπουργείου Δ. Γεωργακόπουλος, που επιβλέπει και δείχνει διατεθειμένος να φτάσει το μαχαίρι στο κόκκαλο.

Οι πληροφορίες αναφέρουν ότι στο στόχαστρο βρίσκονται μεταξύ άλλων 70 υπάλληλοι του υπουργείου Οικονομικών που, ενώ δήλωναν μέσο εισόδημα 50.000 ευρώ τον χρόνο, διαπιστώθηκε ότι έχουν ακίνητη περιουσία από 800.000 ευρώ έως και 3 εκ. ευρώ, 234 υπάλληλοι που δεν υπέβαλαν καν δήλωση φορολογίας εισοδήματος και 50 υποθέσεις διαφθοράς εφοριακών και τελωνειακών που προέκυψαν έπειτα από καταγγελίες πολιτών.

Παράγοντας του υπουργείου Οικονομικών τόνιζε στο «Έθνος» ότι οι έλεγχοι προχωρούν με ταχείες διαδικασίες και περιλαμβάνουν αντιπαραβολή των φορολογικών δηλώσεων των τελευταίων ετών με τα περιουσιακά τους στοιχεία και τον τρόπο διαβίωσης καθώς και άνοιγμα των τραπεζικών λογαριασμών. Οι διασταυρώσεις στοιχείων γίνονται με βάση τα αποτελέσματα των ΕΔΕ που έχουν διαταχθεί σε βάρος τους και από τα οποία προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις για διαφθορά.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι πειθαρχικές κυρώσεις για τους ύποπτους υπαλλήλους μπορεί να φθάσουν ακόμη και μέχρι την οριστική τους απόλυση, ενώ δεν αποκλείεται και παραπομπή στον εισαγγελέα για ποινική διερεύνηση και τυχόν αντίστοιχες κυρώσεις. Μάλιστα, το τελευταίο σοβαρό κρούσμα διαφθοράς εφοριακών αφορά πάνω από δέκα υψηλόβαθμους υπαλλήλους, οι οποίοι έχουν μπει και στο στόχαστρο της Δικαιοσύνης και θα κληθούν τις επόμενες ημέρες για να δώσουν εξηγήσεις με την ιδιότητα του υπόπτου για αδικήματα σε βαθμό κακουργήματος.

Οι ελεγχόμενοι επιθεωρητές του υπουργείου Οικονομικών φέρονται ότι μηδένιζαν πρόστιμα και οφειλές, κυρίως ιδιωτικών επιχειρήσεων, με τη δικαιολογία ότι δεν είχαν γίνει σωστά οι έλεγχοι από το προηγούμενο κλιμάκιο. Σύμφωνα με τα πρώτα στοιχεία της δικαστικής έρευνας, σε περιπτώσεις ιδιωτικών εταιρειών σε βάρος των οποίων είχαν βεβαιωθεί μεγάλα πρόστιμα, οι ύποπτοι επίορκοι επιθεωρητές έκαναν επανέλεγχο στις συγκεκριμένες επιχειρήσεις και βεβαίωναν ότι δεν υπάρχει οφειλή, ενώ μηδένιζαν τα πρόστιμα. Έτσι προέκυψε ανυπολόγιστη ζημιά στο Δημόσιο, που ανέρχεται σε εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ και εφόσον επιβεβαιωθεί, θα επισύρει τιμωρίες που φτάνουν ακόμα και στην ισόβια κάθειρξη.

Την ίδια ώρα, το “Έθνος” αποκαλύπτει ότι στο στόχαστρο του Σώματος Επιθεωρητών – Ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης έχουν μπει τελευταία και οι πολεοδομίες, ιδίως της Βόρειας Ελλάδας. Μάλιστα, ερευνώνται συγκεκριμένες καταγγελίες χρηματισμού υπαλλήλων στην πολεοδομία Θεσσαλονίκης αλλά και σε πολλά πολεοδομικά γραφεία και έχει ζητηθεί ο έλεγχος της περιουσιακής κατάστασης συγκεκριμένων στελεχών και υπαλλήλων, που περιλαμβάνει και το άνοιγμα των τραπεζικών τους λογαριασμών. Η έρευνα αυτή θα επεκταθεί εκτός από τις ελληνικές και σε ξένες τράπεζες και εκτιμάται ότι θα ολοκληρωθεί στο επόμενο τετράμηνο.

Σύμφωνα με στοιχεία που ήρθαν στο φως αυτές τις μέρες, ένας από τους ελέγχους αφορά την περιουσιακή κατάσταση τέως υπαλλήλου της διεύθυνσης πολεοδομίας της νομαρχίας Θεσσαλονίκης και νυν υπαλλήλου της διεύθυνσης πολεοδομίας του Δήμου Θεσσαλονίκης. Πληροφορίες που διέρρευσαν κάνουν λόγο για εύρεση στο πλαίσιο αυτών των ελέγχων καταθέσεων ύψους 27 εκατ. ευρώ σε λογαριασμό προϊσταμένου πολεοδομικού γραφείου της Βόρειας Ελλάδας.

Μάλιστα, εκτιμάται ότι η νέα διοίκηση του Δήμου Θεσσαλονίκης, στην οποία έχει περάσει η πολεοδομία μετά την κατάργηση των Νομαρχιών, πέτυχε να αποτρέψει με τις πρώτες κινήσεις της μια μίζα τουλάχιστον 750.000-1.000.000 ευρώ, για λογαριασμό των 25.000 πολιτών που κατέθεσαν μέχρι τώρα τους φακέλους τους ζητώντας την τακτοποίηση ημιυπαίθριων χώρων…

Πηγή: http://www.express.gr/

Please follow and like us:

4.000 αιτήσεις για εξώσεις μέσα σε 40 ημέρες.

4.000 αιτήσεις για εξώσεις μέσα σε 40 ημέρες.

Ειδήσεις – Κυριακή 27 Φεβρουαρίου 2011

4.000 αιτήσεις για εξώσεις μέσα σε 40 ημέρες

Βροχή πέφτουν οι εξώσεις, με όλο και περισσότερους ανθρώπους να μην μπορούν να αντεπεξέλθουν στις υποχρεώσεις τους. Μέσα σε 40 ημέρες από την αρχή του έτους είχαν κινηθεί οι διαδικασίες για 4.000 εξώσεις όταν όλο το 2010 οι αιτήσεις ήταν 8.500.

Σύμφωνα με τον πρόεδρο της Ένωσης Ιδιοκτητών Ακινήτων Σ. Παραδιά, συχνά οι οφειλές μαζεύονται και σε πολλές περιπτώσεις φτάνουν και τα 3.500 ευρώ, με αποτέλεσμα οι ιδιοκτήτες να μην μπορούν να κάνουν άλλο υπομονή και να αποφασίζουν να διώξουν τον ενοικιαστή.

Στην πρώτη γραμμή αιτηματων για εξώσεις βρίσκονται οι περιοχές που κατοικούν αλλοδαποί. Ωστόσο, σύμφωνα με το Έθνος, το τελευταίο διάστημα στη λίστα των κακοπληρωτών μπαίνουν όλο και περισσότεροι Έλληνες. Υπάλληλλοι των δικαστηρίων και δικηγόροι αναφέρουν πως βλέπουν πολλές περιπτώσεις ανθρώπων που έχουν χάσει τη δουλειά τους και από τη μία ημέρα στην άλλη βρίσκονται στο δρόμο.

Δικηγόροι δηλώνουν επίσης ότι οι ιδιοκτήτες που ζητούν τις υπηρεσίες τους για να εισπράξουν τα ενοίκια έχουν αυξηθεί κατά 50%. Παράλληλα αυξάνονται και οι εξωδικαστικοί συμβιβασμοί καθώς το δικαστήριο είναι χρονοβόρο και ο ιδιοκτήτης συχνά προτιμά το “κάλλιο πέντε και στο χέρι”.

Σύμφωνα με το ρεπορτάζ, δεν είναι μόνο τα υψηλα ενοίκια που αποτελούν πλέον πρόβλημα. Πολλοί ενοικιαστές αδυνατούν να πληρώσουν ακόμη και το ποσό των 300 και των 400 ευρώ, τη στιγμή που οι μισθοί και οι συντάξεις συρρικνώνονται και η ανεργία καλπάζει.

Η μάχη των κοινοχρήστων

Σύμφωνα με το ρεπορτάζ, έντονα είναι τα προβλήματα μεταξύ ιδιοκτητών και ενοικιαστών ακόμη και για τα κοινόχρηστα.

Σε πολλές περιπτώσεις ιδιοκτήτες προσφεύγουν στη Δικαιοσύνη για να υποχρεωθεί ο οφειλέτης να καταβάλλει το ποσό που χρωστάει. Όπως αναφέρουν γνωρίζοντες, η αγωγή κατά του οφειλέτη μπορεί να γίνει από το πρώτο χρωστούμενο ευρώ, ωστόσο τα έξοδα θα είναι τελικά πολλαπλάσια. Αρκετοί δικηγόροι για να ξεκινήσουν τη διαδικασία ζητούν η συνολική οφειλή να έχει ξεπεράσει τα 1.000 ευρώ για να έχει ουσιαστικό όφελος για τον δικαιούχο.

Πηγή: http://www.express.gr/

Please follow and like us:

Σχέδιο για «τακτοποίηση» καταπατημένων εκτάσεων.

Σχέδιο για «τακτοποίηση» καταπατημένων εκτάσεων.

Ειδήσεις – Κυριακή 27 Φεβρουαρίου 2011

Σχέδιο για «τακτοποίηση» καταπατημένων εκτάσεων

Η AΞIOΠOIHΣH της δημόσιας περιουσίας προϋποθέτει το ξεκαθάρισμα για το τι ανήκει ή όχι στο Δημόσιο. Το Yπουργείο Οικονομικών εξετάζει να δώσει την ευκαιρία σε κατόχους ακινήτων να εξαγοράσουν από το κράτος τις εδαφικές εκτάσεις που καταπάτησαν έναντι ελκυστικού τιμήματος. Οι ιδιώτες που εδώ και μία 25ετία κατέχουν ακίνητα του Δημοσίου, τα οποία όμως δεν εκμεταλλεύονται εμπορικά, θα μπορούν να αποκτήσουν τίτλους ιδιοκτησίας πληρώνοντας χαμηλό τίμημα στο Δημόσιο, το οποίο, σύμφωνα με τις σχετικές εισηγήσεις, θα υπολογίζεται με βάση την αντικειμενική αξία της περιοχής μαζί με κάποια έκπτωση.

Βάσει μελετών που επεξεργάζονται τα συναρμόδια Yπουργεία Οικονομικών και Περιβάλλοντος, προκρίνεται ένα πλαίσιο «τακτοποίησης» των καταπατημένων εκτάσεων, που θα μπορούσε να αποφέρει έσοδα άνω του 1 δισ. ευρώ.

Πηγές από το Yπουργείο Οικονομικών τονίζουν πάντως ότι το σχέδιο θα αφήνει εκτός συναλλαγής τις δασικές εκτάσεις ή εκτάσεις σε περιοχές που έχουν κηρυχθεί αναδασωτέες, ακίνητα σε περιοχές οικολογικού ενδιαφέροντος και σε προστατευόμενες από τη νομοθεσία ή διεθνείς συμβάσεις περιοχές όπου απαγορεύεται η δόμηση.

Πηγή: http://www.express.gr/

Please follow and like us: