Monthly Archives: Δεκέμβριος 2010

Ειδήσεις (Παρασκευή – 31/12/2010) O νέος τρόπος φορολόγησης των εισοδημάτων το 2011.

Ειδήσεις – Παρασκευή 31 Δεκεμβρίου 2010

O νέος τρόπος φορολόγησης των εισοδημάτων το 2011

Αυστηρές ποινές για φοροφυγάδες αλλά και αναδιοργάνωση των Εφοριών φέρνει το 2011 μαζί με το νέο τρόπο φορολόγησης των εισοδημάτων όλων των φορολογουμένων που θα δηλωθούν τον επόμενο χρόνο.

Ο υπουργός Οικονομικών κ. Γιώργος Παπακωνσταντίνου αναμένεται μέχρι το τέλος Ιανουαρίου να καταθέσει στη Βουλή νέο φορολογικό νομοσχέδιο στο οποίο, μεταξύ άλλων, θα προβλέπονται αυστηρότερες ποινές για όσους διαπιστώνεται ύστερα από ελέγχους ότι φοροδιαφεύγουν ενώ παράλληλα θα προβλέπονται και μέτρα για την αποτελεσματικότερη είσπραξη των φόρων από τις ΔΟΥ.

Στο πλαίσιο αυτό το νομοσχέδιο θα προβλέπει συγχωνεύσεις Εφοριών και καταργήσεις άλλων σε μια προσπάθεια να αναδιοργανωθεί ο φοροελεγκτικός μηχανισμός και να γίνει αποτελεσματικότερος στην είσπραξη των δημοσίων εσόδων.

Παράλληλα, από το 2011 επέρχονται μια σειρά από αλλαγές στη φορολογία καθώς και στις συναλλαγές. Οι αλλαγές στη φορολογία προβλέπονται στον τελευταίο φορολογικό νόμο και αφορούν τα εισοδήματα που αποκτήθηκαν το 2010 αλλά θα δηλωθούν στην Εφορία το 2011.

Οι αλλαγές αυτές, μεταξύ άλλων, είναι οι ακόλουθες:

-Καθιερώνεται νέα φορολογική κλίμακα με συντελεστές από 18% έως και 45% για εισοδήματα πάνω από 100.000 ευρώ. Στην κλίμακα αυτή θα υπάγονται πλέον, δηλαδή με βάση αυτήν θα φορολογούνται, όλα τα εισοδήματα που μέχρι σήμερα φορολογούνταν αυτοτελώς καθώς και τα μερίσματα.

-Θεσπίζεται αφορολόγητο όριο εισοδήματος 12.000 ευρώ το οποίο όμως θα δικαιούνται οι φορολογούμενοι εφόσον προσκομίζουν στην Εφορία αποδείξεις δαπανών το ύψος των οποίων εξαρτάται από το ύψος του εισοδήματός τους. Για το σκοπό αυτό από το 2011 προκειμένου να αποφευχθεί η ταλαιπωρία της συγκέντρωσης μεγάλου αριθμού αποδείξεων από τους φορολογούμενους το υπουργείο Οικονομικών σκοπεύει να εκδώσει μια συγκεκριμένη κάρτα, τη λεγόμενη “φοροκάρτα” με την οποία θα μπορούν να γίνονται όλες οι συναλλαγές προκειμένου να καταγράφονται σε αυτήν οι αποδείξεις. Προς το παρόν πάντως για τα εισοδήματα του 2010 οι φορολογούμενοι θα προσκομίσουν στην Εφορία (στις δηλώσεις του 2011) φάκελο με τις αποδείξεις που συγκέντρωσαν για να “χτίσουν” το αφορολόγητο όριο εισοδήματος.

-Θεσπίζονται νέα αυστηρότερα τεκμήρια για σπίτια, αυτοκίνητα, σκάφη αναψυχής, πισίνες, δίδακτρα και οικιακές βοηθούς. Με βάση τα νέα τεκμήρια θα υπολογίζεται το τεκμαρτό ποσό εισοδήματος για το οποίο θα φορολογηθούν οι φορολογούμενοι το 2011 (για τα εισοδήματα που απέκτησαν το 2010). Τα νέα τεκμήρια είναι υψηλότερα από αυτά που ίσχυαν κατά το παρελθόν σε μια προσπάθεια του υπουργείου Οικονομικών να αυξήσει τα δηλωθέντα ποσά εισοδήματος από κατηγορίες φορολογούμενων που έως τώρα δήλωναν πολύ χαμηλά ποσά εισοδήματος (συνήθως κάτω από το αφορολόγητο όριο) παρά το γεγονός ότι ήταν κάτοχοι περιουσιακών στοιχείων μεγάλης αξίας.

-Μόνο οι μισθωτοί και οι συνταξιούχοι που δεν υποβάλουν τις δηλώσεις τους μέσω λογιστών θα μπορούν να υποβάλουν δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος σε άλλη μορφή πλην της ηλεκτρονικής. Αυτό σημαίνει ότι όλοι οι άλλοι φορολογούμενοι και ειδικότερα το σύνολο των επιχειρήσεων και επαγγελματιών θα πρέπει να υποβάλουν τις δηλώσεις τους ηλεκτρονικά.

-Θεσπίζεται όριο 1500 ευρώ πάνω από το οποίο όλες οι αγορές ιδιωτών από καταστήματα και επιχειρήσεις θα πραγματοποιούνται μέσω πιστωτικών ή χρεωστικών καρτών ή τραπεζικών επιταγών.

-Το όριο αυτό για συναλλαγές μεταξύ επιχειρήσεων και επαγγελματιών θα είναι τα 3.000 ευρώ.

Πηγή: http://www.express.gr/

Please follow and like us:

ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ – ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ (Παρασκευή – 31/12/2010) ΣΥΣΤΑΣΗ ΑΡΧΗΣ ΚΑΤΑΠΟΛΕΜΗΣΗΣ ΤΗΣ ΝΟΜΙΜΟΠΟΙ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’: ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΤΟΥ Ν. 3691/2008 (ΦΕΚ Α’ 166)

Άρθρο 1

Η παράγραφος 5 του άρθρου 4 του ν. 3691/2008 αντικαθίσταται ως εξής:

«5. «Αρχή»: Η Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και της Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας, και Ελέγχου των Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης, που αναφέρεται στο άρθρο 7 του παρόντος νόμου.»

 

Άρθρο 2

1. Το άρθρο 7 του ν. 3691/2008 αντικαθίσταται ως εξής:

 

«Άρθρο 7

Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και της Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας, και Ελέγχου των Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης

1. Συνιστάται «Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και της Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας, και Ελέγχου των Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης» (εφεξής «Αρχή»). Σκοπός της Αρχής είναι η λήψη και εφαρμογή των αναγκαίων μέτρων για την πρόληψη και καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, καθώς και ο έλεγχος των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης των προσώπων που αναφέρονται στις περιπτώσεις στ’ έως και ιε’ της παρ. 1 του άρθρου 1 του νόμου 3213/2003.

2. Η Αρχή απολαμβάνει διοικητικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας. Η έδρα της είναι στον νομό Αττικής, σε τόπο που καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών. Ο προϋπολογισμός της Αρχής αποτελεί τμήμα του προϋπολογισμού του Υπουργείου Οικονομικών. Η ίδια η Αρχή μπορεί με απόφασή της να εγκαθιστά και να λειτουργεί γραφεία της και σε άλλες πόλεις της Ελλάδας.

3. Για οποιαδήποτε διαφορά διοικητικής ή αστικής φύσης ανακύπτει από τη λειτουργία της Αρχής αποκλειστικά αρμόδια είναι τα δικαστήρια της Αθήνας.

4. Η Αρχή συγκροτείται από τον Πρόεδρο και ένδεκα (11) Μέλη, καθώς και από ισάριθμους αναπληρωτές τους, οι οποίοι πρέπει να διαθέτουν τις αυτές ιδιότητες και προσόντα με αυτούς. Ο Πρόεδρος και τα Μέλη της Αρχής απολαμβάνουν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας και δεσμεύονται μόνο από τον νόμο και την συνείδησή τους. Η θητεία τους είναι τριετής και μπορεί να ανανεώνεται για μια ακόμα φορά.

5. Πρόεδρος της Αρχής ορίζεται ανώτατος εισαγγελικός λειτουργός εν ενεργεία, με γνώση της αγγλικής γλώσσας, ο οποίος επιλέγεται μαζί με τον αναπληρωτή του με απόφαση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου. Ο Πρόεδρος της Αρχής είναι πλήρους απασχόλησης. Ο διορισμός του γίνεται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων εντός προθεσμίας δεκαπέντε (15) ημερών από την κοινοποίηση σε αυτόν της απόφασης του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου.

6. Τα Μέλη της Αρχής και οι αναπληρωτές τους διορίζονται με Απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ύστερα από πρόταση κατά λόγο αρμοδιότητας των Υπουργών Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Θαλασσίων Υποθέσεων, Νήσων και Αλιείας, Οικονομικών, Εξωτερικών και Προστασίας του Πολίτη, του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος και του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, οι οποίοι επιλέγουν πρόσωπα που διακρίνονται για την επιστημονική τους κατάρτιση, το ήθος τους και την επαγγελματική τους ικανότητα και εμπειρία στον τραπεζικό, οικονομικό, νομικό ή επιχειρησιακό τομέα, ανάλογα με τις απαιτήσεις των επιμέρους Μονάδων της Αρχής. Ο διορισμός των τακτικών Μελών γίνεται αφού προηγηθεί γνώμη της Μόνιμης Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής για την καταλληλότητα των προτεινόμενων προσώπων. Για τον σκοπό αυτό εφαρμόζεται κατ’ αναλογία η διαδικασία των παραγράφων 3 έως 5 του άρθρου 49Α του Κανονισμού της Βουλής, η οποία κινείται με πρωτοβουλία του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.»

2. Στον ν. 3691/2008 προστίθενται άρθρα 7Α, 7Β και 7Γ με το ακόλουθο περιεχόμενο:

«Άρθρο 7Α

 

Μονάδες και αρμοδιότητες της Αρχής

 

Η Αρχή απαρτίζεται από τρεις αυτοτελείς Μονάδες, με διακριτές αρμοδιότητες, προσωπικό και υποδομές, υπό κοινό Πρόεδρο. Οι Μονάδες συνεδριάζουν νόμιμα, εφόσον μετέχουν στη συνεδρίαση ο Πρόεδρος ή ο αναπληρωτής του και τα μισά τουλάχιστον από τα μέλη τους ή τους αναπληρωτές τους, αποφασίζουν δε κατ’ απόλυτη πλειοψηφία, ενώ σε περίπτωση ισοψηφίας υπερισχύει η ψήφος του Προέδρου. Οι Μονάδες και οι αρμοδιότητές τους έχουν ως εξής:

1. Α’ Μονάδα Διερεύνησης Χρηματοοικονομικών Πληροφοριών

α) Η Α’ Μονάδα, πέραν του Προέδρου, συγκροτείται από επτά (7) Μέλη της Αρχής με γνώση της αγγλικής γλώσσας και ειδικότερα i) ένα στέλεχος από το Σώμα Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος και ένα από τη Γενική Διεύθυνση Οικονομικής Πολιτικής του Υπουργείου Οικονομικών που προτείνονται από τον αρμόδιο Υπουργό, ii) ένα στέλεχος από το Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που προτείνεται από τον αρμόδιο Υπουργό, iii) ένα στέλεχος από την Τράπεζα της Ελλάδος που προτείνεται από τον Διοικητή της, iv) ένα στέλεχος από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς που προτείνεται από το Διοικητικό Συμβούλιό της, v) ένα στέλεχος από το Αρχηγείο της Ελληνικής Αστυνομίας που προτείνεται από τον Υπουργό Προστασίας του Πολίτη και vi) ένα στέλεχος από το Αρχηγείο του Λιμενικού Σώματος που προτείνεται από τον Υπουργό Θαλασσίων Υποθέσεων, Νήσων και Αλιείας.

β) Η Α’ Μονάδα πλαισιώνεται και υποστηρίζεται αυτοτελώς από διοικητικό και βοηθητικό προσωπικό, καθώς και από ειδικό επιστημονικό προσωπικό με ειδικές γνώσεις και εμπειρία στην αντιμετώπιση υποθέσεων νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, χρηματοδότησης της τρομοκρατίας ή αντίστοιχης σοβαρής οικονομικής εγκληματικότητας, κατά προτίμηση δε και με γνώση της αγγλικής γλώσσας. Για τους ανωτέρω σκοπούς, συνιστώνται συνολικά πενήντα (50) θέσεις, εκ των οποίων οι είκοσι πέντε (25) αφορούν σε επιστημονικό προσωπικό. Οι θέσεις αυτές πληρούνται με αποσπάσεις από τους φορείς απ’ όπου προέρχονται τα Μέλη της Μονάδας, καθώς και από την Επιτροπή Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων. Οι αποσπάσεις είναι τριετούς διάρκειας με δυνατότητα ανανέωσης. Δύο (2) κατ’ ανώτατο όριο θέσεις επιστημονικού προσωπικού μπορούν να πληρούνται με πρόσωπα εκτός του δημοσίου τομέα, με εξαιρετικά επιστημονικά ή επαγγελματικά προσόντα και τουλάχιστον πενταετή εμπειρία στο αντικείμενο της Μονάδας. Το εν λόγω προσωπικό προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου τριετούς διάρκειας που μπορεί ν’ ανανεώνεται για μια ακόμα φορά.

γ) Το προσωπικό της Μονάδας συγκεντρώνει, διερευνά και αξιολογεί τις αναφορές υπόπτων ή ασυνήθων συναλλαγών που υποβάλλουν στην Αρχή τα υπόχρεα πρόσωπα, καθώς και τις πληροφορίες που διαβιβάζονται στην Αρχή από άλλους δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς ή περιέρχονται σε αυτήν από τα μέσα ενημέρωσης, το διαδίκτυο ή οποιαδήποτε άλλη πηγή και αφορούν επιχειρηματικές, επαγγελματικές ή συναλλακτικές δραστηριότητες που ενδεχομένως σχετίζονται με νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ή χρηματοδότηση της τρομοκρατίας. Ομοίως, διερευνά και αξιολογεί κάθε τέτοια πληροφορία που διαβιβάζεται στην Αρχή από φορείς της αλλοδαπής, με τους οποίους και συνεργάζεται για την παροχή κάθε δυνατής συνδρομής. Η Μονάδα δίνει κατευθυντήριες οδηγίες στα υπόχρεα πρόσωπα και τους ανωτέρω φορείς αναφορικά με τη διαχείριση μιας υπόθεσης που εμπίπτει στην αρμοδιότητά της.

δ) Σε επείγουσες περιπτώσεις ο Πρόεδρος διατάσσει τη δέσμευση των περιουσιακών στοιχείων των ελεγχόμενων φυσικών ή νομικών προσώπων, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 48 παράγραφος 5. Μετά το πέρας μιας έρευνας η Μονάδα αποφασίζει αν πρέπει να τεθεί η υπόθεση στο αρχείο ή να παραπεμφθεί με αιτιολογημένο πόρισμά της στον αρμόδιο Εισαγγελέα, εφόσον τα συλλεγέντα στοιχεία κρίνονται επαρκή για μια τέτοια παραπομπή. Υπόθεση που αρχειοθετήθηκε μπορεί οποτεδήποτε να ανασυρθεί για να συνεχισθεί η έρευνα ή να συσχετισθεί με οποιαδήποτε άλλη έρευνα της Αρχής.

ε) Η Μονάδα συμμετέχει σε διεθνείς φορείς ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ αντίστοιχων με αυτήν αρχών, ιδίως στο Δίκτυο των Μονάδων Διερεύνησης Χρηματοοικονομικών Πληροφοριών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (FIU-Net) και στη διεθνή Ομάδα Έγκμοντ (Egmont Group), παρακολουθεί τις εργασίες τους και συμμετέχει, κατά το δυνατόν, σε ομάδες εργασίας των εν λόγω φορέων.

στ) Στο τέλος κάθε έτους η Μονάδα υποβάλλει έκθεση των πεπραγμένων της στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής και στους Υπουργούς Οικονομικών, Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Προστασίας του Πολίτη.

2. Β’ Μονάδα Οικονομικών Κυρώσεων κατά Υπόπτων Τρομοκρατίας

 

α) Η Β’ Μονάδα, πέραν του Προέδρου, συγκροτείται από δύο (2) Μέλη της Αρχής με γνώση της αγγλικής γλώσσας, και ειδικότερα i) ένα στέλεχος από το Αρχηγείο της Ελληνικής Αστυνομίας που προτείνεται από τον Υπουργό Προστασίας του Πολίτη, και ii) ένα στέλεχος από το Υπουργείο Εξωτερικών που προτείνεται από τον αρμόδιο Υπουργό.

β) Η Β’ Μονάδα πλαισιώνεται και υποστηρίζεται αυτοτελώς από διοικητικό και βοηθητικό προσωπικό, καθώς και από ειδικό επιστημονικό προσωπικό με ειδικές γνώσεις και εμπειρία στην αντιμετώπιση υποθέσεων τρομοκρατίας, κατά προτίμηση δε και με γνώση της αγγλικής γλώσσας. Για τους ανωτέρω σκοπούς, συνιστώνται συνολικά πέντε (5) θέσεις, εκ των οποίων οι δύο (2) αφορούν σε επιστημονικό προσωπικό. Οι θέσεις αυτές πληρούνται με αποσπάσεις από τους φορείς απ’ όπου προέρχονται τα Μέλη της Μονάδας. Οι αποσπάσεις είναι τριετούς διάρκειας με δυνατότητα ανανέωσης.

γ) Το προσωπικό της Μονάδας συγκεντρώνει και αξιολογεί τις πληροφορίες που διαβιβάζονται στην Αρχή από τις αστυνομικές και εισαγγελικές αρχές ή περιέρχονται σε αυτήν με οποιονδήποτε άλλο τρόπο και αφορούν στην τέλεση πράξης από αυτές που περιγράφονται στο άρθρο 187Α του Ποινικού Κώδικα. Ομοίως, διερευνά και αξιολογεί κάθε τέτοια πληροφορία που διαβιβάζεται στην Αρχή από φορείς της αλλοδαπής, με τους οποίους και συνεργάζεται για την παροχή κάθε δυνατής συνδρομής.

δ) Ο Πρόεδρος και τα Μέλη της Μονάδας είναι αρμόδιοι για τις ενέργειες που προβλέπονται στο άρθρο 49 σχετικά με την εφαρμογή του μέτρου της δέσμευσης περιουσιακών στοιχείων που επιβάλλεται με Αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ και των οργάνων του και με Κανονισμούς και Αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Μονάδα είναι επίσης αρμόδια για τον προσδιορισμό των σχετιζόμενων με την τρομοκρατία φυσικών ή νομικών προσώπων και τη δέσμευση των περιουσιακών τους στοιχείων, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 49Α.

ε) Στο τέλος κάθε έτους η Μονάδα υποβάλλει έκθεση των πεπραγμένων της στους Υπουργούς Εξωτερικών, Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Προστασίας του Πολίτη.

3. Γ’ Μονάδα Ελέγχου των Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης

α) Η Γ’ Μονάδα, πέραν του Προέδρου, συγκροτείται από δύο (2) μέλη της Αρχής και ειδικότερα i) ένα στέλεχος από τη Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων του Υπουργείου Οικονομικών που προτείνεται από τον αρμόδιο Υπουργό, και ii) ένα στέλεχος από την Τράπεζα της Ελλάδος που προτείνεται από τον Διοικητή της.

β) Η Γ’ Μονάδα πλαισιώνεται και υποστηρίζεται αυτοτελώς από διοικητικό και βοηθητικό προσωπικό, καθώς και από ειδικό επιστημονικό προσωπικό με ειδικές γνώσεις και εμπειρία στον έλεγχο περιουσιακών στοιχείων και τη διερεύνηση οικονομικών συναλλαγών. Για τους ανωτέρω σκοπούς, συνιστώνται συνολικά δεκαπέντε (15) θέσεις, εκ των οποίων οι επτά (7) αφορούν σε επιστημονικό προσωπικό. Οι θέσεις αυτές πληρούνται με αποσπάσεις από τους φορείς απ’ όπου προέρχονται τα Μέλη της Μονάδας, καθώς και από τις Γραμματείες των Δικαστηρίων και των Εισαγγελιών. Οι αποσπάσεις είναι τριετούς διάρκειας με δυνατότητα ανανέωσης.

γ) Η Μονάδα δέχεται τις δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης όλων των προσώπων που υποχρεούνται στην υποβολή τέτοιας δήλωσης πλην εκείνων που αναφέρονται στις περιπτώσεις α’ έως και ε’ της παρ. 1 του άρθρου 1, του άρθρου 14 του ν. 3213/2003 (ΦΕΚ Α’ 309) και του Προέδρου, των Μελών και του προσωπικού της Αρχής. Επιπλέον, διερευνά και αξιολογεί τις πληροφορίες που διαβιβάζονται ή περιέρχονται στην Αρχή σχετικά με τη μη υποβολή ή με ανακρίβειες των δηλώσεων αυτών, προβαίνοντας σε δειγματοληπτικό, κατά την κρίση της, ή στοχευμένο έλεγχο της περιουσιακής κατάστασης των υπόχρεων προσώπων. Ο έλεγχος, πέραν της διαπίστωσης της υποβολής και του αληθούς περιεχομένου της δήλωσης, περιλαμβάνει σε κάθε περίπτωση τη διακρίβωση, κατά πόσον η απόκτηση νέων περιουσιακών στοιχείων ή η επαύξηση υφιστάμενων δικαιολογείται από το ύψος των πάσης φύσεως εσόδων των υπόχρεων σε δήλωση προσώπων, σε συνδυασμό με τις δαπάνες διαβίωσής τους.

δ) Μετά το πέρας ενός ελέγχου, η Μονάδα αποφασίζει αν πρέπει να τεθεί η υπόθεση στο αρχείο ή να παραπεμφθεί με αιτιολογημένο πόρισμά της στον αρμόδιο, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 10 του ν. 3213/2003, Εισαγγελέα, εφόσον τα συλλεγέντα στοιχεία κρίνονται επαρκή για μια τέτοια παραπομπή. Αν συντρέχει περίπτωση καταλογισμού κατά το άρθρο 12 του ν. 3213/2003, το πόρισμα αποστέλλεται και στον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο. Αν διαπιστωθεί ανάγκη διερεύνησης θεμάτων που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα φορολογικής ή άλλης αρχής, το πόρισμα αποστέλλεται και στην αρχή αυτή. Υπόθεση που αρχειοθετήθηκε μπορεί οποτεδήποτε να ανασυρθεί για να συνεχισθεί ο έλεγχος ή να συσχετισθεί με οποιαδήποτε άλλη έρευνα της Αρχής.

ε) Στο τέλος κάθε έτους η Μονάδα υποβάλλει έκθεση των πεπραγμένων της στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής και στους Υπουργούς Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Άρθρο 7Β

Εξουσίες των Μονάδων της Αρχής

 

1. Οι Μονάδες της Αρχής έχουν πρόσβαση σε κάθε μορφής αρχείο δημόσιας αρχής ή οργανισμού που τηρεί και επεξεργάζεται δεδομένα, περιλαμβανομένου και του συστήματος «Τειρεσίας».

2. Οι Μονάδες μπορούν να ζητούν στο πλαίσιο των ελέγχων και των ερευνών τους τη συνεργασία και την παροχή στοιχείων κάθε είδους από φυσικά πρόσωπα, δικαστικές, προανακριτικές ή ανακριτικές αρχές, δημόσιες υπηρεσίες, νομικά πρόσωπα δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου και οργανισμούς οποιασδήποτε μορφής. Ενημερώνουν δε εγγράφως ή με ασφαλές ηλεκτρονικό μέσο τους διαβιβάζοντες τις πληροφορίες ότι τις έλαβαν και τους παρέχουν άλλα σχετικά στοιχεία, στο μέτρο που δεν παραβιάζεται το απόρρητο των ερευνών τους και δεν δυσχεραίνεται η άσκηση των αρμοδιοτήτων τους. Οι Μονάδες μπορούν, επιπλέον, επί σοβαρών κατά την κρίση τους υποθέσεων, να διενεργούν ειδικούς επιτόπιους ελέγχους σε οποιαδήποτε δημόσια υπηρεσία ή σε οργανισμούς και επιχειρήσεις του δημόσιου τομέα, συνεργαζόμενες, αν κριθεί αναγκαίο, με τις εκάστοτε αρμόδιες αρχές.

3. Οι Μονάδες ζητούν από τα υπόχρεα πρόσωπα κάθε πληροφορία που απαιτείται για την εκπλήρωση των καθηκόντων τους, περιλαμβανομένων και ομαδοποιημένων πληροφοριών που αφορούν ορισμένες κατηγορίες συναλλαγών ή δραστηριοτήτων φυσικών ή νομικών προσώπων ή οντοτήτων της ημεδαπής ή της αλλοδαπής. Επιπλέον, μπορούν να διενεργούν επιτόπιους ελέγχους και στις εγκαταστάσεις των υπόχρεων προσώπων, υπό την προϋπόθεση τήρησης – εφόσον συντρέχει τέτοια περίπτωση – των άρθρων 9 παράγραφος 1, 9Α και 19 παράγραφος 1 του Συντάγματος, ενημερώνουν δε τις αρμόδιες αρχές για περιπτώσεις ελλιπούς συνεργασίας ή μη συμμόρφωσης των εν λόγω προσώπων προς τις υποχρεώσεις τους, σύμφωνα με τον παρόντα νόμο.

4. Έναντι των Μονάδων δεν ισχύει, κατά τη διάρκεια των ελέγχων και ερευνών τους, οποιοδήποτε τραπεζικό, χρηματιστηριακό, φορολογικό ή επαγγελματικό απόρρητο.

5. Οι Μονάδες δύνανται να συνεργάζονται και να ανταλλάσουν πληροφορίες με τους αναφερόμενους στο άρθρο 40 φορείς και τηρούν στατιστικά στοιχεία σύμφωνα με το άρθρο 38.

6. Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, ο Πρόεδρος, τα Μέλη και το προσωπικό της Αρχής έχουν υποχρέωση να τηρούν τις αρχές της αντικειμενικότητας και της αμεροληψίας και να απέχουν από την εξέταση υποθέσεων για τις οποίες υπάρχει πιθανότητα σύγκρουσης συμφερόντων ή στις οποίες εμπλέκονται πρόσωπα οικεία. Επίσης, έχουν καθήκον να τηρούν εχεμύθεια για πληροφορίες των οποίων λαμβάνουν γνώση κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Η υποχρέωση αυτή διατηρείται και μετά από την εκούσια ή ακούσια αποχώρησή τους από την Αρχή. Οι παραβαίνοντες το ανωτέρω καθήκον εχεμύθειας τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών.

Άρθρο 7Γ

Προσωπικό και λειτουργία των Μονάδων της Αρχής

1. Οι αποσπάσεις του προσωπικού των Μονάδων της Αρχής, όπως και οι ανανεώσεις της θητείας του, γίνονται μετά από πρόταση του Προέδρου της Αρχής, κατά παρέκκλιση των κειμένων διατάξεων:

α) Με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του αρμόδιου κατά περίπτωση Υπουργού, αν ο αποσπώμενος προέρχεται από Υπουργείο ή από τις Γραμματείες των Δικαστηρίων και των Εισαγγελιών.

β) Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, ύστερα από γνώμη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, του Προέδρου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ή του Προέδρου της Επιτροπής Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων, αν ο αποσπώμενος προέρχεται από τους φορείς αυτούς.

2. Τα ανωτέρω Υπουργεία και φορείς μεριμνούν για την επαρκή στελέχωση της Αρχής και εξασφαλίζουν ότι οι υπάλληλοί τους που αποσπώνται σ’ αυτή ως προσωπικό έχουν την απαιτούμενη επιστημονική κατάρτιση, γλωσσική επάρκεια, υπηρεσιακή εμπειρία και ικανότητα για την ανάληψη συγκεκριμένων θέσεων στις επιμέρους Μονάδες, καθώς και άριστο υπηρεσιακό μητρώο.

3. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται, κατά παρέκκλιση κάθε άλλης διάταξης, η αποζημίωση του Προέδρου και των Μελών της Αρχής, καθώς και οι πρόσθετες αμοιβές του προσωπικού που υπηρετεί σε αυτήν με απόσπαση. Οι υπηρετούντες με απόσπαση λαμβάνουν, από την απόσπαση και εξής, το σύνολο των πάσης φύσης αποδοχών, αποζημιώσεων, επιδομάτων και λοιπών αμοιβών από την υπηρεσία από την οποία έχουν αποσπασθεί, όπως εκάστοτε διαμορφώνονται, καθώς και τις προαναφερθείσες πρόσθετες αμοιβές και τις τυχόν πραγματοποιούμενες υπερωρίες. Οι πρόσθετες αμοιβές δεν υπόκεινται σε κρατήσεις υπέρ τρίτων.

4. Η πρόσληψη προσωπικού εκτός του δημοσίου τομέα στην Α’ Μονάδα γίνεται, κατά παρέκκλιση των κειμένων διατάξεων από τον Υπουργό Οικονομικών, μετά από εισήγηση του Προέδρου της Αρχής. Οι προσλαμβανόμενοι αποχωρούν αυτοδικαίως μετά τη λήξη της σύμβασής τους, η δε παροχή υπηρεσίας στις θέσεις αυτές δεν γεννά οποιοδήποτε δικαίωμα αποζημίωσης ή άλλη αξίωση. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ρυθμίζονται, κατά παρέκκλιση από κάθε άλλη διάταξη, τα θέματα που αφορούν στην πρόσληψη, την αποζημίωση και τη λύση της σύμβασης του ενλόγω προσωπικού.

5. Ο Πρόεδρος της Αρχής αποφασίζει για την κατανομή των υποθέσεων, καθώς και σε ποιες περιπτώσεις είναι αναγκαία η εμπλοκή δύο ή και όλων των Μονάδων στην έρευνα της ίδιας υπόθεσης. Στο τέλος κάθε έτους συντάσσει έκθεση αναφορικά με την απόδοση και τη συμπεριφορά κάθε αποσπασμένου υπαλλήλου της Αρχής, την οποία αποστέλλει στο φορέα από τον οποίο προέρχεται ο υπάλληλος. Δύναται ακόμη να ζητεί την αντικατάσταση υπαλλήλου, εφόσον, κρίνει την απόδοση ή τη συμπεριφορά του μη ικανοποιητική. Στην περίπτωση αυτή διακόπτεται η απόσπαση του υπαλλήλου και ο φορέας από τον οποίο προέρχεται προβαίνει υποχρεωτικά σε αντικατάστασή του.

6. Ο Πρόεδρος και τα Μέλη της εκάστοτε Μονάδας μεριμνούν για την βελτίωση της εκπαίδευσης και τη συνεχή κατάρτιση του προσωπικού της, συντονίζουν, εποπτεύουν και αξιολογούν το έργο του και λαμβάνουν μέτρα για την αποτελεσματικότερη λειτουργία της Μονάδας.

7. Οι περαιτέρω λεπτομέρειες που αφορούν στη λειτουργία των επιμέρους Μονάδων της Αρχής και ιδίως το οργανόγραμμά τους, ο κανονισμός λειτουργίας τους, οι ειδικότερες αρμοδιότητες του Προέδρου, των Μελών και του προσωπικού τους, ο τρόπος διαχείρισης των υποθέσεων και η συνεργασία τους με τις εθνικές και αλλοδαπές αρχές καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Οικονομικών, Εξωτερικών και Προστασίας του Πολίτη, μετά από εισήγηση του Προέδρου και των Μελών της Αρχής.

8. Ο Πρόεδρος, τα Μέλη και οι υπάλληλοι της Αρχής που παραβαίνουν εκ δόλου τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις του παρόντος νόμου υπέχουν, ανεξάρτητα από την ποινική, και πειθαρχική ευθύνη. Η πειθαρχική δίωξη κατά του Προέδρου ασκείται και η υπόθεση εκδικάζεται από τα όργανα που προβλέπονται στο Σύνταγμα και τον Κώδικα Δικαστικών Λειτουργών. Η πειθαρχική δίωξη κατά των Μελών ασκείται από τον Υπουργό Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ενώπιον του Πειθαρχικού Συμβουλίου του άρθρου 18 παράγραφος 3 του ν. 2472/1997 «Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» (ΦΕΚ 50 Α’). Τα αρμόδια πειθαρχικά όργανα αποφασίζουν σε πρώτο και τελευταίο βαθμό την απαλλαγή ή την παύση του εγκαλουμένου. Η πειθαρχική δίωξη κατά των υπαλλήλων ασκείται και η υπόθεση εκδικάζεται από τα αρμόδια πειθαρχικά όργανα των φορέων από τους οποίους προέρχονται, μετά από σχετική αναφορά του Προέδρου της Αρχής.

9. Ο Πρόεδρος, τα Μέλη και οι υπάλληλοι της Αρχής υποβάλλουν κατ’ έτος στην Επιτροπή του άρθρου 21 του ν. 3023/2002 (ΦΕΚ 146 Α’) την προβλεπόμενη από τον ν. 3213/2003, όπως εκάστοτε ισχύει, δήλωση περιουσιακής κατάστασης.»

Άρθρο 3

Το άρθρο 8 του ν. 3691/2008 αντικαθίσταται ως εξής:

 

«Άρθρο 8

Κεντρικός Συντονιστικός Φορέας

 

1. To Υπουργείο Οικονομικών λειτουργεί ως Κεντρικός Συντονιστικός Φορέας για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος νόμου που αφορούν στην αντιμετώπιση της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, για την αξιολόγηση και ενίσχυση της αποτελεσματικότητας των σχετικών μηχανισμών και για το συντονισμό της δράσης των αρμόδιων αρχών. Στο πλαίσιο αυτό έχει τις εξής αρμοδιότητες:

α) Εκτιμά και αξιολογεί την αποτελεσματικότητα των εφαρμοζόμενων μέτρων ανά κατηγορία υπόχρεων προσώπων και τον βαθμό συμμόρφωσης αυτών προς τις υποχρεώσεις τους, σύμφωνα με τον παρόντα νόμο.

β) Εξετάζει, αναλύει και συγκρίνει τις εξαμηνιαίες εκθέσεις που του υποβάλλουν οι αρμόδιες αρχές σύμφωνα με την παράγραφο 7 του άρθρου 6 και προτείνει τη λήψη των κατάλληλων μέτρων προς ενίσχυση της αποτελεσματικότητας της εποπτείας.

γ) Αναλύει, ειδικότερα, τον αριθμό, την ποιότητα και τις τάσεις των αναφορών υπόπτων ή ασυνήθων συναλλαγών ή δραστηριοτήτων προς την Αρχή, ανά κατηγορία υπόχρεων προσώπων.

δ) Επιδιώκει τη συνεχή αναβάθμιση του επιπέδου συνεργασίας των αρμόδιων αρχών μεταξύ τους και με την Αρχή, ιδιαίτερα όσον αφορά στην ανταλλαγή πληροφοριών, τη διενέργεια κοινών ελέγχων, την υιοθέτηση κοινών εποπτικών πρακτικών και την παροχή εναρμονισμένων οδηγιών προς τα υπόχρεα πρόσωπα, λαμβάνοντας υπόψη τις διαφορές στη συγκρότηση, το οικονομικό μέγεθος, τις λειτουργικές δυνατότητες και τις επιχειρηματικές, συναλλακτικές ή επαγγελματικές δραστηριότητες των κατηγοριών των υπόχρεων προσώπων.

ε) Διοργανώνει συναντήσεις, συσκέψεις και σεμινάρια με εκπροσώπους των αρμόδιων αρχών, της Αρχής και των υπόχρεων προσώπων για ανταλλαγή απόψεων, αντιμετώπιση συγκεκριμένων θεμάτων και ενημέρωση για τις εξελίξεις σε διεθνείς οργανισμούς και φορείς σχετικά με την πρόληψη και καταστολή των αδικημάτων του άρθρου 2.

στ) Συντονίζει την σύνταξη μελετών, τη συγκρότηση ομάδων εργασίας για την εξέταση επιμέρους θεμάτων και την υποβολή προτάσεων για την αναθεώρηση του ισχύοντος νομοθετικού και θεσμικού πλαισίου, σε συνεννόηση με την Επιτροπή Στρατηγικής του άρθρου 9, την Αρχή και τις αρμόδιες αρχές.

ζ) Έχει την κεντρική ευθύνη για τη διεθνή εκπροσώπηση της χώρας στα θέματα της αρμοδιότητάς του. Ειδικότερα, είναι αρμόδιο για την προετοιμασία και τον συντονισμό – ο οποίος, εφόσον κρίνεται αναγκαίο, περιλαμβάνει και την πρόσκληση εμπειρογνωμόνων ή εξειδικευμένου προσωπικού από άλλες υπηρεσίες και φορείς –, της συμμετοχής στις διασκέψεις, συνόδους και ομάδες εργασίας των διεθνών οργανισμών και φορέων που ασχολούνται με την αντιμετώπιση της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, στους οποίους η Ελλάδα είναι μέλος, ιδίως της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του Συμβουλίου της Ευρώπης και της Ομάδας Χρηματοπιστωτικής Δράσης (Financial Action Task Force – FATF). Μεριμνά ακόμα για τη συμπλήρωση των ερωτηματολογίων που οι οργανισμοί αυτοί αποστέλλουν, για την υποβολή σχολίων ή προτάσεων προς αυτούς, για τη σύνταξη και υποβολή Σχεδίων Δράσης και για τον συντονισμό των απαντήσεων στις διενεργούμενες από αυτούς αξιολογήσεις της χώρας, συνεργαζόμενο με την Αρχή, τις αρμόδιες αρχές και τους φορείς εκπροσώπησης υπόχρεων προσώπων. Ενημερώνεται, τέλος, για τις εξελίξεις σε άλλους διεθνείς οργανισμούς ή φορείς, στους οποίους συμμετέχουν οι αρμόδιες αρχές, η Αρχή ή φορείς εκπροσώπησης ορισμένων κατηγοριών υπόχρεων προσώπων, και φροντίζει για τη διάχυση σε όλους τους ενδιαφερόμενους των σχετικών πληροφοριών.

η) Παρέχει στον Πρόεδρο της Επιτροπής Στρατηγικής του άρθρου 9 πλήρη ενημέρωση για την αποτελεσματική λειτουργία της Επιτροπής αυτής.

θ) Επικοινωνεί με τον φορέα του άρθρου 11, του παρέχει κάθε δυνατή ενημέρωση και υποστήριξη και αξιολογεί τις προτάσεις και εισηγήσεις του.

2. Οι ανωτέρω αρμοδιότητες ασκούνται από τη Γενική Διεύθυνση Οικονομικής Πολιτικής που συνεργάζεται, όταν απαιτείται, με τις υπόλοιπες υπηρεσίες του Υπουργείου Οικονομικών.»

Άρθρο 4

Το άρθρο 40 του ν. 3691/2008 αντικαθίσταται ως εξής:

«Άρθρο 40

Συνεργασία και ανταλλαγή πληροφοριών εμπιστευτικής φύσης

1. Η Αρχή δύναται να διαβιβάζει και να ανταλλάσσει πληροφορίες εμπιστευτικής φύσης με τις αρμόδιες εισαγγελικές ή άλλες διωκτικές αρχές, καθώς και με τις αρμόδιες αρχές του άρθρου 6, εφόσον οι πληροφορίες αυτές κρίνονται χρήσιμες για το ερευνητικό τους έργο και για την εκπλήρωση των νομίμων καθηκόντων τους. Επίσης, δύναται να ζητεί ενημέρωση για τα αποτελέσματα των ερευνών που διεξήχθησαν από τις εν λόγω αρχές, καθώς και κάθε πληροφορία που προβλέπεται από το άρθρο 7Β του παρόντος νόμου.

2. Οι αρμόδιες αρχές δύνανται ομοίως να ανταλλάσσουν εμπιστευτικής φύσης πληροφορίες για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους που απορρέουν από τον παρόντα νόμο και να αλληλοενημερώνονται για τα αποτελέσματα των σχετικών ερευνών. Με διμερή ή πολυμερή μνημόνια συνεργασίας δύνανται να εξειδικεύονται οι διαδικασίες και οι τεχνικές λεπτομέρειες της ως άνω ανταλλαγής πληροφοριών.

3. Οι ανωτέρω αρχές δύναται να διενεργούν κοινούς ελέγχους σε υποθέσεις κοινής αρμοδιότητας και ενδιαφέροντος για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους που απορρέουν από τον παρόντα νόμο.

4. Για τους σκοπούς εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος νόμου, ως πληροφορίες εμπιστευτικής φύσης νοούνται εκείνες που αφορούν στην επιχειρηματική, επαγγελματική ή εμπορική συμπεριφορά νομικών ή φυσικών προσώπων ή οντοτήτων, τα στοιχεία των συναλλαγών και δραστηριοτήτων τους, τα φορολογικά στοιχεία τους και πληροφορίες σχετιζόμενες με ποινικά αδικήματα και φορολογικές, τελωνειακές ή άλλες διοικητικές παραβάσεις. Στις εν λόγω πληροφορίες περιλαμβάνονται και εκείνες που αποκτώνται από τους διαβιβάζοντες ή ανταλλάσσοντες αυτές φορείς μέσω της διεθνούς συνεργασίας με αντίστοιχες αλλοδαπές αρχές ή φορείς, εφόσον αυτό επιτρέπεται από τους όρους και τις προϋποθέσεις αυτής της συνεργασίας.

Άρθρο 5

1. Οι παράγραφοι 4 και 5 του άρθρου 48 του ν. 3691/2008 αντικαθίστανται ως εξής:

«4. Ο κατηγορούμενος, ο ύποπτος τέλεσης αξιόποινης πράξης των αδικημάτων των άρθρων 2 και 3 και ο τρίτος δικαιούνται να ζητήσουν την άρση της διάταξης του ανακριτή ή την ανάκληση του βουλεύματος, με αίτηση που απευθύνεται προς το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο και κατατίθεται στον ανακριτή ή τον εισαγγελέα, μέσα σε είκοσι μέρες από την επίδοση σε αυτόν της διάταξης ή του βουλεύματος. Στη σύνθεση του συμβουλίου δεν μετέχει ο ανακριτής. Η υποβολή της αίτησης και η προθεσμία προς τούτο δεν αναστέλλουν την εκτέλεση της διάταξης ή του βουλεύματος. Η διάταξη ή το βούλευμα ανακαλείται αν προκύψουν νέα στοιχεία.

5. Όταν διεξάγεται έρευνα από την Α’ Μονάδα της Αρχής, η απαγόρευση της κίνησης λογαριασμών, τίτλων και χρηματοπιστωτικών προϊόντων, του ανοίγματος θυρίδων και της μεταβίβασης ή εκποίησης οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου μπορεί να διαταχθεί σε επείγουσες περιπτώσεις από τον Πρόεδρο της Αρχής, υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στις παραγράφους 1 έως 3. Τα σχετικά με τη δέσμευση στοιχεία, μαζί με αντίγραφο του φάκελου της υπόθεσης, διαβιβάζονται τότε στον αρμόδιο Εισαγγελέα, χωρίς αυτό να παρακωλύει τη συνέχιση της έρευνας από την Αρχή. Τα πρόσωπα που βλάπτονται από την παραπάνω δέσμευση έχουν τα δικαιώματα που προβλέπονται στην παράγραφο 4.»

2. Η παράγραφος 6 του άρθρου 48 του ν. 3691/2008 διαγράφεται και η παράγραφος 7 αναριθμείται σε 6.

Άρθρο 6

 

Το άρθρο 49 του ν. 3691/2008 αντικαθίσταται ως εξής:

«Άρθρο 49

Εφαρμογή κυρώσεων επιβαλλόμενων από διεθνείς οργανισμούς

1. Όταν για την καταπολέμηση της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας επιβάλλεται, με Αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών ή με Κανονισμούς και Αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η δέσμευση περιουσιακών στοιχείων φυσικών προσώπων, νομικών προσώπων ή οντοτήτων και η απαγόρευση της παροχής χρηματοοικονομικών υπηρεσιών σ’ αυτά, ακολουθείται η εξής διαδικασία, μετά από την ένταξη των εν λόγω Αποφάσεων ή Κανονισμών στην Ελληνική έννομη τάξη, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις και όπου αυτή απαιτείται:

α) Οι ανωτέρω Αποφάσεις και Κανονισμοί, καθώς και οι τροποποιητικές ή αναθεωρητικές αυτών αποφάσεις, διαβιβάζονται άμεσα μετά την έκδοσή τους, από το Υπουργείο Εξωτερικών, στη Β’ Μονάδα της Αρχής, η οποία τηρεί αναλυτικούς καταλόγους των κατονομαζόμενων προσώπων και οντοτήτων.

β) Η Μονάδα ενημερώνει χωρίς καθυστέρηση όλα τα υπόχρεα πρόσωπα του άρθρου 5 για τις ανωτέρω Αποφάσεις και Κανονισμούς και ζητεί επισταμένη έρευνα για τον εντοπισμό περιουσιακών στοιχείων πάσης φύσεως των κατονομαζόμενων προσώπων ή οντοτήτων. Στα περιουσιακά στοιχεία περιλαμβάνονται και αυτά που άμεσα ή έμμεσα ανήκουν ή ελέγχονται από τα ως άνω φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή οντότητες. Η Μονάδα ζητεί, επίσης, αναλυτικά στοιχεία για τις κάθε είδους συναλλαγές ή δραστηριότητες των ανωτέρω προσώπων ή οντοτήτων κατά την τελευταία πενταετία, για το αν αυτά είχαν ή έχουν οποιαδήποτε επιχειρηματική σχέση με το αναφέρον υπόχρεο πρόσωπο, καθώς και κάθε άλλο σχετικό στοιχείο ή πληροφορία. Επίσης, παρέχει οδηγίες για τη διαδικασία εντοπισμού και διαχωρισμού των προς δέσμευση περιουσιακών στοιχείων, για τη διαδικασία αποδέσμευσης μέρους ή του συνόλου αυτών, σύμφωνα με το στοιχείο στ’, και για τον τρόπο άρσης των μέτρων δέσμευσης κατά διαγραφέντων από τους καταλόγους φυσικών ή νομικών προσώπων ή οντοτήτων, σύμφωνα με το στοιχείο ζ’.

γ) Η Μονάδα δύναται να διαβιβάσει τους σχετικούς καταλόγους και σε δημόσιες αρχές που τηρούν αρχεία και διαθέτουν ενδεχομένως πληροφορίες για τον εντοπισμό των ανωτέρω προσώπων ή περιουσιακών τους στοιχείων.

δ) Η Μονάδα εκτελεί άμεσα τα μέτρα που προβλέπονται στις Αποφάσεις και στους Κανονισμούς σχετικά με τη δέσμευσή των περιουσιακών στοιχείων των κατονομαζόμενων φυσικών ή νομικών προσώπων ή οντοτήτων, την απαγόρευση κίνησης λογαριασμών και του ανοίγματος τραπεζικών θυρίδων από μέρους τους, την απαγόρευση παροχής χρηματοπιστωτικών ή επενδυτικών υπηρεσιών σε αυτά, καθώς και κάθε άλλο προβλεπόμενο μέτρο. Η εκτελεστική διάταξη της Μονάδας επιδίδεται στα παραπάνω πρόσωπα και οντότητες.

ε) Το πρόσωπο ή η οντότητα του οποίου δεσμεύθηκαν περιουσιακά στοιχεία, καθώς και οποιοσδήποτε τρίτος έχει έννομο συμφέρον, δικαιούνται να προσβάλουν την ανωτέρω διάταξη ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων εντός προθεσμίας τριάντα ημερών από την επίδοσή της. Οι προσφεύγοντες μπορούν να αμφισβητήσουν μόνο τη συνδρομή των προϋποθέσεων της δέσμευσης ή της απαγόρευσης.

στ) Η Μονάδα μπορεί να χορηγήσει ύστερα από αίτηση των ενδιαφερομένων προσώπων ή οντοτήτων, ειδική άδεια για την επαύξηση, αποδέσμευση ή χρησιμοποίηση του συνόλου ή μέρους των περιουσιακών στοιχείων που δεσμεύθηκαν, για τους λόγους και με τη διαδικασία που αναφέρονται στις σχετικές Αποφάσεις και Κανονισμούς του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών ή της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

ζ) Σε περίπτωση διαγραφής φυσικού ή νομικού προσώπου ή οντότητας από τους σχετικούς καταλόγους, ύστερα από απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών ή του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης που αναθεωρεί ή τροποποιεί προηγούμενη Απόφαση ή Κανονισμό, η Μονάδα διατάσσει άμεσα την άρση της δέσμευσης και κάθε άλλου ληφθέντος μέτρου, ενημερώνοντας σχετικά τα ενδιαφερόμενα μέρη. Τα ονόματα των φυσικών και νομικών προσώπων ή οντοτήτων που διαγράφηκαν από τον κατάλογο και των οποίων τα οικονομικά στοιχεία αποδεσμεύθηκαν μπορεί να αναρτώνται στην ιστοσελίδα της Αρχής, με τη συναίνεση των προσώπων αυτών.

η) Όποιο υπόχρεο φυσικό πρόσωπο ή στέλεχος ή υπάλληλος υπόχρεου νομικού προσώπου αποκρύπτει την ταυτότητα ή τα στοιχεία ταυτότητας ή την ύπαρξη επιχειρηματικής σχέσης ή όλα ή μέρος των περιουσιακών στοιχείων των προσώπων ή οντοτήτων, τα οποία ταυτίζονται με πρόσωπα ή οντότητες από αυτά που διαλαμβάνονται στις παραπάνω Αποφάσεις και Κανονισμούς ή αρνείται να προβεί στη δέσμευση περιουσιακών τους στοιχείων τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) έτη και με χρηματική ποινή από δέκα χιλιάδες (10.000) μέχρι πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) ευρώ. Αν από αμέλεια δεν εντοπίσει περιουσιακά τους στοιχεία ή δεν διαπιστώσει επιχειρηματική σχέση με αυτά τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο (2) έτη και με χρηματική ποινή από πέντε χιλιάδες (5.000) μέχρι διακόσιες χιλιάδες (200.000) ευρώ.

θ) Σε βάρος των υπόχρεων νομικών προσώπων που παραβαίνουν τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το παρόν άρθρο, επιβάλλονται από την εκάστοτε αρμόδια κατά το άρθρο 6 αρχή οι διοικητικές κυρώσεις του άρθρου 52 παρ. 1 περ. α’, δ’ και ε’, εφαρμοζομένων αντιστοίχως των όρων, προϋποθέσεων και διακρίσεων αυτού.

2. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου ισχύουν και για την εφαρμογή του μέτρου της δέσμευσης των περιουσιακών στοιχείων φυσικών ή νομικών προσώπων ή οντοτήτων που επιβάλλεται από Αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών ή Αποφάσεις και Κανονισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για άλλους – πλην της καταπολέμησης της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας – λόγους, όπως εκάστοτε καθορίζονται στις ανωτέρω Αποφάσεις ή/και Κανονισμούς.»

Άρθρο 7

Στον ν. 3691/2008 προστίθεται άρθρο 49Α ως εξής:

«Άρθρο 49Α

Αρμοδιότητες της Β’ Μονάδας της Αρχής για την επιβολή κυρώσεων κατά υπόπτων τρομοκρατίας

 

1. Η Β’ Μονάδα της Αρχής προσδιορίζει τα σχετιζόμενα με την τρομοκρατία φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή οντότητες, βασιζόμενη σε ακριβείς πληροφορίες ή στοιχεία που υποβάλλονται από τις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη ή τις εισαγγελικές, δικαστικές ή άλλες διωκτικές αρχές. Οι πληροφορίες και τα στοιχεία αυτά αφορούν συγκεκριμένα πρόσωπα ή οντότητες που διαμένουν ή εδρεύουν ή κατέχουν περιουσία, σύμφωνα με την έννοια της παρ. 6 του άρθρου 187Α ΠΚ, στην ημεδαπή και τα οποία διέπραξαν ή διαπράττουν ή αποπειρώνται να διαπράξουν ή συμμετέχουν ή με οποιονδήποτε τρόπο διευκολύνουν την τέλεση τρομοκρατικών πράξεων, όπως αυτές ορίζονται στο άρθρο 187Α ΠΚ, όπως ισχύει. Ειδικότερα, στη Μονάδα υποβάλλονται τα εξής:

α) τα αποδεικτικά στοιχεία ή οι πληροφορίες οποιουδήποτε είδους που προέκυψαν από τη διενέργεια ελέγχων σε βάρος νομικών προσώπων ή οντοτήτων που ανήκουν ή ελέγχονται από τρομοκράτες ή τρομοκρατικές οργανώσεις, ή σε βάρος φυσικών ή νομικών προσώπων ή οντοτήτων που είτε βοηθούν ή παρέχουν οικονομική, υλική, τεχνολογική ή οποιαδήποτε άλλη υποστήριξη με σκοπό την υποβοήθηση τρομοκρατικών ενεργειών, είτε συνδέονται με οποιονδήποτε τρόπο με τρομοκράτες ή τρομοκρατικές οργανώσεις.

β) οι ασκηθείσες ποινικές διώξεις για τρομοκρατικές πράξεις ή χρηματοδότηση τρομοκρατών ή τρομοκρατικών οργανώσεων,

γ) οι καταδικαστικές αποφάσεις για την τέλεση τρομοκρατικών πράξεων, και

δ) οι καταδικαστικές αποφάσεις για την χρηματοδότηση μεμονωμένων τρομοκρατών ή τρομοκρατικών οργανώσεων.

Η Μονάδα συντάσσει και τηρεί κατάλογο που περιλαμβάνει τα ονόματα των προσδιοριζόμενων ως σχετιζομένων με την τρομοκρατία φυσικών και νομικών προσώπων ή οντοτήτων, καταχωρίζοντας σε αυτόν επαρκή συμπληρωματικά στοιχεία που επιτρέπουν την αποτελεσματική διαπίστωση της ταυτότητάς τους, διευκολύνοντας έτσι την αποφυγή λήψης μέτρων κατά εκείνων που φέρουν το αυτό ή παρόμοιο όνομα, επωνυμία ή διακριτικό τίτλο.

2. Η Μονάδα ενημερώνει χωρίς καθυστέρηση όλα τα υπόχρεα πρόσωπα του άρθρου 5 και ζητεί επισταμένη έρευνα για τον εντοπισμό περιουσιακών στοιχείων πάσης φύσεως των αναφερομένων φυσικών και νομικών προσώπων ή οντοτήτων. Τα υπόχρεα πρόσωπα οφείλουν να παράσχουν αμελλητί τα αιτούμενα στοιχεία. Σε διαφορετική περίπτωση, υπόκεινται στις κυρώσεις που προβλέπονται στον παρόντα νόμο.

3. Με την επιφύλαξη τυχόν ενεργειών των αρμόδιων εισαγγελικών αρχών, η Μονάδα με απόφασή της διατάσσει τη δέσμευση των περιουσιακών στοιχείων των φυσικών και νομικών προσώπων ή οντοτήτων που περιλαμβάνονται στον κατάλογο, καθώς και των περιουσιακών στοιχείων που ελέγχουν μέσω παρένθετων προσώπων ή κατέχουν μαζί με άλλους, την απαγόρευση κίνησης λογαριασμών και ανοίγματος τραπεζικών θυρίδων, την απαγόρευση παροχής χρηματοοικονομικών υπηρεσιών στα ανωτέρω πρόσωπα, υπό την έννοια του στοιχείου 3 του άρθρου 1 του Κανονισμού (ΕΚ) 2580/2001 του Συμβουλίου, όπως ισχύει, καθώς και τη λήψη κάθε άλλου αναγκαίου μέτρου αν συντρέχουν προς τούτο σοβαροί δικαιολογητικοί λόγοι. Η δέσμευση εκτείνεται και στις προσόδους των ανωτέρω περιουσιακών στοιχείων. Ως δέσμευση, υπό την έννοια του παρόντος, νοείται η απαγόρευση οποιασδήποτε κίνησης, μεταβίβασης, μεταβολής, χρήσης ή διαπραγμάτευσης περιουσιακών στοιχείων, η οποία θα καθιστούσε δυνατή τη χρησιμοποίησή τους, περιλαμβανομένης και της διαχείρισης χαρτοφυλακίων.

4. Η Μονάδα διαβιβάζει σε αρμόδιες αλλοδαπές αρχές πληροφορίες και στοιχεία, κατά την έννοια της παρ. 1, σε βάρος των προσδιοριζόμενων ως σχετιζόμενων με την τρομοκρατία φυσικών και νομικών προσώπων ή οντοτήτων, που διαμένουν ή εδρεύουν ή κατέχουν περιουσία, σύμφωνα με την έννοια της παρ. 6 του άρθρου 187Α ΠΚ, στην εδαφική τους επικράτεια και υποβάλλει αιτήματα, προκειμένου να περιληφθούν τα ονόματα αυτών των προσώπων και οντοτήτων στους αντίστοιχους καταλόγους που τηρούνται στις χώρες αυτές και να δεσμευθούν τα υπάρχοντα περιουσιακά τους στοιχεία. Ομοίως, η Μονάδα εξετάζει αιτήματα που υποβάλλονται από αρμόδιες αλλοδαπές αρχές, ελέγχοντας αν συντρέχουν σοβαροί δικαιολογητικοί λόγοι για να διατάξει με απόφασή της τη δέσμευση των περιουσιακών στοιχείων των προσώπων και οντοτήτων που αναφέρονται σ’ αυτά. Στις περιπτώσεις που κρίνεται αναγκαίο μπορούν να ζητηθούν από τις αρμόδιες αλλοδαπές αρχές επιπρόσθετα στοιχεία.

5. Οι πληροφορίες που παρέχονται στην Μονάδα ή ανταλλάσσονται μ’ αυτήν χρησιμοποιούνται αποκλειστικά και μόνο για τους σκοπούς επιβολής των οικονομικών κυρώσεων. Η Μονάδα εκδίδει οδηγίες για τον εντοπισμό και τη δέσμευση των περιουσιακών στοιχείων των φυσικών και νομικών προσώπων ή οντοτήτων που περιλαμβάνονται στον κατάλογο.

6. Η Μονάδα προβαίνει στην εξέταση των στοιχείων και πληροφοριών που της υποβάλλονται κατά τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1 ή των αιτημάτων της παραγράφου 4 και αποφασίζει χωρίς καθυστέρηση.

7. Η επίδοση της απόφασης της Μονάδας στα φυσικά και νομικά πρόσωπα ή οντότητες γίνεται κατά το άρθρο 155 παρ. 1 εδ. α’ ΚΠΔ, αμέσως μετά την ένταξη των ονομάτων τους στον κατάλογο ή τη δέσμευση των περιουσιακών τους στοιχείων.

8. Η Μονάδα μπορεί να ανακαλέσει την απόφασή της για την ένταξη του ονόματος στον σχετικό κατάλογο ή τη δέσμευση περιουσιακών στοιχείων οποιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου ή οντότητας, είτε αυτεπαγγέλτως είτε ύστερα από σχετική αίτηση του προσδιοριζόμενου στην απόφαση πραγματικού δικαιούχου ή οποιουδήποτε τρίτου έχει έννομο συμφέρον, επί της οποίας αποφαίνεται εντός δέκα ημερών, αν πεισθεί ότι δεν συντρέχουν οι λόγοι που επέβαλαν τη λήψη της σχετικής απόφασης.

9. Τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή οντότητες, των οποίων η ανωτέρω αίτηση δεν έγινε δεκτή, μπορούν μέσα σε διάστημα τριάντα ημερών από την επίδοση της απορριπτικής απόφασης της Μονάδας, να προσφύγουν ενώπιον του ποινικού τμήματος του Αρείου Πάγου, που συνεδριάζει με τριμελή σύνθεση ως συμβούλιο.

10. Το συμβούλιο του Αρείου Πάγου αποφαίνεται για την προσφυγή που ασκείται κατά την προηγούμενη παράγραφο εντός τριάντα ημερών από την κατάθεσή της, ύστερα από έγγραφη πρόταση του οικείου εισαγγελέα, που υποβάλλεται στο συμβούλιο εντός δέκα ημερών από την κατάθεση της προσφυγής. Ο αιτών έχει δικαίωμα αυτοπρόσωπης εμφάνισης ενώπιον του συμβουλίου μαζί με τους συνηγόρους του για να ακουσθεί και να δώσει κάθε διευκρίνηση, καλείται δε για τον σκοπό αυτό πριν από είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες.

11. Η Μονάδα μπορεί μετά από αίτηση του ενδιαφερομένου προσώπου ή οντότητας, να αποφασίσει εντός δέκα ημερών την αποδέσμευση συγκεκριμένων ποσών, αναγκαίων για την κάλυψη των γενικότερων δαπανών διαβίωσής, συντήρησης ή λειτουργίας του, των εξόδων για τη νομική του υποστήριξη και των βασικών εξόδων για τη διατήρηση των δεσμευμένων περιουσιακών του στοιχείων. Κατά της συγκεκριμένης απόφασης, επιτρέπεται η άσκηση προσφυγής ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων. Η προσφυγή εκδικάζεται κατ’ απόλυτη προτεραιότητα, εντός τριάντα ημερών από την κατάθεσή της. Η εκδιδόμενη επί της προσφυγής απόφαση υπόκειται στα προβλεπόμενα από τον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας ένδικα μέσα, η εκδίκαση των οποίων προσδιορίζεται επίσης κατ’ απόλυτη προτεραιότητα.

12. Τα ονόματα των φυσικών ή νομικών προσώπων και οντοτήτων που περιλαμβάνονται στον κατάλογο είναι δυνατόν να επανεξετάζονται, προκειμένου να διασφαλίζεται ότι η διατήρησή τους στον κατάλογο είναι δικαιολογημένη.

13. Η Μονάδα ενημερώνει τις αρμόδιες Επιτροπές των Ηνωμένων Εθνών και τα αρμόδια όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και συνεργάζεται, υπό τον όρο της τήρησης της αρχής της αμοιβαιότητας, με τις αλλοδαπές αρχές που αιτούνται τη δέσμευση των περιουσιακών στοιχείων φυσικών ή νομικών προσώπων ή οντοτήτων, για τις έρευνες και διαδικασίες, τις οποίες διεξάγουν.

14. Οι συνεδριάσεις της Μονάδας είναι εμπιστευτικές και πραγματοποιούνται σε ειδικό χώρο ασφαλείας.

15. Κατά τη διάρκεια της δικαστικής διαδικασίας, οι δικαστικές αρχές συνεργάζονται στενά με την Μονάδα για να διασφαλιστεί η προστασία του διαβαθμισμένου υλικού.

16. Σε περίπτωση παραβιάσεως του παρόντος άρθρου, εφαρμόζονται αντίστοιχα οι κυρώσεις του άρθρου 49.»

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’: ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΤΟΥ Ν. 3213/2003 (ΦΕΚ Α’ 309)

 

Άρθρο 8

1. Στην παράγραφο 3 του άρθρου 1 του ν. 3213/2003, η φράση «στην Επιτροπή της παρ. 2 του άρθρου 3 του παρόντος νόμου» αντικαθίσταται από τη φράση «στη Γ’ Μονάδα της Αρχής του άρθρου 7 του ν. 3691/2008».

2. Στην παράγραφο 4 του άρθρου 1 του ν. 3213/2003, η φράση «της πενταμελούς Επιτροπής της παρ. 2 του άρθρου 3 του παρόντος νόμου» αντικαθίσταται από τη φράση «της Γ’ Μονάδας της Αρχής του άρθρου 7 του ν. 3691/2008».

3. Στην παράγραφο 1 περίπτωση δ’ του άρθρου 2 του ν. 3213/2003, η φράση «στον αρμόδιο για τον έλεγχο της περιουσιακής κατάστασης των δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου» αντικαθίσταται από τη φράση «στον Πρόεδρο της Αρχής του άρθρου 7 του ν. 3691/2008».

Άρθρο 9

1. Στην παράγραφο 1 του άρθρου 3 του ν. 3213/2003, το τελευταίο εδάφιο της περίπτωσης γ’ υποπερίπτωση ii. διαγράφεται.

2. Η παράγραφος 2 του άρθρου 3 του ν. 3213/2003 αντικαθίσταται ως εξής:

«2. Οι δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης των προσώπων που αναφέρονται στις περιπτώσεις στ’ έως και ιε’ της παρ. 1 του άρθρου 1 του παρόντος νόμου υποβάλλονται στη Γ’ Μονάδα της Αρχής του άρθρου 7 του ν. 3691/2008.»

3. Στην παράγραφο 3 του άρθρου 3 του ν. 3213/2003, η φράση «από τις Επιτροπές των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού, τόσο οι ίδιες» αντικαθίσταται από τη φράση «από την Επιτροπή της παραγράφου 1, τόσο η ίδια»

4. Η παράγραφος 4 του άρθρου 3 του ν. 3213/2003 αντικαθίσταται ως εξής:

«Μετά το πέρας του ελέγχου από την Επιτροπή της παραγράφου 1, αν δεν διαπιστωθεί παράβαση και η δήλωση κριθεί ειλικρινής, συντάσσεται στο σώμα της πράξη του διενεργήσαντος τον έλεγχο και τίθεται στο αρχείο. Εφόσον διαπιστώνονται παραβάσεις του νόμου και συντρέχει περίπτωση καταλογισμού κατά το άρθρο 12 του παρόντος νόμου, συντάσσεται σχετική έκθεση, η οποία αποστέλλεται στον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο. Αν ανακύπτει περίπτωση ποινικής ευθύνης, η έκθεση αποστέλλεται στο αρμόδιο για την άσκηση ποινικής δίωξης όργανο. Εφόσον διαπιστωθεί ανάγκη διερεύνησης θεμάτων που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα φορολογικής ή άλλης αρχής, η έκθεση αποστέλλεται στην αρχή αυτή.»

5. Η παράγραφος 5 του άρθρου 3 του ν. 3213/2003 αντικαθίσταται ως εξής:

«Κατά τη διάρκεια του ελέγχου, η Επιτροπή της παραγράφου 1, δια του προέδρου της, μπορεί να καλεί τους ελεγχόμενους για να δώσουν διευκρινήσεις ή να προσκομίσουν συμπληρωματικά παραστατικά στοιχεία, εντός ρητής προθεσμίας είκοσι (20) ημερών, η οποία μπορεί να παραταθεί, με απόφαση του προέδρου της, για ισόχρονο διάστημα.»

Άρθρο 10

Στην παράγραφο 3 του άρθρου 6 του ν. 3213/2003 προστίθεται δεύτερο εδάφιο με το εξής περιεχόμενο:

«Όμως το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα όλες τις περιστάσεις, μπορεί να κρίνει τις πράξεις αυτές ατιμώρητες.»

Άρθρο 11

1. Στην παράγραφο 1 του άρθρου 7 του ν. 3213/2003, η φράση «που διενεργείται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου» αντικαθίσταται με τη φράση «της περιουσιακής κατάστασης υπόχρεου προσώπου»

2. Στο άρθρο 7 του ν. 3213/2003 προστίθεται παράγραφος 3 ως εξής:

«Με την ίδια ποινή τιμωρείται, επίσης, όποιος, παρ’ ότι είναι υπεύθυνος, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 1, για τη σύνταξη και διαβίβαση καταλόγου των υπόχρεων προσώπων των περιπτώσεων ζ’, η’, ιβ’, ιγ’, ιδ’ και ιε’ της παραγράφου 1 του ίδιου άρθρου, παραλείπει τη σύνταξη και διαβίβαση του καταλόγου αυτού.»

Άρθρο 12

Η παράγραφος 2 του άρθρου 13 του ν. 3213/2003 αντικαθίσταται ως εξής:

«Ως Επιτροπή κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 32 του ν. 2843/2000 θεωρείται η αντίστοιχη της παραγράφου 1 του άρθρου 3 του παρόντος νόμου ή η Γ’ Μονάδα της Αρχής του άρθρου 7 του ν. 3691/2008.»

Άρθρο 13

 

Μεταβατικές διατάξεις

1. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου καταργούνται η Επιτροπή καταπολέμησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και η πενταμελής Επιτροπή του άρθρου 3 παρ. 2 του ν. 3213/2003, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 9 του παρόντος νόμου.

2. Όπου στον ν. 3691/2008 γίνεται αναφορά στην «Επιτροπή», ή στην «Επιτροπή του άρθρου 7», νοείται η Α’ Μονάδα της Αρχής του άρθρου 2 του παρόντος νόμου.

3. Όπου στον ν. 3691/2008 γίνεται αναφορά στην «Κεντρική Συντονιστική Αρχή», νοείται ο «Κεντρικός Συντονιστικός Φορέας» του άρθρου 3 του παρόντος νόμου.

4. Όπου σε νομοθετική ή κανονιστική διάταξη αναφέρεται η «Επιτροπή του άρθρου 7 του ν. 3691/2008» ή η «Επιτροπή καταπολέμησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας», νοείται η Α’ Μονάδα της Αρχής του άρθρου 7 του ν. 3691/2008.

5. Οι υπάλληλοι της Επιτροπής καταπολέμησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας καταλαμβάνουν τις αντίστοιχες θέσεις στην Α’ Μονάδα της Αρχής του άρθρου 2 του παρόντος νόμου για το διάστημα που απομένει μέχρι τη λήξη της θητείας τους, με δυνατότητα ανανέωσης.

6. Μέχρι την εγκατάσταση και λειτουργία γραφείων της Αρχής σε άλλες πόλεις της Ελλάδας, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 7 του ν. 3691/2008 όπως αντικαθίσταται με το άρθρο 2 του παρόντος νόμου, είναι δυνατή η μετακίνηση υπαλλήλων της Αρχής εκτός έδρας για την εκτέλεση ειδικών αποστολών. Το αντικείμενο της εκάστοτε αποστολής καθορίζεται με απόφαση του Προέδρου της Αρχής. Με την ίδια απόφαση καθορίζεται το χρονικό διάστημα της εκτός έδρας μετακίνησης, κατά παρέκκλιση της διάταξης του άρθρου 2 του ν. 2685/1999 (ΦΕΚ Α’ 35).

7. Τα αρχεία της πενταμελούς Επιτροπής του άρθρου 3 παρ. 2 του ν. 3213/2003, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 9 του παρόντος νόμου, αποτελούν αρχεία της Γ’ Μονάδας της Αρχής του άρθρου 7 του ν. 3691/2008.

8. Η αρμοδιότητα του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων κατά την παράγραφο 6 του άρθρου 3 του ν. 3213/2003, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 4 του ν. 3849/2010 (ΦΕΚ Α’ 80), ασκείται ενώπιον της Γ’ Μονάδας της Αρχής του άρθρου 7 του ν. 3691/2008.

9. Οι κανονιστικές αποφάσεις και άλλες διοικητικές πράξεις υπουργών ή αρμόδιων αρχών του άρθρου 6 του ν. 3691/2008 που αφορούν στην εφαρμογή του συγκεκριμένου νόμου ή του ν. 3213/2003 παραμένουν σε ισχύ μέχρι την τροποποίηση ή κατάργησή τους, εφόσον δεν αντίκεινται στις διατάξεις του παρόντος νόμου.

Άρθρο 14

 

Έναρξη ισχύος

Η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Αθήνα, Δεκεμβρίου 2010

 

ΟΙ ΥΠΟΥΡΓΟΙ

 

 

 

 

ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ, ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ

ΑΠΟΚΕΝΤΡΩΣΗΣ ΚΑΙ

ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗΣ

ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ

 

 

Ι.ΡΑΓΚΟΥΣΗΣ Γ.ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Δ. ΔΡΟΥΤΣΑΣ

 

 

 

 

ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ, ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΘΑΛΑΣΣΙΩΝ ΥΠΟΘΕΣΕΩΝ,

ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ ΝΗΣΩΝ ΚΑΙ ΑΛΙΕΙΑΣ

ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ

ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ

 

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

 

 

ΣΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ «ΣΥΣΤΑΣΗ ΑΡΧΗΣ ΚΑΤΑΠΟΛΕΜΗΣΗΣ ΤΗΣ ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗΣ ΕΣΟΔΩΝ ΑΠΟ ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗΣ ΤΗΣ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΚΑΙ ΕΛΕΓΧΟΥ ΤΩΝ ΔΗΛΩΣΕΩΝ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΗΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ»

Α. ΓΕΝΙΚΑ – Επί της Αρχής

 

Η Επιτροπή καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας του άρθρου 7 του ν. 3691/2008, παρά το αξιόλογο έργο που έχει επιτελέσει μέχρι σήμερα, έχει ανάγκη σοβαρής ενίσχυσης, τόσο καθόσον αφορά στο ανθρώπινο δυναμικό της, όσο και αναφορικά με το θεσμικό πλαίσιο που διέπει τη λειτουργία της, προκειμένου να ανταποκριθεί επιτυχέστερα στις προκλήσεις που θέτουν η ποικιλομορφία και ποσοτική εξάπλωση του εθνικού και διασυνοριακού οικονομικού εγκλήματος και ο διαρκής εκσυγχρονισμός των τεχνικών που χρησιμοποιούνται για την αθέμιτη διακίνηση και απόκρυψη κεφαλαίων.

Παράλληλα, προφανής είναι η ανάγκη αναβάθμισης του μηχανισμού ελέγχου των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης («πόθεν έσχες») των υπόχρεων σε τέτοια δήλωση προσώπων, εξαιτίας των ελλείψεων σε προσωπικό και υλικοτεχνικές υποδομές της προβλεπόμενης στο άρθρο 3 παρ. 2 του ν. 3213/2003 πενταμελούς επιτροπής και της ανυπαρξίας στην πράξη ουσιαστικού ελέγχου των δηλώσεων που στοιβάζονται κάθε χρόνο κατά χιλιάδες στα γραφεία της.

Τέλος, αναγκαία είναι η βελτίωση της διαδικασίας που ακολουθείται για την εφαρμογή των μέτρων δέσμευσης περιουσιακών στοιχείων και των λοιπών, οικονομικών κυρίως, κυρώσεων που επιβάλλονται με Αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών και με Κανονισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε βάρος φυσικών ή νομικών προσώπων και οντοτήτων, καθώς η προβλεπόμενη σήμερα στο άρθρο 49 του ν. 3691/2008 εμπλοκή του Υπουργού Οικονομικών και η παρεμβαλλόμενη από μέρους του απόφαση για την επιβολή των διαταχθέντων μέτρων και κυρώσεων δημιουργεί περιττές καθυστερήσεις και αντίκειται στην αρχή της άμεσης εκτελεστότητας των ανωτέρω Αποφάσεων και Κανονισμών.

Για την αντιμετώπιση όλων των ανωτέρω αναγκών, η οποία κρίνεται επιτακτική στην παρούσα προσπάθεια αναδιοργάνωσης των ελεγκτικών μηχανισμών, θωράκισης του χρηματοπιστωτικού τομέα και ανόρθωσης της δημοσιονομικής αξιοπιστίας της χώρας, και με δεδομένη την συνάφεια των αντικειμένων των τριών προαναφερθέντων οργάνων (καταπολέμηση του ξεπλύματος χρήματος, του παράνομου πλουτισμού και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας), επιλέγεται η συγχώνευση των συγκεκριμένων αρμοδιοτήτων τους σε έναν ενιαίο φορέα, με την δημιουργία μιας ανεξάρτητης και αναβαθμισμένης «Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και της Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας, και Ελέγχου των Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης».

Β. ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΑ

Το Κεφάλαιο Α’ του προτεινόμενου Σχεδίου Νόμου περιέχει τις αναγκαίες τροποποιήσεις του ν. 3691/2008 για τη δημιουργία και τον καθορισμό των αρμοδιοτήτων και εξουσιών της νέας αυτής Αρχής, ενώ το Κεφάλαιο Β’ περιέχει τη συνακόλουθη αναδιάταξη του ν. 3213/2003, που κατανέμει τις αρμοδιότητες για τον έλεγχο των δηλώσεων «πόθεν έσχες».

Οι βασικές παράμετροι για τη σύσταση και λειτουργία της νέας Αρχής εντάσσονται στον ν. 3691/2008 και δη στα τέσσερα νέα άρθρα 7, 7Α, 7Β και 7Γ που αντικαθιστούν (με το άρθρο 2 του Σχεδίου Νόμου) το ισχύον άρθρο 7, με δεδομένο, άλλωστε, ότι η Αρχή θα στηριχθεί σε πρώτη φάση στις υποδομές της καταργούμενης Επιτροπής καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Χαρακτηριστικό του νέου φορέα είναι η κατοχύρωση της διοικητικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας του και ειδικότερα η απεξάρτησή του από την εποπτεία του Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος παραμένει αρμόδιος για τον καθορισμό της έδρας και τη χρηματοδότηση της νέας Αρχής. Το Υπουργείο Οικονομικών παραμένει, επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Σχεδίου Νόμου, ο «Κεντρικός Συντονιστικός Φορέας» για την εφαρμογή του ν. 3691/2008.

Η Αρχή θα αποτελείται από έναν ανώτατο εισαγγελικό λειτουργό εν ενεργεία, ως Πρόεδρο, και από ένδεκα μέλη, τριετούς θητείας, που θα μπορεί ν’ ανανεώνεται για μια ακόμα φορά. Η αύξηση του αριθμού των μελών σε σχέση με την υπάρχουσα Επιτροπή ανταποκρίνεται στις αυξημένες αρμοδιότητες της Αρχής, ενώ η επιμήκυνση της θητείας τους από τα δύο στα τρία έτη εξυπηρετεί την ανάγκη της σταθερότητας και της υποστήριξης της Αρχής από όσο το δυνατόν πιο έμπειρα και καταρτισμένα στελέχη. Τα μέλη της Αρχής διακρίνονται από ιδιαίτερα υψηλά προσόντα και μοιράζονται, ανάλογα με την εξειδίκευσή τους, σε τρία επιμέρους τμήματα: την Α’ Μονάδα Διερεύνησης Χρηματοοικονομικών Πληροφοριών, τη Β’ Μονάδα Οικονομικών Κυρώσεων κατά Υπόπτων Τρομοκρατίας και τη Γ’ Μονάδα Ελέγχου των Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης.

Πρόκειται για αυτοτελή τμήματα, με σαφώς διακριτές αρμοδιότητες, προσωπικό, βάσεις δεδομένων και λοιπές υποδομές, με συνδετικό κρίκο τον Πρόεδρο της Αρχής, ο οποίος είναι κοινός για όλους και θα είναι εκείνος που θα συντονίζει τη λειτουργία των Μονάδων, όπου αυτό απαιτείται. Σημειωτέον, ότι ο Πρόεδρος και τα μέλη της εκάστοτε Μονάδας δεν προβλέπεται να χειρίζονται ατομικά μεμονωμένες υποθέσεις, αλλά επιφορτίζονται με την εποπτεία και την τελική αξιολόγηση του έργου του εξειδικευμένου προσωπικού της, καθώς και με την εν γένει βελτίωση της αποτελεσματικότητάς της. Οι Μονάδες έχουν όλες τις εξουσίες που είχαν μέχρι σήμερα οι αντίστοιχες Επιτροπές, με τη διαφορά ότι δεν δύνανται οι ίδιες να διενεργούν ποινική προκαταρκτική εξέταση και οι υπάλληλοί τους δεν φέρουν την ιδιότητα του ειδικού προανακριτικού υπαλλήλου, δεν προσάγουν υπόπτους και δεν εξετάζουν μάρτυρες. Για τον σκοπό αυτό αναθεωρείται πέραν του άρθρου 7 και το άρθρο 48 παρ. 4-6 ν. 3691/2008 (με το άρθρο 5 του Σχεδίου Νόμου).

Καθόσον αφορά στις αρμοδιότητες των επιμέρους Μονάδων:

1. Η Α’ Μονάδα Διερεύνησης Χρηματοοικονομικών Πληροφοριών αναλαμβάνει, σχεδόν στο σύνολό τους, τα καθήκοντα και τις αρμοδιότητες της καταργούμενης Επιτροπής καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Συγκροτείται, πέραν του Προέδρου, από επτά μέλη από διάφορους φορείς (αντί οκτώ που έχει σήμερα η Επιτροπή), με κριτήριο τη συνδρομή που μπορούν να παράσχουν στο αντικείμενό της, και πλαισιώνεται από συνολικά πενήντα υπαλλήλους ως επιστημονικό, διοικητικό και βοηθητικό προσωπικό, που θα αποσπώνται ή προσλαμβάνονται για τρία έτη, με δυνατότητα ανανέωσης.

Η υποχρεωτική σύσταση του συγκεκριμένου αριθμού θέσεων συνιστά από μόνη της μια γενναία ενίσχυση σε σύγκριση με την υπάρχουσα Επιτροπή, για την οποία προβλέπονται μεν δυνητικά μέχρι πενήντα θέσεις, στην πράξη όμως έχουν καλυφθεί πολύ λιγότερες. Σημαντική, επίσης, είναι και η δυνατότητα περαιτέρω ενίσχυσης της Μονάδας, για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, με δύο πρόσωπα με σημαντικά προσόντα από τον ιδιωτικό τομέα (λ.χ. στελέχη τραπεζών ή άλλα πρόσωπα με μακρά εμπειρία σε λογιστικές θέσεις ή ελεγκτικούς μηχανισμούς), με στόχο την αξιοποίηση των ικανοτήτων και της εμπειρίας προσώπων που δεν ήταν δυνατό μέχρι σήμερα να στρατολογηθούν για τους σκοπούς της καταπολέμησης του ξεπλύματος χρήματος και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας.

2. Η Β’ Μονάδα Οικονομικών Κυρώσεων κατά Υπόπτων Τρομοκρατίας συγκροτείται, πέραν του Προέδρου από δύο μέλη, πλαισιώνεται δε από πέντε, αποσπώμενους από άλλους δημόσιους φορείς, υπαλλήλους, που κρίνονται αρκετοί για το περιορισμένο αντικείμενό της Μονάδας. Μέριμνα λαμβάνεται για τη διασφάλιση της μυστικότητας των συνεδριάσεών της και της εμπιστευτικότητας των πληροφοριών που χειρίζεται, τόσο με ειδικές προβλέψεις στις παραγράφους 13-14 του νέου άρθρου 49Α ν. 3691/2008 (βλ. το άρθρο 7 του Σχεδίου Νόμου), όσο και με την αναθεώρηση του άρθρου 40 (με το άρθρο 4 του Σχεδίου Νόμου) που καθιστά απλά δυνητική την διαβίβαση πληροφοριών εμπιστευτικής φύσης από την Αρχή προς άλλους φορείς.

Η Μονάδα αναλαμβάνει στο σύνολό τους τις αρμοδιότητες που σχετίζονται με την εφαρμογή του μέτρου της δέσμευσης περιουσιακών στοιχείων και των λοιπών κυρώσεων που επιβάλλονται με Αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ (όπως κατεξοχήν την υπ’ αριθ. 1267 του 1999, που ενσωματώθηκε στην εσωτερική έννομη τάξη με το Π.Δ. 352/2001, ΦΕΚ 236 Α’) και Κανονισμούς του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (όπως τους υπ’ αριθ. 2580 του 2001 και 881 του 2002). Στο πλαίσιο αυτό αναθεωρείται (με το άρθρο 6 του Σχεδίου Νόμου) το άρθρο 49 του ν. 3691/2008 και καταργείται η ανάγκη έκδοσης απόφασης του Υπουργού Οικονομικών για να καταστεί δυνατή η εφαρμογή των ενλόγω μέτρων. Αναγνωρίζεται, έτσι, η άμεση εκτελεστότητα των σχετικών Αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας ΟΗΕ και των Κανονισμών της ΕΕ, στο μέτρο που αυτοί έχουν ενταχθεί στην Ελληνική έννομη τάξη – κάτι τέτοιο γίνεται, ως γνωστόν, ήδη με τη δημοσίευση των Κανονισμών στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ στην περίπτωση των Αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας με την έκδοση του σχετικού Προεδρικού Διατάγματος. Ο ρόλος της Β’ Μονάδας της Αρχής περιορίζεται στην χωρίς καθυστέρηση ενημέρωση των υπόχρεων προσώπων του άρθρου 5 του ν. 3691/2008, προκειμένου αυτοί να εντοπίσουν, μεταξύ άλλων, τα υπό δέσμευση περιουσιακά στοιχεία, και στην έκδοση εκτελεστικής διάταξης που επιδίδεται στα εμπλεκόμενα πρόσωπα. Το είδος και η έκταση των εφαρμοζόμενων μέτρων ή κυρώσεων προσδιορίζεται από την ίδια την Απόφαση ή τον Κανονισμό. Διατηρείται, όμως, η δυνατότητα προσφυγής (ακόμα και τρίτων που έχουν έννομο συμφέρον) κατά της διάταξης της Μονάδας ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων, όταν δεν πληρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις για την επιβολή των κυρώσεων, ενώ εισάγεται ακόμα και η δυνατότητα επαύξησης των δεσμευθέντων περιουσιακών στοιχείων, αν κάτι τέτοιο προβλέπεται στις σχετικές Αποφάσεις και Κανονισμούς. Ρυθμίζεται, επίσης, η διαδικασία άρσης των μέτρων δέσμευσης κατά διαγραφέντων από τους καταλόγους του ΟΗΕ ή της ΕΕ, ενώ εισάγονται ποινικές και διοικητικές κυρώσεις σε βάρος των φυσικών και νομικών προσώπων που παραβαίνουν τις υποχρεώσεις οι οποίες απορρέουν από το άρθρο 49 του ν. 3691/2008.

Η Β’ Μονάδα αναλαμβάνει, επίσης, την επιβολή αντίστοιχων μέτρων και κυρώσεων σε βάρος των προσδιοριζόμενων ως σχετιζόμενων με την τρομοκρατία φυσικών και νομικών προσώπων ή οντοτήτων, με την προσθήκη (με το άρθρο 7 του Σχεδίου Νόμου) ενός νέου άρθρου 49Α στον ν. 3691/2008. Καλύπτεται, έτσι, μια αδυναμία της χώρας μας ως προς τη δημιουργία ενός συστήματος ταχείας και αποτελεσματικής δέσμευσης των περιουσιακών στοιχείων των προσώπων που εμπλέκονται σε τρομοκρατικές πράξεις, όπως επιτάσσει η Απόφαση υπ’ αριθ. 1373/2001 του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, αλλά και όπως προβλέπεται στην Ειδική Σύσταση ΙΙΙ της Ομάδας Χρηματοπιστωτικής Δράσης (FATF). Το είδος των επιβαλλόμενων κυρώσεων και η έννοια της δέσμευσης που χρησιμοποιείται στην παρούσα διάταξη αντιστοιχούν εν πολλοίς στους ορισμούς που περιέχονται στο άρθρο 1 του Κανονισμού (ΕΚ) 2580/2001 του Συμβουλίου της ΕΕ, όπως αυτός ισχύει. Έργο της Μονάδας είναι ο προσδιορισμός των εμπλεκόμενων προσώπων και η τήρηση σχετικού καταλόγου, η άμεση ενημέρωση των υπόχρεων προσώπων του άρθρου 5 του ν. 3691/2008, προκειμένου να εντοπισθούν τα υπό δέσμευση περιουσιακά στοιχεία, και η ταχεία έκδοση απόφασης για την επιβολή των οικονομικών κυρώσεων. Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στην κατοχύρωση του δικαιώματος των θιγόμενων προσώπων (συμπεριλαμβανομένων τυχόν τρίτων που έχουν έννομο συμφέρον επί του δεσμευόμενου περιουσιακού στοιχείου) να προσφύγουν τόσον ενώπιον της Μονάδας για την ανάκληση της απόφασής της ή την αποδέσμευση συγκεκριμένων ποσών (αντίστοιχα με όσα προβλέπονται στην Απόφαση υπ’ αριθ. 1452/2002 του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών που ενσωματώθηκε στην εσωτερική έννομη τάξη με το Π.Δ. 56/2005, ΦΕΚ 86 Α’), όσο και ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων, όπου η υπόθεσή τους δικάζεται κατά προτεραιότητα. Οι καταχωρήσεις είναι δυνατόν να επανεξετάζονται.

 

3. Η Γ’ Μονάδα Ελέγχου των Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης συγκροτείται από δύο μέλη, πέραν του Προέδρου. Πλαισιώνεται δε από ικανό προσωπικό (15 συνολικά άτομα), με στόχο να υπάρξουν για πρώτη φορά χειροπιαστά αποτελέσματα του έργου της. Η Μονάδα αναλαμβάνει το σύνολο των καθηκόντων της καταργούμενης πενταμελούς επιτροπής του άρθρου 3 παρ. 2 του ν. 3213/2003. Δεν αναλαμβάνει ακόμα, στην παρούσα φάση, τον έλεγχο των δηλώσεων των προσώπων που εμπίπτουν στη ρύθμιση του άρθρου 14 του ν. 3213/2003, ούτε ελέγχει, βέβαια, τις δηλώσεις του Προέδρου, των Μελών και του προσωπικού της ίδια της Αρχής. Προκειμένου η Μονάδα να έχει την απαραίτητη ευελιξία και να έχει ρεαλιστικό χαρακτήρα η αποστολή της, καταργείται ο υποχρεωτικός ή κατά προτεραιότητα έλεγχος των δηλώσεων συγκεκριμένων προσώπων και η ποσόστωση στον έλεγχο των δηλώσεων και αφήνεται στην διακριτική ευχέρεια της Μονάδας η διενέργεια δειγματοληπτικών ή στοχευμένων ελέγχων.

Πέραν των ανωτέρω μεταρρυθμίσεων και με την ευκαιρία της αναδιάταξης των ρυθμίσεων του ν. 3213/2003, προστίθεται στο άρθρο 7 του ενλόγω νόμου (με το άρθρο 11 του Σχεδίου Νόμου) διάταξη που προβλέπει την τιμώρηση όσων αρνούνται να διαβιβάσουν κατάλογο των υπόχρεων σε περιουσιακή δήλωση προσώπων, παρ’ ότι υποχρεούνται από το νόμο να το πράξουν.

Τέλος, το άρθρο 10 του παρόντος Σχεδίου προσδίδει στη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 6 του ν. 3213/2002, που προβλέπει την ποινική κύρωση για το έγκλημα της μη υποβολής ή ανακριβούς υποβολής δήλωσης περιουσιακής κατάστασης από αμέλεια, την αναγκαία ευελιξία, την οποία απαιτούν ορισμένες φορές οι συντρέχουσες περιστάσεις. Πράγματι, η τιμώρηση της παράλειψης υποβολής δήλωσης ή υποβολής ανακριβούς ή ελλιπούς δήλωσης από αμέλεια δεν είναι πάντα δικαιολογημένη, ιδίως μάλιστα αν δεν έχει επέλθει μεταβολή στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου ή αν η επελθούσα μεταβολή σε σχέση με τα προηγούμενα έτη είναι επουσιώδης. Έτσι, κρίνεται ορθό να επιτραπεί στο δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο να εκτιμήσει ελεύθερα αν, υπό τη συνδρομή συγκεκριμένων περιστάσεων, δικαιολογείται η μη τιμώρηση της πιο πάνω πράξης.

Αθήνα, Δεκεμβρίου 2010

 

ΟΙ ΥΠΟΥΡΓΟΙ

 

 

 

 

ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ, ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ

ΑΠΟΚΕΝΤΡΩΣΗΣ ΚΑΙ

ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗΣ

ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ

 

 

Ι.ΡΑΓΚΟΥΣΗΣ Γ.ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Δ. ΔΡΟΥΤΣΑΣ

 

 

 

 

ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ, ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΘΑΛΑΣΣΙΩΝ ΥΠΟΘΕΣΕΩΝ,

ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ ΝΗΣΩΝ ΚΑΙ ΑΛΙΕΙΑΣ

ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ

ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ

 

 

 

Χ.ΚΑΣΤΑΝΙΔΗΣ Χ.ΠΑΠΟΥΤΣΗΣ Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Χ.ΚΑΣΤΑΝΙΔΗΣ Χ.ΠΑΠΟΥΤΣΗΣ Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ

Please follow and like us:

Το αναπτυξιακό αντίβαρο του 2011 Πηγή:www.capital.gr

Αναπτυξιακά κίνητρα και επιδοτήσεις, παρεμβάσεις του Μνημονίου για την  τόνωση της αγοράς και την προσέλκυση επενδύσεων και περιορισμένα φορολογικά κίνητρα  φέρνει το 2011.

Η κυβέρνηση επιχειρεί να συγκρατήσει την ύφεση στην αγορά και την αντίδραση πολιτών, ανέργων και επιχειρηματιών με μία σειρά από παρεμβάσεις. Θα προστεθούν στα κίνητρα που έχει θεσπίσει όπως το μέτρο της απόσυρσης η ταχύτερη μείωση των φορολογικών συντελεστών στα κέρδη των εταιρειών, το πάγωμα του πόθεν έσχες για 2 έτη, καθώς και η πρόσφατη παράταση κατά 6 μήνες του παγώματος σε πλειστηριασμούς.

* Περιλαμβάνουν τον νέο Επενδυτικό Νόμο που συζητείται στη Βουλή από τις 3 Ιανουαρίου, το νέο ΤΕΜΠΜΕ που μετονομάζεται σε ΕΤΕΑΝ και θα διαχειρίζεται κονδύλια του ΕΣΠΑ με τη μορφή δανείων προς επιχειρηματίες αλλά και πολλά προγράμματα επιδοτήσεων κλάδων του τουρισμού, του εμπορίου, των εταιρειών νέας τεχνολογίας, εξαγωγικών και πράσινων επιχειρήσεων που ετοιμάζονται.

* Προωθούνται νομοσχέδια για τη τόνωση του λιανεμπορίου και του ανταγωνισμού στην αγορά, της απελευθέρωσης των τεχνικών επαγγελμάτων καθώς και η αναβάθμιση της Επιτροπής Ανταγωνισμού. 

* Το υπουργείο περιφερειακής ανάπτυξης ολοκληρώνει  την μετάβαση  δεδομένων από τα μητρώα των επιμελητηρίων στο ΓΕΜΗ. Η αδειοδότηση των εταιρειών θα γίνεται  με μία αίτηση στα επιμελητήρια ή σε συμβολαιογράφους.

* Προωθείται επίσης η ταχύτερη αδειοδότηση εταιρειών με οριζόντιο νόμο του υπουργείου Περιφερειακής Ανάπτυξης. Παράλληλες ρυθμίσεις που ετοιμάζονται από   το υπουργείο Περιβάλλοντος  προωθούν  την ταχύτερη εκτέλεση επενδύσεων με πιο γρήγορες  απαλλοτριώσεις και   περιβαλλοντικές μελέτες. Διαφορετικές ρυθμίσεις θέτουν σε εφαρμογή  γρηγορότερες γνωμοδοτήσεις από το ΚΑΣ και  το ΣΤΕ.

Πηγή:www.capital.gr

Please follow and like us:

E.E.: Εκτοξεύτηκε «ευρυζωνικός» δορυφόρος

E.E.: Εκτοξεύτηκε «ευρυζωνικός» δορυφόρος

Εκτοξεύθηκε με επιτυχία ο δεύτερος μεγαλύτερος δορυφόρος της Ε.Ε., ο οποίος θα βοηθήσει στην ανάπτυξη της ευρωπαϊκής ευρυζωνικότητας.

Ο Ka-Sat, όπως ονομάζεται, ζυγίζει έξι τόννους και για τη μεταφορά του στο Διάστημα χρησιμοποιήθηκε ένας πύραυλος Proton που απογειώθηκε από το Μπαϊκονούρ, στο Καζακστάν. Η πτήση κράτησε 9 ώρες και δώδεκα λεπτά. Ο δορυφόρος τέθηκε σε τροχιά για να συμβάλλει στην ευρυζωνική δικτύωση περιοχών, όπου είναι δύσκολο να υπάρξει αυτή μέσω επίγειων καλωδίων ή άλλων τεχνολογιών. Ο Ka-Sat έχει τη δυνατότητα να παρέχει τις υπηρεσίες του σε 2.000.000 νοικοκυριά και υπεύθυνη για τη διαχείρισή του είναι η εταιρεία Avanti Communications, στο Λονδίνο. Ήδη, βρίσκεται σε τροχιά ο δορυφόρος Hylas, ο οποίος έχει δυνατότητα εξυπηρέτησης 300.000 νοικοκυριών. Σύμφωνα με τον Μισέλ ντε Ροσέν, CEO της Eutelsat, εταιρεία που μετέχει στο πρότζεκτ, «περισσότερα από 30.000.000 νοικοκυριά στην Ευρώπη αυτήν τη στιγμή δεν εξυπηρετούνται ή οι υπηρεσίες που τους παρέχονται είναι πολύ χαμηλής ποιότητας. Αυτοί οι άνθρωποι ζουν στην επαρχία ή ακόμη και σε ορεινές περιοχές κοντά σε πόλεις. Ο Ka-Sat είναι η λύση στο πρόβλημά τους », ανέφερε στο BBC.

O δορυφόρος μπορεί να διαχειριστεί δεδομένα που φτάνουν τα 70Gbps, σε περιοχές που εκτείνονται από τη Σκανδιναβία μέχρι τη Β. Αφρική, ενώ οι υπηρεσίες του θα φτάνουν και σε μέρος της Μέσης Ανατολής. Η Eutelsat έχει, ήδη, υπογράψει 70 συμβόλαια σχετικά με τον Ka-Sat και αυτά αναμένεται να αυξηθούν αρκετά το 2011. Σύμφωνα με το σχεδιασμό, η λειτουργία του αναμένεται να ξεκινήσει στο δεύτερο εξάμηνο του επόμενου έτους.

kathimerini.grμε πληροφορίες από bbc

Please follow and like us:

Αναβαθμίζεται η Αρχή για το ξέπλυμα του βρώμικου χρήματος.

Eιδήσεις (Πέμπτη – 30/12/2010)
Αναβαθμίζεται η Αρχή για το ξέπλυμα του βρώμικου χρήματος.

Ειδήσεις – Πέμπτη 30 Δεκεμβρίου 2010

Αναβαθμίζεται η Αρχή για το ξέπλυμα του βρώμικου χρήματος

Αναβαθμίζεται σε Ανεξάρτητη Αρχή η Επιτροπή καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας (αποκαλούμενη επιτροπή για το ξέπλυμα του βρώμικου χρήματος), σύμφωνα με το σχέδιο νόμου που παρουσίασε σήμερα στο Υπουργικό Συμβούλιο ο υπουργός Δικαιοσύνης, Χαρ. Καστανίδης.

Η αναβάθμιση αυτή υλοποιείται προκειμένου να ανταποκριθεί η Αρχή “επιτυχέστερα στις προκλήσεις που θέτουν η ποικιλομορφία και ποσοτική εξάπλωση του εθνικού και διασυνοριακού οικονομικού εγκλήματος και ο διαρκής εκσυγχρονισμός των τεχνικών που χρησιμοποιούνται για την αθέμιτη διακίνηση και απόκρυψη κεφαλαίων”, όπως επισημαίνεται στην εισηγητική έκθεση του νομοσχεδίου.

Παράλληλα, αναβαθμίζεται και ο μηχανισμός ελέγχου των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης (“πόθεν έσχες”) έτσι ώστε να είναι πλέον ουσιαστικός ο έλεγχος των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης που στοιβάζονται κάθε χρόνο κατά χιλιάδες στο κτήριο του Αρείου Πάγου.

Ακόμη, βελτιώνεται η διαδικασία που ακολουθείται για την εφαρμογή των μέτρων δέσμευσης περιουσιακών στοιχείων και των λοιπών, οικονομικών κυρίως, κυρώσεων που επιβάλλονται με αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών και με κανονισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε βάρος φυσικών ή νομικών προσώπων. Και αυτό γιατί η προβλεπόμενη σήμερα (ν. 3691/2008) εμπλοκή του υπουργού Οικονομικών και η παρεμβαλλόμενη από μέρους του απόφαση για την επιβολή των διαταχθέντων μέτρων και κυρώσεων δημιουργεί περιττές καθυστερήσεις και αντίκειται στην αρχή της άμεσης εκτελεστότητας των εν λόγω αποφάσεων και κανονισμών.

Σκοπός της νέας Αρχής

————————–

Ειδικότερα, σκοπός της νέας Αρχής είναι η λήψη και εφαρμογή των αναγκαίων εκείνων μέτρων για την πρόληψη και καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, καθώς και ο έλεγχος των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης των προσώπων που υποχρεούνται στην υποβολή των δηλώσεων αυτών.

Η Αρχή συγκροτείται από έντεκα μέλη με τριετή θητεία και πρόεδρός της (πλήρους απασχόλησης) ορίζεται ανώτατος εισαγγελικός λειτουργός εν ενεργεία ο οποίος θα επιλέγεται από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο Πολιτικής και Ποινικής Δικασιοσύνης. Τα άλλα μέλη της Αρχής θα διορίζονται ύστερα από πρόταση των υπουργών Δικαιοσύνης, Θαλασσίων Υποθέσεων, Οικονομικών, Εξωτερικών και Προστασίας του Πολίτη, όπως επίσης και με πρόταση του διοικητή της Τραπέζης της Ελλάδος και του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς.

Η Αρχή απαρτίζεται από τρεις αυτοτελείς μονάδες που είναι: 1) Διερεύνησης Χρηματοοικονομικών Πληροφοριών, 2) Οικονομικών Κυρώσεων κατά Υπόπτων Τρομοκρατίας και 3) Ελέγχου Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης (“πόθεν έσχες”). Σύμφωνα με το νομοσχέδιο, η Αρχή έχει πρόσβαση σε κάθε μορφής δημόσιο αρχείο ή αρχείο Οργανισμού, ακόμη και σε αυτό του συστήματος “Τειρεσίας”.

Επίσης, ο πρόεδρος της Αρχής έχει το δικαίωμα να απαγορεύει την κίνηση τραπεζικών λογαριασμών και χρηματοπιστωτικών προϊόντων, να ανοίγει θυρίδες, όπως επίσης μπορεί να “παγώνει” τη μεταβίβαση ή εκποίηση περιουσιακών στοιχείων.

Τρομοκρατία

————–

Η Μονάδα Οικονομικών Κυρώσεων κατά Υπόπτων Τρομοκρατίας της Αρχής συγκροτείται, πέραν του προέδρου από δύο μέλη, πλαισιώνεται δε από πέντε, αποσπώμενους από άλλους δημόσιους φορείς, υπαλλήλους, που κρίνονται αρκετοί για το περιορισμένο αντικείμενό της Μονάδας. Μάλιστα, ειδική μέριμνα λαμβάνεται για τη διασφάλιση της μυστικότητας των συνεδριάσεων της Μονάδας αυτής της Αρχής και της εμπιστευτικότητας των πληροφοριών που χειρίζεται.

Τέλος, η Μονάδα αυτή της Αρχής αναλαμβάνει την επιβολή αντίστοιχων μέτρων και κυρώσεων σε βάρος των προσδιοριζόμενων ως σχετιζόμενων με την τρομοκρατία φυσικών και νομικών προσώπων ή οντοτήτων. Καλύπτεται, έτσι, μια αδυναμία της χώρας μας ως προς τη δημιουργία ενός συστήματος ταχείας και αποτελεσματικής δέσμευσης των περιουσιακών στοιχείων των προσώπων που εμπλέκονται σε τρομοκρατικές πράξεις, όπως επιτάσσει η απόφαση 1373/2001 του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, αλλά και όπως προβλέπεται στην Ειδική Σύσταση ΙΙΙ της Ομάδας Χρηματοπιστωτικής Δράσης (FATF).

Πηγή: http://www.express.gr/

Please follow and like us:

Ειδήσεις (Πέμπτη – 30/12/2010) Κουτρουμάνης: Η κάρτα εργασίας «όπλο» κατά της εισφοροδιαφυγής

Ειδήσεις (Πέμπτη – 30/12/2010)
Κουτρουμάνης: Η κάρτα εργασίας «όπλο» κατά της εισφοροδιαφυγής.

Ειδήσεις – Πέμπτη 30 Δεκεμβρίου 2010

Κουτρουμάνης: Η κάρτα εργασίας «όπλο» κατά της εισφοροδιαφυγής

Σημαντικό όφελος για τον εργοδότη αλλά και για τον εργαζόμενο θα έχει η εφαρμογή της κάρτας εργασίας, επεσήμανε παρουσιάζοντας το νομοσχέδιο για την αναβάθμιση του Σώματος Επιθεωρητών Εργασίας, ο αναπληρωτής υπουργός Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, Γιώργος Κουτρουμάνης.

Η ένταξη της επιχείρησης στο σύστημα ηλεκτρονικής καταγραφής (κάρτα εργασίας) από κοινού με την έγκαιρη καταβολή των ασφαλιστικών τους εισφορών θα έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση σταδιακά από τον Ιούλιο του 2011 μέχρι το 2013 των ασφαλιστικών εισφορών κατά 25% που κατανέμεται αναλογικά στους εργοδότες και στους εργαζόμενους.

Το όφελος από την εφαρμογή της κάρτας εργασίας για τον εργοδότη θα είναι η σημαντική μείωση των ασφαλιστικών εισφορών και άρα η μείωση του μη μισθολογικού κόστους.

Ο εργαζόμενος κερδίζει διπλά

Η μείωση της ασφαλιστικής εισφοράς αυξάνει το καθαρό του εισόδημα και ταυτόχρονα περιορίζεται η δυνατότητα του ασυνεπή εργοδότη να αυθαιρετεί σε σχέση με το ωράριο εργασίας, τη διευθέτηση του χρόνου, τις αποδοχές κλπ. Ο κ. Κουτρουμάνης ανέφερε ένα συγκεκριμένο παράδειγμα:

Εργαζόμενος με μηνιαίες αποδοχές 1.300 ευρώ έχει ασφαλιστικές εισφορές που παρακρατούνται από τον εργοδότη 208 ευρώ και επομένως καθαρό εισόδημα προ φόρου 1.092 ευρώ, εφόσον η επιχείρηση εφαρμόζει το μέτρο της κάρτας εργασίας θα έχει όφελος:

– Τον Ιούλιο του 2011, 20,8 ευρώ το μήνα, δηλαδή αύξηση στο καθαρό εισόδημα του 1,9% (με μείωση των εισφορών 10%)

– Το 2013 το όφελος αντίστοιχα θα είναι 52 ευρώ το μήνα, δηλαδή αύξηση στο καθαρό εισόδημα 4,8%. (με μείωση των εισφορών 25%)

Αντίστοιχα για την επιχείρηση το όφελος από τη μείωση των ασφαλιστικών εισφορών θα είναι:

– Τον Ιούλιο του 2011 36,4 ευρώ το μήνα για κάθε εργαζόμενο

– Το 2013 91 ευρώ το μήνα για κάθε εργαζόμενο

Η χρήση της κάρτας εργασίας δίνει τη δυνατότητα της ηλεκτρονικής απεικόνισης της ώρας προσέλευσης και αποχώρησης του εργαζόμενου, καθώς και του ωραρίου εργασίας. Τα στοιχεία καταχωρούνται On-Line στο κεντρικό σύστημα (Ι.Κ.Α., Σ.ΕΠ.Ε., Ο.Α.Ε.Δ.).

Το Σώμα Επιθεωρητών Εργασίας θα διασυνδέεται ηλεκτρονικά εκτός από τον ΟΑΕΔ και το ΙΚΑ και με τους άλλους ελεγκτικούς μηχανισμούς. Θεσμοθετείται επίσης, η υποχρέωση του ΣΕΠΕ να επιβάλλει κυρώσεις και για την ανασφάλιστη εργασία (αρμοδιότητα που μέχρι σήμερα είχε μόνο το ΙΚΑ) ενώ η συνεχής μετακίνηση των επιθεωρητών στην περιφέρεια διασφαλίζει αντικειμενικότητα στον έλεγχο.

Παράλληλα αντικειμενικοποιούνται και αυστηροποιούνται τα πρόστιμα και οι διοικητικές κυρώσεις που φθάνουν μέχρι και την οριστική διακοπή της λειτουργίας της επιχείρησης, όταν διαπιστώνονται σοβαρές παραβάσεις της εργατικής νομοθεσίας.

«Στόχος μας είναι να περιορίσουμε αισθητά την εισφοροδιαφυγή και να διευρύνουμε την ασφαλιστική βάση», τόνισε ο Αναπληρωτής Υπουργός Εργασίας. «Να πληρώνουν περισσότεροι, αν είναι δυνατόν όλοι, προκειμένου να υπάρξει ελάφρυνση για όλες τις επιχειρήσεις και τους εργαζόμενους».

Επισημαίνεται ότι σήμερα η εισφοροδιαφυγή φθάνει το 30% περίπου επί των εσόδων των Ταμείων και οι απώλειες του συστήματος συνολικά ξεπερνά σε ετήσια βάση τα 9 δις ευρώ.

Πηγή: Καθημερινή

Please follow and like us:

ΠΟΛ 1206/30.12.2010 Διευκρινίσεις για την εφαρμογή της Υπουργικής Απόφασης Π. 2869/2389/ΠΟΛ.137

ΠΟΛ 1206/30.12.2010    

Διευκρινίσεις για την εφαρμογή της Υπουργικής Απόφασης Π. 2869/2389/ΠΟΛ.137/1987 στις ξενοδοχειακές επιχειρήσεις.

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ                             Αθήνα, 30.12.2010

ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ                          ΠΟΛ.: 1206

ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ

ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΩΝ & ΤΕΛΩΝΕΙΑΚΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ

ΓΕΝΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ

14η Δ/ΝΣΗ ΦΠΑ

ΤΜΗΜΑ Α΄

Ταχ. Δ/νση : Σίνα 2-4

Ταχ. Κώδικας : 106 72 ΑΘΗΝΑ

Πληροφορίες : Ν. Αποστολόπουλος

Τηλέφωνο : 210 – 3647202-5

Fax : 210 – 3645413

E-Mail : dfpa.a1@1992.syzefxis.gov.gr

Θέμα: Διευκρινίσεις για την εφαρμογή της Υπουργικής Απόφασης Π. 2869/2389/ΠΟΛ.137/1987 στις ξενοδοχειακές επιχειρήσεις

Με αφορμή γραπτά και προφορικά ερωτήματα προς την υπηρεσία μας και προκειμένου να διασφαλισθεί η ορθή και ομοιόμορφη εφαρμογή των διατάξεων της παραπάνω Υπουργικής Απόφασης, σε ότι αυτές αφορούν τις ξενοδοχειακές επιχειρήσεις, διευκρινίζουμε τα ακόλουθα:

Στις διατάξεις της απόφασης αυτής υπάγονται όχι μόνο τα πάγια των ξενοδοχειακών επιχειρήσεων που έχουν το χαρακτήρα μηχανολογικού εξοπλισμού, αλλά και τα έπιπλα, ο λοιπός εξοπλισμός και τα μεταφορικά μέσα των επιχειρήσεων αυτών, εφόσον σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.2859/2000 (Κώδικας Φ.Π.Α.) όπως ισχύει, υφίσταται δικαίωμα έκπτωσης του φόρου των εισροών τους. Συνεπώς υπάγονται τα ενσώματα αγαθά τα οποία, σύμφωνα με το Ελληνικό Γενικό Λογιστικό Σχέδιο και τις γενικά παραδεκτές αρχές της λογιστικής, περιλαμβάνονται στις παραπάνω κατηγορίες παγίων στοιχείων, με δεδομένο ότι έχουν ωφέλιμη διάρκεια ζωής μεγαλύτερη του ενός έτους και εξυπηρετούν τις ανάγκες των ξενοδοχειακών επιχειρήσεων για περισσότερες της μιας διαχειριστικές περιόδους. Η τυχόν παρεχόμενη από τις διατάξεις της φορολογίας εισοδήματος δυνατότητα εφάπαξ απόσβεσης των παραπάνω πάγιων στοιχείων, δεν επηρεάζει την υπαγωγή τους ή μη στις διατάξεις της απόφασης αυτής.

Οποιαδήποτε οδηγία με αντίθετο, σε σχέση με τα παραπάνω περιεχόμενο, παύει να ισχύει από την έκδοση της παρούσας εγκυκλίου.

Οι λοιπές διατάξεις που αφορούν στις προϋποθέσεις και στις διαδικασίες εφαρμογής των Π.2869/2389/ΠΟΛ.137/1987 και Π.5749/3679/ΠΟΛ.246/198 7 στις ξενοδοχειακές και στις λοιπές επιχειρήσεις, εξακολουθούν να ισχύουν.

Ο ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΚΟΥΣΕΛΑΣ

Please follow and like us:

ΠΟΛ 1205/29.12.2010 Υποχρεώσεις συμβολαιογράφων, υποθηκοφυλάκων και προϊσταμένων κτηματολογικών

ΘΕΜΑ: ΠΟΛ 1205/29.12.2010    

Υποχρεώσεις συμβολαιογράφων, υποθηκοφυλάκων και προϊσταμένων κτηματολογικών γραφείων.

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ                                ΕΞ. ΕΠΕΙΓΟΝ

ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ                    Αθήνα, 29 Δεκεμβρίου 2010

ΑΝΑΡΤΗΤΕΑ ΣΤΟ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ                         ΠΟΛ: 1205

ΓΕΝ. ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΩΝ

& ΤΕΛΩΝΕΙΑΚΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ

ΓΕΝ. ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ

Δ/ΝΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ

ΤΜΗΜΑ Φ.Μ.Α.Π.

Ταχ. Δ/νση: Καρ. Σερβίας 8                                     ΠΡΟΣ: Τους Αποδέκτες του

Ταχ. Κωδ.: 10184 Αθήνα                                                   Πίνακα Διανομής

Πληροφορίες:             2103375360      
E-mail: d13.etak@yo.syzefxis.gov.gr

FAX: 210 3375834

ΘΕΜΑ: Υποχρεώσεις συμβολαιογράφων, υποθηκοφυλάκων και προϊσταμένων κτηματολογικών γραφείων

Με τις υφιστάμενες διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 48 του ν. 3842/2010 ορίζεται ότι τα συντασσόμενα από την 1η Ιανουαρίου 2011 συμβολαιογραφικά έγγραφα, με τα οποία μεταβιβάζεται η κυριότητα ακινήτου ή μεταβιβάζονται ή δημιουργούνται εμπράγματα δικαιώματα σε αυτό, απαιτείται να συνοδεύονται από πιστοποιητικό του προϊστάμενου της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. ότι το ακίνητο έχει δηλωθεί στη δήλωση του Φόρου Ακίνητης Περιουσίας και έχει καταβληθεί ο φόρος που αναλογεί στην αξία του για τα δυο προηγούμενα της μεταβίβασης έτη, δηλαδή στη συγκεκριμένη περίπτωση, λόγω της πρώτης εφαρμογής της διάταξης, για το έτος 2010. Το ίδιο πιστοποιητικό απαιτείται και για τη μεταγραφή ή την καταχώριση στα κτηματολογικά γραφεία των συμβολαιογραφικών εγγράφων.

Ωστόσο, καθώς οι διαδικασίες εκκαθάρισης των δηλώσεων Φόρου Ακίνητης Περιουσίας δε θα έχουν ολοκληρωθεί μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2010, μετατίθεται η εφαρμογή της σχετικής διάταξης σε συμβολαιογραφικά έγγραφα που συντάσσονται μετά την 1η Ιανουαρίου 2012. Συνεπώς, για το έτος 2011 δεν επισυνάπτεται από το συμβολαιογράφο στο σχετικό συμβολαιογραφικό έγγραφο το προβλεπόμενο στην παράγραφο 1 του άρθρου 48 του ν. 3842/2010 πιστοποιητικό ούτε αναζητείται αυτό, σύμφωνα με την παράγραφο 2, από τους φύλακες μεταγραφών και τους προϊστάμενους των κτηματολογικών γραφείων για τη μεταγραφή ή την καταχώριση στα κτηματολογικά βιβλία του σχετικού συμβολαιογραφικού εγγράφου.

Για το θέμα θα ακολουθήσει ρύθμιση που θα συμπεριληφθεί στο πρώτο νομοσχέδιο που θα κατατεθεί από το Υπουργείο Οικονομικών στη Βουλή των Ελλήνων.

Ακριβές Αντίγραφο                                    Ο Υφυπουργός Οικονομικών

H Προϊσταμένη τηςΓραμματείας                                  Δ. Κουσελάς

Please follow and like us:

ΠΟΛ 1199/28.12.2010 Παράταση προθεσμιών και διαδικασίες εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 1 έω

ΘΕΜΑ: ΠΟΛ 1199/28.12.2010    

Παράταση προθεσμιών και διαδικασίες εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 1 έως 13 του ν.3888/2010.

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ                                        Αθήνα, 28 Δεκεμβρίου 2010

ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ                                                 ΠΟΛ. 1199

ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΩΝ

& ΤΕΛΩΝΕΙΑΚΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ

ΓΕΝ. Δ/ΝΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΩΝ ΕΛΕΓΧΩΝ                             ΠΡΟΣ: Ως Π.Δ.

ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΕΛΕΓΧΟΥ

ΤΜΗΜA B΄

Ταχ. Δ/νση: Κ. Σερβίας 10

Ταχ. Κωδ.: 101 84 ΑΘΗΝΑ

Τηλ.:             210 3375203      , 3375204, 3375063

FAX: 210 3375416

Θέμα: Παράταση προθεσμιών και διαδικασίες εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 1 έως 13 του ν.3888/2010.

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Ο ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ

Έχοντας υπόψη:

1. Τις διατάξεις του άρθρου 13 του ν.3888/2010 (Φ.Ε.Κ. 175 Α΄).

2. Τις αποφάσεις Υπουργού Οικονομικών ΠΟΛ.1138/11.10.2010 (Φ.Ε.Κ. 1631Β΄) και ΠΟΛ.1156/15.11.2010 (Φ.Ε.Κ. 1795Β΄), καθώς και τις αποφάσεις Υφυπουργού Οικονομικών ΠΟΛ.1169/24.11.2010 (Φ.Ε.Κ. 1851Β΄), ΠΟΛ.1175/29.11.2010 (Φ.Ε.Κ. 1872Β΄), ΠΟΛ 1180/13.12.2010 (Φ.Ε.Κ.1934Β΄) και ΠΟΛ 1185/17.12.2010.

3. Την αριθ. Δ6 Α1142500 ΕΞ 2010/26.10.2010 (ΦΕΚ. 1725Β’) κοινή απόφαση του Πρωθυπουργού και του Υπουργού Οικονομικών “Ανάθεση αρμοδιοτήτων στον Υφυπουργό Οικονομικών Δημήτριο Κουσελά”.

4. Το γεγονός ότι με την παρούσα απόφαση δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του Κρατικού Προϋπολογισμού.

Α Π Ο Φ Α Σ Ι Ζ Ο Υ Μ Ε

1. Η προθεσμία του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 3 της απόφασης ΠΟΛ. 1175/29.11.2010 όπως ισχύει για την υποβολή αίτησης από τους επιτηδευματίες για τους οποίους δεν έχει εκδοθεί από τη Γ.Γ.Π.Σ. ή από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. Εκκαθαριστικό Σημείωμα ή έχει εκδοθεί αλλά δεν έχει παραληφθεί από αυτούς, παρατείνεται μέχρι την 31.12.2010 .

2. Η προθεσμία του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 4 της απόφασης ΠΟΛ. 1156/15.11.2010, όπως ισχύει, για την έκδοση των Εκκαθαριστικών Σημειωμάτων από τις Δ.Ο.Υ., παρατείνεται μέχρι την 24.1.2011 για τους επιτηδευματίες για τους οποίους δεν έχει εκδοθεί από την Γ.Γ.Π.Σ. ή από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. Εκκαθαριστικό Σημείωμα κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 1 της απόφασης ΠΟΛ. 1156/15.11.2010 το Εκκαθαριστικό Σημείωμα του άρθρου 9 του ν. 3888/2010 και έχει υποβληθεί σχετική αίτηση μέχρι την 31.12.2010 .

3. Η αποδοχή από τους επιτηδευματίες των Εκκαθαριστικών Σημειωμάτων που εκδόθηκαν από την Γ.Γ.Π.Σ. ή από τις Δ.Ο.Υ. μέχρι την 28.12.2010, καθώς και αυτών που εκδίδονται στο πλαίσιο της παράτασης που προβλέπεται από τις διατάξεις της παραγράφου 2 της παρούσας, γίνεται το αργότερο μέχρι την 28.1.2011 .

4. Η προθεσμία των παραγράφων 1 και 6 της απόφασης ΠΟΛ. 1138/11.10.2010, καθώς και 9 της απόφασης ΠΟΛ. 1156/15.11.2010, όπως ισχύουν, για την υποβολή αίτησης επίλυσης των διαφορών εκκρεμών υποθέσεων, παρατείνεται μέχρι την 31.12.2010 . Η επίλυση της διαφοράς πραγματοποιείται το αργότερο μέχρι την 28.1.2011, είτε πρόκειται για αιτήσεις που υποβλήθηκαν μέχρι την 28.12.2010 είτε για αιτήσεις που θα υποβληθούν στο πλαίσιο της πιο πάνω παράτασης.

5. Η προθεσμία της παραγράφου 7 της απόφασης ΠΟΛ. 1138/11.10.2010, όπως ισχύει, για την υποβολή ειδικού σημειώματος δήλωσης της λήψης ή έκδοσης μη νόμιμων φορολογικών στοιχείων, παρατείνεται μέχρι την 31.12.2010 .

Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Ακριβές Αντίγραφο                         Ο ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ

Η Προϊσταμένη της Γραμματείας                     ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΚΟΥΣΕΛΑΣ

Please follow and like us:

Συμφωνία με τους φαρμακοποιούς

Σε συμφωνία κατέληξαν οι εκπρόσωποι των φαρμακοποιών της Αθήνας και του Πειραιά με τον υπουργό Υγείας, Ανδρέα Λοβέρδο, κατά τη συνάντηση στην οποία συζητήθηκαν θέματα που σχετίζονται με την απελευθέρωση του κλάδου.

Σε συμφωνία κατέληξαν οι εκπρόσωποι των φαρμακοποιών της Αθήνας και του Πειραιά με τον υπουργό Υγείας, Ανδρέα Λοβέρδο, κατά τη συνάντηση στην οποία συζητήθηκαν θέματα που σχετίζονται με την απελευθέρωση του κλάδου. Ειδικότερα, οι φαρμακοποιοί συμφώνησαν στο άνοιγμα του επαγγέλματος για τους νέους φαρμακοποιούς, επιτρέποντας τις συστεγάσεις. Οι νέοι φαρμακοποιοί μπορούν να συμμετέχουν σε ήδη υπάρχον φαρμακείο. Με τον τρόπο αυτό δεν θα αυξηθούν τα φαρμακεία, τα οποία είναι ήδη πολλά, ενώ θα δοθεί επαγγελματική διέξοδος στους νέους φαρμακοποιούς. Συμφωνήθηκε επίσης, η έκπτωση (rebate, δηλαδή το ποσό επιστροφής από τα φαρμακεία στα ασφαλιστικά ταμεία) να είναι κλιμακωτή, αλλά να μην ισχύσει για τις πρώτες 3.000 ή 4.000 ευρώ.

Σε ό,τι αφορά τη λειτουργία το Σάββατο όλων των φαρμακείων και όχι μόνον εκείνων που εφημερεύουν, οι φαρμακοποιοί πρότειναν λειτουργία του 20%- 25% των φαρμακείων κυκλικά, από τους καταλόγους των συλλόγων, όπως ισχύει σήμερα για τις εφημερίες.

Ο υπουργός ζήτησε να επιτρέπεται η λειτουργία σε όλους, να είναι δηλαδή στην ευχέρεια του φαρμακοποιού αν θα λειτουργήσει το φαρμακείο του το Σάββατο ή όχι και το ελάχιστο ποσοστό να καθορίζει ο περιφερειάρχης αντί του οικείου συλλόγου, ωστόσο οι φαρμακοποιοί σε αυτό το σημείο παραμένουν αρνητικοί. Συμφωνήθηκε και από τις δύο πλευρές, το συγκεκριμένο ζήτημα να αντιμετωπιστεί μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα.

Ο Υπουργός επανέλαβε στους φαρμακοποιούς ότι “δεν θέλουμε να ανοίξουν περισσότερα φαρμακεία, επειδή όμως το μνημόνιο μιλά για άνοιγμα του επαγγέλματος, πρέπει να βρούμε ισοδύναμα μέτρα. Γι’ αυτό λέμε για λειτουργία το Σάββατο, κλιμακωτή έκπτωση και συνεργασία των φαρμακείων”.

Ο διάλογος θα συνεχιστεί , τουλάχιστον έως τα μέσα Ιανουαρίου, οπότε και κατατίθεται στη Βουλή το πολυνομοσχέδιο του Υπουργείου Υγείας που περιλαμβάνει και αυτά τα θέματα.

Στη σύσκεψη, συμμετείχαν ο υφυπουργός Μιχάλης Τιμοσίδης και ο γενικός γραμματέας του Υπουργείου, Αντώνης Δημόπουλος.

Πηγή: www.express.g

Please follow and like us: